our news

«Ποια Κατάθλιψη; Ή η εξάλειψη της υποκειμενικής αιτιότητας του πόνου;»

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,137 other followers

Malichin Katerina, “What depression? Or the elimination of the subjective causality of pain?’”, The Open Pain Journal, 2014, 7, (Suppl 1: M7) 59-66

Απόσπασμα:

«Αλλά, στην πραγματικότητα, ο πόνος της ύπαρξης είναι αυτό το πραγματικό που έρχεται στο προσκήνιο και απαιτεί την επερώτηση των παρασκηνίων χωρίς να διαλύεται: πώς κάποιος έχει πόνο εαυτού – αυτόν που ο όρος της κατάθλιψης έρχεται να αποδυναμώσει και κατά κάποιον τρόπο να θολώσει, τι είναι αυτό που συμβαίνει;» [1] σ. 215 […]

«Είναι η κατάθλιψη της μόδας;» όπως λέει η Soler – μιας και αυτό δείχνουν οι δημοσιεύσεις του ψυχιατρικού κόσμου και μιας και η έννοια, έχοντας ξεπεράσει τα διαγνωστικά σύνορα, τείνει να συμπεριλαμβάνει την έννοια της μελαγχολίας. [4] σ. 69.

Θεωρώ ότι κάτω από την ομπρέλα του όρου κατάθλιψη, ή αλλιώς της καταθλιπτικής συναισθηματικής διαταραχής, ομαδοποιούνται πολλοί κλινικοί τύποι και περιστατικά και συνοψίζονται διαφορετικά συμπτώματα, κριτήρια και φαινόμενα ανεξήγητα στην ποιότητα και στην αιτιολογία τους και τα οποία είναι πιθανώς συμπτωματικές ενδείξεις, καθώς και συναισθηματικές και θυμικές εκδηλώσεις που μπορούν να εκτείνονται από τη νεύρωση μέχρι την ψύχωση.

Ο πόνος είναι ενικού αριθμού και διαφέρει αναλόγως της δομής και της κατάστασης του υποκειμένου. Αποτελεί τον υποκειμενικό δείκτη μιας απορρυθμισμένης ψυχικής και φυσικής κατάστασης. Συνεπώς, ο πόνος είναι διαφορετικός στη μελαγχολία, διαφορετικός στο πένθος, διαφορετικός είναι ο πόνος του υποκειμένου στη νεύρωση ή στη διαστροφή και διαφορετικός είναι ο πόνος του υποκειμένου που αντιμετωπίζει μια οριακή κατάσταση, όπως για παράδειγμα η διάγνωση μίας χρόνιας οργανικής ασθενείας, ενώ επίσης πρέπει να προσεγγίσουμε τον πόνο διαφορετικά στις μετά-μοντέρνες μελαγχολίες, αν και όλα αυτά θα μπορούσαν να διαγνωστούν ως κατάθλιψη.

Η θέση του ψυχαναλυτή αντιτίθεται στην ισοπέδωση της υποκειμενικότητας, που συμβαίνει μέσα από την αποκλειστική εμμονή στις σημειολογικές και ταξινομικές διαγνώσεις και ακούει τα καταθλιπτικά σημαίνοντα προκειμένου να τα αποκωδικοποιήσει, μιας και όπως λέει η Soler, «η κατάθλιψη δεν είναι το άμεσο αποτέλεσμα του ευνουχισμού αλλά ανακύπτει κυρίως από τις συγκεκριμένες λύσεις που κάθε υποκείμενο προσπαθεί να δώσει σ’ αυτόν» [11] σ. 132. «Ο Freud και ο Lacan σπανίως χρησιμοποιούν τον όρο κατάθλιψη και ποτέ με την ψυχιατρική του έννοια. Δεν της αποδίδουν χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης κλινικής οντότητας. Δεν ανήκει στη μία ή στην άλλη κλινική δομή, ούτε την επικυρώνει, γεγονός που συνεπάγεται ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι δομικές συντεταγμένες από τις οποίες η νεύρωση, η διαστροφή και η ψύχωση διακρίνονται. Πέρα από αυτές τις φαινομενολογικές ενδείξεις, η πρακτική της ψυχανάλυσης συνίσταται στην ανάδυση της βαθιάς αλήθειας που η κατάθλιψη συγκαλύπτει, το πραγματικό που αγγίζει και σε κάθε περίπτωση σε ποιο βαθμό πρόκειται για μια αιτιότητα που πρέπει να εξαλειφθεί» [12]. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για την ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική η κατάθλιψη δεν έχει ακριβώς υπόσταση [12], ενώ παράλληλα σημασία δεν έχει ο προσδιορισμός της ως συνδρόμου ή διαταραχής, αλλά τα μοναδικά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τη συνιστούν. Αυτά τα χαρακτηριστικά – αναλόγως της ποιότητάς τους – υποδεικνύουν και αναδεικνύουν τη δομή του υποκείμενου και τη θέση του. Για παράδειγμα σημασία έχει αν το υποκείμενο υποφέρει εξαιτίας μιας απώλειας ή μιας διαρκούς κατηγορίας του ιδεώδους εγώ. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που πρέπει να ξεκαθαριστεί στην αναλυτική συνεδρία.
Ας συνεχίσουμε με μία σύντομη αναφορά στις παραλλαγές και στην πολυσχιδία του πόνου, σε μια προσπάθεια να διακρίνουμε τον πόνο στις καταθλιπτικές καταστάσεις, τον συντριπτικό ηθικό πόνο στη μελαγχολία ως ψύχωση, τον πόνο της απώλειας κατά τη διαδικασία του πένθους, αλλά και στη μεταμοντέρνα κατάθλιψη του σύγχρονου υποκειμένου ως μία ένσταση στον καπιταλιστικό λόγο. […]

Για την ψυχανάλυση ωστόσο, ο πόνος της ύπαρξης και η επικείμενη αναστολή και η αδράνεια, που ενυπάρχουν ως βασικά συστατικά της καταθλιπτικής κατάστασης, συνιστούν και ένα ηθικό ζήτημα. Ο Lacan μιλά για το λάθος της ύπαρξης στο «Remarques sur le rapport de Daniel Lagache» [15] και θα αποδώσει τον πόνο της ύπαρξης στο αδικαιολόγητο της ύπαρξης, εννοώντας ότι το ον «εξ-ίσταται» στον Άλλον. Καθαρά για δομικούς λόγους ο πόνος της ύπαρξης εκτός ψύχωσης δεν είναι συνήθως συντριπτικός, ούτε μοιραίος. Το 1973 στο «Télévision» [16] σ. 39, ο Lacan θα μιλήσει για την απόγνωση και τη θλίψη όχι σαν μία ψυχική κατάσταση ή σαν δυσθυμία, αλλά ως μια «δειλία», ως μία αμαρτία που έγκειται στο ηθικό σφάλμα της παράβασης του καθήκοντος του «ευ λέγειν», εκεί που το υποκείμενο αποτυγχάνοντας, δεν βρίσκει την άκρη σε σχέση με το ασυνείδητο, σε σχέση με τη δομή. Σίγουρα στη μελαγχολία αυτό το σφάλμα μπορεί να επιφέρει ακόμα και τον θάνατο, όταν η δειλία φτάνει μέχρι την απόρριψη του ασυνειδήτου, ενδεχομένως με τον πιο απόλυτο τρόπο, το πέρασμα στην πράξη, δηλαδή στην αυτοκτονία. «Η θλίψη […] την αποκαλούμε κατάθλιψη, προσδίδοντάς της ψυχικό έρεισμα, ή η ψυχολογική ένταση του φιλοσόφου Pierre Janet. Αλλά δεν είναι μία ψυχική κατάσταση είναι απλώς ένα ηθικό σφάλμα, όπως είπε ο Δάντης, και ίσως ακόμα και ο Σπινόζα: μία αμαρτία, που πάει να πει μία ηθική δειλία, η οποία βρίσκεται στο τελευταίο καταφύγιο μόνο της σκέψης, δηλαδή στο καθήκον του «ευ λέγειν» ή της αναγνώρισης του εαυτού στο ασυνείδητο, στη δομή» [16] σ. 526.

Μέσα λοιπόν από τους παροξυσμούς του πόνου εκφράζεται μία παύση της επιθυμίας, μία επώδυνη έλλειψη της επιθυμίας για ζωή, στην εντυπωσιακή αδιαφορία για ζωή που φτάνει στην αβουλία. Από το ακρότατο του ευνουχισμού, που βρίσκει την επιθυμία να προσδιορίζει το αντικείμενο ως αίτιο-θησαυρό της επιθυμίας μέχρι το άκρο της διάρρηξης στη σχέση με τον κόσμο, εκεί όπου ο μελαγχολικός γίνεται ένα αντικείμενο-απόρριμμα ο ίδιος. Στο ενδιάμεσο, οι καταθλιπτικές καταστάσεις, στις οποίες το υποκείμενο πάρα τις όποιες ευκαιρίες να αισθανθεί καλά, συρρικνώνεται στον πυρήνα του ευνουχισμού του, αποποιούμενο κάθε αντικείμενο-αίτιο, κάθε αντικείμενο-στόχο και διαμαρτυρόμενο ότι τίποτε δεν αξίζει τίποτε. Ένα φάσμα που εκκινεί από την αποδυναμωμένη και εξασθενημένη επιθυμία του νευρωτικού και φτάνει μέχρι την απολίθωσή του, μέχρι την ακυρωμένη επιθυμία του μελαγχολικού που μισεί τον εαυτό του. Αλλά ακόμα και αν κάνουμε λόγο για κυκλικότητα της κατάθλιψης, σάμπως δεν μιλάμε στην πραγματικότητα για την εμφάνιση και την εξαφάνιση του αντικειμένου-αιτίου της επιθυμίας; «Υπάρχει μία διαφωνία γύρω από τον κυκλικό χαρακτήρα των συναισθηματικών διαταραχών: για τους νεο-βιολόγους η αιτία είναι ο σφυγμός του έμβιου. Κατά την ψυχανάλυση προκαλείται από τον γλωσσικό παρασιτισμό. Είναι ζήτημα δομής συνδεδεμένο με τον παλμό της σημαίνουσας αλυσίδας, στη βάση της παρουσίας και της απουσίας του αντικειμένου.» [12] […]

Από την άλλη, τι μπορούμε να υποθέσουμε για τη ραγδαία αύξηση των δυσλειτουργιών ή των ψυχικών διαταραχών; Είναι η δυσκολία του υποκειμένου δυσλειτουργία ή ασθένεια; Ή η ιστορία ενός ανθρώπου και το σύμπτωμά του είναι σύνδρομο; Ενδεχομένως πρέπει να σκεφτούμε προσεκτικά τι συνέβη το 2003 όταν ο R. Moynihan έθεσε ύπο αίρεση τα διαγνωστικά κριτήρια – που είχαν πρόσφατα διαμορφωθεί – μίας νέας διαταραχής, της «γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας» με ποσοστό 43%, ποσοστό που επιβεβαιωνόταν από επιστημονικά δεδομένα. Αναφέρομαι στο έγκυρο περιοδικό «British Medical Journal» [29]. Ή μήπως πρέπει να θυμηθούμε και να εξετάσουμε πώς το πρόγραμμα «Teen Screen» επέκτεινε τους ανησυχητικούς δείκτες έξι ψυχικών ασθενειών και της κατάθλιψης σε μαθητές. Επίσης πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν τη σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς που προωθούν το πρόγραμμα, με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Επιπλέον, το 1990 στις Ηνωμένες Πολιτείες, έγιναν περίπου ένα εκατομμύριο διαγνώσεις Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και σήμερα ο αριθμός είναι πάνω από πέντε εκατομμύρια [30] και το 2002 το 53% των φαρμάκων συνταγογραφούνταν για διαταραχές συμπεριφοράς ή συναισθηματικές διαταραχές σε παιδιά [31] σ. 63.

Η ψυχιατρική και η φαρμακολογία έχουν μακρά ιστορία και σίγουρα μπορούν να διδάξουν την ψυχανάλυση πολλά. Ενίοτε αποδεικνύονται βασικοί αρωγοί, όταν το υποκείμενο διολισθαίνει στον χαμό του. Αλλά από δική της πλευρά, η ψυχανάλυση μπορεί να μοιραστεί τη γνώση της αποκωδικοποιώντας τα λόγια του πόνου του υποκειμένου, που το ωθούν να υποτιμήσει την απόλαυση που το ρημάζει και να συμπαραταχθεί με την πλευρά της ενόρμησης της ζωής. Αλλά πώς μπορεί το υποκείμενο να επιλέξει την ενόρμηση της ζωής αν δεν ακουστεί; «Ο άνθρωπος μπορεί να υποφέρει από την σκέψη του, όσο και από το σώμα του, όπως ακριβώς ο λόγος είναι ένας «καρκίνος» που του επιτίθεται εξαιτίας ενός γλωσσικού παρασιτισμού. Ξαφνικά δεν είναι προνόμιο το να είσαι ομιλούν ον, αντιθέτως, είναι μάλλον μεγαλύτερο ρίσκο να υστερείς συγκρινόμενος με άλλα έμβια είδη» [12].

Ως εκ τούτων, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν τις συνθήκες υποκειμενοποίησης αυτών των ατόμων, τις συνθήκες υποκειμενοποίησης του πάσχοντος υποκειμένου, που έχουν να κάνουν με την εκπροσώπηση, με τη σωματοποίηση, με τη θέση του στο συμβολικό. Η ενσαρκωμένη ύπαρξη είναι πάντα σε σχέση με τον Άλλον, μας διδάσκει ο Lacan. Η κατάσταση του υποκειμένου στη σχέση του με το φαντασιακό και το πραγματικό εδράζεται στον κόσμο, ακόμα περισσότερο, οι μετασχηματισμοί των κοινωνικών θεσμών έχουν προφανή αντίκτυπο στη διαδικασία της υποκειμενοποίησης και συνεκδοχικά στο υποκείμενο το ίδιο και στη θέση του στο συμβολικό, ως εκ τούτου και στο σύμπτωμά του, στο σώμα του, αλλά επίσης και στα συναισθήματα και στη σκέψη του [32].

Η ψυχανάλυση είναι υπεύθυνη για αυτούς που έρχονται να συναντηθούν με την άγνωστη γνώση («savoir»). Ο αναλυτής φέρει ευθύνη για την άρθρωση του σημαίνοντος στο συμβολικό σύμπαν του υποκειμένου. Φέρει ευθύνη για τη γνώση της σχέσης του υποκειμένου στην συμβολική τάξη, για την ίδια τη σχέση [28]. Ακόμα περισσότερο, για όλους εκείνους που ερωτοτροπούν με τον θάνατο ή με τη θανάσιμη αδράνεια και την αναστολή.

Επαφίεται στον κλινικό να είναι σε θέση να διακρίνει φαινόμενα αναστολής ή απόλυτης απολίθωσης, που θα μπορούσαν να αποπροσανατολίσουν και να μπερδέψουν τη διαφορική διάγνωση ανάμεσα σ’ ένα μελαγχολικό και σ’ ένα ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο, ανάμεσα σε ένα υποκείμενο σε διαδικασία πένθους και σε ένα σύγχρονο υποκείμενο που έχει χαθεί μέσα στα καταναλωτικά αγαθά. Και αυτό σίγουρα θα είχε μοιραίο αποτέλεσμα. Αλλιώς, ίσως, όπως μας δίδαξε ο Lacan: «Ας παραιτηθεί λοιπόν από αυτό, εκείνος που δεν μπορεί να προφτάσει στον ορίζοντα την υποκειμενικότητα της εποχής του διότι πώς θα μπορούσε να καταστήσει το είναι του άξονα τόσων ζωών, εκείνος που δεν θα ήξερε τίποτε για τη διαλεκτική που τον δεσμεύει με αυτές τις ζωές μέσα σε μια συμβολική κίνηση» [33].

Οι βιβλιογραφικές αναφορές παρατίθενται στο τέλος του δημοσιευμένου άρθρου

https://benthamopen.com/contents/pdf/TOPAINJ/TOPAINJ-7-59.pdf

Advertisements

1 Comment on «Ποια Κατάθλιψη; Ή η εξάλειψη της υποκειμενικής αιτιότητας του πόνου;»

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: