our news

Αντισημιτισμός, Ρατσισμός, Κράτος-Έθνος και αξιακή μορφή, εννέα σημειώσεις

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,266 other followers

(1)

Ο αντισημιτισμός με ή και χωρίς Εβραίους, είναι δομικό/αντικειμενικό/μόνιμο χαρακτηριστικό του φετιχισμού της “κοινωνικοποίησης της αξίας” και του σχιζοειδούς ψυχισμού του υποκειμένου της ως “Τίμιου Εθνικού Εργαζόμενου Λαού” που απλά και καθαρά “κάνει τη δουλειά του” διεκδικώντας μια “Δίκαιη Πληρωμή”. Ως τέτοιος ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενό του ο αντισημιτισμός υπάρχει και εμφανίζεται με μια κτηνώδη πολλαπλότητα ιστορικών και ιδιαίτερων μορφών που είναι όλες χαρακτηριστικές της καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής.

(2)

Με την καταφυγή του στη “συγκεκριμένη” μορφή της αφαίρεσης “εργασία” (Robert Kurz), το υποκείμενο της “αξίας” προβάλλει φαντασμαγορικά τη “λύτρωση” και την “κάθαρση” όλων των δεινών της “αντικειμενικής αφαιρετικοποίησης” (Will Barnes) προσωποποιώντας με έναν αισθητά υπεραισθητό τρόπο “Δαιμονικούς Άλλους” που ενσαρκώνουν διάφορες ιεραρχήσεις του “Κακού”, τόσο προς τα “έξω”, όσο και προς τα “μέσα”, είτε “ανώτερες” (Πολιτικοί, Τραπεζίτες, Καπιταλιστές, Αντεθνικοί/Προδότες του Λαού και της Ψυχής του κτλ που “μας τρώνε τα λεφτά που βγαίνουν με κόπο χωρίς να δουλεύουν” κτλ), είτε “κατώτερες” (Ξένοι/Αλλοεθνείς, Μετανάστες, Άνεργοι, Αλλόκοτοι, Ανώμαλοι, Μη Κανονικοί κτλ κτλ που “δεν δουλεύουν” ή και “δεν δουλεύουν όσο και όπως πρέπει και κοστίζουν περισσότερο από όσο πρέπει κτλ”) και γιαυτό “πρέπει, είναι λογικό”(!), με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να χαθούν “από Προσώπου Πατρικής Εθνικής Γης” ή και ακόμα να εξοντωθούν ως “Τελική Λύση”.

(3)

Η δαιμονοποίηση/υπερβατολογική προβολή των “εσωτερικών και εξωτερικών Άλλων” ως Παντοδύναμων ενσαρκώσεων του Απόλυτου Κακού και που “πρέπει ως εκ τούτου” να αφανιστούν απορρέει ατόφια από την ίδια τη διαστροφική Λογική Παντοδυναμίας και Εκμηδένισης του ταυτολογικού υποκειμένου της αξίας ως σχιζοειδούς “αντικειμενικού υποκειμένου” που έχει “Ύψιστο Χρέος Εθνικό να δουλεύει”, δηλαδή να συνθλίβει και να συνθλίβεται στη “φυσική αρένα του ανταγωνισμού” για να πραγματοποιεί – θυσιάζοντας και θυσιαζόμενο – τη φαντασμαγορική “αξία” του. Το μυστικό του κοινωνικού ιερογλυφικού της αξίας, του “αφηρημένου χρόνου εργασίας”, είναι τελικά η προοδευτική ορμή του θανάτου. Οτιδήποτε “Άλλο” αντιληπτό ως “απειλή” και “εμπόδιο” στο παραγωγικό ντελίριο Παντοδυναμίας του υποκειμένου της αξίας που “πρέπει πάση θυσία” να αξιοποιεί/αξιοποιείται, έπεται ως “φυσικό” ταυτολογικό επακόλουθο, πως αυτό το “Άλλο” είναι “ανορθολογικό και επικίνδυνο” κάτι το “εξωτικά διαφορετικό” που “πρέπει” με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να “εξυγιανθεί” ακόμα και αν χρειάζεται για αυτή την “εξυγίανση” να εξοντωθεί. Η “Δικαιωματική Θέση Ανωτερότητας” που απειλείται-να-χαθεί από αυτό το “Αλλόκοτο Άλλο” είναι η ταυτολογική κοινωνική θέση στη διαδικασία της “αξιοποίησης της αξίας” ως “ορθολογικά ανορθολογικού” αυτοσκοπού (Kurz).

(4)

Ενάντια στο Μαρξισμό της Εργατικής Εθνικής Τάξης και της Κομματικής Πρωτοπορίας της, η σχιζοειδής διάκριση του κεφαλαίου σε “συγκεκριμένη, ζωντανή” και “αφηρημένη, νεκρή εργασία” δεν αποτελούν αντιθετικές και αδιαμεσολάβητες κατηγορίες της “Τίμιας Εργασίας” των εργατών ενάντια στο “Μοχθηρό Κεφάλαιο” των καπιταλιστών που ιδιοποιούνται νομικά την υπεραξία ως ένα κοινωνικά ουδέτερο και αδιάφορο “υπερπροϊόν”. Η διάκριση αυτή είναι χαρακτηριστική του “κοινωνικά αντικοινωνικού” υποκειμένου της αξίας ως αντικειμένου-για-το-κεφάλαιο, δηλαδή της ταυτολογικής κοινωνικής διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου ως γενικού αυτοσκοπού μέσα από τις διάφορες μορφές μεταμόρφωσης της αξίας ως πρακτικής/πραγματικής κοινωνικής μεταφυσικής (Kurz, Anselm Jappe, Barnes): από την Ιερή “παραγωγική” μορφή του χρήματος και της “παραγωγικής κατανάλωσης” του εμπορεύματος “εργασιακή δύναμη” στη “μη παραγωγική” κυκλοφορία/κατανάλωση των εμπορευμάτων που πραγματοποιεί το Κοσμικό Θαύμα και Μυστήριο, την “παραγμένη υπεραξία”, την “αέναη αυτο-αξιοποίηση της αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” της οποίας ο μόνος πραγματικός προσδιορισμός είναι ακριβώς αυτή η καθολική αφαιρετικοποίησή της από κάθε συγκεκριμένο, ζωντανό, ιδιαίτερο περιεχόμενο. Η “συγκεκριμένη, ζωντανή πλευρά της εργασίας” όπως και οι αισθητά αντιληπτές “αξίες χρήσεις” των εμπορευμάτων[1] είναι απλώς το – απαραίτητο και αναγκαίο – κοινωνικό παράδοξο του αισθητά υπεραισθητού “αφηρημένου πλούτου” (Karl Marx): τα “αντικειμενικά υλικά υποστρώματα” της φαντασμαγορίας και του “αντικειμενικού ιδεαλισμού” της αξιακής μορφής ως μυστικοποιημένης και ολοποιητικής κοινωνικής σχέσης.

(5)

Η διαφορά μεταξύ “ρατσισμού” και “αντισημιτισμού” δεν είναι τόσο διαφορά “γένους” όσο ειδικές μορφές του τρόπου “παραγωγικότητας” της εξόντωσης του “Άλλου”. Ο αστικός ορίζοντας των αφηρημένων ιδεωδών (των “δικαιωματικών φυσικών θέσεων”, των “φυσικών ελευθεριών” κτλ που πιστοποιούνται από το Κράτος-Έθνος) είναι Ένα με το πραγματικό τοπίο των “παραγωγικών σωμάτων” που “καίγονται στη δουλειά” (Kurz) και ταυτόχρονα περιφράσσονται τα “μη παραγωγικά” με τα όποια συρματοπλέγματα ως “μη ανθρώπινα” και “αφύσικα” και ως τέτοια “ανάξια για να ζουν τέρατα” καταλήγουν και να “καούν ζωντανά στους φούρνους και στα κρεματόρια”. Αυτή δεν είναι άλλωστε και η ματωμένη διαλεκτική του Διαφωτισμού (Adorno); Η πραγματική/πρακτική/κοινωνική μεταφυσική της αξιακής μορφής που γίνεται “χωρίς τέλος” Άνθρωπος (Jacques Camatte) χορεύοντας έξαλλη και μυσταγωγική πατώντας απάνω στα πτώματα, πάνω στις νεκροποιημένες κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου;

(6)

Το Έθνος δεν είναι καθόλου ένα ανιστορικό αστικό φαντασιακό που συγκροτείται αυθύπαρκτα αλλά τόσο η γενική προϋπόθεση όσο και το ιδιαίτερο αποτέλεσμα της ομογενοποιητικής διαδικασίας συγκρότησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου μέσω του Κράτους. Το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι παρά ο τρόπος ύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής ως εσωτερικά διαφοροποιημένης/λειτουργικά τεμαχισμένης/σχιζοειδούς ολότητας (Roswitha Scholz) θεμελιωμένης στην παραγωγή/κυκλοφορία/κατανάλωση της “αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” (Marx). Ως τέτοιο, το κοινωνικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να είναι παρά Εθνικό και να υπάρχει μόνο “μαζί και ενάντια” σε όλα τα άλλα Κράτη-Έθνη. Η εργατική τάξη ως τάξη που παράγει/καταναλώνει εμπορεύματα, κερδίζει/ξοδεύει χρήματα δεν μπορεί παρά να εννοεί τον εαυτό της σύμφωνα με την Έννοιά της (για να εκφραστούμε λίγο όπως ο Χέγκελ), δηλαδή ως εθνική τάξη που ως τέτοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωποποιημένο, αισθητικοποιημένο και ανταγωνιστικά ατομικοποιημένο μεταβλητό κεφάλαιο που πασχίζει με κάθε τρόπο να “αυτο-αξιοποιηθεί”. Το Κράτος/Έθνος ως πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας, ή με άλλα λόγια με το θεσμικό διαχωρισμό του από την οικονομία της αγοράς (Werner Bonefeld), διαμεσολαβεί με ποικίλους τρόπους (όπως αυτοί παράγονται συγκεκριμένα και ιστορικά, από “ωμή βία και κρεμάλες” μέχρι “εκλογές και σχολεία”) το σύγχρονο φετίχ των κοινωνικών σχέσεων ως πραγματικά μεταφυσικοποιημένων “κοινωνικών σχέσεων της αξίας” (Kurz, Barnes) και σε τελική ανάλυση το Κράτος/Έθνος είναι η πνευματική συγκολλητική “ουσία” όλων των αντιφάσεων και των ανταγωνισμών που αναπτύσσονται στους κοινωνικούς κόλπους αυτού του σύγχρονου ανιμιστικού φετίχ (Kurz, Jappe), του κεφαλαίου που συσσωρεύεται, της “αξίας που αυτο-αξιοποιείται” σαν εκκοσμικευμένη Θεότητα[2] (Walter Benjamin) και μυστηριακό “αυτόματο υποκείμενο” (automatische subjekt, Marx).

(7)

Η ιδεολογία της εθνικής ενότητας προκρίνεται από το Κράτος εν μέσω των “αξιοπρεπών κοινωνικών συμβολαίων μεταξύ των εθνικών τάξεων” ως φενακισμένων συλλογικών υποκειμένων που “αέναα αντιμάχονται, παλεύουν και συμφωνούν” (Norbert Trenkle) για την παραγωγή/αναδιανομή του κοινωνικού φετίχ της “αξίας” ως σχιζοειδούς και ταυτολογικού γενικού αυτο-σκοπού. Τα εσωτερικά όρια όλων των ταξικών διαχωρισμών και διαφοροποιήσεων που αναπτύσσονται πάνω στην κοινή βάση αυτού του κοινωνικού φετίχ έχουν πλέον ρευστοποιηθεί για όλους τους υποτελείς μέσα και έξω από τη μισθωτή σχέση με την πλήρη κατάρρευση της συλλογικής εργατικής ταυτότητας ως γενική μορφή της ανθρώπινης δραστηριότητας στις κοινωνίες του κεφαλαίου (Barnes).

(8)

Σε αυτή τη “φάση” της Ανθρωπομορφοποίησης του Κεφαλαίου, δηλαδή της ολοκληρωτικής υπαγωγής της κοινωνικής ζωής στις πρακτικές και νοητικές κατηγορίες του κεφαλαίου[3], η διαφοροποίηση μεταξύ “καπιταλιστή και εργάτη” ως αστικών υποκειμένων (σ.σ. το εργατικό υποκείμενο που “δουλεύει/παράγει/καταναλώνει εμπορεύματα βγάζοντας/κερδίζοντας/ξοδεύοντας χρήματα” είναι ένα αστικό υποκείμενο) είναι απλά και μόνο νομικής/δικαιϊκής μορφής, δηλαδή διαφοροποιούνται και αντιδικούν “αέναα” ως προς τη σχέση με το Κράτος-Έθνος που πιστοποιεί τον “τίτλο ιδιοκτησίας” καθώς ο πρώτος κατέχει “μέσα παραγωγής” – ή οτιδήποτε άλλο νομικά “ισοδύναμο” – που αγοράζει το εμπόρευμα “εργασιακή δύναμη” και συσσωρεύει κεφάλαιο και ο δεύτερος είναι κάτοχος/πωλητής/ιδιοκτήτης αυτού του εμπορεύματος το οποίο και πουλά για να “αυτο-αξιοποιηθεί”. Η υπονόμευση αυτής της νομικής μορφής (το “Απαράβατο Φυσικό Δικαίωμα” να “πουλάω/πουλιέμαι και να αγοράζω/αγοράζομαι”) από την ίδια την “τυφλή” διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου γίνεται αντιληπτή και από τις δυο πλευρές ως “έλλειψη Δημοκρατίας” που πάει χέρι-χέρι με τη Μυθική “αρπαγή” ή και τη “διαφθορά” του Καλού Κράτους-Έθνους από το Κακό και “έξωθεν” χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η “υπερπροσφορά” του ανθρωπόμορφου εμπορεύματος “εργασιακή δύναμη” (Camatte) δημιουργεί ολόκληρες στρατιές αποκλεισμένων που δεν μπορούν να ενσωματωθούν/προσδεθούν σε καμία νομική μορφή, όσο “ελαστική” και “μαύρη” αν γίνεται αυτή, για να οξύνει ορθολογικά (δηλαδή διαστροφικά) τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους αποκλεισμένους. Δημιουργούνται έτσι από την ίδια τη μυστικοποιημένη Λογική της Ανθρωπομορφοποίησης του Κεφαλαίου και της “τυφλής” διαδικασίας “αυτο-αξιοποίησης της αξίας” (Marx) “άνθρωποι και πληθυσμοί περιττοί, ανάξιοι για να ζουν”. Κεφάλαιο, Κράτος και Τεχνο-Επιστήμη ως “αδιαίρετη και ομοούσια Αγία Τριάδα” της “εκκοινώνησης της πραγματικής αφαίρεσης της αξίας” (Kurz, Barnes) ακονίζουν τα βιο-πολιτικά τους μαχαίρια και τσεκούρια για να τα μπήξουν στα “μιαρά σώματα” των “ανάξιων για να ζουν”. Αυτό φαινομενολογικά μπορεί να αναγνωσθεί και ως “εκφασισμός του Δημοκρατικού Κράτους” όπου ως δυσδιάκριτες πολιτικές μορφές τσιμεντώνουν τον δυσώδη “πνευματικό αέρα” (το “Αντικειμενικό Πνεύμα” με χεγκελιανούς όρους) των κοινωνιών του Κεφαλαίου-της-Κρίσης. Φαινομενολογικά μιλώντας και η μία και η άλλη υπάρχουν μόνον “αρνητικά”: η μία / Δημοκρατία / δομείται τροφοδοτούμενη και νοηματοδοτούμενη αποκλειστικά μέσα στο ρευστό και μεταβαλλόμενο πεδίο αποκλεισμού της από την άλλη / Φασισμός / και το αντίστροφο. Στο ασταθές και ευμετάβλητο αλλά κοινό πεδίο αμοιβαίου αποκλεισμού τους παράγονται κάθε φορά “αρνητικά” οι “νέοι θετικοί” προσδιορισμοί και των δυο. Μέσα από αυτό το “διπλό δεσμό” λοιπόν εγγυάται η μία “αρνητικά” τη “θετική” ύπαρξη της άλλης, μέσα από τον “αέναο” εκφασισμό της Δημοκρατίας και τον “αέναο” εκδημοκρατισμό του Φασισμού.

(9)

Μια τέτοια θεωρητική θέση όπως ξεδιπλώνεται μέχρι εδώ μπορεί να φαντάζει πως είναι μια σχετικοποίηση του ολοκαυτώματος, της μοναδικότητάς του. Κάθε άλλο. Ρίχνει – τουλάχιστον στα μάτια του γράφοντος – φως στην ιστορική ιδιαιτερότητα της κτηνωδίας του θεματοποιώντας το ίδιο το ολοκαύτωμα ως ενεργή ιστορική δυνατότητα του κοινωνικού φετίχ της αξιακής μορφής. Οι πρακτικές και νοητικές προϋποθέσεις του ολοκαυτώματος διαμορφώνονται κοινωνικά πριν από αυτό και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η “κρίση” των κοινωνικών σχέσεων της αξίας απορρέει από το ίδιο το ταυτολογικό “αλεστήρι της συσσώρευσης” που “δουλεύει ρολόι”. Οι Έλληνες έχουν ήδη αρχίσει να προφέρουν, είτε με “Αριστερή ντροπαλότητα”, είτε με “Δεξιά αυτοπεποίθηση” πως “με το Γερμανικό Ευρώ χάθηκε η Ψυχή τους”. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα γίνει – όταν κι αν αρχίσουν – να το βροντοφωνάζουν αγανακτισμένοι στους δρόμους και στις πλατείες, τι άλλες κτηνωδίες και βαναυσότητες θα πράξουν -ακόμα- στο “Σωτήριο Ευλογημένο ‘Ονομά της” για να την “κερδίσουν πάλι πίσω”.

Κάτι σαν επίλογος και πρόλογος μαζί

Η “ιστορία”, κόντρα σε κάθε είδους Μεταφυσική[4], είναι οι κοινωνικές και αδιαχώριστα ιστορικές μορφές του ανθρώπινου πράττειν και νοείν μέσα από τις οποίες συγκροτείται και η ίδια η αντίληψη του “πραγματικού” τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά. Ως εκ τούτου οι μορφές της ανθρώπινης υποκειμενοποίησης είναι αντικειμενικές μορφές της αδιαχώριστα κοινωνικής και ιστορικής ύπαρξης των ανθρώπων. Η ιστορικότητα και η κοινωνικότητα δεν είναι “περιφερειακές έννοιες” μιας ταυτολογικά “φυσικής” ανθρωπολογίας (ή και κοινωνιολογίας) αλλά η ίδια η “ουσία” του ανθρώπινου όντος ως σκεπτόμενου και αισθανόμενου σώματος μέσα στους κόλπους της γήινης φύσης (Barnes). Άλλωστε είναι η ίδια η Επιστήμη της Ανθρωπολογίας/Κοινωνιολογίας ως απολογητικής των υπαρχουσών μορφών της ανθρώπινης υποκειμενοποίησης[5] που διαχωρίζει την ιστορία από την κοινωνικότητα και την ιστορικότητα από την κοινωνία φυσικοποιώντας προκατηγορικά τις κοινωνίες του κεφαλαίου όπου οι άνθρωποι “κοινωνικοποιούνται αντικοινωνικά” και σχιζοφρενικά, ως αφηρημένα υποκείμενα Ελευθεριών, Αποφάσεων, Επιλογών κτλ αντικειμενικά και σιωπηλά εξαναγκασμένων να μην μπορούν να μην επιλέξουν να υπάρχουν ως προσωποποιημένες και αισθητικοποιημένες οικονομικές κατηγορίες (Marx). Η σχέση του κεφαλαίου ως ιδιαίτερη, ιστορική μορφή κοινωνικής ζωής (Moishe Postone) είναι ο καθημερινός εκμηδενισμός του ανθρώπινου, “εδώ” και “τώρα”. Οι τόποι και οι χρονικότητες της “δουλειάς”, του “ελεύθερου χρόνου”, του “σχολείου”, του “πανεπιστήμιου”, των “διακοπών”, της “πυρηνικής οικογένειας” κτλ κτλ κάθε τόπος και χρονικότητα λειτουργικά τεμαχισμένη και παγιωμένη ως τέτοια μέσα από τη σχιζοειδή απώθηση και προϋπόθεσή της απ’ όλες τις άλλες δεν είναι παρά η ίδια η ιστορική ανθρωπολογία του κεφαλαίου[6] και του “Αδιανόητου της Ζωής”[7] έξω από αυτήν. Τόποι και χρονικότητες όπου ο χυδαίος εμπειρισμός της προφάνειάς τους δεν είναι παρά το αντικειμενικό κοινωνικό παράδοξο της αισθητά υπεραισθητής, ταυτολογικής διαδικασίας “αξιοποίησης της αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” (Marx) οργανωμένης ως εσωτερικά διαφοροποιημένης/σχιζοειδούς ολότητας και θεμελιωμένης στην Αγία Τριάδα (Luciano Parinetto) της παραγωγής/κυκλοφορίας/κατανάλωσης εμπορευμάτων. Τόποι και χρονικότητες που ενσαρκώνουν την ομηρία και την απαγωγή μας από το κεφάλαιο (Giorgio Cesarano) όπου το “άτομο”, “εδώ” και “τώρα”, ατομικοποιείται αφηρημένα ως “μάσκα χαρακτήρα” (Charakter Maske, Marx), ως τυφλά εγωϊκό και πολλαπλά ομοιογενές “σημείο” διέλευσης/διατομής των λειτουργικών κελιών της αξιακής μορφής.

κείμενο του συνεργάτη του Shades: Lucifugo, a diavolo in corpo

Σημειώσεις

[1] Οι συγκεκριμένες και ιδιαίτερες “αξίες χρήσεις” των εμπορευμάτων συνεπώς, δεν έχουν κάποιο ουδέτερο περιεχόμενο, δεν αποτελούν υπερϊστορικά προϊόντα μιας οντολογικοποιημένης “εργασίας” ως αιώνιας “Ανθρώπινης Φύσης”. Αποτελούν απλώς ένα πραγματικό – “αισθητά υπεραισθητό” – παράδοξο της (ανα)παραγωγής του “αφηρημένου κοινωνικού πλούτου” (Marx) ως πολλαπλές μορφές/τρόποι πραγματοποίησης της αξιακής μορφής, του “ορθολογικά ανορθολογικού” γενικού αυτο-σκοπού (Kurz) “αξιοποίησης της αξίας μέσω της αφηρημένης εργασίας” που παράγει/κυκλοφορεί/καταναλώνει εμπορεύματα κερδίζοντας/ξοδεύοντας χρήματα. Αυτή η πραγματική και πρακτική κοινωνική μεταφυσική της αντιστροφής της σχέσης μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου, όπου το αισθητά συγκεκριμένο και ιδιαίτερο είναι απλώς μορφή εκδήλωσης και τρόπος ύπαρξης του αφηρημένου και του γενικού (Marx) συγκροτεί την ίδια την “ουσία” της αξιακής μορφής, της καθολικής εμπορευματικής μορφής του κοινωνικού προϊόντος ως μυστικοποιημένης κοινωνικής σχέσης δομημένης ως εσωτερικά διαφοροποιημένης/σχιζοειδούς ολότητας.

[2] Ακριβώς όπως ο Αδιαίρετος Τριαδικός Θεός (Θεός – Ιησούς Χριστός – Άγιο Πνεύμα) ως Καθολική Ουσία και Απόλυτο Υποκείμενο/Αντικείμενο όλων των αλλαγών του παραμένει Ταυτόσημος και Ομοούσιος σε όλες τις μετουσιώσεις/μεταμορφώσεις του γεννώντας από τον Αιώνιο, Άπειρο, Άφθαρτο, Αγέννητο Εαυτό του τη γήινη φύση και τους ανθρώπους, έτσι και η Αγία Τριάς του Κεφαλαίου (Κεφάλαιο – Κέρδος, Εργασία – Μισθός, Γη – Πρόσοδος) παραμένει Αιωνίως Ομοούσια σε όλες τις μεταμορφώσεις/μετουσιώσεις της εκπληρώνοντας ένα Κοσμικό Θαύμα και Μυστήριο: γεννά χρήμα από τον ταυτολογικό Εαυτό της, γεννά χρήμα από το χρήμα μέσα από μια αέναη διαδικασία “αξιοποίησης της αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” (Marx) που εκτείνεται ad infinitum. Με τον ίδιο μυστηριακό τρόπο που ο Ιησούς Χριστός διαμεσολαβεί τις σχέσεις των ανθρώπων ενώπιον του Θεού μεταμορφώνοντάς τους σε αισθητές “ενσαρκώσεις” των αφηρημένων καθολικών του Θείου Λόγου, οι αφηρημένες εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις διαμεσολαβούν τους ανθρώπους ενώπιον της εκκοσμικευμένης Θεότητας του Κεφαλαίου μεταμορφώνοντάς τους κρυπτικά σε προσωποποιημένες και αισθητικοποιημένες οικονομικές κατηγορίες (Αγοραστές και Πωλητές, Παραγωγοί και Καταναλωτές κτλ).

[3] Οι συμβολικές/ιδεατές/πνευματικές μορφές της κοινωνικής ζωής, όντας ιστορικά και κοινωνικά “έγκυρες”, είναι αντικειμενικές και πρακτικές μορφές της νόησης των ανθρώπων και όπως έγραφε και ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο”, οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας (κέρδος, μισθός, τιμές, εμπόρευμα, χρήμα, αξία, εργασία, κεφάλαιο, γεωπρόσοδος κτλ) είναι κοινωνικά “έγκυρες” και ως τέτοιες είναι αντικειμενικές και πρακτικές μορφές της νόησης των ανθρώπων υπό τους ιδιαίτερους ιστορικούς όρους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής. Η συγκεκριμένη θεωρητική έννοια του “κεφαλαίου” λοιπόν αναφέρεται στη μυστικοποιημένη/πραγμοποιημένη κοινωνική σχέση των ανθρώπων (σ.σ. “χρήμα που τίκτει χρήμα”, “αξία που αυτο-αξιοποιείται” αλέθοντας “αφηρημένη εργασία”) δομημένης ως ιστορικής ολότητας που οικοδομείται και αναπαράγεται από ιδιαίτερες νοητικές και πρακτικές κατηγορίες του κοινωνικού Είναι μέσα από τις οποίες συγκροτείται και η ίδια η αντίληψη του “πραγματικού” τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά.

[4] Η Μεταφυσική δεν είναι ένα αφηρημένο ζήτημα του “Πνεύματος” για την “πραγματικά πραγματική Αλήθεια”. Βρίσκεται στην ίδια τη ρίζα της “φυσικοποίησης και του αυτονόητου” των κυριαρχικών κοινωνικών πρακτικών οντολογικοποιώντας ως “Αιώνιες και Φυσικές” κοινωνικές/ιστορικές σχέσεις πρακτικής και νοητικής κυριαρχίας πάνω στην ίδια την αντίληψη του “πραγματικού”. Η ιστορική γενεαλογική σχέση της “Υπερβατολογικής Συνείδησης” της Μεταφυσικής με την πρακτική/κοινωνική μεταφυσική των αφηρημένων “μορφών της αξίας” δεν μπορεί να θεματοποιηθεί εδώ. Ας αρκεστούμε να αναφέρουμε όμως πως – τόσο λογικά όσο και ιστορικά – οι ίδιες οι λεγόμενες a priori κατηγορίες της Μεταφυσικής Σκέψης, του Λόγου (ουσία και φαινόμενο, αντικείμενο και υποκείμενο, χώρος και χρόνος κτλ κτλ) που προ-υποθέτουν στον αντίποδά τους μια μουγκή Εμπειρία για να την κανονικο-ποιήσουν/τυπο-ποιήσουν ταυτολογικά είναι ομόλογες της ανταλλακτικής “αξίας” των εμπορευμάτων ως πραγματικά μεταφυσικών κοινωνικών πραγμάτων. Οι αφηρημένες, καθολικές, απόλυτες Έννοιες της Υπερβατολογικής Συνείδησης ως “Χρήμα της Εμπειρίας”, ως γενικά ισο-μορφικά και ισο-δύναμα αυτής-εδώ-της-Εμπειρίας που έχει a priori και εν κρυπτώ αποκλειστεί από κάθε συγκεκριμένη σημασία και ενσώματη νοηματοδότηση είναι ομό-λογες της αφηρημένης ανταλλακτικής “αξίας” των εμπορευμάτων που συμμετροποιεί ταυτολογικά ταυτόσημα-με-τον Εαυτό τους πράγματα αποκλείοντάς τα από κάθε συγκεκριμένο περιεχόμενο.

[5] Η μυστικοποιημένη κοινωνική σχέση του κεφαλαίου διαχωρίζοντας το υποκειμενικό από το αντικειμενικό με την πραγμοποιημένη μορφή του μεταβλητού (αφηρημένη “εργασιακή δύναμη” ως καθαρή υποκειμενικότητα δίχως αντικείμενο) και του σταθερού κεφαλαίου (νεκρή εργασία: μηχανές, “πρώτες ύλες”, “μέσα παραγωγής” κτλ ως βουβή αντικειμενικότητα που ορθώνεται ολόκληρη εναντίον της ανθρώπινης υποκειμενικότητας) εδραιώνεται ως κόσμος της πραγματικής γενικευμένης αφαιρετικοποίησης (Kurz), ως πρακτικός μυστικισμός που μπήγει σιωπηλά τα δόντια και τα νύχια του στο ζωντανό σώμα των κοινωνικών ατόμων για να αναπαραχθεί σαν Μοναδικός και Αυθεντικός Πραγματικός Κόσμος. Από τη στιγμή που η ανθρώπινη δραστηριότητα διαμεσολαβείται από φετιχοποιημένες “κοινωνικές σχέσεις μεταξύ πραγμάτων/εμπορευμάτων” δημιουργείται μια ανθρώπινη υποκειμενικότητα εσωτερικά διαιρεμένη, πολλαπλά τεμαχισμένη και χωρίς αντικειμενικότητα. Η εμπειρία του ατόμου στις κοινωνίες του κεφαλαίου είναι μιας καθαρής, αφηρημένης, “αξιακής” υποκειμενικότητας-χωρίς-αντικείμενο με ολόκληρη την αντικειμενικότητα να στέκει απέναντί της βουβή στη μορφή του κεφαλαίου.

[6] Οι κατηγορίες των “μέσων παραγωγής”, των “παραγωγικών δυνάμεων”, των “σχέσεων παραγωγής” ως συγκεκριμένες αφαιρέσεις και προσδιορισμένες γενικεύσεις που έχουν εξαχθεί θεωρητικά από το ιδιαίτερο περιεχόμενο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων αποτελούν μία από τις πολλές όψεις της κριτικής αυτών των σχέσεων (Barnes). Αποτυπώνουν θεωρητικά, με άλλα λόγια, την μυστικοποιημένη κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως συσσώρευση αφηρημένης “αξίας” (παραγωγή – κυκλοφορία – κατανάλωση) όπου οι σχέσεις των ανθρώπων και οι σχέσεις των ανθρώπων με τη γήινη φύση πραγματοποιούνται και εννοούνται ως “παραγωγικές σχέσεις”, δηλαδή ως σχέσεις με το κεφάλαιο είτε αυτό βρίσκεται στη σταθερή (“μέσα παραγωγής”, “πρώτες ύλες” κτλ), είτε στη μεταβλητή μορφή του (αφηρημένη “εργασιακή δύναμη” ή αλλιώς μισθωτή εργασία). Η οποιαδήποτε προβολή αυτών των εννοιών στο ιστορικό παρελθόν των ανθρώπινων κοινωνιών ως δΐιστορικού “Καθολικού οδηγού ανάγνωσης της Ιστορίας” οδηγεί αυτόματα στην οντολογικοποίηση/υποστασιοποίησή τους, μετατρέποντας τις συγκεκριμένες έννοιες της κριτικής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σε μια μια αφηρημένη καθολική “Μέθοδο Ανάγνωσης της Ιστορίας” μυστικοποιώντας με αυτό τον τρόπο όλο τον συγκεκριμένο πλούτο, την ποικιλομορφία και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης, κοινωνικής ιστορίας.

[7] Αυτό το διεστραμμένο “Αδιανόητο της Ζωής” έξω από τις πρακτικές και νοητικές κατηγορίες του κεφαλαίου δεν είναι παρά η άλλη όψη της μυστικιστικής “αυτο-προϋπόθεσης” (Causa Sui) της αξιακής μορφής ως οντολογικοποιημένης/αιωνιοποιημένης Ανθρώπινης Φύσης, δηλαδή ως κοινωνικής μεγα-μηχανής (Kurz) συγκροτημένης πρακτικά και νοητικά από “αξεπέραστες” και “άλυτες” αντινομικές κατηγορίες/“αιώνια” ταυτολογικά δίπολα (Άνθρωπος και Φύση, Λογική και Συναίσθημα, Νους και Σώμα, Ύλη και Πνεύμα, Υποκείμενο και Αντικείμενο, Εξωτερική και Εσωτερική Φύση, Άτομο και Κοινωνία, Πολιτική και Οικονομία, Αρρενωπότητα και Θηλυκότητα κτλ κτλ) οι οποίες αναπαράγονται εις το διηνεκές σαν προαιώνια κατάρα για να εγγυηθούν προ-κατηγορικά με το φυσικοποιημένο “αυτονόητό τους” την άλεση των ανθρώπων και της γήινης φύσης ως “πρώτων υλών” και “καυσίμων” για την αναπαραγωγή ενός στοιχειωμένου κόσμου φτιαγμένου από εμπορεύματα (Barnes).

Advertisements

1 Comment on Αντισημιτισμός, Ρατσισμός, Κράτος-Έθνος και αξιακή μορφή, εννέα σημειώσεις

2 Trackbacks / Pingbacks

  1. Τα καινά δαιμόνια του Ελληνικού Αριστερού Πατριωτικού Λόγου – Shades magazine
  2. Οι 10 πιο διαβασμένες αναρτήσεις του Shades για το 2016 – Shades magazine

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: