our news

Theodor Adorno & Max Horkhaimer: αποσπάσματα από τα στοιχεία αντισημιτισμού

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,364 other followers

Το παρακάτω κείμενο είναι αποσπάσματα από το κεφάλαιο “στοιχεία αντισημιτισμού” ίσως του σπουδαιότερου συλλογικού έργου των Χορκχάιμερ και Αντόρνο  “διαλεκτική του διαφωτισμού”. Μπορείτε να το κατεβάσετε σε μορφή pdf εδώ

Ι

Ο αντισημιτισμός θεωρείται σήμερα από μερικούς ένα κρίσι­μο ζήτημα της ανθρωπότητας, από άλλους ένα απλό πρόσχη­μα. Για τους φασίστες οι Εβραίοι δεν είναι μειονότητα, αλλά η αντιφυλή, η αρνητική αρχή ως τέτοια από την εξόντωση τους θα εξαρτηθεί η τύχη του κόσμου. Ακραία αντίθετη είναι η θέση πως οι Εβραίοι δεν έχουν εθνικά ή φυλετικά γνωρί­σματα και απαρτίζουν μια ομάδα βάσει θρησκευτικών πεποι­θήσεων και παραδόσεων, χωρίς άλλο κοινό σημείο. Τα εβραϊκά χαρακτηριστικά αφορούν τους Εβραίους της Ανατο­λικής Ευρώπης, σε κάθε περίπτωση μόνον τους όχι ακόμη εντελώς αφομοιωμένους. Και οι δύο αντιλήψεις είναι αληθι­νές και ταυτόχρονα εσφαλμένες.

Η πρώτη είναι αληθινή υπό την έννοια ότι ο φασισμός την έκανε αληθινή. Οι Εβραίοι είναι σήμερα η ομάδα που επισύ­ρει πρακτικά και θεωρητικά τη θέληση εξόντωσης, την οποία παράγει αφ’ εαυτής η ψευδής κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Καυτηριάζονται από το απόλυτο κακό με το στίγμα του απόλυτου κακού. Έτσι είναι πράγματι ο περιούσιος λαός. Ενώ οικονομικά η κυριαρχία δεν είναι πια αναγκαία, οι Εβραίοι ορίζονται ως το κατεξοχήν αντικείμενο της, οπότε η μεταχεί­ριση του είναι απλώς θέμα μεθόδου. Στους εργάτες, στους οποίους τελικά αποβλέπει η κυριαρχία, κανένας δεν το λέει καταπρόσωπο, για ευνόητους λόγους τους νέγρους θέλουν να τους κρατήσουν εκεί όπου είναι η θέση τους, από τους Εβραίους όμως πρέπει να εκκαθαρισθεί η γη, και στις καρ­διές όλων των δυνάμει φασιστών όλων των χωρών βρίσκει απήχηση το κάλεσμα για εξόντωση των Εβραίων ως επιβλα­βών ζωυφίων. Στην εικόνα του Εβραίου που παρουσιάζουν στον κόσμο οι λαϊκοί εθνικιστές εκφράζεται ο δικός τους χαρακτήρας. Ορέγονται αποκλειστικά την κατοχή, την ιδιο­ποίηση, την εξουσία χωρίς όρια, με κάθε τίμημα. Σταυρώνουν τον Εβραίο, στον οποίο έχουν φορτώσει αυτή την ενοχή τους και τον οποίο έχουν χλευάσει ως εξουσιαστή, επαναλαμβά­νοντας ατελείωτα τη θυσία στη δύναμη της οποίας δεν μπο­ρούν να πιστέψουν.

Η άλλη θέση, η φιλελεύθερη, είναι αληθινή ως ιδέα. Εμπεριέχει την εικόνα μιας κοινωνίας όπου η οργή δεν αναπαράγεται πια και δεν ψάχνει για ιδιότητες ώστε να μπορέσει να ενεργοποιηθεί. Καθώς όμως η φιλελεύθερη θέση αποτιμά την ενότητα των ανθρώπων ως κατά βάση ήδη πραγματοποι­ημένη, συντείνει στην απολογία υπέρ του κατεστημένου. Η προσπάθεια να αποτραπούν οι ακραίοι κίνδυνοι με μια πολι­τική μειονοτήτων και μια δημοκρατική στρατηγική είναι δι­φορούμενη, όπως γενικά η αμυντική τακτική των τελευταίων φιλελευθέρων αστών. Η αδυναμία τους έλκει τον εχθρό της αδυναμίας. Η ζωή και η εμφάνιση των Εβραίων εκθέτουν στα μάτια των ανθρώπων την κατεστημένη γενικότητα εξαιτίας της ελλιπούς προσαρμογής. Η αμετάβλητη εμμονή στη δική τους τάξη ζωής τους έχει φέρει σε αβέβαιη σχέση απέναντι στην κυρίαρχη. Περίμεναν να συντηρούνται από αυτή την τάξη πραγμάτων, χωρίς όμως να την έχουν κάνει κτήμα τους. Η σχέση τους προς τους κυρίαρχους λαούς χαρακτηριζόταν από λαιμαργία και φόβο. Οποτεδήποτε όμως εγκατέλειψαν τη διαφορά που τους χώριζε από το κυρίαρχο είναι, οι κοινωνικά φθασμένοι δέχθηκαν ως αντάλλαγμα τον ψυχρό, στωικό χαρακτήρα που η κοινωνία επιβάλλει ακόμη στους ανθρώ­πους. Η διαλεκτική διαπλοκή διαφωτισμού και κυριαρχίας, η διττή σχέση της προόδου προς τη βαναυσότητα και προς την απελευθέρωση, όπως την αισθάνθηκαν οι Εβραίοι στους με­γάλους διαφωτιστές καθώς και στα δημοκρατικά λαϊκά κινή­ματα, φανερώνεται και στο είναι των ίδιων των αφομοιωμέ­νων. Η πεφωτισμένη αυτοκυριαρχία με την οποία οι προσαρ­μοσμένοι Εβραίοι ξεπερνούσαν μέσα τους τα οδυνηρά γι’ αυτούς σημάδια που τους θύμιζαν την κυριαρχία των άλλων πάνω σε αυτούς, τρόπον τινά η δεύτερη περιτομή, τους οδή­γησε ανεπιφύλακτα από τη δική τους, διαβρωμένη από τον καιρό κοινότητα στον σύγχρονο αστικό κόσμο, που πισωγύριζε ήδη ακάθεκτος στην ωμή καταπίεση, στην αναδιοργάνω­ση του ως αμιγούς φυλής. Φυλή δεν είναι, όπως θέλουν οι λαϊκοεθνικιστές, η άμεσα φυσική ιδιαιτερότητα. Κυρίως είναι η περιστολή στο φυσικό, στην ωμή βία, το πωρωμένο μερικό, το οποίο στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων είναι ακριβώς το γενικό. Φυλή σήμερα είναι η αυτοσυντήρηση και επικράτηση του αστικού ατόμου, ενσωματωμένου στη βάρβαρη συλλογικότητα. Την αρμονία της κοινωνίας, την οποία πρέ­σβευαν οι φιλελεύθεροι Εβραίοι, αναγκάστηκαν τελικά να την υποστούν ως αρμονία της κοινότητας του λαού. Νόμισαν πως ο αντισημιτισμός μόνο στρεβλώνει αυτή την τάξη πραγμάτων, η οποία ωστόσο δεν μπορεί όντως να ζήσει χωρίς τη στρέβλωση των ανθρώπων. Ο διωγμός των Εβραίων, όπως και κάθε διωγμός, δεν μπορεί να διαχωρισθεί από μια τέτοια τάξη πραγμάτων. Ο χαρακτήρας της, όσο και αν κατά περιό­δους είναι συγκαλυμμένος, συνίσταται στη βιαιότητα, η οποία σήμερα αποκαλύπτεται.

 

II

Ο αντισημιτισμός ως λαϊκό κίνημα ήταν πάντοτε ό,τι οι υποκινητές του αρέσκονταν να καταλογίζουν στους σοσιαλδημο­κράτες: ισοπεδωτική πρακτική. Εκείνοι που δεν ασκούν διοι­κητική εξουσία πρέπει να ζουν τόσο άσχημα όσο ο λαός. Οι άπληστοι οπαδοί, από τον Γερμανό δημόσιο υπάλληλο ώς τους νέγρους στο Χάρλεμ, γνώριζαν κατά βάθος πάντοτε ότι στο τέλος οι ίδιοι δεν θα αποκόμιζαν παρά μόνο τη χαρά πως ούτε οι άλλοι έχουν περισσότερα. Η αριοποίηοη (απαλλοτριώσεις περιουσιών των Εβραίων από τους εθνικοσοσιαλιστες και μετατροπή τους σε ιδιοκτησία «Αρίων», δηλαδή μη Εβραίων) της εβραϊκής ιδιοκτησίας, από την οποία έτσι κι αλλιώς επωφε­λήθηκε κυρίως μόνον η ανώτερη τάξη, δεν ήταν για τις μάζες του Τρίτου Ράιχ μεγαλύτερη ευλογία απ’ ό,τι η πενιχρή λεία για τους Κοζάκους που απειλώντας με πυρκαγιές λεηλατού­σαν τις εβραϊκές συνοικίες. Το πραγματικό όφελος ήταν ημιαποκαλυμμένη ιδεολογία. Το γεγονός ότι η απόδειξη της οικονομικής του ματαιότητας μάλλον αυξάνει παρά μειώνει τη δύναμη έλξης του λαϊκοεθνικού γιατρικού φανερώνει την αληθινή του φύση· δεν βοηθάει τους ανθρώπους, αλλά προω­θεί την τάση τους για εξόντωση. Το πραγματικό κέρδος στο οποίο υπολογίζει ο λαοσύντροφος (volksgenosse έτσι αλληλοαποκαλούνταν τα μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικου Γερμανικού Κόμματος Εργατών (NSDAP) είναι ο καθαγιασμός της οργής του από τη συλλογικότητα. Όσο μικρότερα είναι τα άλ­λα πλεονεκτήματα, τόσο πιο πεισματικά ευθυγραμμίζεται με το κίνημα, αν και γνωρίζει ότι αυτό είναι λάθος. Ο αντισημιτισμός αποδείχθηκε άτρωτος απέναντι στη σκέψη πως είναι ασύμφορος. Για το λαό είναι πολυτέλεια. Η καταλληλότητα του για την κυριαρχία είναι προφανής. Χρησιμοποιείται για αποπροσανατολισμό, ως φθηνό μέσον διαφθοράς, ως παράδειγμα άσκησης της τρομοκρατίας. Οι σεβαστές συμμορίες τον συντηρούν και οι μη σεβαστές τον ασκούν. Η μορφή του πνεύματος όμως, του κοινωνικού και του ατομικού, την οποία αντανακλά ο αντισημιτισμός, η προϊστορική-ιστορική εμπλοκή του στη δεινή θέση όπου ως απεγνωσμένη προσπάθεια δραπέτευσης παραμένει καθηλω­μένος είναι εντελώς σκοτεινή. ‘Οταν η γνώση δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη σε μια δυστυχία που είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στον πολιτισμό, δεν μπορεί ούτε η γνώση του μεμο­νωμένου ατόμου να την καταπραΰνει, ακόμη και αν αυτό ήταν τόσο καλοπροαίρετο όσο τα ίδια τα θύματα. Οι πειστι­κές ορθολογικές, οικονομικές και πολιτικές εξηγήσεις και αντεπιχειρήματα —όσο εύστοχες και αν είναι— δεν είναι σε θέση να το πράξουν, διότι η ορθολογικότητα, που συνδέεται με την κυριαρχία, βρίσκεται η ίδια στη βάση της δυστυχίας. Καθώς χτυπούν τυφλά και αμύνονται τυφλά, διώκτες και θύ­ματα ανήκουν στον ίδιο κύκλο της συμφοράς. Η αντισημιτική συμπεριφορά εκδηλώνεται σε καταστάσεις όπου τυφλωμένοι άνθρωποι που έχουν χάσει την υποκειμενικότητα τους εξαπολύονται ως υποκείμενα. Αυτά που πράττουν είναι —για τους συμμετέχοντες— θανατηφόρες και όμως κενές από νόη­μα αντιδράσεις, σαν αυτές που διαπιστώνουν οι μπηχαβιοριστές χωρίς να τις ερμηνεύουν. Ο αντισημιτισμός είναι ε’να εμπεδωμένο σχήμα, στην πραγματικότητα ένα τελετουργικό του πολιτισμού, και τα πογκρόμ είναι γνήσιες τελετουργικές δολοφονίες. Σε αυτές καταδεικνύεται η αδυναμία αυτού που θα μπορούσε να τις σταματήσει, της ήρεμης σκέψης, της εξή­γησης και τελικά της αλήθειας. Το ανόητο γέμισμα του χρό­νου με πράξεις φόνου επιβεβαιώνει τη στενοκέφαλη ζωή στην οποία οι άνθρωποι μοιραία υποτάσσονται.

Μόνον η τυφλότητα του αντισημιτισμού, η έλλειψη στόχου και νοήματος, προσδίδει την πρέπουσα δόση αλήθειας στην εξήγηση ότι πρόκειται για μια δικλίδα ασφαλείας. Η οργή εκ- φορτίζεται πάνω σε αυτόν που ξεχωρίζει και είναι απροστάτευτος. Και όπως τα θύματα είναι μεταξύ τους ανταλλάξιμα ανάλογα με τη συγκυρία: αλήτες, Εβραίοι, Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, έτσι και το καθένα από αυτά μπορεί να πάρει τη θέση του δολοφόνου και να σκοτώνει με την ίδια τυφλή ευχα­ρίστηση, μόλις αισθανθεί ισχυρό επειδή ενσαρκώνει τον κα­νόνα. Δεν υπάρχει γνήσιος αντισημιτισμός και ασφαλώς δεν υπάρχουν γεννημένοι αντισημίτες. Οι ενήλικοι στους οποίους η κραυγή για εβραϊκό αίμα έχει γίνει δεύτερη φύση δεν γνω­ρίζουν καλύτερα το γιατί απ’ ό,τι η νεολαία που καλείται να διαπράξει την αιματοχυσία. Οι υψηλοί εντολοδότες βέβαια, οι οποίοι το ξέρουν, δεν μισούν τους Εβραίους ούτε αγαπούν τους οπαδούς. Οι τελευταίοι όμως, που δεν ικανοποιούνται ούτε οικονομικά ούτε σεξουαλικά, μισούν χωρίς τελειωμό· δεν θέλουν να ανεχθούν καμιά χαλάρωση, διότι δεν γνωρί­ζουν καμιά εκπλήρωση. Στην πραγματικότητα λοιπόν αυτό που εμψυχώνει τους οργανωμένους ληστές-δολοφόνους είναι ένα είδος δυναμικού ιδεαλισμού. Βγαίνουν για λεηλασία και σκαρώνουν γι’ αυτή μια μεγαλόσχημη ιδεολογία, μωρολογούν για τη σωτηρία της οικογένειας, της πατρίδας, της ανθρωπότητας. Επειδή όμως βγήκαν γελασμένοι, όπως βέβαια το προ- αισθάνονταν ήδη στα κρυφά, το αξιολύπητο ορθολογικό κίνη­τρο τους, η ληστεία, την οποία όφειλε να εξυπηρετεί η εκλογί­κευση, εκλείπει τελικά εντελώς και η εκλογίκευση γίνεται άθελα τους ειλικρινής. Η μη φωτισμένη ορμή, με την οποία η τελευταία συγγένευε εξαρχής στενότερα απ’ ό,τι με τον Λόγο, τους καταλαμβάνει πλήρως. Η ορθολογική νησίδα κατακλύ­ζεται και οι απελπισμένοι εμφανίζονται πια μόνον ως οι υπε­ρασπιστές της αλήθειας, ως οι αναγεννητές της γης που πρέ­πει να αναμορφώσουν και την τελευταία γωνιά. Καθετί ζω­ντανό γίνεται υλικό για το βδελυρό καθήκον τους, που δεν το μετριάζει πια καμιά προσωπική κλίση προς οτιδήποτε. Η πρά­ξη γίνεται όντως αυτόνομος αυτοσκοπός, συγκαλύπτει την ίδια της την έλλειψη σκοπού. Ο αντισημιτισμός καλεί πάντοτε τους πιστούς του να κάνουν τη δουλειά τους στο ακέραιο. Με­ταξύ αντισημιτισμού και ολότητας υπήρχε εξαρχής μια πολύ στενή σχέση. Η τυφλότητα καταλαμβάνει τα πάντα, διότι δεν καταλαβαίνει τίποτε.

Ο φιλελευθερισμός είχε παραχωρήσει στους Εβραίους ιδιοκτησία, όχι όμως και διοικητική εξουσία. Το νόημα των δικαιωμάτων του ανθρώπου ήταν η επαγγελία της ευτυχίας ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει εξουσία. Επειδή οι εξαπατημένες μάζες διαισθάνονται ότι αυτή η επαγγελία, καθώς εί­ναι γενική, παραμένει ψέμα όσο υπάρχουν τάξεις, εξοργίζονται αισθάνονται ότι τις κοροϊδεύουν. Είναι αναγκασμένες να απωθούν ολοένα και πάλι αυτή τη σκέψη για ευτυχία ακόμη και ως δυνατότητα, ως ιδέα, και όσο πιο ώριμη είναι, τόσο πιο λυσσαλέα την απαρνούνται. Οπουδήποτε η ιδέα της ευτυχίας, μέσα στην κατά βάση επικρατούσα ματαίωση της ικα­νοποίησης εμφανίζεται ως πραγματωμένη, οι μάζες πρέπει να αναπαράγουν την καταπίεση, η οποία αφορούσε τη δική τους λαχτάρα. Αυτό που γίνεται αφορμή για μια τέτοια ανα- παράγωγη, όσο δυστυχισμένο και αν είναι το ίδιο, ο «Περιπλανώμενος Ιουδαίος και η Μινιόν» (ο πρώτος Ahasver, Αχασβήρος είναι θρυλικό πρόσωπο της χριστιανικής παράδοσης, η δεύτερη είναι πρόσωπο από τον Wilhelm Master του Γκαίτε, ανδροπρεπές θηλυκό που συμβολίζει την τέχνη) το ξένο που θυμίζει τη γη της επαγγελίας, η ομορφιά που θυμίζει τη σεξουαλικότητα, το καταραμένο ως βδελυρό ζώο, που παραπέμπει στη συχνή εναλλαγή σεξουαλικού συντρόφου, επισύρει την καταστροφι­κή μανία των πολιτισμένων, οι οποίοι δεν μπόρεσαν ποτέ να ολοκληρώσουν την επώδυνη εκπολιτιστική διαδικασία. Εκεί­νοι που δυναστεύουν τη φύση βλέπουν μέσα σε αυτή τη βασα­νισμένη το κατοπτρικό είδωλο της φαινομενικής και ανί­σχυρης ευτυχίας. Η ιδέα μιας ευτυχίας χωρίς εξουσία είναι ανυπόφορη, διότι αυτή μόνο θα ήταν αληθινή ευτυχία. Το φά­ντασμα της συνωμοσίας άπληστων Εβραίων τραπεζιτών που χρηματοδοτούν τους μπολσεβίκους εκλαμβάνεται ως σημάδι έμφυτης αδυναμίας, η καλή ζωή ως σημάδι ευτυχίας. Εδώ έρ­χεται να προστεθεί η εικόνα του διανοουμένου· αυτός φαίνε­ται να σκέφτεται, κάτι που για τους άλλους είναι ανεπίτρεπτη πολυτέλεια, και δεν χύνει τον ιδρώτα του μόχθου και της σω­ματικής δύναμης. Ο τραπεζίτης και ο διανοούμενος, το χρήμα και το πνεύμα, οι εκπρόσωποι της κυκλοφορίας, είναι το ανο­μολόγητο ινδαλμάτων ακρωτηριασμένων από την κυριαρχία, η οποία το χρησιμοποιεί για τη δική της διαιώνιση.

 

III

Η σημερινή κοινωνία, όπου αρχέγονα θρησκευτικά συναισθήματα και μορφές αναγέννησης τους, όπως ακριβώς και η κληρονομιά επαναστάσεων, εκτίθενται προς πώληση στην αγορά, όπου οι φασίστες ηγέτες κεκλεισμένων των θυρών διαπραγματεύονται τα εδάφη και τη ζωή των εθνών, ενώ το τετραπέρατο κοινό πλάι στο ραδιόφωνο λογαριάζει το τίμη­μα, η κοινωνία, όπου ακόμη και ο λόγος που της αφαιρεί τη μάσκα νομιμοποιείται, ακριβώς γι’ αυτό, ως άξιος αποδοχής του σε μια πολιτική συμμορία: αυτή η κοινωνία, στην οποία δεν είναι πια μόνο η πολιτική μια κερδοσκοπική επιχείρηση, αλλά η κερδοσκοπική επιχείρηση είναι όλη η πολιτική, εξορ­γίζεται από την οπισθοδρομική εμπορική συμπεριφορά του Εβραίου, τον χαρακτηρίζει υλιστή και αισχροκερδή και θεω­ρεί ότι πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στο πύρινο πνεύμα εκείνων που έχουν αναγορεύσει την επιχείρηση σε απόλυτη αρχή.

Ο αστικός αντισημιτισμός έχει ένα ειδικό οικονομικό αί­τιο: τη μεταμφίεση της κυριαρχίας σε παραγωγή. Αν σε πα­λαιότερες εποχές οι κυρίαρχοι ήταν άμεσα καταπιεστικοί, έτσι που όχι μόνον άφηναν όλη τη δουλειά αποκλειστικά στα κατώτερα στρώματα, αλλά τη χαρακτήριζαν όνειδος, κάτι που υπήρξε πάντοτε υπό την κυριαρχία, στο μερκαντιλισμό ο απόλυτος μονάρχης έγινε ο μεγαλύτερος εργοστασιάρχης. Η παραγωγή γίνεται αποδεκτή στην Αυλή. Οι κύριοι, αστοί πλέ­ον, κατάργησαν τις αριστοκρατικές στολές τους και φόρεσαν πολιτικά. Η εργασία δεν είναι ντροπή, έλεγαν, για να μπο­ρούν να εξουσιάζουν πιο ορθολογικά την εργασία των άλ­λων. Οι ίδιοι κατέτασσαν τον εαυτό τους μεταξύ των δημι­ουργικά εργαζομένων, ενώ παρέμειναν εντούτοις άρπαγες (η ναζιστική προπαγάνδα έκανε διάκριση μεταξύ δημιουργικού (schaffendes) και αρπακτικού (raffendes) κεφαλαίου, δηλαδή μεταξύ βιομηχα­νίας και τραπεζών) όπως άλλοτε. Ο εργοστασιάρχης διακινδύνευε και εισέπρατ­τε όπως ο έμπορος και ο τραπεζίτης· έκανε υπολογισμούς, δι- ευθετοΰσε, αγόραζε, πουλούσε. Στην αγορά ανταγωνιζόταν εκείνους για το κέρδος που αναλογούσε στο κεφάλαιο του. Αυτός όμως δεν άρπαζε απλώς στην αγορά, αλλά στην πηγή: ως εκπρόσωπος της τάξης του φρόντιζε να μην αδικείται από την εργασία του προσωπικού του. Οι εργάτες έπρεπε να του παραδίδουν όσο γινόταν περισσότερα προϊόντα. Ως αληθινός Σάιλοκ επέμενε στο ομόλογο του (αναφορά στο δράμα Ο έμπορος της Βενετίας του Σαίξπηρ, IV πράξη, 1η σκηνή, απαιτεί ό,τι τον εξασφαλίζει). Βασιζόμενος στην κατοχή των μηχανών και των υλικών ανάγκαζε τους άλλους να παράγουν. Αποκαλούσε τον εαυτό του παραγωγό, κατά βά­θος όμως γνώριζε, όπως και κάθε άλλος, την αλήθεια. Η πα­ραγωγική εργασία τον καπιταλιστή, είτε ο ίδιος δικαιολογού­σε το κέρδος του ως αμοιβή του επιχειρηματία, όπως στο φι­λελευθερισμό, είτε ως αποδοχές του διευθυντή όπως σήμερα, ήταν μια ιδεολογία που συγκάλυπτε την ουσία του συμβολαί­ου εργασίας και την αρπακτική φύση του οικονομικού συστή­ματος γενικά.

Γι’ αυτό φωνάζουν: πιάστε τον κλέφτη! και δείχνουν τον Εβραίο. Είναι πράγματι ο αποδιοπομπαίος τράγος, όχι μόνο για επιμέρους ελιγμούς και μηχανορραφίες, αλλά υπό την ευρεία έννοια ότι του φορτώνουν την οικονομική αδικία ολό­κληρης της τάξης. Ο εργοστασιάρχης επιτηρεί τους οφειλέτες του, τους εργάτες, στο εργοστάσιο και ελέγχει την ανταπόδο­ση τους προτού προκαταβάλει το μισθό. Δεν αντιλαμβάνο­νται τι συνέβη στην πραγματικότητα, παρά μόνο μόλις δουν τι μπορούν να αγοράσουν με αυτόν: ο πιο μικρός μεγιστάνας έχει στη διάθεση του μια ποσότητα υπηρεσιών και αγαθών που δεν είχε κανένας δυνάστης στο παρελθόν οι εργάτες όμως λαμβάνουν το, σύμφωνα με τα πολιτισμικά δεδομένα, ελάχιστο όριο συντήρησης. Σαν να μην αρκούσε ότι στην αγο­ρά διαπιστώνουν πόσο λίγα αγαθά αντιστοιχούν σε αυτούς, ο πωλητής εξυμνεί και αυτά που δεν είναι σε θέση να αγορά­σουν. Μόνον η σχέση του μισθού προς τις τιμές εκφράζει όσα παρακρατούνται από τους εργάτες. Μαζί με το μισθό αποδέ­χθηκαν και την αρχή της αμοιβής. Ο έμπορος τους παρουσιά­ζει το γραμμάτιο που υπέγραψαν στον εργοστασιάρχη. Ο πρώτος είναι ο δικαστικός κλητήρας ολόκληρου του συστή­ματος και επωμίζεται τον μισητό ρόλο για λογαριασμό των άλλων. Η ιδέα ότι η σφαίρα της κυκλοφορίας ευθύνεται για την εκμετάλλευση είναι κοινωνικά αναγκαίο ψεύδος.

Οι Εβραίοι δεν ήταν οι μόνοι κάτοχοι της σφαίρας της κυκλοφορίας. Ήταν όμως τόσο πολύ καιρό έγκλειστοι σε αυτή ώστε να αντανακλάται από το είναι τους το μίσος που ανέκαθεν υφίσταντο. Σε αντίθεση προς τον άριο συνάδελφο τους, αυτοί δεν είχαν σχεδόν καμιά πρόσβαση στην πρώτη πηγή της υπεραξίας. Με μεγάλη δυσκολία και αρκετά αργά τους επέτρεψαν να γίνουν ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής. Στην ιστορία της Ευρώπης, ακόμη και στη γερμανική αυτο­κρατορία, οι Εβραίοι που βαφτίστηκαν χριστιανοί κατάφε­ραν βέβαια να φθάσουν σε υψηλές θέσεις στη διοίκηση και στη βιομηχανία. Πάντοτε όμως έπρεπε να δικαιολογούνται δείχνοντας διπλή αφοσίωση, ένθερμο ζήλο και ακλόνητη αυταπάρνηση. Τους δέχονταν μόνον όταν με τη συμπεριφορά τους υιοθετούσαν σιωπηρά την καταδίκη των άλλων Εβραίων προσεπικυρώνοντάς την: αυτό είναι το νόημα της βάπτισης. Παρά τις μεγάλες επιτεύξεις των διασημοτήτων τους, οι Εβραίοι δεν έγιναν δεκτοί στον κύκλο των λαών της Ευρώ­πης· δεν τους επέτρεψαν να ριζώσουν και γι’ αυτό τους κατη­γορούσαν ως ξεριζωμένους. Παρέμειναν προστατευόμενοι Εβραίοι, εξαρτώμενοι από αυτοκράτορες, ηγεμόνες ή από το απολυταρχικό κράτος. Όλοι τους κάποτε ήταν οικονομικά προηγμένοι έναντι του οπισθοδρομικού πληθυσμού. Όσο οι ισχυροί χρειάζονταν τον Εβραίο ως μεσίτη, τον προστάτευαν από τις μάζες, που έπρεπε να πληρώσουν τα σπασμένα της προόδου. Οι Εβραίοι ήταν αποικιστές της προόδου. Από τότε που ως έμποροι συνέβαλλαν στη διάδοση του ρωμαϊκού πολι­τισμού στην εθνική, μη εβραϊκή Ευρώπη, ήταν, σε αρμονία με την πατριαρχική θρησκεία τους, οι εκπρόσωποι της πόλης, των αστικών και τελικά των βιομηχανικών συνθηκών. Εισή­γαγαν καπιταλιστικούς τρόπους ζωής στους διάφορους τό­πους και επέσυραν το μίσος εκείνων που υπέφεραν κάτω από αυτές τις νέες συνθήκες. Στο όνομα της οικονομικής προό­δου, λόγω της οποίας σήμερα εξοντώνονται, οι Εβραίοι είχαν καθίσει από την αρχή στο στομάχι των τεχνιτών και των αγρο­τών, τους οποίους ο καπιταλισμός υποβίβασε ταξικά. Τώρα νιώθουν στη σάρκα τους τον αποκλειστικό, μεροληπτικό χα­ρακτήρα του. Αυτούς που πάντοτε ήθελαν να είναι οι πρώτοι, τώρα τους αφήνουν πολύ πίσω. Ακόμη και ο Εβραίος άρχο­ντας ενός αμερικανικού τραστ της διασκέδασης ζει απελπι­στικά αμυνόμενος μέσα στην αίγλη του. Το καφτάνι ήταν το φασματικό λείψανο μιας παμπάλαιης αστικής ενδυμασίας. Σήμερα φανερώνει ότι αυτοί που το φορούν έχουν εκσφεν- δονισθεί στο περιθώριο της κοινωνίας, η οποία, εντελώς πεφωτισμένη, εξορκίζει τα φαντάσματα της προϊστορίας της. Εκείνοι που προπαγάνδιζαν τον ατομισμό, το αφηρημένο δί­καιο, την έννοια του προσώπου, τώρα έχουν υποβιβασθεί σε είδος. Εκείνοι που ποτέ δεν τους επιτρεπόταν να κατέχουν εντελώς αμέριμνα τα πολιτικά δικαιώματα, ώστε έτσι να τους αναγνωρισθεί η ανθρώπινη ποιότητα, αποκαλούνται πάλι, χωρίς διάκριση, «ο Εβραίος». Ακόμη και τον δέκατο ένατο αιώνα ο Εβραίος χρειαζόταν να συμμαχεί με την κεντρική εξουσία. Το γενικό, από το κράτος εγγυημένο δίκαιο αποτε­λούσε το εχέγγυο της ασφάλειας του ενώ οι ειδικές και εξαι­ρετικές διαταγές ήταν το φόβητρο του. Παρέμενε αντικείμε­νο, στο έλεος των ισχυρών, ακόμη και όταν μπορούσε να επι­καλείται τα δικαιώματα του. Το εμπόριο δεν ήταν το επάγ­γελμα του, ήταν η μοίρα του. Ο Εβραίος ήταν το τραύμα του ιππότη της βιομηχανίας, ο οποίος έπρεπε να ποζάρει ως δη­μιουργός. Ακούγοντας αυτός το εβραϊκό ιδίωμα μπορεί να μαντέψει εκείνο για το οποίο στα κρυφά περιφρονεί τον εαυτό του: ο αντισημιτισμός του είναι το μίσος για τον εαυτό του, η βεβαρημένη συνείδηση του παράσιτου.

 

IV

Ο λαϊκοεθνικός αντισημιτισμός θέλει να παραβλέψει τη θρησκεία. Ισχυρίζεται πως αποσκοπεί μόνο στην καθαρότητα της φυλής και του έθνους. Οι εκπρόσωποι του αντιλαμβάνο­νται ότι οι άνθρωποι έχουν πάψει προ πολλού να σκοτίζονται για την αιώνια σωτηρία. Ο μέσος πιστός σήμερα είναι ήδη τό­σο πονηρός όσο παλαιότερα μόνον ένας καρδινάλιος. Η κα­τηγορία πως οι Εβραίοι είναι αμετανόητα άπιστοι δεν μπορεί πια να κινητοποιήσει τις μάζες. Δύσκολα όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί εξαλειμμένη η θρησκευτική εχθρότητα, η οποία επί δυο χιλιετίες ωθούσε σε διωγμούς των Εβραίων. Ο έν­θερμος ζήλος με τον οποίο ο αντισημιτισμός αρνείται τη θρη­σκευτική του παράδοση μαρτυρεί μάλλον ότι αυτή υπολανθά­νει μέσα του τουλάχιστον τόσο βαθιά όσο παλαιότερα το βέ­βηλο αίσθημα αποστροφής μέσα στον θρησκευτικό ζήλο. Η θρησκεία ενσωματώθηκε κοινωνικά ως πολιτιστικό αγαθό, δεν καταργήθηκε. Η συμμαχία μεταξύ του διαφωτισμού και της κυριαρχίας έφραξε στο στοιχείο αλήθειας που ενυπάρχει στη θρησκεία την πρόσβαση στη συνείδηση και συντήρησε τις εκπραγματισμένες μορφές της. Ο φασισμός καρπώνεται τε­λικά και τα δύο: η ασυγκράτητη λαχτάρα παροχετεύεται ως λαϊκοεθνική εξέγερση, οι απόγονοι των ευαγγελιστών ζηλω­τών διαστρέφονται συμφωνά με το μοντέλο των βαγκνερικών ιπποτών του Graal (θαυματουργός λίθος ή αγγείο με θεραπευτικές ιδιότητες, όπου υποτίθεται ότι φυλασσόταν το αίμα του Χρίστου· αναφέρεται στη μεσαιωνική ποίηση και στο έπος Πάρσιφαλ, στο οποίο στηρίζεται η γνωστή όπερα του Βάγκνερ) σε πιστά στον όρκο τους μέλη της κοινότητας αίματος και σε επίλεκτους φρουρούς, η θρησκεία ως θεσμός εν μέρει συγχωνεύεται άμεσα με το σύστημα και εν μέρει μεταφέρεται στις πολυτελείς επιδείξεις της μαζικής κουλτούρας και των μαζικών πορειών. Η φανατική πίστη για την οποία ο ηγέτης και οι οπαδοί του υπερηφανεύονται δεν είναι παρά εκείνη η πεισματωμένη που παλαιότερα κρατού­σε τους απεγνωσμένους στη ζωή, μόνο που το περιεχόμενο της έχει χαθεί. Από αυτό εξακολουθεί να ζει μόνο το μίσος για εκείνους που δεν τη συμμερίζονται. Στους Γερμανούς χριστιανούς δεν απέμεινε από τη θρησκεία της αγάπης παρά μόνον ο αντισημιτισμός.

Ο χριστιανισμός δεν είναι απλώς επαναστροφή σε ένα προϊουδαϊκό στάδιο. Στη μετάβαση από την ενοθεϊστική(ενοθεΐα: λατρεία ενός θεού, χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη άλλων θεών ή να απαγορεύεται η λατρεία τους, ενώ μονοθεϊσμός είναι η αποκλειστική πίστη σε ένα θεό και άρνηση της ύπαρξης άλλων) στην οικουμενική μορφή ο θεός του ιουδαϊσμού δεν απέβαλε εντελώς τα χαρακτηριστικά του φυσικού δαίμονα. Ο τρόμος, ο οποίος προέρχεται από την προανιμιστική προϊστορία, περνάει από τη φύση στην έννοια του απόλυτου εαυτού, που ως δημιουργός και κύριος της υποδουλώνει τη φύση τελειωτι­κά. Παρά την απερίγραπτη εξουσία και μεγαλοπρέπεια που του δίνει αυτή η αποξένωση, ο απόλυτος εαυτός είναι εντού­τοις προσιτός στη σκέψη η οποία ακριβώς μέσα από αυτή τη σχέση με το ύψιστο, το υπερβατικό, γίνεται οικουμενική. Ο θεός ως πνεύμα αντιπαρατάσσεται στη φύση ως η άλλη αρχή, η οποία δεν αντιπροσωπεύει απλώς τον τυφλό κύκλο της όπως όλοι οι μυθικοί θεοί, αλλά μπορεί να επιφέρει την απε­λευθέρωση από αυτόν. Τόσο αφηρημένος και απόμακρος όμως, γίνεται ασύμμετρος, και αυτό ενισχύει τον τρόμο, οπότε ο σιδηρούς λόγος Εγώ ειμί, ο οποίος δεν ανέχεται τίποτε πλάι του, ξεπερνάει σε αναπόδραστη ισχύ την τυφλότερη, κατ’ αυτό όμως και πιο πολυσήμαντη ρήση της ανώνυμης μοί­ρας. Ο θεός του ιουδαϊσμού ζητεί ό,τι του ανήκει και ξεκαθα­ρίζει τους λογαριασμούς του με τον επιλήσμονα. Εμπλέκει το πλάσμα του στον ιστό της ενοχής και της προσωπικής αξίας. Αντίθετα, ο χριστιανισμός τόνισε το στοιχείο της χάρης, η οποία βέβαια εμπεριέχεται και στον ίδιο τον ιουδαϊσμό, ιδι­αίτερα στο δεσμό του θεού με τους ανθρώπους και στη μεσ­σιανική επαγγελία. Απάλυνε τον τρόμο του απόλυτου, καθώς το πλάσμα ξαναβρίσκει τον εαυτό του στη θεότητα: ο θείος μεσολαβητής καλείται με ανθρώπινο όνομα και πεθαίνει έναν ανθρώπινο θάνατο. Το μήνυμα του είναι: μη φοβάστε! Ο νόμος καταλύεται μπροστά στην πίστη· μεγαλύτερη από κάθε μεγαλείο γίνεται η αγάπη, η μόνη εντολή.

Δυνάμει όμως των ίδιων στοιχείων μέσω των οποίων ο χριστιανισμός αίρει το ανάθεμα της φυσικής θρησκείας φέρ­νει πάλι στο προσκήνιο την ειδωλολατρία υπό εκπνευματισμένη μορφή. Όσο πιο κοντά στο πεπερασμένο τοποθετείται το απόλυτο, τόσο πιο απόλυτο γίνεται το πεπερασμένο. Ο Χριστός, το ενσαρκωμένο πνεύμα, είναι ο θεοποιημένος μά­γος. Ο αυτοκατοπτρισμός του ανθρώπου μέσα στο απόλυτο, η εξανθρώπιση του θεού μέσω του Χριστού, είναι το πρώτον ψεύδος (βασική πλάνη, εσφαλμένη βασική προϋπόθεση στο συλλογισμό, ως πηγή άλλων λαθών (αριστοτελική έννοια). Η πρόοδος πέρα από τον ιουδαϊσμό εξαγοράσθηκε με τον ισχυρισμό πως ο άνθρωπος Ιησούς ήταν θεός. Ακρι­βώς το στοχαστικό στοιχείο του χριστιανισμού, η εκπνευμάτιση της μαγείας, είναι υπεύθυνη για τη συμφορά. Ως πνευμα­τικό εμφανίζεται ίσα ίσα αυτό που ενώπιον του πνεύματος αποδεικνύεται ως φυσικό. Στην ανάπτυξη της αντίρρησης προς αυτή την υπέρμετρη αξίωση του πεπερασμένου συνί­σταται ακριβώς το πνεύμα. Έτσι η ένοχη συνείδηση πρέπει να συστήνει τον προφήτη ως σύμβολο και τη μαγική πρακτική ως μεταμόρφωση. Αυτό καθιστά το χριστιανισμό θρησκεία, υπό ορισμένη έννοια μάλιστα τη μοναδική: έναν διανοητικό δεσμό προς το διανοητικά ύποπτο, μια ιδιαίτερη πολιτιστική περιοχή. Όπως τα μεγάλα ασιατικά συστήματα, έτσι και ο προχριστιανικός ιουδαϊσμός ήταν η θρησκευτική πίστη που δεν είχε καν διαχωρισθεί από την εθνική ζωή, από τη γενική αυτοσυντήρηση. Ο μετασχηματισμός του παγανιστικού τελετουργικού της θυσίας δεν συντελέσθηκε μόνο στη λατρεία ή μόνο στη σφαίρα των συναισθημάτων καθόρισε τη μορφή της εργασιακής διαδικασίας. Ως σχήμα της τελευταίας η θυσία έγινε ορθολογική. Το ταμπού μεταβάλλεται σε ορθο­λογική ρύθμιση της εργασιακής διαδικασίας. Οργανώνει τη διοίκηση στον πόλεμο και στην ειρήνη, τη σπορά και τη συγκομιδή, την ετοιμασία του φαγητού και τη σφαγή των ζώ­ων. Οι κανόνες δεν πηγάζουν από ορθολογικές σκέψεις, από αυτούς πηγάζει εντούτοις ορθολογικότητα. Η προσπάθεια απελευθέρωσης από τον άμεσο φόβο οδήγησε τους πρωτόγο­νους στη διοργάνωση του τελετουργικού, που στον ιουδαϊσμό εξαγνίζεται και αποτελεί τον καθαγιασμένο ρυθμό της οικο­γενειακής και της πολιτικής ζωής. Οι ιερείς ήταν ταγμένοι να επαγρυπνούν ώστε να τηρείται το έθιμο. Η λειτουργία τους στην κυριαρχία ήταν φανερή στη θεοκρατική πρακτική· ο χριστιανισμός όμως θέλησε να παραμείνει ιερατικός, ακόμη και όταν επιδίωκε την κυριαρχία. Στην ιδεολογία έσπασε την αυτοσυντήρηση προβαίνοντας στην ύστατη θυσία, εκείνη του θεανθρώπου, όμως έτσι ακριβώς παρέδωσε την υποβαθμι­σμένη ύπαρξη στον βέβηλο κόσμο: ο νόμος του Μωυσή κα­ταργείται, αλλά τόσο στον Καίσαρα όσο και στο θεό αποδί­δονται αυτά που τους ανήκουν. Η κοσμική εξουσία επιβεβαι­ώνεται ή καταλαμβάνεται, η χριστιανική πρακτική ασκείται ως υπηρεσία σωτηρίας βάσει επαγγελματικής άδειας. Η υπέρβαση της αυτοσυντήρησης μέσω της μίμησης του Χρι­στού γίνεται επιταγή. Η αυτοθυσιαζόμενη αγάπη απεκδύεται την αφέλεια, χωρίζεται από τη φυσική αγάπη και λογίζεται ως άξια προσφορά. Η διαμεσολαβημένη από την επίγνωση της σωτηρίας αγάπη παρουσιάζεται εντούτοις ως η άμεση αγάπη, στην οποία φύση και υπερφύση εμφανίζονται ως συμφιλιωμένες. Εδώ έγκειται η αναλήθειά της: στην απατηλά καταφατική νοηματοδότηση της αυτεπιλησμοσύνης.

Η νοηματοδότηση είναι απατηλή, διότι η εκκλησία ζει μεν από το γεγονός ότι οι άνθρωποι βλέπουν το δρόμο της λύτρω­σης στην τήρηση της διδασκαλίας της, είτε αυτή ζητεί έργα όπως η καθολική είτε την πίστη όπως η προτεσταντική εκδο­χή, αλλά παραταύτα δεν μπορεί να εγγυηθεί το στόχο. Η μη δεσμευτικότητα της ιερατικής επαγγελίας της σωτηρίας, αυτό το ιουδαϊκό και αρνητικό στοιχείο της χριστιανικής διδασκα­λίας, που σχετικοποιεί τη μαγεία και τελικά την ίδια την εκ­κλησία, αποπέμπεται σιωπηρά από τον απλοϊκό πιοτό, για τον οποίο ο χριστιανισμός, ο υπερφυσικισμός, γίνεται μαγικό τελετουργικό, φυσική θρησκεία (θρησκεία των «πρωτόγονων» λαών, όπου οι θεότητες είναι δυνάμεις στε­νά συνδεδεμένες με τα φυσικά φαινόμενα. Υπερφυσικισμός: πίστη σε καθοριστικές υπερφυσικές δυνάμεις). Πιστεύει μόνο ξεχνώντας την πίστη του. Υποβάλλει στον εαυτό του την ιδέα ότι διαθέ­τει γνώση και βεβαιότητα, όπως οι αστρολόγοι και οι πνευμα­τιστές. Αυτά δεν είναι κατ’ ανάγκη το χειρότερο σε σύγκριση με την εκπνευματισμένη θεολογία. Η Ιταλίδα γριούλα η οποία στην αφελή της πίστη ανάβει ένα κερί στον άγιο Τζενάρο για τον εγγονό της που τον πήραν στον πόλεμο μπορεί να βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια απ’ ό,τι οι παπάδες και οι πρωθιερείς, που, απαλλαγμένοι από την ειδωλολατρία, αγιάζουν τα όπλα, απέναντι στα οποία ο άγιος Τζενάρο είναι ανίσχυρος. Για τους απλοϊκούς όμως η ίδια η θρησκεία γίνε­ται υποκατάστατο θρησκείας. Μια τέτοια υποψία συνόδευε το χριστιανισμό από τα πρώτα του βήματα, αλλά μόνοι οι πα­ράδοξοι χριστιανοί, οι αντιεπίσημοι, από τον Πασκάλ, τον Λέσινγκ και τον Κίρκεγκαρντ ώς τον Μπαρτ (Karl Barth: Ελβετός μεταρρυθμιστής, θεολόγος και σοσιαλιστής που διώχθη­κε από το ναζιστικό καθεστώς),την έκαναν αφετηρία της θεολογίας τους. Με μια τέτοια επίγνωση δεν ήταν μόνο ριζοσπάστες, αλλά και ανεκτικοί. Οι άλλοι όμως, οι οποίοι την απωθούσαν και με τύψεις προσπαθούσαν να υποβάλουν στον εαυτό τους την ιδέα ότι ο χριστιανισμός αποτελεί ασφαλές κτήμα τους, έπρεπε να επιβεβαιώνουν την αιώνια σωτηρία τους μέσα από την επίγεια συμφορά εκεί­νων που δεν θυσίαζαν τυφλά τον Λόγο. Αυτή είναι η θρη­σκευτική προέλευση του αντισημιτισμού. Οι οπαδοί της πα­τρικής θρησκείας μισούνται από εκείνους του υιού ως αυτοί που τα ξέρουν καλύτερα. Είναι η εχθρότητα του σκληρυνόμενου στη μορφή της σωτηρίας πνεύματος εναντίον του πνεύματος. Το σκάνδαλο για τους χριστιανούς εχθρούς των Εβραίων είναι η αλήθεια που αντέχει στη συμφορά χωρίς να την εκλογικεύει και που εμμένει στην ιδέα της άκοπης μακα­ριότητας εναντιωνόμενη στην πορεία του κόσμου και στη σωτήρια τάξη πραγμάτων, οι οποίες υποτίθεται ότι την εξα­σφαλίζουν. Ο αντισημιτισμός ανέλαβε να επιβεβαιώσει ότι η τελετουργία της πίστης και της ιστορίας έχει το δίκαιο με το μέρος της, γι’ αυτά τη στρέφει εναντίον εκείνων που αρνού­νται να της δώσουν δίκαιο.

 

V

«Δεν μπορώ να σε υποφέρω — αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάς», λέει ο Ζίγκφριντ στον Μίμε(μυθικά πρόσωπα του έπους των Νιμπελούνγκεν, ήρωας ο πρώτος, νάνος ο δεύτερος, ευρύτερα γνωστά από τη σχετική τετραλογία του Βάγκνερ) που επιζητεί την αγάπη του. Η παλαιά απάντηση όλων των αντισημιτών είναι η επίκληση της υπερευαισθησίας. Προϋπόθεση για τη χειραφέτηση της κοι­νωνίας από τον αντισημιτισμό είναι η αναγωγή του περιεχομέ­νου της υπερευαισθησίας σε εννοιολογικό επίπεδο, η συνειδη­τοποίηση της ίδιας του της ανοησίας. Η υπερευαισθησία όμως προσκολλάται στα ειδικά. Ως φυσικό ισχύει το γενικό, αυτό που προσαρμόζεται στο πλέγμα σκοπιμοτήτων της κοινωνίας. Η φύση όμως η οποία δεν έχει διυλισθεί μέσα από τα κανάλια της εννοιολογικής τάξης σε σκόπιμα και χρήσιμα πράγματα, ο οξύς ήχος του κοντυλιού στην πλάκα που διεισδύει στα πάντα, το haut gout (δριμεία γεύση, ιδίως του μαρινάτου κρέατος θηραμάτων) που θυμίζει βρομιά και σαπίλα, ο ιδρώτας που εμφανίζεται στο μέτωπο του φιλόπονου, οτιδήποτε δεν μπορεί να ακολουθήσει την πορεία του πολιτισμού ή δεν τηρεί τις απα­γορεύσεις στις οποίες έχει κατασταλάξει η πρόοδος των αιώ­νων βιώνεται ως κάτι διαπεραστικό που προκαλεί αναγκαστι­κά τον αποτροπιασμό, την αποστροφή.

Τα μοτίβα που διεγείρουν την υπερευαισθησία θυμίζουν την προέλευση. Ανασταίνουν στιγμές της βιολογικής πρωτοϊστορίας: σήματα κινδύνου, που στον ήχο τους σηκώνονταν οι τρίχες και η καρδιά σταματούσε. Κατά την αντίδραση υπερευαισθησίας μεμονωμένα όργανα αποσπώνται πάλι από τον έλεγχο του υποκειμένου· αυτονομημένα υπακούουν σε βασικά βιολογικά ερεθίσματα. Το εγώ που βιώνει τον εαυτό του σε τέτοιες αντιδράσεις, όπως η ξαφνική ακαμψία του δέρματος, των μυών και των μελών, δεν έχει ωστόσο πλήρη κυριαρχία πάνω τους. Για μερικές στιγμές αυτές επιτελούν την εξομοίωση προς την περιβάλλουσα ακίνητη φύση. Καθώς όμως το κινούμενο πλησιάζει το ακίνητο, η περισσότερο ανε­πτυγμένη ζωή την απλή φύση, αλλοτριώνεται ταυτόχρονα από αυτή, διότι η ακίνητη φύση, στην οποία σε στιγμές ύψι­στης διέγερσης το ζωντανό ον, όπως η Δάφνη (η νύμφη που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό),τείνει να με­ταμορφωθεί, επιτρέπει μόνο την πιο εξωτερική σχέση, αυτή που αφορά το χώρο. Ο χώρος είναι η απόλυτη αλλοτρίωση. Όπου το ανθρώπινο θέλει να γίνει σαν τη φύση, αμέσως σκληρύνεται απέναντι της. Η προστασία ως τρόμος είναι μια μορφή μιμητισμού (mimicry, αγγλ.mimicry· καμουφλάζ ή προστατευτική εξομοίωση, μορφολογική ή χρωματική, αδύναμων, απροστάτευτων ζώων προς άλλα δυνατότερα ή με διαφορετικό τρόπο προστατευόμενα ζώα). Οι ανθρώπινες αντιδράσεις της ξαφνι­κής ακαμψίας είναι αρχαϊκά σχήματα της αυτοσυντήρησης: η ζωή πληρώνει το τίμημα για τη συνέχιση της με την εξομοίω­ση προς το νεκρό.

Την οργανική προσαρμογή προς το άλλο, την κυρίως μιμητική συμπεριφορά, ο πολιτισμός την αντικατέστησε αρχι­κά, στη μαγική φάση, με τον οργανωμένο χειρισμό της μίμη­σης (Mimesis) και αργότερα, στο ιστορικό στάδιο με την ορ­θολογική πρακτική, την εργασία. Η μη ελεγχόμενη μίμηση προγράφεται. Ο άγγελος με την πύρινη ρομφαία, ο οποίος εξώθησε τους ανθρώπους από τον παράδεισο στην τροχιά της τεχνικής προόδου, είναι ο ίδιος το σύμβολο αυτής της προό­δου. Η αυστηρότητα με την οποία οι κυρίαρχοι επί χιλιετίες απέκλειαν στους διαδόχους τους καθώς και στις εξουσιαζόμενες μάζες την οπισθοδρόμηση σε μιμητικούς τρόπους ζωής, από τη θρησκευτική απαγόρευση των εικόνων ώς την κοινω­νική προγραφή ηθοποιών και τσιγγάνων και την παιδαγωγι­κή που κάνει τα παιδιά να ξεσυνηθίσουν την παιδαριώδη συμπεριφορά, είναι ο όρος ύπαρξης του πολιτισμού. Η κοι­νωνική και η ατομική αγωγή ενισχύουν τους ανθρώπους στην αντικειμενοποιητική συμπεριφορά των εργαζομένων και τους προφυλάσσει από τον κίνδυνο να παραδοθούν στις δια­κυμάνσεις της περιβάλλουσας φύσης. Κάθε απόσπαση της προσοχής, στην πραγματικότητα κάθε αφοσίωση, εμπεριέχει μια χροιά μιμητισμού. Στη σκλήρυνση του απέναντι σε αυτόν σφυρηλατήθηκε το εγώ. Με τη συγκρότηση του συντελέσθηκε η μετάβαση από την ανακλαστική μίμηση στην ελεγχόμενη στοχαστική αντανάκλαση. Η σωματική εξομοίωση προς τη φύση αντικαθίσταται από την «αναγνώριση μέσα στην έν­νοια» (η αναγνώριση του περιεχομένου μιας παράστασης, η ταύτιση αυτού που σκέφτομαι τώρα με αυτό που σκεφτόμουν πριν, καθιστά δυνατή την αναπαραγωγή του σε μια σειρά παραστάσεων, η οποία μαζί με την πρόσληψη είναι απαραίτητος όρος της εμπειρίας (βλέπε Kant, Kritik der reinen Vemunft, Werke, τόμ. IV, Βερολίνο 1968, σελ. 79 κ.ε.), τη σύνοψη των διαφορετικών κάτω από το όμοιο. Το σύνολο των συνθηκών όμως υπό τις οποίες παράγεται η ομοι­ότητα, η άμεση της μίμησης καθώς και η διαμεσολαβημένη της σύνθεσης, η εξομοίωση προς το πράγμα στην τυφλή πο­ρεία της ζωής καθώς και η σύγκριση μεταξύ εκπραγματισμένων στον επιστημονικό σχηματισμό εννοιών, παραμένει μια κατάσταση τρόμου. Η κοινωνία προεκτείνει μέσα της την απειλητική φύση υπό τη μορφή του διαρκούς, οργανωμένου καταναγκασμού, ο οποίος, αναπαραγόμενος στα υποκείμενα ως συνεπής αυτοσυντήρηση, επιστρέφει στη φύση ως κοινω­νική κυριαρχία πάνω σε αυτή. Η επιστήμη είναι επανάληψη, εκλεπτυσμένη σε παρατήρηση της κανονικότητας και διαφυλασσάμενη σε στερεότυπα. Ο μαθηματικός τύπος είναι επαναστροφή εκτελούμενη με συνειδητούς χειρισμούς, όπως ήταν και η μαγική τελετουργία είναι η πιο μετουσιωμένη άσκηση μιμητισμού. Η τεχνική διενεργεί την προσαρμογή προς το νεκρό στην υπηρεσία της αυτοσυντήρησης όχι πια όπως τη μαγεία μέσω σωματικής απομίμησης της εξωτερικής φύσης, αλλά μέσω αυτοματοποίησης των πνευματικών διαδι­κασιών, μέσω της μεταμόρφωσης τους σε τυφλές τυποποιημέ­νες ακολουθίες γεγονότων. Με το θρίαμβο της οι ανθρώπινες εκδηλώσεις γίνονται τόσο ευκυβέρνητες όσο και αναγκαστι­κές. Από την εξομοίωση προς τη φύση δεν απομένει παρά μό­νον η σκλήρυνση απέναντι της. Σήμερα ο εκφοβιστικός και προστατευτικός χρωματισμός είναι η τυφλή υποδούλωση της φύσης, η οποία είναι ταυτόσημη με τη διορατική σκοπιμότητα.

Στον αστικό τρόπο παραγωγής η ανεξίτηλη μιμητική κληρονομιά κάθε πρακτικής παραδίδεται στη λήθη. Η ανελέητη απαγόρευση της υποτροπής γίνεται η ίδια απλή συμφορά, η ματαίωση έγινε τόσο πλήρης, που δεν επιτελείται πια συνειδητά. Οι τυφλωμένοι από τον πολιτισμό βιώνουν πλέον τα δι­κά τους προγραμμένα μιμητικά χαρακτηριστικά μόνο σε μερικές χειρονομίες και συμπεριφορές που τις συναντούν σε άλλους και που στο εξορθολογισμένο περιβάλλον ξεχωρί­ζουν ως μεμονωμένα υπολείμματα, ως υποτυπώδη φαινόμενα που προκαλούν ντροπή. Αυτό που απωθεί ως κάτι ξένο είναι όντως πάρα πολύ γνώριμο (βλέπε S. Freud, «Das Unheimliche», Gesammelte Werke, τόμ. XII, σελ. 254,259 κ.α.). Πρόκειται για τις μεταδοτικές χειρονομίες της καταπιεζόμενης από τον πολιτισμό αμε­σότητας: άγγιγμα, εφαρμοστή επαφή, καταπραϋντική θω­πεία, παρακλητική προτροπή. Ενοχλητική είναι σήμερα η αναχρονιστικότητα τέτοιων παρορμήσεων. Φαίνονται σαν να αναμεταφράζουν τις προ πολλού εκπραγματισμένες αν­θρώπινες σχέσεις πάλι σε προσωπικές σχέσεις εξουσίας, κα­θώς επιζητούν να κάμψουν τον αγοραστή με γαλιφιές, τον οφειλέτη με απειλές και τον πιστωτή με παρακάλια. Οδυνηρή εντύπωση προκαλεί τελικά οποιαδήποτε παρόρμηση, ο εκνευρισμός είναι κάτι κατώτερο. Κάθε αχειραγώγητη έκ­φραση φαίνεται σαν μορφασμός, αυτό που ήταν πάντοτε η χειραγωγημένη — στον κινηματογράφο, στο λιντσάρισμα, στους λόγους του φύρερ. Η απειθάρχητη μιμική όμως είναι το στίγμα της παλαιάς κυριαρχίας, εγχαραγμένο στο ψαχνό των εξουσιαζομένων και βάσει μιας ασυνείδητης μιμητικής δια­δικασίας κληρονομούμενο διαμέσου κάθε πρώιμης παιδικής ηλικίας από γενεά σε γενεά, από τον Εβραίο παλαιοπώλη στον τραπεζίτη. Μια τέτοια μιμική προκαλεί οργή, διότι μπροστά στις νέες παραγωγικές σχέσεις φανερώνει τον πα­λαιό φόβο, που, για να επιβιώσει κανείς σε αυτές, έπρεπε και ο ίδιος να τον ξεχάσει. Το αναγκαστικό στοιχείο, ο θυμός του βασανιστή και του βασανιζομένου, που επανεμφανίζεται αδιαχώριστος στο μορφασμό, κεντρίζει το θυμό του πολιτισμένου. Στην ανίσχυρη φαινομενικότητα απαντά η θανάσιμη πραγματικότητα, στο παιγνίδι η σοβαρότητα.

Ο μορφασμός φαίνεται προσποιητός, διότι, αντί να εκτε­λεί με σοβαρότητα μια εργασία, προτιμά να εκφράζει τη δυσθυμία. Μοιάζει να αποφεύγει τη σοβαρότητα της ζωής, καθώς την ομολογεί ανεπιφύλακτα: έτσι δεν είναι αυθεντικός. Η έκφραση όμως είναι η οδυνηρή ηχώ μιας υπέρτερης ισχύος, μιας δύναμης που ακούγεται μέσα στο παράπονο. Εί­ναι πάντοτε υπερβολική, όσο ειλικρινής και αν είναι, διότι, όπως κάθε έργο τέχνης, έτσι και κάθε παράπονο μοιάζει να περιέχει ολόκληρο τον κόσμο. Αρμόζουσα είναι μόνον η προ­σφορά έργου. Αυτή, και όχι η μίμηση, μπορεί να ανακόψει τον πόνο. Η συνέπειά της όμως είναι το ασυγκί­νητο πρόσωπο, τελικά δε, στην εκπνοή αυτής της εποχής, το μωρουδίστικο πρόσωπο των ανθρώπων της πρακτικής, των πολιτικών, των παπάδων, των γενικών διευθυντών και των γκάνγκστερ. Η ουρλιαχτή φωνή των φανατικών φασιστών δημαγωγών και τοποτηρητών των στρατοπέδων δείχνει την άλλη πλευρά της ίδιας κοινωνικής κατάστασης πραγμάτων. Το ουρλιαχτό είναι τόσο ψυχρό όσο και η επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτοί απαλλοτριώνουν ακόμη και τον θρηνητικό ήχο της φύσης και τον μεταβάλλουν σε στοιχείο της τεχνι­κής τους. Το ουρλιαχτό τους είναι για το πογκρόμ ό,τι ο μηχα­νισμός συναγερμού για τη γερμανική αεροπορική βόμβα: η κραυγή τρόμου που σκορπά τον τρόμο εκβάλλεται με σκηνο­θετημένο τρόπο. Από το θρήνο του θύματος, τον πρώτο που κατονόμασε ρητά τη βία, ακόμη και από την απλή λέξη που εν­νοεί τα θύματα —Γάλλος, Νέγρος, Εβραίος—, αφήνουν τον εαυτό τους σκόπιμα να περιέλθει στην απόγνωση των διωκο­μένων που δεν μπορούν παρά να χτυπήσουν. Οι ίδιοι είναι το ψεύτικο απείκασμα της μίμησης του τρομαγμένου. Αναπαρά­γουν το ακόρεστο της εξουσίας μέσα τους, την οποία φοβού­νται. Τα πάντα πρέπει να χρησιμοποιούνται, όλα πρέπει να εί­ναι δικά τους. Η ύπαρξη και μόνο του άλλου είναι σκάνδαλο. Όλοι οι άλλοι «επεκτείνονται» και πρέπει να περιορισθούν, να μείνουν μέσα στα όρια του απεριόριστου τρόμου. Όποιος αναζητεί καταφύγιο δεν πρέπει να το βρει. Σε όσους εκφρά­ζουν αυτό που ποθούν μανιωδώς όλοι, την ειρήνη, την πατρί­δα, την ελευθερία, στους νομάδες και τους πλανόδιους θαυμα­τοποιούς, δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ το δικαίωμα να έχουν δι­κή τους πατρίδα. Ό,τι φοβάται κανείς, του το προξενούν. Ακόμη και η γαλήνη της τελευταίας κατοικίας παραβιάζεται.

Οι δηώσεις των νεκροταφείων δεν είναι παρεκτροπές του αντισημιτισμού, αλλά αυτός ο ίδιος. Οι εκδιωγμένοι αφυπνί­ζουν αναγκαστικά την επιθυμία για εκδιώξεις. Πάνω στο ση­μάδι που τους άφησε η βία αναφλέγεται ακατάπαυστα η βία. Πρέπει να εξολοθρευθεί ό,τι θέλει απλώς και μόνο να φυτοζωεί. Στις χαοτικές-κανονικές αντιδράσεις φυγής των κατώ­τερων ζώων, στα σχήματα της αγελαίας συρροής, στις σπα­σμωδικές χειρονομίες των μαρτυρούντων βρίσκει την παρα­στατική έκφραση του ό,τι από την πενιχρή ζωή μολαταύτα δεν εξουσιάζεται εντελώς: η μιμητική παρόρμηση. Στο χαροπάλεμα των πλασμάτων, στον ακρότατο αντίποδα της ελευθερίας, διαφαίνεται ακαταμάχητη η ελευθερία ως ματαιωμένος προορισμός της ύλης. Εναντίον της στρέφεται η υπερευαισθησία, την οποία ο αντισημιτισμός επικαλείται ως κίνητρο του.

Η ψυχική ενέργεια που ο πολιτικός αντισημιτισμός θέτει στην υπηρεσία του είναι μια τέτοια εκλογικευμένη υπερευαισθησία. Όλες οι προφάσεις στις οποίες ο ηγέτης και οι οπα­δοί του ομονοούν επιτρέπουν σε αυτούς να ενδίδουν στο δέλεαρ της μίμησης χωρίς ολοφάνερη παραβίαση της αρχής της πραγματικότητας, τρόπον τινά ως έντιμα πρόσωπα. Δεν μπο­ρούν να ανεχθούν τον Εβραίο, και τον μιμούνται αδιάκοπα. Δεν υπάρχει αντισημίτης που να μην είναι στο αίμα του να μι­μείται ό,τι θεωρεί εβραϊκό. Πρόκειται πάντοτε για επίσης μι­μητικά κρυπτογραφήματα: οι χειρονομίες που επιχειρηματο­λογούν, ο τραγουδιστός τόνος της φωνής, ο οποίος ανεξάρτη­τα από το νόημα των κρίσεων ζωγραφίζει μια ζωντανή εικό­να πραγμάτων και συναισθημάτων, η μύτη, το φυσιογνωμικό principium individuationis (η αρχή της ατομοποίησης ή ατομικότητας, της ανάιττυξης και της διαμόρφωσης του ιδιαίτερου και ατομικού μέσα στο γενικό)τρόπον τινά ένα γράμμα ή ψηφίο που γράφει στο πρόσωπο του ατόμου τον ιδιαίτερο χαρακτή­ρα. Μέσα στις πολυσήμαντες κλίσεις της οσφρητικής από­λαυσης επιζεί η παλαιά λαχτάρα για τα κάτω, για την άμεση ένωση με την περιβάλλουσα φύση, με τη γη και τη λάσπη. Από όλες τις αισθήσεις η πράξη της όσφρησης, που προσελκύεται χωρίς να αντικειμενοποιεί, μαρτυρεί με τον πιο αισθησιακό τρόπο την παρόρμηση του ανθρώπου να χαθεί μέσα στο άλλο και να εξομοιωθεί με αυτό. Γι’ αυτό η όσφρηση, ως αισθητή­ρια αντίληψη, και η οσμή, ως αντιληπτή μυρωδιά —στην πρά­ξη γίνονται ένα— είναι περισσότερο έκφραση απ’ ό,τι άλλες αισθήσεις. Στην όραση μένει κανείς αυτός που είναι, στην όσφρηση απορροφάται. Έτσι στον πολιτισμό η οσμή θεωρεί­ται ντροπή, σημάδι χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, κατώ­τερων φυλών και μη ευγενών ζώων. Στον πολιτισμένο επιτρέ­πεται να παραδίδεται σε τέτοιες απολαύσεις μόνον όταν η αναστολή της απαγόρευσης εκλογικεύεται ως εξυπηρέτηση όντως ή δήθεν πρακτικών σκοπών. Μπορεί κανείς να παρα­δίδεται σε μια προγραμμένη παρόρμηση, όταν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό αποβλέπει στην εκρίζωση της. Είναι το φαινόμενο του αστείου ή της εύθυμης ανοησίας, που αποτε­λεί την άθλια παρωδία της εκπλήρωσης. Ως περιφρονημένη και αυτοπεριφρονοΰμενη η μιμητική λειτουργία απολαμβάνεται με κακεντρέχεια. Όποιος μυρίζεται αναθυμιάσεις προ­κειμένου να τις εξαφανίσει, «άσχημες» αναθυμιάσεις, μπορεί να μιμείται κατά βούληση τη ρινηλασία, η οποία βρίσκει στην οσμή τη μη εκλογικευμένη ευχαρίστηση της. Ο πολιτι­σμένος εγκρίνει την απαγορευμένη παρόρμηση απολυμαίνοντάς τη μέσω της απόλυτης ταύτισης του με την απαγορεύουσα αρχή. Μόλις αυτή περάσει το κατώφλι, αρχίζει το γέλιο. Αυτό είναι το σχήμα του αντισημιτικού τρόπου αντίδρασης. Για να γιορτάσουν τη στιγμή της αυταρχικής έγκρισης του απαγορευμένου συγκεντρώνονται οι αντισημίτες, μόνο αυτή η στιγμή τους κάνει συλλογικό σώμα, αυτή συγκροτεί την κοι­νότητα των ομοειδών. Ο πάταγος τους είναι το οργανωμένο γέλιο. Όσο πιο τρομακτικές είναι οι κατηγορίες και οι απει­λές, άσο μεγαλύτερος ο θυμός, τόσο πιο επιβεβλημένος είναι και ο χλευασμός. Θυμός, χλευασμός και φαρμακωμένη μίμη­ση είναι κατά βάθος το ίδιο. Το νόημα της φασιστικής τυπολατρίας, της τελετουργικής πειθαρχίας, των στολών και ολό­κληρου του φαινομενικά ανορθολογικού μηχανισμού είναι να καθιστά δυνατή τη μιμητική συμπεριφορά. Τα επινοημένα σύμβολα, τα οποία προσιδιάζουν σε κάθε αντεπαναστατικό κίνημα, οι νεκροκεφαλές και τα κουκουλώματα, η βάρβαρη τυμπανοκρουσία, η μονότονη επανάληψη λέξεων και χειρονομιών είναι επίσης οργανωμένη απομίμηση μαγικών πρακτικών, η μίμηση της μίμησης. Ο φύρερ με το θεατρινίστικο πρόσωπο και το χάρισμα της σκηνοθετήσιμης υστερίας σέρνει το χορό. Στην παράσταση του εκτελείται αντιπροσωπευτι­κά και εικονιστικά ό,τι στην πραγματική ζωή όλων είναι απαγορευμένο. Ο Χίτλερ μπορεί να χειρονομεί σαν παλιάτσος, ο Μουσολίνι να τολμά παραφωνίες σαν τενόρος της επαρχίας, ο Γκέμπελς να μιλάει με την ευχέρεια του Εβραίου εμπορι­κού πράκτορα τον οποίο συνιστά να δολοφονήσουν, ο Κόφλιν(Charles Edward Coughlin, καθολικός ιερέας, δημαγωγός του αντισημιτι­σμού, γνωστός τότε από τα κηρύγματα του στο ραδιόφωνο) να κηρύσσει την αγάπη όπως ο Σωτήρας, τη σταύρωση του οποίου παριστάνει, για να μην πάψει ποτέ η αιματοχυσία. Ο φασισμός είναι ολοκληρωτικός ακόμη και καθόσον επιζη­τεί να αξιοποιήσει άμεσα υπέρ της κυριαρχίας την εξέγερση της καταπιεσμένης φύσης εναντίον της κυριαρχίας.

Αυτός ο μηχανισμός χρειάζεται τους Εβραίους. Η τεχνη­τά αυξημένη ορατότητα τους ενεργεί πάνω στον νόμιμο γιο του μη εβραϊκού πολιτισμού τρόπον τινά σαν μαγνητικό πε­δίο. Καθώς ο ριζωμένος διακρίνει στη διαφορά του από τον Εβραίο την ομοιότητα, το ανθρώπινο, διεγείρεται μέσα του εξ επαγωγής το αίσθημα της αντίθεσης, της ξενικότητας. Οι προγραμμένες, οι αντιβαίνουσες στον κυρίαρχο τρόπο εργα­σίας παρορμήσεις μετατρέπονται έτσι σε κομφορμιστικές υπερευαισθησίες. Η οικονομική θέση των Εβραίων, των τε­λευταίων απατημένων απατεώνων της ιδεολογίας του φιλε­λευθερισμού, δεν είναι ικανή προστασία από την τρόπον τινά αλλεργική υπερευαισθησία. Όντας τόσο κατάλληλοι για την παραγωγή εκείνων των ψυχικών ρευμάτων εξ επαγωγής, προσφέρονται χωρίς βούληση για τέτοιες λειτουργίες. Μοι­ράζονται την τύχη της εξεγειρόμενης φύσης, στη θέση της οποίας τους τοποθετεί ο φασισμός: χρησιμοποιούνται τυφλά και με οξυδέρκεια. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν οι Εβραίοι ως άτομα φέρουν ακόμη πράγματι εκείνα τα μιμητικά χαρα­κτηριστικά που προκαλούν την κακοήθη νόσο ή αν αυτά είναι κάθε φορά υποβολιμαία. Μόλις οι κάτοχοι της οικονομικής εξουσίας ξεπερνούν το φόβο τους όσον αφορά την τοποθέτη­ση φασιστών ως διαχειριστών της πολιτικής, η αρμονία της κοινότητας του λαού σε αντιδιαστολή προς τους Εβραίους εγκαθίσταται αυτόματα. Εγκαταλείπονται από την κυριαρ­χία, όταν αυτή λόγω της προϊούσας αλλοτρίωσης της από τη φύση έχει μετατραπεί πάλι σε απλή φύση. Στους Εβραίους επιρρίπτεται συλλήβδην η κατηγορία της απαγορευμένης μαγείας, του αιματηρού τελετουργικού. Έπρεπε πρώτα να μεταμφιεσθεί σε κατηγορία η λανθάνουσα όρεξη των αυτοχθόνων για επιστροφή στη μιμητική πρακτική της θυσίας για να νεκραναστηθεί στη συνείδηση τους. Μόλις ολόκληρη η φρίκη της προϊστορίας, που ξεπεράστηκε στην πορεία του πολιτι­σμού, έχει αποκατασταθεί ως ορθολογικό συμφέρον προβαλλόμενη πάνω στους Εβραίους, τίποτε πια δεν τη σταματά. Μπορεί να εκτελεσθεί πραγματικά, και η εκτέλεση του κα­κού ξεπερνάει και το κακό περιεχόμενο της προβολής. Οι εθνικολαϊκές φαντασιώσεις για εβραϊκά εγκλήματα, παιδοκτονίες και σαδιστικά έκτροπα, για τη δηλητηρίαση του λαϊκού σώματος και τη διεθνή συνωμοσία, ορίζουν ακριβώς το αντισημιτικό όνειρο και υστερούν σε σύγκριση με την εκπλήρωση του. Μόλις φθάσουν σε αυτό το σημείο, η λέξη Εβραίος και μόνον εμφανίζεται σαν αιματηρός μορφασμός, την απεικόνιση του οποίου ξεδιπλώνει η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό — νεκροκεφαλή και σταυρός μέσα στον τροχό του μαρτυρίου μαζί· το γεγονός ότι κάποιος λέγεται Εβραίος ενεργεί σαν προτροπή να του προξενήσουν ό,τι χρειάζεται για να μοιάσει με την εικόνα.

Ο πολιτισμός είναι εκείνη η νίκη της κοινωνίας πάνω στη φύση που μεταμορφώνει τα πάντα σε απλή φύση. Οι ίδιοι οι Εβραίοι συμμετείχαν σε αυτή την πορεία διαμέσου των χιλιε­τιών τόσο με το διαφωτισμό όσο και με τον κυνισμό. ‘Οντας η πιο παλαιά επιζώσα πατριαρχία, η ενσάρκωση του μονοθεϊ­σμού, μετέτρεψαν τα ταμπού σε εκπολιτιστικούς κανόνες, όταν οι άλλοι παρέμεναν ακόμη στη μαγεία. Όλα έδειχναν ότι οι Εβραίοι είχαν καταφέρει αυτό που ο χριστιανισμός μάταια προσπαθούσε: την καθαίρεση της μαγείας χάρη στην ίδια της τη δύναμη, που ως θεία λειτουργία στρέφεται κατά του εαυτού της. Δεν ξερίζωσαν την εξομοίωση προς τη φύση, αλλά μάλλον την ξεπέρασαν διαφυλάσσοντας τη στα καθαρά καθήκοντα της τελετουργίας. Με αυτόν τον τρόπο τη διατήρησαν συμφιλιωτι­κά στη μνήμη τους χωρίς να ξαναπέσουν στη μυθολογία μέσω συμβόλων. Γι’ αυτό ο προηγμένος πολιτισμός τους θεωρεί οπισθοδρομικούς και πάρα πολύ προηγμένους, όμοιους και ανόμοιους, έξυπνους και κουτούς. Κρίνονται ένοχοι για ό,τι ως πρώτοι αστοί έσπασαν πρώτοι: την τάση να αποπλανώνται από τα κατώτερα πράγματα, την επιρρέπεια προς το ζώο και τη γη, την εικονολατρία. Επειδή έχουν εφεύρει την έννοια koscher(αγνό, καθαρό φαγητό συμφωνά με τις θρησκευτικές προδιαγραφές των Εβραίων) διώκονται σαν να ήταν γουρούνια. Οι αντισημίτες γίνονται εκτελεστές της Παλαιάς Διαθήκης: φροντίζουν ώστε οι Εβραί­οι, που έφαγαν τον καρπό από το δέντρο της γνώσης, να γίνουν χώμα.

 

VI

Ο αντισημιτισμός βασίζεται σε μια εσφαλμένη προβολή. Αυτή είναι το αντίθετο της αυθεντικής μίμησης, βαθύτατα συγγενι­κή της απωθημένης, ίσως μάλιστα το παθολογικό χαρακτηρολογικό γνώρισμα στο οποίο η τελευταία κατασταλάζει. Αν μίμηση σημαίνει εξομοίωση του ατόμου προς τον περιβάλλοντα κόσμο, η εσφαλμένη προβολή εξομοιώνει το περιβάλλον προς το ίδιο το άτομο. Αν για την πρώτη το έξω είναι το μοντέλο προς το οποίο έρχεται να αρμόσει το μέσα, αν έτσι το ξένο με­τατρέπεται σε γνώριμο, στη δεύτερη περίπτωση το ετοιμοκίνητο μέσα μεταφέρεται εντός του έξω και έτσι σφραγίζεται ακόμη και το πιο οικείο ως εχθρός. Παρορμήσεις οι οποίες δεν εγκρίνονται από το υποκείμενο ως δικές του, ενώ ανήκουν σε αυτό, αποδίδονται στο αντικείμενο: στο προβλεπόμενο θύ­μα. Ο κοινός παρανοϊκός δεν το διαλέγει ελευθέρα, η επιλογή υπακούει στους νόμους της ασθένειας του. Στο φασισμό αυτή η συμπεριφορά αποφασίζεται πολιτικά, το αντικείμενο της ασθένειας προσδιορίζεται με ρεαλιστικά κριτήρια, το παρα­νοϊκό σύστημα μετατρέπεται σε λογικό κανόνα μέσα στον κό­σμο, η απόκλιση από αυτό σε νεύρωση. Ο μηχανισμός τον οποίο χρησιμοποιείτο ολοκληρωτικό σύστημα είναι τόσο πα­λαιός όσο ο πολιτισμός. Οι ίδιες σεξουαλικές παρορμήσεις τις οποίες το ανθρώπινο γένος καταπίεζε κατάφεραν να επιζή­σουν και να επιβάλουν την παρουσία τους τόσο στα άτομα όσο και στους λαούς μέσω της φαντασιακής μεταμόρφωσης του περιβάλλοντος κόσμου σε διαβολικό σύστημα. Ο τυφλά αιμοχαρής έβλεπε πάντοτε στο θύμα το διώκτη ο οποίος τον έφερνε σε απεγνωσμένη κατάσταση άμυνας, και τα πιο ισχυρά βασίλεια αισθάνονταν και τον πιο ανίσχυρο γείτονα ως αφόρητη απειλή προτού επιδράμουν εναντίον του. Η εκλογίκευση ήταν πρόσχημα και ταυτόχρονα αναγκαστική. Αυτός που έχει επι­λεγεί ως εχθρός γίνεται ήδη αντιληπτός ως εχθρός. Η διαταρα­χή προέρχεται από την ανικανότητα του υποκειμένου να ξεχω­ρίσει στο υλικό της προβολής το δικό του και το ξένο μερίδιο. Υπό μία έννοια κάθε αισθητήρια αντίληψη είναι προβολή. Η προβολή εντυπώσεων των αισθήσεων είναι μια κληρο­νομιά της ζωικής προϊστορίας του ανθρώπου, ένας μηχανι­σμός για τους σκοπούς της προστασίας και της τροφής, προεκτεταμένο όργανο της ετοιμότητας για αγώνα, με την οποία τα ανώτερα είδη, με ή χωρίς ευχαρίστηση, αντιδρούσαν σε κι­νήσεις, ανεξάρτητα από την πρόθεση του αντικειμένου. Η προβολή είναι αυτοματοποιημένη στον άνθρωπο, όπως και άλλες επιθετικές και προστατευτικές λειτουργίες που έγιναν αναγκαστικά. Ο αντικειμενικός του κόσμος συγκροτείται έτσι ως προϊόν εκείνης «της κρυφής τέχνης στα βάθη της αν­θρώπινης ψυχής, τους πραγματικούς χειρισμούς της οποίας θα είναι δύσκολο να μας αφήσει ποτέ η φύση να τους μαντέ­ψουμε και να τους δούμε μπροστά μας ακάλυπτους». Το σύ­στημα των πραγμάτων, το σταθερό σύμπαν του οποίου η επι­στήμη αποτελεί μόνο την αφηρημένη έκφραση, είναι, αν εφαρμόσει κανείς την καντιανή γνωσιοκριτική στην ανθρω­πολογία, το ασυνείδητα πραγματοποιηθέν προϊόν του ζωικού εργαλείου στον αγώνα για τη ζωή, αυτής της αυτόματης προ­βολής. Στην ανθρώπινη κοινωνία όμως, όπου με την εξελικτι­κή ανάδυση του ατόμου διαφοροποιείται η συναισθηματική όπως και η διανοητική ζωή, το μεμονωμένο άτομο χρειάζεται τον αυξανόμενο έλεγχο της προβολής· πρέπει να μάθει να την εκλεπτύνει και ταυτόχρονα να την αναστέλλει. Καθώς κάτω από την οικονομική πίεση μαθαίνει να διακρίνει ανάμεσα σε ξένες και δικές του σκέψεις και συναισθήματα, δημιουργεί­ται η διαφορά μεταξύ του έξω και του μέσα, η δυνατότητα αποστασιοποίησης και ταύτισης, η αυτοσυνείδηση και η ηθική συνείδηση. Για να γίνει κατανοητή η ελεγχόμενη προβολή και ο εκφυλισμός της σε εσφαλμένη, που ανήκει στην ουσία του αντισημιτισμού, απαιτούνται ακριβέστεροι συλλογισμοί. Η φυσιολογική διδασκαλία περί αντίληψης, η οποία μετά τον Καντ περιφρονήθηκε από τους φιλοσόφους ως απλοϊκά ρεαλιστική και ως φαύλος κύκλος, εξηγεί τον κόσμο της αντί­ληψης ως την καθοδηγούμενη από τη διάνοια αντανάκλαση των δεδομένων που ο εγκέφαλος δέχεται από τα πραγματικά αντικείμενα. Σύμφωνα με αυτή την άποψη η διάταξη των προ­σλαμβανόμενων σημειακών ενδείξεων, των εντυπώσεων, εί­ναι λειτουργία του νου. Όσο και αν επιμένουν οι ψυχολόγοι της Gestalt ότι η φυσιολογική ουσία δεν δέχεται απλώς και μόνο σημεία, αλλά ήδη δομές, ο Σοπενχάουερ και ο Χέλμχολτς, παρά τον φαύλο κύκλο, και μάλιστα ακριβώς λόγω αυτού, ήξεραν εντούτοις περισσότερα για την πολύπλοκη σχέση υποκειμένου και αντικειμένου απ’ ό,τι αναγνωρίζουν οι επίσημοι εκπρόσωποι της σχολής, τόσο της νεοψυχολογικής όσο και της νεοκαντιανής: η αντιληπτική εικόνα περιέχει πράγματι έννοιες και κρίσεις. Ανάμεσα στο αληθινό αντικεί­μενο και τα αναμφισβήτητα δεδομένα των αισθήσεων, μετα­ξύ του μέσα και του έξω, χάσκει μια άβυσσος, την οποία το υποκείμενο πρέπει να γεφυρώσει με δική του ευθύνη. Για να καθρεφτίσει το πράγμα όπως είναι, το υποκείμενο πρέπει να του δώσει πίσω περισσότερα από όσα παίρνει από αυτό. Το υποκείμενο επαναλαμβάνει τη δημιουργία του κόσμου που είναι έξω από αυτό χρησιμοποιώντας τα ίχνη που αυτός αφή­νει στις αισθήσεις του: την ενότητα του πράγματος στις πολύ­μορφες ιδιότητες και καταστάσεις του· και επιστρέφοντας στον εαυτό του συγκροτεί με αυτά το εγώ, καθώς μαθαίνει να προσδίδει συνθετική ενότητα όχι μόνο στις εξωτερικές, αλλά και στις εσωτερικές εντυπώσεις, οι οποίες βαθμιαία αποχω­ρίζονται από αυτές. Το ένα και το αυτό εγώ είναι το πιο όψι­μο σταθερό προϊόν της προβολής. Σε μια διαδικασία που ιστορικά δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με ανεπτυγμένες τις δυνάμεις της ανθρώπινης φυσιολογικής σύ­στασης, το εγώ εξελίχθηκε ως ενιαία και ταυτόχρονα εκκε­ντρική λειτουργία. Και ως αυτοτελώς αντικειμενοποιημένο δεν είναι βέβαια παρά μόνον ό,τι σημαίνει γι’ αυτό ο κόσμος των αντικειμένων. Τίποτε άλλο εκτός από την τρυφερότητα και τον πλούτο του εξωτερικού κόσμου της αντίληψης δεν συνιστά το εσωτερικό βάθος του υποκειμένου. Μόλις διακο­πεί αυτή η διαπλοκή, το εγώ παγώνει. Αν εξαντλείται, θετικι­στικά, στην καταγραφή των δεδομένων χωρίς το ίδιο να δίνει, τότε συρρικνώνεται σε σημείο, και αν σχεδιάζει, ιδεαλιστικά, τον κόσμο μέσα από την αθεμελίωτη αρχή του εαυτού του, τό­τε εξαντλείται σε άκαμπτη επανάληψη. Και τις δύο φορές πα­ραδίδει το πνεύμα του. Μόνο στη διαμεσολάβηση, κατά την οποία το μηδαμινό δεδομένο των αισθήσεων κάνει τη σκέψη να αναπτύξει ολόκληρη την παραγωγικότητα για την οποία αυτή είναι ικανή και από την άλλη μεριά η σκέψη αφοσιώνε­ται ανεπιφύλακτα στην πανίσχυση εντύπωση, ξεπερνιέται η άρρωστη μοναξιά που διέπει ολόκληρη τη φύση. Η δυνατότη­τα συμφιλίωσης δεν αναφαίνεται στην απρόσβλητη από τη σκέψη βεβαιότητα ούτε στην προεννοιολογική ενότητα αντί­ληψης και αντικειμένου, αλλά στη στοχαστικά μελετημένη αντίθεση τους. Η διάκριση συμβαίνει μέσα στο υποκείμενο, το οποίο έχει τον εξωτερικό κόσμο μέσα στη συνείδηση του και εντούτοις τον γνωρίζει ως κάτι διαφορετικό. Γι’ αυτό ο στοχασμός, η ζωή του Λόγου, συντελείται ως συνειδητή προβολή.

Η νοσηρότητα του αντισημιτισμού δεν συνίσταται στην προβάλλουσα συμπεριφορά ως τέτοια, αλλά στην απώλεια του στοχασμού από την προβολή. Καθώς το υποκείμενο δεν είναι σε θέση να αποδώσει στο αντικείμενο ό,τι δέχθηκε από αυτό, δεν γίνεται πλουσιότερο, αλλά φτωχότερο. Χάνει τον αναστοχασμό και προς τις δυο κατευθύνσεις: μη στοχαζόμενο πια το αντικείμενο, δεν στοχάζεται ούτε τον εαυτό του και έτσι χάνει την ικανότητα διάκρισης. Αντί να ακούσει τη φωνή της συνείδησης του, ακούει φωνές· αντί να κοιτάξει μετανιω­μένο μέσα του, για να καταγράψει στο πρωτόκολλο τη δική του αρχομανία, αποδίδει σε άλλους τα Πρωτόκολλα των Σο­φών της Σιών. Παραφουσκώνει και ταυτόχρονα ατροφεί. Δανειοδοτεί απεριόριστα τον εξωτερικό κόσμο με αυτό που βρίσκεται μέσα του· αυτό όμως με το οποίο τον δανειοδοτεί είναι το εντελώς ασήμαντο, το υπερδιογκωμένο σκέτο μέσον, οι σχέσεις, οι μηχανορραφίες, η ζοφερή πρακτική χωρίς την προοπτική της σκέψης. Η ίδια η κυριαρχία, η οποία, ακόμη και ως απόλυτη, συμφωνά με το νόημα της είναι απλώς μέσον, στην ακατάσχετη προβολή γίνεται ταυτόχρονα σκοπός του ίδιου του ατόμου και των άλλων, σκοπός εν γένει. Στην αρ­ρώστια του ατόμου ο οξυμένος διανοητικός μηχανισμός του ανθρώπου ενεργεί κατά των ανθρώπων πάλι σαν το τυφλό εργαλείο του εχθρού στη ζωική προϊστορία, που σαν τέτοιο ποτέ δεν έπαψε να λειτουργεί στον αγώνα του ανθρώπινου γένους εναντίον ολόκληρης της υπόλοιπης φύσης. ‘Οπως από την άνοδο του το είδος άνθρωπος εμφανίζεται απέναντι στα άλλα είδη, ως η ανωτάτη και συνεπώς η πιο τρομακτική δύνα­μη εξόντωσης στην ιστορία της εξέλιξης, όπως μέσα στην αν­θρωπότητα οι πιο προοδευμένες φυλές συμπεριφέρονται απέναντι στις πιο πρωτόγονες και οι τεχνικά καλύτερα εξο­πλισμένοι λαοί απέναντι στους πιο αργούς, έτσι παρουσιάζε­ται το άρρωστο άτομο, απέναντι στο άλλο άτομο, τόσο στη μεγαλομανία όσο και στη μανία καταδίωξης. Και στις δύο πε­ριπτώσεις το υποκείμενο βρίσκεται στο κέντρο, ενώ ο κόσμος είναι απλώς μια αφορμή για την παράνοια του και γίνεται η ανίσχυρη ή παντοδύναμη ενσάρκωση των στοιχείων που προ­βάλλονται πάνω του. Η αντίσταση για την οποία ο παρανοϊκός παραπονιέται αδιακρίτως σε κάθε βήμα του είναι συνέπεια της μη αντίστασης, του κενού που παράγει γύρω του σβήνοντας τρόπον τινά τα φώτα. Δεν μπορεί να σταματήσει. Η ιδέα, όταν δεν βρίσκει σταθερό έρεισμα στην πραγματικό­τητα, επιμένει και γίνεται έμμονη.

Ο παρανοϊκός, αντιλαμβανόμενος τον εξωτερικό κόσμο μόνο σε ανταπόκριση προς τους τυφλούς σκοπούς του, δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, που αλλο­τριώθηκε σε αφηρημένη μανία. Το γυμνό σχήμα της εξουσίας ως τέτοιας, εξίσου επιβλητικό έναντι άλλων όσο και έναντι του προσωπικού εγώ, που βρίσκεται σε ρήξη με τον εαυτό του, αδράχνει ό,τι του προσφέρεται και αδιαφορώντας για την ιδιαιτερότητα του το εντάσσει στον μυθικό ιστό του. Η κλειστή μορφή του πάντοτε-ίδιου γίνεται υποκατάστατο της παντοδυναμίας. Λες και το φίδι που είχε πει στους πρωτό­πλαστους: καί έσεσθε ώς θεοί, στην περίπτωση του παρα­νοϊκού πραγματοποίησε την υπόσχεση του. Αυτός πλάθει τους πάντες κατ’ εικόνα και ομοίωση. Φαίνεται να μη χρειά­ζεται κανέναν ζωντανό, ωστόσο απαιτεί να τον υπηρετούν όλοι. Η θέληση του διαπερνά το σύμπαν, τίποτε δεν επιτρέ­πεται να μένει χωρίς σχέση προς αυτόν. Τα συστήματα του δεν έχουν κενά. Ως αστρολόγος προικίζει τα άστρα με δυνάμεις που επιφέρουν την καταστροφή του αμέριμνου, είτε του ξένου εγώ στο προκλινικό στάδιο είτε του δικού του στο κλι­νικό. Ως φιλόσοφος κάνει την παγκόσμια ιστορία εκτελέστρια αναπόδραστων καταστροφών και συντελειών. Ως πλή­ρως παρανοϊκός ή απόλυτα ορθολογικός εξοντώνει τον σημαδεμένο με την ατομική τρομοκρατική πράξη ή με την καλομελετημένη στρατηγική της εξολόθρευσης. Έτσι έχει επιτυχία. Όπως οι γυναίκες λατρεύουν τον ασυγκίνητο παρανοειδή άντρα, έτσι και οι λαοί γονατίζουν μπροστά στον ολο­κληρωτικό φασισμό. Το παρανοϊκό στοιχείο των ίδιων των αφοσιωνόμενων συγκινείται από τον παρανοϊκό ως κακό δαίμονα, ο φόβος τους ενώπιον της συνείδησης αντιδρά θετι­κά στην ασυνειδησία, την οποία ευγνωμονούν. Ακολουθούν αυτόν που τις προσπερνά χωρίς να τις κοιτάζει, αυτόν που δεν τις αντιλαμβάνεται ως υποκείμενα, αλλά τις παραδίδει στην υπηρεσία των πολλών σκοπών. Μαζί με όλον τον κόσμο αυτές οι γυναίκες έχουν κάνει θρησκεία τους την κατοχή μεγάλων και μικρών θέσεων εξουσίας και έχουν γίνει όπως τις χαρα­κτηρίζει η κοινωνία: κακά πράγματα. Έτσι η ματιά που τους θυμίζει την ελευθερία πρέπει να τις πλήττει σαν το βλέμμα του πολύ απλοϊκού αποπλανητή. Ο κόσμος τους είναι αντε­στραμμένος. Ταυτόχρονα όμως ξέρουν, όπως οι παλαιοί θεοί που απέφευγαν τη ματιά των πιστών τους, ότι πίσω από το πέ­πλο κατοικούν νεκροί. Η μη παρανοϊκή ή εμπιστευτική ματιά ανασύρει στη μνήμη τους το πνεύμα που μέσα τους έχει απο­νεκρωθεί, διότι έξω δεν βλέπουν παρά μόνο τα ψυχρά μέσα της αυτοσυντήρησης τους. Τέτοια επαφή προκαλεί μεσάτους αιδώ και οργή. Ο τρελός όμως δεν τις αγγίζει, ακόμη και όταν τις κοιτάξει κατάματα όπως ο ηγέτης. Απλώς τις φλογίζει. Το παροιμιώδες κοίταγμα στα μάτια δεν διαφυλάσσει την ατομικότητα όπως το ελεύθερο βλέμμα, διότι καθηλώνει. Δεσμεύει τους άλλους σε μια μονόπλευρη πίστη, καθώς τους παρα­πέμπει στα χωρίς παράθυρα μοναδολογικά οχυρά του προσώπου τους. Δεν αφυπνίζει τη συνείδηση, αλλά ζητεί προκα­ταβολικά ευθύνες. Η διαπεραστική και η παραβλέπουσα μα­τιά, η υπνωτιστική και η αδιαφορούσα, είναι του ιδίου τύπου· και στις δύο το υποκείμενο εξαλείφεται. Επειδή από τέτοιου είδους ματιές λείπει ο στοχασμός, οι αστόχαστοι ηλεκτρίζο­νται από αυτές. Και προδίδονται: οι γυναίκες πετιούνται στο δρόμο, το έθνος κατακαίγεται. Έτσι ο ερμητικά κλειστός πα­ραμένει μια γελοιογραφία της θεϊκής εξουσίας. Όπως η ηγε­μονική χειρονομία του δεν στηρίζεται σε καμιά δημιουργική δύναμη στην πραγματικότητα, έτσι του λείπουν, όπως και του διαβόλου, οι ιδιότητες της αρχής που σφετερίζεται: η μη επιλήσμων αγάπη και η ήρεμη ελευθερία. Είναι κακός, ψυχαναγκαστικά κινούμενος και τόσο αδύνατος όσο η δύναμη του. Όπως λένε ότι η θεϊκή παντοδυναμία τραβάει προς το μέρος της τα πλάσματα, έτσι και η σατανική, η κατά φαντασίαν πα­ντοδυναμία έλκει τα πάντα μέσα στην αδυναμία της. Αυτό εί­ναι το μυστικό της κυριαρχίας της. Ο ψυχαναγκαστικά προ­βάλλων εαυτός δεν μπορεί να προβάλει παρά μόνο τη δική του δυστυχία, από την ενύπαρκτη βάση της οποίας είναι όμως αποκομμένος, καθώς δεν στοχάζεται. Γι’ αυτό τα προϊόντα της εσφαλμένης προβολής, τα στερεότυπα σχήματα της σκέ­ψης και της πραγματικότητας είναι μορφώματα της συμφο­ράς. Για το εγώ που βουλιάζει στην κενή νοήματος άβυσσο του εαυτού του τα αντικείμενα μετατρέπονται σε αλληγορίες της καταστροφής, στις οποίες κρύβεται το νόημα της δικής του πτώσης.

Η ψυχαναλυτική θεωρία διέκρινε ως ουσία της παθολογι­κής προβολής τη μεταβίβαση κοινωνικά προγραμμένων παρορμήσεων του υποκειμένου στο αντικείμενο. Υπό την πίεση του Υπερεγώ το Εγώ προβάλλει τις επιθετικές ορέξεις, οι οποίες ορμώνται από το Αυτό και λόγω της ισχύος τους είναι επικίνδυνες και για το ίδιο, ως κακές προθέσεις στον εξωτε­ρικό κόσμο και έτσι καταφέρνει να τις ξεφορτωθεί ως αντι­δράσεις προς τα έξω, είτε στη φαντασία μέσω της ταύτισης με το δήθεν κακούργο είτε στην πραγματικότητα με την επίκλη­ση της δικαιώματος νόμιμης άμυνας. Η απαγορευμένη πα­ρόρμηση που μετατρέπεται σε επιθετικότητα είναι συνήθως ομοφυλοφιλικού τύπου. Λόγω του άγχους του ευνουχισμού η υπακοή στον πατέρα οδηγήθηκε ώς τα όρια της προκαταβο­λικής εκτέλεσης του ευνουχισμού υπό τη μορφή της εξομοίω­σης της συνειδητής συναισθηματικής ζωής προς το μικρό κο­ρίτσι και το μίσος προς τον πατέρα απωθήθηκε ως αιώνια μνησικακία. Στην παράνοια αυτό το μίσος οδηγεί στην επι­θυμία του ευνουχισμού υπό τη μορφή της γενικής μανίας κα­ταστροφής. Ο άρρωστος επαναστρέφεται στο αρχαϊκό αδια­χώριστο του έρωτα και της υπερνίκησης. Επιζητεί οπωσδή­ποτε τη σωματική εγγύτητα, την κατάσχεση, τελικά μια σχέση πάση θυσία. Επειδή δεν επιτρέπεται να ομολογήσει στον εαυτό του τον πόθο, πολιορκεί τον άλλον ως ζηλότυπος ή διώ­κτης, όπως ο απωθών κτηνοβάτης το ζώο ως κυνηγός ή πιε­στικός οδηγός τους. Η έλξη απορρέει από υπερβολικά στενό δεσμό ή δημιουργείται με την πρώτη ματιά, μπορεί να προέρ­χεται από τους μεγάλους, όπως στην περίπτωση του μεμψί­μοιρου δικομανούς και του προεδροκτόνου, ή από τους πιο κακόμοιρους, όπως το αυθεντικό πογκρόμ. Τα αντικείμενα της καθήλωσης είναι αντικαταστάσιμα όπως οι μορφές του πατέρα στην παιδική ηλικία· χτυπάει όπου βρει· ακόμη και η μανία συσχέτισης εξαπλώνεται και πιάνεται από οτιδήποτε άσχετο. Η παθολογική προβολή είναι μια απεγνωσμένη τα­κτική του Εγώ, που η άμυνα του έναντι ερεθισμάτων, σύμφω­να με τον Φρόυντ, είναι πολύ πιο αδύνατη προς τα μέσα παρά προς τα έξω: υπό την πίεση της συσσωρευμένης ομοφυλοφι­λικής επιθετικότητας ο ψυχικός μηχανισμός ξεχνά τη φυλο­γενετικά πιο όψιμη κατάκτηση, την αυτοαντίληψη, και βιώνει αυτή την επιθετικότητα ως εξωτερικό εχθρό, προκειμένου να αντεπεξέλθει σε αυτή καλύτερα.

Αυτή η πίεση όμως βαραίνει και την υγιή γνωστική διαδικασία ως στοιχείο της αστόχαστης αφέλειας της που οδη­γεί στη βία. Κάθε φορά που οι διανοητικές ενέργειες στρέ­φονται με ορισμένη πρόθεση προς τα έξω, οπουδήποτε δη­λαδή έχει κανείς να παρακολουθήσει, να διαπιστώσει και να συλλάβει κάτι, όταν πρόκειται για εκείνες τις λει­τουργίες οι οποίες από την πρωτόγονη υπερνίκηση των ζώ­ων, μέσω συνεχούς εκπνευμάτισης, εξελίχθηκαν σε επιστη­μονικές μεθόδους υποδούλωσης της φύσης, εύκολα παρα­βλέπεται κατά τη σχηματοποίηση η υποκειμενική διεργα­σία, και το σύστημα τίθεται ως το ίδιο το πράγμα. Η αντικειμενοποιητική σκέψη εμπεριέχει, όπως και η νοσηρή, την αυθαιρεσία του ξένου προς το πράγμα υποκειμενικού σκο­πού, ξεχνά το πράγμα και έτσι ακριβώς ασκεί ήδη εκείνη τη βία επάνω του την οποία υφίσταται αργότερα στην πράξη. Ο απόλυτος ρεαλισμός της πολιτισμένης ανθρωπότητας, ο οποίος κορυφώνεται στο φασισμό, είναι μια ειδική περί­πτωση του παρανοϊκού παραληρήματος, που ερημώνει τη φύση και τελικά τους ίδιους τους λαούς. Σε εκείνη την άβυσσο της αβεβαιότητας, την οποία κάθε πράξη αντικειμενοποίησης πρέπει να γεφυρώσει, φωλιάζει η παράνοια. Επειδή δεν υπάρχει κανένα απόλυτα πειστικό επιχείρημα εναντίον πραγματολογικά εσφαλμένων κρίσεων, η στρε­βλωμένη αισθητήρια αντίληψη, στην οποία αυτές πλανώ­νται σαν πνεύματα, δεν μπορεί να θεραπευθεί. Κάθε αντί­ληψη περιλαμβάνει ασυνείδητα εννοιολογικά στοιχεία, όπως και σε κάθε κρίση εμπεριέχονται αδιευκρίνιστα φαινομενιστικά(phanomenalismus, φαινομενισμός: φιλοσοφική άποψη σύμφωνα με την οποία όλα τα αντικείμενα της αντίληψης και της εμπειρίας είναι μόνο φαινομενικές μορφές ενός «πράγματος καθ’ εαυτό», το οποίο δεν μπορούμε να γνωρίσουμε) συστατικά. Επειδή λοιπόν η αλήθεια απαιτεί φαντασία, ο φαντασιόπληκτος μπορεί πάντοτε να έχει την εντύπωση πως η αλήθεια είναι φανταστική και η ψευδαί­σθηση του η αλήθεια. Ο φαντασιόπληκτος τρέφεται από το στοιχείο της φαντασίας που ενυπάρχει στην ίδια την αλήθεια εκθέτοντας το αδιάκοπα. Επιμένει δημοκρατικά να διεκδικεί ισοτιμία για το παραλήρημα του, επειδή πράγματι και η αλήθεια δεν είναι αυστηρά δεσμευτική. Όταν ο πολίτης παραδέχεται ήδη ότι ο αντισημίτης έχει άδικο, θέλει τουλάχιστον να θεωρηθεί και το θύμα ένοχο. Έτσι ο Χίτλερ απαιτεί να θεωρηθούν νόμιμες οι μαζικές δολοφονίες στο όνομα της εθνικής ανεξαρτησίας ως αρχής του διεθνούς δι­καίου, η οποία ανέχεται κάθε πράξη βίας στην άλλη χώρα. Όπως κάθε παρανοϊκός έτσι και αυτός επωφελείται από την παραπλανητική ταυτότητα της αλήθειας και της σοφιστικής· ο διαχωρισμός τους είναι τόσο λίγο πειστικός, και όμως παραμένει αυστηρός. Η αντίληψη είναι δυνατή μόνον εφό­σον το πράγμα γίνεται αντιληπτό ως ήδη καθορισμένο, λόγου χάρη ως περίπτωση ενός γένους. Η αντίληψη είναι διαμεσολαβημένη αμεσότητα, σκέψη με την ελκυστική δύναμη των αισθήσεων. Το υποκειμενικό τοποθετείται από αυτή τυφλά στη φαινομενική αυθυπαρξία του αντικειμένου. Μό­νον η αυτοσυνείδητη εργασία της σκέψης μπορεί να ξεφύγει πάλι από αυτό το παραισθησιακό στοιχείο, σύμφωνα μάλιστα με τον ιδεαλισμό του Λάιμπνιτς και του Χέγκελ μόνον η φιλοσοφία. Καθώς η σκέψη στην πορεία της γνώσης ανα­γνωρίζει τα εννοιολογικά στοιχεία, τα οποία τίθενται στην αντίληψη άμεσα και άρα είναι δεσμευτικά, ως εννοιολογικά, τα ανακαλεί σταδιακά στο υποκείμενο και τα απογυμνώνει από την εποπτειακή δύναμη. Σε αυτή την πορεία κάθε προηγούμενο στάδιο, ακόμη και αυτό της επιστήμης, εμφανίζεται, σε σύγκριση με τη φιλοσοφία, τρόπον τινά ακόμη ως αισθητήρια αντίληψη, ως ένα φαινόμενο διάστικτο με μη αναγνωρισμένα διανοητικά στοιχεία, αλλοτριωμένο· η εμμονή σε αυτή, χωρίς την άρνηση, είναι μέρος της παθολογίας της γνώσης. Όποιος απολυτοποιεί αφελώς, όσο οικουμενική και αν είναι η δραστηριότητα του, είναι άρρω­στος, έχει υποκύψει στην εκτυφλωτική δύναμη της ψευδούς αμεσότητας.

Αυτή η τύφλωση όμως είναι συστατικό στοιχείο κάθε κρί­σης, μια αναγκαία φαινομενικότητα. Κάθε κρίση, ακόμη και η αρνητική, είναι διαβεβαιωτική. Όσο και αν μια κρίση, προς αυτοδιόρθωσή της, προβάλλεται ως απομονωμένη και σχετι­κή, πρέπει να κατοχυρώσει το οσοδήποτε προσεκτικά δια­τυπωμένο περιεχόμενο της, αυτό που ισχυρίζεται, όχι ως απλώς απομονωμένο και σχετικό. Σε αυτό συνίσταται η ουσία της ως κρίσης· μέσα στη συμβατική ρήτρα έχει οχυρωθεί απλώς η αξίωση. Η αλήθεια δεν γνωρίζει τη διαβάθμιση όπως η πιθανότητα. Το βήμα της άρνησης πέρα από την επιμέρους κρίση, το οποίο σώζει την αλήθεια της, είναι δυνατό μόνον εφόσον η κρίση θεωρούσε ότι είναι αληθινή και ήταν, θα έλεγε κανείς, παρανοϊκή. Το πραγματικά τρελό βρίσκεται στην απαρασάλευτη πίστη, στην ανικανότητα της σκέψης γι’ αυτή την αρνητικότητα, στην οποία, σε αντίθεση προς την παγιωμένη κρίση, συνίσταται κατά βάθος η σκέψη. Η πα­ρανοϊκή υπερσυνέπεια, η κακή απεραντοσύνη της πάντοτε ίδιας κρίσης, είναι μια έλλειψη συνέπειας της σκέψης· αντί να καταδείξει με τη σκέψη του την αποτυχία της απόλυτης αξίω­σης και έτσι να καθορίσει καλύτερα την κρίση του, ο παρα­νοϊκός εμμένει πεισματικά στην αξίωση που οδήγησε την κρί­ση στην αποτυχία. Αντί να προχωρήσει παραπέρα διεισδύο­ντας στο πράγμα, όλη η σκέψη μπαίνει στην αδιέξοδη υπηρε­σία της μεροληπτικής κρίσης. Το ακαταμάχητο της τελευταί­ας είναι το ίδιο όπως η άρρηκτη θετικότητα, και η αδυναμία του παρανοϊκού δεν είναι παρά η αδυναμία της ίδιας της σκέ­ψης. Διότι η ψύχραιμη σκέψη, που στον υγιή σπάει την εξουσία της αμεσότητας, δεν είναι τόσο επιτακτική όσο η αυταπάτη την οποία διαλύει. Ως αρνητική, καλομελετημένη, όχι ευθύγραμμα κατευθυνόμενη κίνηση δεν διαθέτει τη βα­ναυσότητα που ενυπάρχει στη θετικότητα. Αν η ψυχική ενέρ­γεια της παράνοιας προέρχεται από εκείνη τη λιμπιντική δυναμική την οποία αποκαλύπτει η ψυχανάλυση, ο αντικειμε­νικά απρόσβλητος χαρακτήρας της βασίζεται στην πολυσημαντότητα που δεν μπορεί καν να αποσπασθεί από την πρά­ξη της αντικειμενοποίησης, η παραισθησιακή δύναμη της οποίας πρέπει να ήταν αρχικά αποφασιστική. Στη γλώσσα της θεωρίας της επιλογής θα μπορούσε να λεχθεί διευκρινι­στικά ότι κατά την περίοδο γένεσης του ανθρώπινου αισθη­τηρίου επέζησαν εκείνα τα άτομα στα οποία η δύναμη των μη­χανισμών προβολής έφθανε βαθύτερα μέσα στις υποτυπώ­δεις λογικές ικανότητες ή είχε ελάχιστα μειωθεί από πολύ νωρίς ανεπτυγμένα στοιχεία αναστοχασμού. Όπως ακόμη και σήμερα τα από πρακτική άποψη γόνιμα επιστημονικά εγ­χειρήματα απαιτούν την άθικτη ικανότητα καθορισμού, την ικανότητα ακινητοποίησης της σκέψης σε ένα σημείο καθορι­ζόμενο από τις κοινωνικές ανάγκες, την ικανότητα οροθέτη­σης ενός πεδίου, το οποίο θα διερευνηθεί κατόπιν ώς την τε­λευταία του πτυχή χωρίς να υπερβεί κανείς τα όρια του, έτσι και ο παρανοϊκός δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα πλέγμα συμφερόντων προσδιοριζόμενο από την ψυχολογική του μοί­ρα. Η οξύνοιά του αναλώνεται μέσα στον κύκλο που χάραξε η έμμονη ιδέα, όπως η επινοητική ιδιοφυΐα της ανθρωπότη­τας καταστρέφει τον εαυτό της υπό την επήρεια του τεχνικού πολιτισμού. Η παράνοια είναι η σκιά της γνώσης.

Τόσο μοιραία είναι η τάση του πνεύματος για εσφαλμένη προβολή, που αυτό το απομονωμένο σχήμα της αυτοσυντήρη­σης απειλεί να εξουσιάσει ό,τι βγαίνει από τα όρια της τε­λευταίας: την κουλτούρα. Η εσφαλμένη προβολή είναι ο σφε­τεριστής του βασιλείου της ελευθερίας καθώς και της μόρφω­σης· η παράνοια είναι το σύμπτωμα του ημιμορφωμένου. Σε αυτόν όλες οι λέξεις μετατρέπονται σε παρανοϊκό σύστημα, σε μια προσπάθεια να κυριεύσει μέσω του πνεύματος ό,τι δεν μπορεί να προσεγγίσει η εμπειρία του, να δώσει με τη βία νόημα στον κόσμο που αποστερεί τον ίδιο από κάθε νόημα, να δυσφημήσει όμως ταυτόχρονα το πνεύμα και την εμπειρία, από τα οποία είναι αποκλεισμένος, και να επιρρίψει σε αυτά την ευθύνη που φέρει η κοινωνία η οποία τον αποκλείει από αυτά. Η ημιμόρφωση, η οποία σε αντίθεση προς την απλή αμορφωσιά υποστασιοποιεί την περιορισμένη γνώση ως αλή­θεια, δεν μπορεί να αντέξει την αφόρητα βαθιά ρήξη μεταξύ του μέσα και του έξω, μεταξύ της ατομικής τύχης και του κοι­νωνικού νόμου, μεταξύ του φαινομένου και της ουσίας. Σε αυτή την πάθηση εμπεριέχεται βέβαια ένα στοιχείο αλήθειας σε αντιδιαστολή προς την απλή αποδοχή του κατεστημένου, στο όνομα του οποίου είναι ορκισμένη η υπερέχουσα ορθο­λογικότητα. Στο φόβο όμως η ημιμόρφωση καταφεύγει με στερεότυπο τρόπο στον δικό της κάθε φορά τύπο λύσης, πότε για να δικαιολογήσει τη συμφορά που έχει γίνει και πότε για να προβλέψει την καταστροφή, που συχνά είναι μεταμφιε­σμένη σε αναγέννηση. Η εξήγηση, στην οποία η προσωπική επιθυμία εμφανίζεται ως αντικειμενική δύναμη, είναι πάντοτε τόσο επιφανειακή και κενή από νόημα όσο και το ίδιο το απομονωμένο συμβάν, παιδαριώδης και ταυτόχρονα δυσοί­ωνη. Τα σκοτεινά συστήματα σήμερα προσφέρουν αυτό που στο μεσαίωνα επέτρεπε στον άνθρωπο ο μύθος του διαβόλου της επίσημης θρησκείας: την αυθαίρετη επένδυση του εξωτε­ρικού κόσμου με νόημα, την οποία ο μονήρης παρανοϊκός κα­τορθώνει με τη βοήθεια ενός ιδιωτικού σχήματος, που δεν το μοιράζεται με κανέναν και που γι’ αυτό ακριβώς φαίνεται αυθεντικά τρελό. Από αυτή την ανάγκη απαλλάσσουν οι μοι­ραίες μυστικές συνελεύσεις και οι πανάκειες, οι οποίες εμ­φανίζονται με επιστημονικό μανδύα και ταυτόχρονα αποκό­πτονται από τη σκέψη: η θεοσοφία, η αριθμολογία, η φυσική θεραπευτική, η ευρυθμία, ο αντιαλκοολισμός, η γιόγκα και αμέτρητες άλλες αιρέσεις ανταγωνιστικές και αμοιβαία αντι­καταστατές, όλες με ακαδημίες, ιεραρχίες και ειδικές γλώσ­σες, το φετιχοποιημένο τυπικό της επιστήμης και της θρη­σκείας. Ενώπιον της μόρφωσης ήταν απόκρυφες και μη σε­βαστές. Σήμερα όμως, καθώς η μόρφωση γενικά αφανίζεται για οικονομικούς λόγους, έχουν δημιουργηθεί σε απροσδό­κητες διαστάσεις νέες προϋποθέσεις για την παράνοια των μαζών. Τα θρησκευτικά συστήματα του παρελθόντος, τα οποία οι λαοί ενστερνίζονταν ως κλειστά παρανοειδή σχήμα­τα, ήταν δίχτυα με μεγαλύτερο μάτι. Επειδή ακριβώς ήταν ορ­θολογικά διαμορφωμένα και καθορισμένα, άφηναν, τουλά­χιστον προς τα πάνω, περιθώρια για τη μόρφωση και το πνεύ­μα, η έννοια των οποίων συνιστούσε το δικό τους μέσον έκ­φρασης. Κατά κάποιον τρόπο μάλιστα ενεργούσαν κατά της παράνοιας. Ο Φρόυντ αποκαλεί, εδώ μάλιστα δικαιολογμένα, τις νευρώσεις «αντικοινωνικούς σχηματισμούς»· «επιζη­τούν να πραγματοποιήσουν με ιδιωτικά μέσα ό,τι δημιουργή­θηκε μέσα στην κοινωνία με συλλογική εργασία». Τα θρη­σκευτικά συστήματα διατηρούν κάτι από τη συλλογικότητα που προφυλάσσει τα άτομα από την αρρώστια, η οποία κοινωνικοποιείται: μέσα στη μέθη της κοινής έκστασης, και μάλιστα υπό την έννοια της κοινότητας, η τυφλότητα γίνεται σχέση και ο παρανοϊκός μηχανισμός τίθεται υπό έλεγχο χω­ρίς να χάνει τη δυνατότητα να τρομάζει. Αυτό ήταν ίσως μια από τις μεγάλες συμβολές των θρησκειών στην αυτοσυντήρη­ση του είδους. Οι παρανοειδείς μορφές συνείδησης τείνουν προς το σχηματισμό συνδέσμων, κλειστών ομάδων, μέσα σε οργανώσεις και συμμοριών. Τα μέλη φοβούνται να πιστεύ­ουν μόνα τους τις παρανοϊκές ιδέες τους. Μέσω του μηχανι­σμού της προβολής βλέπουν παντού τη συνωμοσία και τον προσηλυτισμό. Η εγκαθιδρυμένη ομάδα συμπεριφερόταν πάντοτε παρανοϊκά απέναντι σε άλλες· οι μεγάλες αυτοκρα­τορίες, ακόμη και η οργανωμένη ανθρωπότητα ως σύνολο, δεν είναι ως προς αυτό σε καλύτερη θέση από τους πρωτόγο­νους κυνηγούς κεφαλών. Εκείνοι που χωρίς τη θέληση τους ήταν αποκλεισμένοι από την ανθρωπότητα το ήξεραν όπως και εκείνοι που από λαχτάρα για την ανθρωπότητα αυτοαποκλείονταν από αυτή: ο διωγμός τους ενίσχυε τη νοσηρή συνο­χή. Το κανονικό μέλος όμως αποχωρίζεται την παράνοια του συμμετέχοντας στη συλλογική και αγκιστρώνεται με πάθος στις αντικειμενοποιημε’νες ουλλογικές και επικυρωμένες μορφές παράνοιας. Ο horror vacui (φόβος του κενού), που τους κάνει να αφο­σιώνονται στους συνδέσμους τους, τους συγκολλά και τους προσδίδει τη σχεδόν ακαταμάχητη δύναμη.

Μαζί με την αστική ιδιοκτησία είχε επεκταθεί και η μόρφωση, η οποία ώθησε την παράνοια στις σκοτεινές γωνιές της κοινωνίας και της ψυχής. Επειδή όμως η πραγματική χειραφέτηση των ανθρώπων δεν συμβάδιζε με το διαφωτισμό του πνεύματος, αρρώστησε η ίδια η μόρφωση. Όσο πιο πίσω άφηνε την κοινωνική πραγματικότητα η μορφωμένη συνείδη­ση τόσο πιο πολύ υφίστατο η ίδια μια διαδικασία εκπραγμάτισης. Η κουλτούρα κατάντησε εμπόρευμα και διαδίδεται πληροφοριακά χωρίς πια να διαπερνά όσους μαθαίνουν κάτι από αυτή. Η σκέψη γίνεται βραχύπνοη και περιορίζεται στην πρόσληψη μεμονωμένων γεγονότων. Νοητικές συναρτήσεις αποπέμπονται ως άβολες και ανώφελα κοπιαστικές. Το εξε­λικτικό στοιχείο της σκέψης, ό,τι γενετικό και εντατικό υπάρ­χει σε αυτή, ξεχνιέται και ισοπεδώνεται αναγόμενο στο αδιαμεσολάβητο παρόν, στο εκτατικό. Η οργάνωση της ζωής σή­μερα δεν αφήνει στο εγώ κανένα περιθώριο για πνευματικά συμπεράσματα. Η σκέψη που μειώνεται σε γνώσεις εξουδε­τερώνεται, γίνεται απλώς ένα προσόν στις ειδικές αγορές ερ­γασίας και αξιοποιείται για την αύξηση της εμπορευματικής αξίας της προσωπικότητας. Έτσι καταστρέφεται ο ψύχραι­μος αυτοστοχασμός του πνεύματος, που αντιστέκεται στην παράνοια. Στις συνθήκες του όψιμου καπιταλισμού η ημιμόρ­φωση έγινε τελικά αντικειμενικό πνεύμα. Στην ολοκληρωτι­κή φάση της η κυριαρχία ξανακαλεί στους επαρχιώτες τσαρ­λατάνους της πολιτικής και μαζί με αυτούς το παρανοϊκό σύ­στημα ως ultima ratio και το επιβάλλει στην πλειονότητα των διοικούμενων, που έτσι κι αλλιώς έχει καταβληθεί ήδη από τη μεγάλη και την πολιτιστική βιομηχανία. Ο παραλογισμός της κυριαρχίας είναι τόσο εύκολο σήμερα να γίνει αντιληπτός από την υγιή συνείδηση που η ίδια χρειάζεται την άρρωστη συνείδηση για να διατηρηθεί στη ζωή. Μόνον οι πάσχοντες από μανία καταδίωξης αποδέχονται την καταδίωξη, στην οποία πρέπει να μετατραπεί η κυριαρχία, καθώς τους επιτρέ­πει να καταδιώκουν άλλους.

Η ηθική συνείδηση έχει εκμηδενισθεί έτσι κι αλλιώς στο φασισμό, όπου η ευθύνη για τη γυναίκα και το παιδί, που με κόπο καλλιεργήθηκε από τον αστικό πολιτισμό, εξαφανίζε­ται πίσω από τη διαρκή ευθυγράμμιση κάθε ατόμου προς τους κανονισμούς. Η ηθική συνείδηση συνίστατο —όχι όπως φαντάζονταν ο Ντοστογιέφσκι και οι Γερμανοί απόστολοι της εσωτερικότητας— στην αφοσίωση του εγώ στο ουσιώδες του εξωτερικού κόσμου, στην ικανότητα του ατόμου να κάνει δικό του πρόβλημα το αληθινό αίτημα των άλλων. Η τε­λευταία είναι η ικανότητα για στοχασμό υπό την έννοια της διείσδυσης στη δεκτικότητα και στη φαντασία. Καθώς η με­γάλη βιομηχανία με την εξαφάνιση του ανεξάρτητου οικονο­μικού υποκειμένου, εν μέρει μέσω της κατάργησης των αυτο­τελών επιχειρηματιών και εν μέρει μέσω του μετασχηματι­σμού των εργατών σε αντικείμενα των συνδικάτων αφαιρεί ακατάπαυστα το οικονομικό έδαφος για ηθικές αποφάσεις, αναγκάζεται και ο στοχασμός να ατροφήσει. Η ψυχή, ως δυνατότητα ενός ανοιχτού στον εαυτό του αισθήματος ενο­χής, διαλύεται. Η ηθική συνείδηση γίνεται άνευ αντικειμέ­νου, διότι τη θέση της υπευθυνότητας του ατόμου για τον εαυτό του και τους δικούς του παίρνει απευθείας η απόδοση του για το μηχανισμό, ακόμη και αν διατηρείται η παλαιά ηθι­κή φρασεολογία. Η προσωπική ορμική σύγκρουση δεν διε­ξάγεται πια ως την κρίση της, ώστε να μπορέσει να διαμορ­φωθεί η αρχή της ηθικής συνείδησης. Αντί της εσωτερίκευσης των κοινωνικών επιταγών, η οποία δεν τις κάνει μόνο πιο δε­σμευτικές και ταυτόχρονα πιο ανοιχτές, αλλά και τις χειρα­φετεί από την κοινωνία ή τις στρέφει ακόμη και εναντίον της, συντελείται η άμεση, αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τις στερεό­τυπες αξιολογικές κλίμακες. Η υποδειγματική Γερμανίδα και ο αυθεντικός Γερμανός, που μονοπωλούν τη θηλυκότητα και τον ανδρισμό αντίστοιχα, όπως και οι αλλαχού παραλλα­γές, είναι τύποι αντικοινωνικών κομφορμιστών. Σε πείσμα και εξαιτίας της προφανούς κακότητάς της η κυριαρχία έγινε τόσο πανίσχυρη που κάθε μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί, στην αδυναμία του, να εξορκίσει τη μοίρα του παρά μόνο μέ­σω της τυφλής υπακοής.

Σε έναν τέτοιο συσχετισμό δυνάμεων εναπόκειται στην κατευθυνόμενη από το κόμμα τύχη που θα προβάλει η απεγνωσμένη αυτοσυντήρηση την ενοχή για την τρομοκρατία που εξαπολύει. Προορισμένοι να γίνουν στόχος μιας τέτοιας κατευθυνόμενης προβολής είναι οι Εβραίοι. Η σφαίρα της κυκλοφορίας, όπου κατείχαν τις δικές τους θέσεις οικονομι­κής εξουσίας, συρρικνώνεται. Η φιλελεύθερη μορφή της επι­χείρησης επέτρεπε ακόμη στις κατακερματισμένες περι­ουσίες να ασκούν πολιτική επιρροή. Οι μόλις πρόσφατα χειραφετηθέντες παραδίδονται τώρα στις δυνάμεις του κεφα­λαίου οι οποίες συγχωνεύθηκαν με την κρατική μηχανή και είναι πλέον ασυναγώνιστες. Όπως και αν είναι καμωμένοι οι ίδιοι οι Εβραίοι, η εικόνα τους ως ηττημένων φέρει τα χαρα­κτηριστικά τα οποία η ολοκληρωτική σήμερα κυριαρχία πρέ­πει να μισεί ως θανάσιμο εχθρό: εκείνα της ευτυχίας χωρίς εξουσία, της αμοιβής χωρίς εργασία, της πατρίδας χωρίς ορόσημα, της θρησκείας χωρίς μύθο. Η κυριαρχία προγρά­φει αυτά τα χαρακτηριστικά, διότι στα κρυφά οι κυριαρχού­μενοι τα λαχταρούν. Αυτή μπορεί να διατηρηθεί στη ζωή μό­νον όσο οι εξουσιαζόμενοι μετατρέπουν το ποθητό σε μισητό. Το επιτυγχάνουν μέσω της παθολογικής προβολής, διότι και το μίσος οδηγεί στην ένωση με το αντικείμενο, κατά την κα­ταστροφή. Το μίσος είναι το αρνητικό της συμφιλίωσης. Η συμφιλίωση είναι η υψίστη έννοια του εβραϊσμού και όλο του το νόημα είναι η αναμονή· από την ανικανότητα γι’ αυτή προ­έρχεται η παρανοϊκή μορφή αντίδρασης. Οι αντισημίτες βάλ­θηκαν να πραγματοποιήσουν το αρνητικό απόλυτο της με δι­κές τους δυνάμεις και μεταμορφώνουν τον κόσμο σε κόλαση, σε αυτό δηλαδή που πάντοτε πίστευαν πως είναι. Η αλλαγή κατεύθυνσης εξαρτάται από την ικανότητα των κυριαρ­χούμενων να γίνουν κύριοι του εαυτού τους ενόψει της από­λυτης παράνοιας και να την αναχαιτίσουν. Μόνο με την απε­λευθέρωση της σκέψης από την κυριαρχία, με την κατάργηση της βίας, θα μπορούσε ναυλοποιηθεί η ιδέα που ως τώρα έμε­νε αναληθής, ότι ο Εβραίος είναι άνθρωπος. Θα ήταν ένα βή­μα εξόδου από την αντισημιτική κοινωνία, η οποία εξωθεί τό­σο τον Εβραίο όσο και τους άλλους στην αρρώστια, προς μια κοινωνία ανθρώπινη. Ένα τέτοιο βήμα θα εκπλήρωνε ταυτό­χρονα και το φασιστικό ψέμα ως τον αντίλογο του: τοεβραϊκό ζήτημα θα αποδεικνυόταν πράγματι ως καμπή της ιστορίας. Υπερνικώντας την αρρώστια του πνεύματος, εστία και τροφός της οποίας είναι η ασυγκράτητη από το στοχασμό επιβολή των ιδίων συμφερόντων, η ανθρωπότητα θα γινόταν από γενική αντίθετη φυλή το ανθρώπινο γένος, το οποίο ως φύση είναι εντούτοις περισσότερο από απλή φύση, καθώς αποκτά επίγνωση της αυτοεικόνας. Η ατομική και κοινωνική χειραφέτηση από την κυριαρχία είναι η αντίθετη κίνηση στην ψευδή προβολή, και κανένας Εβραίος, αν θα κατάφερνε πο­τέ να κατευνάσει την τελευταία μέσα του, δεν θα έμοιαζε πια με τη συμφορά που επέρχεται ανόητα πάνω σε αυτόν και σε όλους τους διωκόμενους, ζώα και ανθρώπους.

 

VII

Αλλά δεν υπάρχουν πια αντισημίτες. Οι τελευταίοι ήταν φιλελεύθεροι που ήθελαν να εκφράσουν την αντιφιλελεύθερη γνώμη τους. Η παλαιοσυντηρητική απόσταση των ευγενών και του σώματος των αξιωματικών από τους Εβραίους στα τέ­λη του δέκατου ένατου αιώνα ήταν απλώς αντιδραστική. Άνθρωποι της εποχής τους ήταν οι διάφοροι Άλβαρντ και Κνυπελκούντσε. Ως ακολουθία τους είχαν ήδη το ανθρώπι­νο υλικό του φύρερ και στήριγμα τους ήταν οι κακεντρεχείς χαρακτήρες και οι στραβοκέφαλοι όλης της χώρας. Όπου το αντισημιτικό φρόνημα εκδηλωνόταν ανοιχτά, εμφανιζόταν ως αστικό και ταυτόχρονα στασιαστικό. Οι λαϊκοεθνικές υβρεολογίες ήταν ακόμη μια διαστρέβλωση της ελευθερίας των πολιτών. Η αντισημιτική πολιτική της μπυραρίας έβγαλε στο φως το ψέμα του γερμανικού φιλελευθερισμού, από το οποίο τρεφόταν και το οποίο τελικά έθαψε. Αν και για να αποκτήσουν το δικαίωμα ξυλοκοπήματος των Εβραίων, μιας πρακτικής που έκρυβε μέσα της ήδη την οικουμενική ανθρω­ποκτονία, πρόβαλλαν ως δικαιολογητικό την ίδια τους τη με­τριότητα, οικονομικά είχαν κάνει εντούτοις αρκετά ρεαλιστι­κές προβλέψεις ώστε να σταθμίσουν τους πιθανούς κινδύ­νους ενός Τρίτου Ράιχ έναντι των πλεονεκτημάτων από μια εχθρική ανοχή. Ο αντισημιτισμός ήταν ακόμη μία από τις συναγωνιζόμενες κατευθύνσεις, ένα ζήτημα υποκειμενικής επιλογής. Η απόφαση σχετιζόταν ειδικά με αυτόν. Η αποδο­χή της λαϊκοεθνικής θέσης συμπεριλάμβανε βέβαια πάντοτε ολόκληρο το σοβινιστικό λεξιλόγιο. Οι αντισημιτικές απο­φάνσεις μαρτυρούσαν ανέκαθεν τον στερεότυπο χαρακτήρα της σκέψης. Σήμερα έχει απομείνει μόνον αυτός. Διενεργού­νται ακόμη εκλογές, αλλά μόνο μεταξύ ολοτήτων. Τη θέση της αντισημιτικής ψυχολογίας πήρε κυρίως το απλό ναι στο φασι­στικό ψηφοδέλτιο, στον κατάλογο των συνθημάτων της μα­χητικής μεγάλης βιομηχανίας. Όπως στο ψηφοδέλτιο του μα­ζικού κόμματος επιβάλλονται από την κομματική μηχανή στον εκλογέα τα ονόματα εκείνων που ξεφεύγουν από την εμπειρία του και που μόνο συλλήβδην μπορεί να τους εκλέ­ξει, έτσι και τα βασικά ιδεολογικά σημεία είναι κωδικοποιη­μένα σε λίγους καταλόγους. Έναν από αυτούς πρέπει να εκλέξει κανείς, αν δεν θέλει να νιώσει το προσωπικό του φρόνημα σαν κάτι τόσο μάταιο όσο οι σκόρπιες ψήφοι την ημέρα των εκλογών έναντι των πολυψήφιων στατιστικών μαμούθ. Ο αντισημιτισμός έπαψε σχεδόν να είναι μια αυτοτελής παρόρμηση και αποτελεί απλώς ένα σημείο του πολιτικού προγράμματος: όποιος θέλει να δώσει μια οποιαδήποτε ευκαιρία στο φασισμό, μαζί με τη συντριβή των συνδικάτων και τη σταυροφορία κατά του μπολσεβικισμού υπογράφει αυτόματα και την εξόντωση των Εβραίων. Η πεποίθηση των αντισημιτών, όσο ψεύτικη και αν είναι, έχει περάσει στα προ­αποφασισμένα ανακλαστικά των εκπροσώπων των πολιτι­κών τους σχηματισμών, οι οποίοι δεν συνιστούν υποκείμενα. Όταν οι μάζες αποδέχονται το αντιδραστικό πρόγραμμα που περιέχει την αντισημιτική θέση, υπακούουν σε κοινωνικούς μηχανισμούς στους οποίους οι εμπειρίες των μεμονωμένων ατόμων με Εβραίους δεν παίζουν κανένα ρόλο. Έχει κατα­δειχθεί πράγματι ότι ο αντισημιτισμός δεν έχει λιγότερες πι­θανότητες σε περιοχές χωρίς Εβραίους απ’ ό,τι στο ίδιο το Χόλυγουντ. Τη θέση της εμπειρίας παίρνει το κλισέ, στη θέση της ενεργού στην εμπειρία φαντασίας μπαίνει η ένθερμη υποδοχή. Επί ποινή ραγδαίου αφανισμού έχει προκαθορι­σθεί για τα μέλη κάθε κοινωνικού στρώματος σαν μάθημα το είδος και το μέτρο προσανατολισμού τους. Πρέπει να είναι προσανατολισμένα τόσο υπό την έννοια της ενημέρωσης τους σχετικά με τον νεότερο τύπο αεροπλάνου όσο και υπό την έν­νοια της σύνδεσης του με ένα από τα προκαθορισμένα κέ­ντρα εξουσίας.

Μέσα στον κόσμο της παραγωγής σειρών το σχήμα της μαζικής παραγωγής, η στερεοτυπία, αντικαθιστά την εργα­σία της κατηγοριοποίησης. Η κρίση δεν βασίζεται πια στην πραγματική εκτέλεση της σύνθεσης, αλλά στην τυφλή υπαγωγή. Αν σε ένα παλαιότερο ιστορικό στάδιο το κρίνειν συνί­στατο στη γρήγορη διάκριση, που έθετε αμέσως σε κίνηση το φαρμακερό βέλος, στο μεταξύ η εμπορική ανταλλαγή και η επίσημη δικαιοσύνη έπαιξαν και εδώ το ρόλο τους. Το κρίνειν περνούσε μέσα από το στάδιο της στάθμισης, το οποίο προστάτευε κάπως το υποκείμενο της κρίσης από τη βάναυση ταύτιση με το κατηγόρημα. Στην όψιμη βιομηχανική κοινωνία γίνεται επαναστροφή στην άκριτη εκτέλεση της ετυμηγορίας. Κατά την περίοδο του φασισμού, όταν η συνοπτική διαδικα­σία αντικατέστησε τη σχολαστική διαδικασία της ποινικής δικονομίας, οι άνθρωποι της εποχής ήταν οικονομικά προετοιμασμένοι γι’ αυτό· είχαν μάθει να βλέπουν τα πράγματα ασυλλόγιστα μέσα από τα μοντέλα σκέψης, τους τεχνικούς όρους που στην κατάρρευση της γλώσσας αποτελούν το σταθερό απόθεμα της. Ο αντιλαμβανόμενος δεν είναι πια παρών κατά τη διαδικασία της αντίληψης. Δεν είναι σε θέση να επι­δείξει την ενεργό παθητικότητα της γνωστικής διαδικασίας, κατά την οποία τα κατηγορικά στοιχεία μπορούν να διαμορφώνονται εκ νέου, στα μέτρα τους από το συμβατικά προσχηματισμένο «δεδομένο» και αυτό από εκείνα, οπότε αποδίδε­ται στο αντιληπτό αντικείμενο δικαιοσύνη. Στο πεδίο των κοι­νωνικών επιστημών καθώς και στον κόσμο της εμπειρίας του ατόμου συνενώνονται άκαμπτα και αδιαμεσολάβητα η τυφλή αντίληψη με τις κενές έννοιες. Στην εποχή των τριακοσίων βασικών λέξεων εξαφανίζεται η ικανότητα για την καταβολή της προσπάθειας του κρίνειν και, μαζί με αυτή, η διαφορά με­ταξύ του αληθούς και του ψευδούς. Όπου η σκέψη με τη μορ­φή της υψηλής ειδίκευσης δεν αποτελεί πια μέρος του επαγ­γελματικού εξοπλισμού σε ορισμένους κλάδους του καταμε­ρισμού της εργασίας, γίνεται ύποπτη ως παλαιομοδίτικη πο­λυτέλεια: «armchair thinking»(σκέψη της πολυθρόνας, θεωρητικολογία χωρίς πρα­κτική εμπειρία). Ο άνθρωπος οφείλει να κά­νει κάτι απτό. Όσο πιο περιττή γίνεται η σωματική εργασία με την ανάπτυξη της τεχνικής, τόσο πιο ένθερμα ανακηρύσεται σε πρότυπο της πνευματικής εργασίας, η οποία δεν επι­τρέπεται να μπει στον πειρασμό να αντλήσει από αυτή την εξέλιξη τα κατάλληλα διδάγματα. Αυτό είναι το μυστικό της αποβλάκωσης η οποία ευνοεί τον αντισημιτισμό. Όταν ακό­μη και μέσα στο πεδίο της Λογικής το ειδικό υφίσταται την έν­νοια μόνον ως κάτι απλώς εξωτερικό, στην κοινωνία πρέπει κατά μείζονα λόγο να τρέμει ό,τι αντιπροσωπεύει τη διαφορά. Η μάρκα παιγνιδιού επικολλάται: καθένας σφραγίζεται ως φίλος ή εχθρός. Όταν το υποκείμενο δεν λαμβάνεται υπόψη, αυτό διευκολύνει τη διοίκηση. Εθνικές ομάδες εκτοπίζονται σε άλλα μήκη και πλάτη της υδρογείου, άτομα στέλνονται με τη σφραγίδα Εβραίος στο θάλαμο αερίων.

Η αδιαφορία απέναντι στο άτομο, η οποία εκφράζεται στη Λογική, συνάγεται από την οικονομική διαδικασία. Το ίδιο έγινε εμπόδιο στην παραγωγή. Η συνύπαρξη του μη ταυτό­χρονου στην τεχνική και ανθρώπινη εξέλιξη, το «cultural lag» που απασχόλησε τους κοινωνιολόγους, αρχίζει να εξαφανίζε­ται. Η οικονομική ορθολογικότητα, η εκθειασμένη αρχή της χρήσης του πιο μικρού μέσου, μετασχηματίζει αδιάκοπα και τις τελευταίες μονάδες της οικονομίας: τη μονάδα παραγωγής καθώς και τον άνθρωπο. Η εκάστοτε πιο προωθημένη μορφή γίνεται η κυρίαρχη. Αλλοτε το πολυκατάστημα απαλλοτρίωνε το ειδικό κατάστημα παλαιού τύπου, το οποίο μη χωρώντας πια στο πλαίσιο των μερκαντιλιστικών ρυθμίσεων ανέλαβε το ίδιο την πρωτοβουλία, το σχεδιασμό και την οργάνωση και έγινε, όπως ο παλαιός μύλος και το σιδηρουργείο, μικρό ερ­γοστάσιο και μάλιστα ελεύθερη επιχείρηση. Όλα εκεί γίνο­νταν με χρονοβόρο, δαπανηρό και παρακινδυνευμένο τρόπο. Γι’ αυτό ο ανταγωνισμός επέβαλε αργότερα την πιο αποδοτι­κή και συγκεντρωτική μορφή λιανικού εμπορίου, δηλαδή το πολυκατάστημα. Η ψυχολογική μικροεπιχείρηση, το άτομο, δεν είχε διαφορετική τύχη. Είχε συσταθεί ως δυναμικό κύττα­ρο της οικονομικής δραστηριότητας. Χειραφετημένο από την κηδεμονία κατά τα παλαιότερα οικονομικά στάδια, φρόντιζε μόνο του για τον εαυτό του: ως προλετάριος με την εκμίσθωση της εργασίας του μέσω της αντίστοιχης αγοράς και με τη συνε­χή προσαρμογή στις νέες τεχνικές συνθήκες, ως επιχειρημα­τίας μέσω της ακούραστης πραγματοποίησης του ιδεατού τύ­που homo oeconomicus. Η ψυχανάλυση παρέστησε το εσωτε­ρικό της μικροεπιχείρησης, όπως συγκροτήθηκε υπό αυτές τις συνθήκες, ως περίπλοκη δυναμική του συνειδητού και του ασυνείδητου, του Αυτό, του Εγώ και του Υπερεγώ. Στη διαμά­χη με το Υπερεγώ, την κοινωνική ελεγκτική αρχή μέσα στο άτομο, το Εγώ συγκρατεί τις ορμές μέσα στα όρια της αυτο­συντήρησης. Τα σημεία προστριβής είναι πολλά και οι νευρώ­σεις, τα απρόβλεπτα έξοδα αυτής της οικονομίας των ορμών, είναι αναπόφευκτες. Ο πολύπλοκος ψυχικός μηχανισμός επέ­τρεψε εντούτοις την ώς ένα βαθμό ελεύθερη συνεργασία των υποκειμένων, στην οποία βασιζόταν η οικονομία της αγοράς. Στην εποχή των μεγάλων τραστ και των παγκόσμιων πολέμων όμως η διαμεσολάβηση της κοινωνικής διαδικασίας από τις αμέτρητες μονάδες φαίνεται οπισθοδρομική. Τα υποκείμενα της οικονομίας των ορμών απαλλοτριώνονται ψυχολογικά και η λειτουργία της ρυθμίζεται από την ίδια την κοινωνία με πιο ορθολογικό τρόπο. Για να ξέρει το άτομο κάθε φορά τι πρέπει να κάνει δεν είναι αναγκασμένο να βιώνει μία επίπονη εσωτερική διαλεκτική της ηθικής συνείδησης, της αυτοσυντήρησης και των ορμών. Οι αποφάσεις για τον άνθρωπο ως εργα­ζόμενο λαμβάνονται από την ιεραρχία των επαγγελματικών ενώσεων μέχρι την κορυφή της εθνικής διοίκησης· στην ιδιω­τική σφαίρα οι αποφάσεις υπακούουν στο σχήμα της μαζικής κουλτούρας, το οποίο δεσμεύει και τις πιο ενδόμυχες παρορμήσεις των αναγκαστικών καταναλωτών της. Το ρόλο του Εγώ και του Υπερεγώ παίζουν οι επιτροπές και οι σταρ, και οι μά­ζες, απογυμνωμένες ακόμη και από την επίφαση της προσω­πικότητας, πλάθονται πολύ πιο απρόσκοπτα συμφωνά με τα συνθήματα και τα πρότυπα απ’ ό,τι ποτέ τα ένστικτα συμφωνά με την εσωτερική λογοκρισία. Αν στο φιλελευθερισμό η ατομοποίηση ενός μέρους του πληθυσμού ήταν αναγκαία για την προσαρμογή της συνολικής κοινωνίας στη στάθμη ανάπτυξης της τεχνικής, σήμερα η λειτουργία του οικονομικού μηχανι­σμού απαιτεί τη μη εμποδιζόμενη από την ατομοποίηση διεύ­θυνση των μαζών. Η οικονομικά καθοριζόμενη κατεύθυνση της συνολικής κοινωνίας, που επιβαλλόταν ανέκαθεν στην πνευματική και σωματική σύσταση των ανθρώπων, κάνει να ατροφούν τα όργανα του μεμονωμένου ατόμου που λειτουργούσαν με στόχο την αυτόνομη διαμόρφωση της ύπαρξης του. Αφότου η σκέψη έγινε απλός τομέας στον καταμερισμό της εργασίας, τα σχέδια των αρμόδιων ειδημόνων και ηγετών έκαναν περιττά τα άτομα που σχεδίαζαν μόνα τους την τύχη τους. Η ανορθολογικότητα της χωρίς αντιστάσεις φιλόπονης προσαρμογής στην πραγματικότητα αποβαίνει για το άτομο λογικότερη από τον Λόγο. Αν άλλοτε οι αστοί ενδόβαλλαν (ενδοβολή: ασυνείδητη εισδοχή ξένων στάσεων, κινήτρων, ιδανικών, αναγκών κ.λπ. στο Εγώ, τα οποία εμφανίζονται ως εγγενώς προσωπικά) στον εαυτό τους και στους εργάτες τον καταναγκασμό ως κα­θήκον επιβαλλόμενο από τη συνείδηση, στο μεταξύ έγινε ολό­κληρος ο άνθρωπος υποκείμενο-αντικείμενο της ανασταλτι­κής καταπίεσης. Με την πρόοδο της βιομηχανικής κοινωνίας η οποία ισχυρίζεται πως εξαφάνισε μαγικά το νόμο της εξα­θλίωσης, που ήταν απόρροια της, καταστρέφεται τώρα η έν­νοια που νομιμοποιούσε το όλον: ο άνθρωπος ως πρόσωπο, ως φορέας του Λόγου. Η διαλεκτική του διαφωτισμού μετα­στρέφεται αντικειμενικά σε παράνοια.

Η παράνοια είναι συνάμα η αρρώστια της πολιτικής πραγματικότητας. Ως πυκνός ιστός της σύγχρονης επικοινωνίας ο κόσμος έγινε τόσο ενιαίος, ώστε οι διαφορές στα προγεύματα των διπλωματών στο Ντάμπαρτον Όουκς και στην Περσία, ως εθνικό χρώμα, πρέπει να επινοηθούν ειδικά, ενώ η εθνική ιδιαιτερότητα γίνεται αντιληπτή κυρίως στα εκατομμύρια των πεινώντων για ρύζι, που ξέφυγαν από τα πυκνά δίχτυα. Ενώ η αφθονία αγαθών, τα οποία θα μπορούσαν να παράγονται ταυτόχρονα παντού, κάνει τον αγώνα για τις πρώτες ύλες και τις αγορές να φαίνεται ολοένα πιο αναχρονιστικός, η ανθρω­πότητα είναι εντούτοις μοιρασμένη σε πολύ λίγα εξοπλισμένα μπλοκ. Ανταγωνίζονται το ένα το άλλο πιο ανελέητα απ’ ό,τι ποτέ οι εταιρείες της άναρχης παραγωγής εμπορευμάτων και τείνουν στην αλληλεξόντωση. Όσο πιο ξέφρενος ο ανταγωνι­σμός, τόσο πιο άκαμπτα τα μπλοκ. Μόνο με την πλήρη ταύτιση των κατοίκων τους με αυτές τις κολοσσιαίες δυνάμεις υπό την έννοια της δεύτερης φύσης και με το βούλωμα όλων των πό­ρων της συνείδησης τους οδηγούνται οι μάζες σε αυτό το είδος απόλυτης απάθειας που τις καθιστά ικανές για θαυματουργά επιτεύγματα. Όπου φαίνεται πως τα άτομα μπορούν ακόμη να αποφασίζουν, ουσιαστικά έχουν προαποφασισθεί τα πά­ντα. Το διαλαλούμενο από τους πολιτικούς των παρατάξεων ασυμφιλίωτο των ιδεολογιών δεν είναι και αυτό παρά μόνο μια ιδεολογία του τυφλού συσχετισμού εξουσίας. Η παρατα­ξιακή σκέψη, προϊόν της εκβιομηχάνισης και της διαφήμισης της, προσαρμόζεται στα μέτρα των διεθνών σχέσεων. Αν ένας πολίτης προτιμά την κομμουνιστική ή τη φασιστική παράταξη, αυτό συναρτάται ήδη με το ερώτημα αν εντυπωσιάζεται πε­ρισσότερο από τον Κόκκινο Στρατό ή από τα εργαστήρια της Δύσης. Η εκπραγμάτιση, δυνάμει της οποίας η δομή της εξουσίας, που μόνο με την παθητικότητα των μαζών καθίστα­ται δυνατή, παρουσιάζεται απέναντι στις ίδιες ως σιδηρά πραγματικότητα, έγινε τόσο πυκνή, που κάθε αυθορμητισμός, ακόμη και ο απλός σχηματισμός μιας ιδέας για την αληθινή τά­ξη πραγμάτων, έχει γίνει αναγκαστικά παράτολμη ουτοπία, απόκοσμη αιρετική συμπεριφορά. Το πέπλο της επίφασης εί­ναι τόσο πυκνοΰφαντο που η αποκάλυψη του παίρνει αντικει­μενικά το χαρακτήρα της παραίσθησης. Η υπερψήφιση μιας παράταξης όμως σημαίνει την ολοκλήρωση της προσαρμογής στην επίφαση που απολιθώθηκε σε πραγματικότητα και με τη βοήθεια αυτής της προσαρμογής αναπαράγεται επ’ αόριστον. Γι’ αυτό ακριβώς ακόμη και ο διστακτικός προγράφεται ως λι­ποτάκτης. Από τον Άμλετ και μετέπειτα για τους ανανεωτές η διστακτική στάση ήταν σημάδι σκέψης και ανθρωπιάς. Ο σπαταλώμενος χρόνος εξέφραζε και ταυτόχρονα διαμεσολαβού­σε την απόσταση μεταξύ του ατομικού και του γενικού, όπως στην οικονομία η σφαίρα της κυκλοφορίας την αντίστοιχη με­ταξύ της κατανάλωσης και της παραγωγής. Σήμερα τα άτομα δέχονται ετοιμοπαράδοτα τα ψηφοδέλτια των παρατάξεων από τους ισχυρούς, όπως οι καταναλωτές το αυτοκίνητο τους από τα θυγατρικά πρακτορεία του εργοστασίου. Η ρεαλιστι­κή στάση, η προσαρμογή στην εξουσία, δεν είναι πια το απο­τέλεσμα μιας διαλεκτικής διεργασίας μεταξύ υποκειμένου και πραγματικότητας, αλλά κατασκευάζεται άμεσα από τα γρανάζια της βιομηχανίας. Πρόκειται για μια διαδικασία εξό­ντωσης αντί διαλεκτικής υπέρβασης, τυπικής αντί καθορισμέ­νης άρνησης. Οι αχαλίνωτοι κολοσσοί της παραγωγής δεν υπερνίκησαν το άτομο προσφέροντας του ολόκληρη την ικα­νοποίηση, αλλά εξαλείφοντας το ως υποκείμενο. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η τέλεια ορθολογικότητα τους, η οποία ταυτίζεται με την τρέλα τους. Η εξωθημένη στα άκρα δυσανα­λογία μεταξύ της συλλογικότητας και του ατόμου εκμηδενίζει την ένταση, αλλά η ίδια η ανέφελη ομοφωνία μεταξύ της πα­ντοδυναμίας και της αδυναμίας είναι η αδιαμεσολάβητη αντί­φαση, το απόλυτο αντίθετο της συμφιλίωσης.

Μαζί με το άτομο δεν εξαφανίσθηκαν συνεπώς και οι ψυχολογικές του ορίζουσες, που αποτελούσαν ανέκαθεν τα ενδοανθρώπινα πρακτορεία της ψευδούς κοινωνίας. Τώρα όμως οι χαρακτηρολογικοί τύποι βρίσκουν την ακριβή θέση τους στο σχεδιάγραμμα των μηχανισμών της εξουσίας. Οι συντελεστές απόδοσης και τριβής τους έχουν συνυπολογι­σθεί. Η ίδια η παράταξη είναι ένα γρανάζι. Ό,τι στον ψυχο­λογικό μηχανισμό ήταν ανέκαθεν ψυχαναγκαστικό, ανελεύ­θερο και ανορθολογικό εφαρμόζει επάνω του με ακρίβεια. Το πρόγραμμα της αντιδραστικής παράταξης που περιέχει τον αντισημιτισμό ανταποκρίνεται στο σύνδρομο της κατα­στροφικής συμβατικότητας. Οι χαρακτήρες δεν αντιδρούν πηγαία εναντίον των Εβραίων, παρά κυρίως έχουν χαράξει μια ορμική κατεύθυνση η οποία μόνο με την παρέμβαση της παράταξης συναντά το ανάλογο αντικείμενο καταδίωξης. Τα εμπειρικά «στοιχεία του αντισημιτισμού», τα οποία έχουν τε­θεί εκτός ισχύος λόγω της απώλειας της εμπειρίας, η οποία γίνεται εμφανής στην παραταξιακή σκέψη, κινητοποιούνται εκ νέου από την παράταξη. Ήδη αποσυντεθειμένα, δημι­ουργούν στο νεοαντισημίτη την ένοχη συνείδηση και συνε­πώς την ακόρεστη κακία. Επειδή ακριβώς η ψυχολογία του μεμονωμένου ατόμου συγκροτείται και λαμβάνει το περιεχό­μενο της μόνο πια από τα κοινωνικά προμηθευόμενα συνθε­τικά σχήματα συμπεριφοράς, ο σημερινός αντισημιτισμός παίρνει τον τιποτένιο και αδιαπέραστο χαρακτήρα του. Ο Εβραίος μεσίτης εξομοιώνεται τελείως προς την εικόνα του διαβόλου μόνον όταν πια έχει γίνει οικονομικά κατ’ ουσίαν ανύπαρκτος· αυτό κάνει το θρίαμβο εύκολο και επιπλέον μετατρέπει τον αντισημίτη οικογενειάρχη σε έναν υπεύθυνο θε­ατή της ακατάσχετης ιστορικής τάσης, ο οποίος επεμβαίνει μόνον όταν το απαιτεί ο ρόλος του ως υπαλλήλου του κόμμα­τος ή του εργοστασίου που παράγει υδροκυανιούχο αέριο. Η διοίκηση ολοκληρωτικών κρατών, που οδηγεί στην εξόντωση τις αναχρονιστικές μερίδες του λαού, είναι απλώς ο δήμιος που έρχεται να εκτελέσει πολύ παλαιότερες οικονομικές κα­ταδίκες. Οι ανήκοντες σε άλλους κλάδους του καταμερισμού της εργασίας μπορούν να κοιτάζουν με εκείνη την αδιαφορία που δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη εφημερίδων όταν δια­βάζει την είδηση για τις εργασίες αποκατάστασης στους χώ­ρους της χθεσινής καταστροφής, αφού η ιδιαιτερότητα εξαι­τίας της οποίας εξολοθρεύονται τα θύματα έχει επίσης εξα­λειφθεί προ πολλού. Οι άνθρωποι που ως Εβραίοι εμπίπτουν στο διάταγμα πρέπει πρώτα να εξευρεθούν με τη βοήθεια σχολαστικών ερωτηματολογίων, αφού κάτω από την ισοπε­δωτική πίεση της όψιμης βιομηχανικής κοινωνίας οι εχθρικές θρησκείες, που άλλοτε συνιστούσαν τη διαφορά, έχουν μετα­τραπεί ήδη σε απλά πολιτιστικά αγαθά μετά την επιτυχή αφο­μοίωση. Οι ίδιες οι εβραϊκές μάζες αποφεύγουν το παραταξιακό σκέπτεσθαι τόσο λίγο όσο και οποιαδήποτε εχθρική οργάνωση νεολαίας. Ο φασιστικός αντισημιτισμός πρέπει ώς ένα βαθμό να εφεύρει πρώτα το αντικείμενο του. Η παράνοια δεν επιδιώκει πια τον στόχο της βάσει του ατομικού ιστορικού ασθενείας του διώκτη, αλλά καθώς η ίδια έγινε κοινωνικό υπαρκτό χαρακτηριστικό, πρέπει να τον θέσει αξιωματικά μέσα στο ίδιο το πλέγμα τύφλωσης των πολέμων και των οι­κονομικών συγκυριών, προτού οι ψυχολογικά προδιατεθειμένοι λαοσύντροφοι ως ασθενείς μπορέσουν, εσωτερικά και εξωτερικά, να ορμήσουν καταπάνω του.

Το γεγονός ότι ο αντισημιτισμός τείνει πλέον να εμφανί­ζεται απλώς ως μία θέση σε ένα αντικαταστατό πρόγραμμα δικαιολογεί αναντίρρητα την ελπίδα ότι μπορεί να έλθει το τέλος του. Οι Εβραίοι δολοφούνται σε μια περίοδο όπου οι ηγέτες θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την αντισημιτική θέση του προγράμματος τους με την ίδια ευκολία με την οποία μπορούν να μεταφέρουν τις πιστές μάζες από ένα ση­μείο της εξορθολογισμένης παραγωγής σε ένα άλλο. Βάση της εξέλιξης που οδηγεί στο παραταξιακό σκέπτεσθαι παρα­μένει η οικουμενική αναγωγή κάθε ειδικής ενέργειας στη μία και μοναδική αφηρημένη μορφή εργασίας, από το πεδίο της μάχης ως το στούντιο. Το πέρασμα από αυτές τις συνθήκες σε μια πιο ανθρώπινη κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί όμως να γίνει, διότι στο καλό και στο κακό επιφυλάσσεται η ίδια τύχη. Η ελευθερία στο πρόγραμμα της προοδευτικής παρά­ταξης είναι ένα στοιχείο τόσο εξωτερικό προς τις πολιτικές δομές εξουσίας, στις οποίες κατ’ ανάγκη καταλήγουν οι προ­οδευτικές αποφάσεις, όσο και ο αντιεβραϊσμός προς τα τρα­στ της χημικής βιομηχανίας. Οι ψυχολογικά πιο ανθρώπινοι έλκονται βέβαια από την προοδευτική παράταξη, αλλά η επε­κτεινόμενη απώλεια της εμπειρίας μετατρέπει τελικά και τους δικούς της οπαδούς σε εχθρούς της διαφοράς.Αντισημι­τική δεν είναι μόνον η αντισημιτική παράταξη, αλλά η παρα­ταξιακή νοοτροπία εν γένει. Εκείνη η οργή κατά των διαφο­ρών, που ενυπάρχει τελεολογικά σε αυτή τη νοοτροπία, είναι έτοιμη, ως μνησικακία των κυριαρχούμενων υποκειμένων της κυριαρχίας πάνω στη φύση, να ορμήσει κατά της φυσικής μειονότητας, ακόμη και όταν αυτά αρχικά απειλούν την κοι­νωνική μειονότητα. Η κοινωνικά υπεύθυνη ελίτ δεν εντοπίζε­ται έτσι και αλλιώς τόσο εύκολα όσο άλλες μειονότητες. Στις νεφελώδεις συνθήκες ιδιοκτησίας, κατοχής, νομής και διεύ­θυνσης διαφεύγει με επιτυχία από το θεωρητικό προσδιορι­σμό. Τόσο στην ιδεολογία της φυλής όσο και στην πραγματι­κότητα της τάξης φανερώνεται μόνον η αφηρημένη διαφορά έναντι της πλειονότητας. Αν όμως το προοδευτικό πρόγραμ­μα τείνει προς αυτό που είναι χειρότερο από το περιεχόμενο του, το περιεχόμενο του φασιστικού προγράμματος είναι τό­σο ασήμαντο, που ως υποκατάστατο του καλύτερου δεν μπο­ρεί να σταθεί παρά μόνο με τις απεγνωσμένες προσπάθειες των απατημένων. Το φρικτό στο φασιστικό πρόγραμμα είναι ότι, ενώ είναι ολοφάνερο ψέμα, εξακολουθεί να υπάρχει. Ενώ δεν επιτρέπει καμιά αλήθεια με την οποία θα μπορούσε να παραβληθεί, το άμετρο του παραλογισμού του φανερώνει, με αρνητικό τρόπο, απτά την αλήθεια, από την οποία οι άκρι­τοι μπορούν να κρατηθούν αποχωρισμένοι μόνο με πλήρη απώλεια της σκέψης. Μόνον ο διαφωτισμός που θα γινόταν κύριος του εαυτού του και θα αποκτούσε ο ίδιος ισχυρή δύ­ναμη θα μπορούσε να σπάσει τα όρια του διαφωτισμού.

από το Διαλεκτική του Διαφωτισμού – Φιλοσοφικά αποσπάσµατα (εκδόσεις Νήσος)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: