our news

«Χρονικά Αντισημιτισμού #07» “Η 15η αποστολή” 1η Μαϊου 1943: Ημέρα μνήμης των Εβραίων της Βέροιας

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,269 other followers

 

Συνεχίζουμε με την έβδομη δημοσίευση της έρευνας μας «Χρονικά Αντισημιτισμού» με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργιου Λιόλιου, Σκιές της πόλης- Αναπαράσταση του διωγμού των Εβραίων της Βέροιας, Αθήνα 2009, εκδ. Ευρασία. Το κείμενο το βρήκαμε εδώ

Οι τελευταίες ημέρες του Απριλίου ήταν σε όλο τον εβραϊκό κόσμο οι ημέρες του Πέσαχ, του εβραϊκού Πάσχα. Παρά τις τραγικές συνθήκες, και στη Βέροια οι Εβραίοι ετοιμάζονταν για τη μεγάλη εορτή που κορυφωνόταν στις 1 Μαΐου και συμβολικά προσδοκούσαν μια ακόμα Έξοδο, την σημαντικότερη όμως στην ιστορία του εβραϊκού λαού.

Μέχρι την ημέρα της σύλληψής τους, όλοι ετοιμάζονταν πυρετωδώς για το μακρύ ταξίδι. Ετοίμαζαν τα τσουβάλια με φαγητά, ρούχα και τα αναγκαία, έραβαν στις φόδρες των ρούχων λίρες και κοσμήματα, προσπαθούσαν να ζυγίσουν σε συνολικά είκοσι κιλά όσες από τις αναμνήσεις και τους κόπους μιας ζωής μπορούσαν να στοιβάξουν. Όμως, σύμφωνα με τις οδηγίες, μπορούσαν να κουβαλήσουν μαζί τους μόνο είκοσι κιλά αποσκευές ο καθένας, ενώ κοσμήματα και τιμαλφή θα τα παρέδιδαν για φύλαξη «επί αποδείξει». Τα χρήματα, με τα οποία στην πραγματικότητα θα πλήρωναν το ταξίδι τους, ήταν υποχρεωμένοι να τα ανταλλάξουν με επιταγές σε πολωνικό νόμισμα, οι οποίες όμως ήταν δίχως αντίκρισμα. Κι επιπλέον, τους συνιστούσε η αρχιραβινεία Θεσσαλονίκης να τελούν γάμους, διότι τα έγγαμα ζευγάρια θα απολάμβαναν καλύτερης μεταχείρισης στην Πολωνία! Και μια «επιδημία» γάμων κατέλαβε την εποχή εκείνη όλες τις Κοινότητες της γερμανικής ζώνης και στη Βέροια.

Στις 28 ή 29 Απριλίου 1943, οι Γερμανοί, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, περιορίζουν στο χώρο της εβραϊκής συνοικίας και της Συναγωγής τον εβραϊκό πληθυσμό που ζούσε μέσα στη συνοικία.

Η διάταξη της περίκλειστης εβραϊκής συνοικίας εξυπηρετούσε τους σκοπούς του περιορισμού. Οι δύο πόρτες διόδου προς και από τη συνοικία, ασφαλίζονται για πρώτη φορά μετά την Απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους και το «άνοιγμα» του εβραϊκού κόσμου στην τοπική κοινωνία. Εκεί θα παραμείνουν φυλακισμένοι για τρεις μέρες, όσες και οι μέρες που χρειάστηκαν για την προετοιμασία της μεταφοράς τους. Η γειτονιά γύρω από τη συνοικία, σοκαρισμένη από τα γεγονότα, ανησυχεί για την τύχη τους. Οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν αδελφικά και μονιασμένα με τον εβραϊκό πληθυσμό, μουδιάζουν από τις εξελίξεις κι αδυνατούν να βοηθήσουν με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς τους είναι αδύνατη ακόμα και η ελάχιστη πρόσβαση στο εσωτερικό της συνοικίας.

Οι ημέρες που μεσολάβησαν ήταν ο προγραμματισμένος χρόνος αναμονής. Οι Γερμανοί προετοίμαζαν την αποστολή με τη μεθοδικότητα που απαιτούσαν οι περιστάσεις για την αδιατάρακτη λειτουργία των αποστολών από τη Θεσσαλονίκη προς την Πολωνία. Η χωρητικότητα των βαγονιών και των συρμών ήταν συγκεκριμένη, μεθοδικά σχεδιασμένη κι απαιτούσε συγχρονισμό των ενεργειών παντού στη γερμανική ζώνη κατοχής για τη «σωστή φόρτωση» των μελλοθανάτων. Ο χρόνος όμως που μεσολάβησε έδωσε και την ευκαιρία στους δήμιους των φοβισμένων ντόπιων Εβραίων να αρπάξουν από αυτούς οτιδήποτε πολύτιμο φύλαγαν για το μακρύ ταξίδι της «αποκατάστασής» τους στην Πολωνία (χρήματα, κοσμήματα κι αντικείμενα αξίας). Επιπλέον, στη συνοικία εκτυλίσσονται ανείπωτες σκηνές εξευτελισμού, βίας και ωμοτήτων από τους Γερμανούς σε βάρος του τρομοκρατημένου πλήθους.

Η Μύριαμ Μορδεχάι, που λίγες μέρες πριν βρήκε καταφύγιο για την οικογένειά της σε γειτονικό χριστιανικό σπίτι κοντά στην Μπαρμπούτα, σε απόσταση εκατό μέτρων από το δικό της σπίτι στη συνοικία, άκουγε από την κρυψώνα της τις κραυγές και τις οιμωγές των ομοθρήσκων της από τα βασανιστήρια, στα οποία τους υπέβαλαν οι Γερμανοί. Έβλεπε από απόσταση να σέρνουν την ηλικιωμένη κι άρρωστη μάνα της καθώς και τις τέσσερις αδελφές της, μία από τις οποίες ήταν παντρεμένη με πέντε παιδιά.

«Κι εγώ άκουγα τις κραυγές τους και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με έπιασε υστερία και άρχισα να φωνάζω, σώστε τη μητέρα μου, αλλά βεβαίως τίποτε δεν μπορούσε να γίνει. Οι Ναζί τους έβαλαν καυτά αυγά κάτω από τις μασχάλες, τους έδεσαν τα χέρια και τους έδειραν αλύπητα», θα πει η ίδια πολλά χρόνια μετά στις αναμνήσεις της.

Οι οιμωγές και οι κραυγές τρόμου και πόνου δεν ακούγονταν μόνο στα αυτιά της Μορδεχάι. Ακούγονταν και σ’ όλη τη γύρω γειτονιά. Η πόλη πληροφορήθηκε τη σύλληψη των Εβραίων, το νέο ότι «σηκώνουν τους Εβραίους» διαδίδεται ταχύτατα σε όλη τη Βέροια, αλλά κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει στη συνοικία. Κανείς δεν ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας στη γερμανική διοίκηση. Ο δήμαρχος Καμπίτογλου, που «ασκούσε μεγάλη επιρροή» στον Γερμανό φρούραρχο δεν ζήτησε να εκτελεστεί ο ίδιος όπως θα έκανε για τους άλλους «ίσους δημότες» του. Οι επώνυμες δεσποινίδες της πόλης εξακολουθούσαν να περιέρχονται την κοντινή ύπαιθρο για να κάνουν ιππασία με τους Γερμανούς αξιωματικούς. Η τοπική εκκλησία ακέφαλη, παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Ο διοικητής της Χωροφυλακής Βέροιας Γεώργιος Σταυρίδης, είχε κάνει το καθήκον του με το παραπάνω μέχρι τότε και πλέον επόπτευε την πόλη. Οι αντάρτες είχαν αναπτύξει τις δικές τους δράσεις στα βουνά και οι μοναδικοί που όρθωσαν ανάστημα στη γερμανική διοίκηση ήταν η οργάνωση αναπήρων και θυμάτων πολέμου, η οποία, στο άκουσμα της σύλληψης και της σχεδιαζόμενης μεταφοράς, ζήτησε να εξαιρεθεί της εκτόπισης ο Ιωνάς Δανιέλ. Ένας ταλαίπωρος Εβραίος που γύρισε από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο χωρίς πόδια και περιέτρεχε μέχρι τότε την πόλη με αναπηρικό καροτσάκι, πουλώντας φθηνή πραμάτεια για ένα κομμάτι ψωμί. Το αίτημα, όπως ήταν αναμενόμενο, απορρίφθηκε και ο Ιωνάς Δανιέλ περίμενε ως βέβαιο θύμα την Τελική Λύση.

Οι εικόνες βαθιά χαραγμένες θα κυνηγούν εφιαλτικά τη Μορδεχάι μέχρι το θάνατό της: «Κάθε χρόνο, την Πρωτομαγιά, δεν μένω ποτέ μόνη. Φεύγω, πηγαίνω οπουδήποτε και προσπαθώ να ξεχάσω. Και παρ’ όλο που 45 χρόνια έχουν περάσει από τότε, οι αναμνήσεις είναι ζωντανές και δεν με αφήνουν να ξεχάσω».

Τρεις μέρες μετά την αυστηρή απομόνωση τους, την 1η Μαϊου του 1943, όλος αυτός ο πληθυσμός συγκεντρώνεται για αναχώρηση και την ευθύνη της μεταφοράς τους αναλαμβάνει ένας ομόθρησκός τους από τη Θεσσαλονίκη, ο Έδγκαρ Κούνιο (γνωστός από τη συνεργασία του με τις δυνάμεις Κατοχής).

Οι σκηνές που εκτυλίσσονται τις ώρες εκείνες είναι τραγικές και περιγράφει κάποιες από αυτές η Μύριαμ, παρακολουθώντας από την κρυψώνα της: «Την ημέρα που έφευγε η αποστολή, κρυφοκοιτάζοντας από μια χαραμάδα είδα μια έγκυο γυναίκα που άρχιζε να γεννά ενώ οι Γερμανοί την έσπρωχναν και τη χτυπούσαν. Εκείνη στρίγκλιζε. Το όνομά της ήταν Μπουένα Πιπανό , γυναίκα του Αζαρία. Ο Ασέρ κρυφοκοίταζε από μια άλλη χαραμάδα προς την κατεύθυνση της Συναγωγής και είδε δυο άντρες να πηδούν στο κενό από το μπαλκόνι».

Οι Γερμανοί, ωστόσο, επιβάλλουν την τάξη και ο Έδγκαρ Κούνιο, με τη βοήθεια της εβραϊκής πολιτοφυλακής, οδηγεί το πλήθος έξω από την εβραϊκή συνοικία και μέσω των οδών Μεραρχίας, Σοφού και Κεντρικής τους οδηγεί στην έξοδο της πόλης προς το σιδηροδρομικό σταθμό. Μέσα στη φάλαγγα και οι δύο ραβίνοι που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το ποίμνιό τους, ο Ιτσχάκ Σαρφατή και ο Σαμουέλ Σαρφατή. Ο Νίκος Σιδηρόπουλος που παρακολουθεί από την τζαμαρία του μαγαζιού του πατέρα του το «εθελομάνι του θανάτου», παρακολουθεί με ανάμικτα συναισθήματα τη θλιβερή πομπή. Βλέπει τους εκατοντάδες μελλοθανάτους αλλά ανάμεσα σε αυτούς δεν βρισκόταν ο παιδικός του φίλος ο Δαβίκος και η οικογένειά του. Ο Νίκος Παπαγιαννούλης, που στέκεται στην εξώθυρα του σπιτιού του στην οδό Μεραρχίας, ξαφνιάζεται βλέποντας τον φίλο του Ιακώβ Αζαριά κάπου μέσα στο πλήθος να ακολουθεί πειθήνια με σκυφτό το κεφάλι και με κλεφτές ματιές προς τον χριστιανό φίλο του, νεύοντάς του πόσο δίκιο είχε όταν τον προέτρεπε να διαφύγει στα βουνά. Σε όλη την πορεία μέσα από την κεντρική αγορά της πόλης, ορισμένοι από το πλήθος των Εβραίων βρίσκουν το κουράγιο να χαιρετίσουν με φωνές στον αέρα φίλους και γνωστούς, βλέπουν για τελευταία φορά γνώριμες γωνιές και τα σφραγισμένα καταστήματά τους.

Οι έμποροι και οι καταστηματάρχες της Αγοράς στέκονται βουβοί μπροστά στο θέαμα. Άραγε πως σχολίαζαν την πομπή αυτή στις χαμηλόφωνες κουβέντες τους; Ορισμένοι δοκιμάζουν τις αντοχές τους σιωπηλά. Άλλοι σπεύδουν να ευχηθούν καλή αντάμωση. Στην αρχή και στο τέλος της πομπής οι Γερμανοί ελέγχουν με μαστίγια τη ροή της φάλαγγας και διώχνουν τους ανεπιθύμητους. Στο πλάι, οι εξαπατημένοι ντόπιοι Εβραίοι πολιτοφύλακες «περιφρουρούν» την πορεία. Στο τέρμα της οδού Κεντρικής στρίβουν για την ευθεία που οδηγεί στο σιδηροδρομικό σταθμό (σημερινή οδός Θεσσαλονίκης).

Κάποιοι, μη Εβραίοι κάτοικοι, που συμπτωματικά την ημέρα εκείνη βρέθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, περιγράφουν αργότερα τη σκηνή που αντίκρισαν εκεί: «Ένα πλήθος φοβισμένο, φορτωμένο με τσουβάλια όπου είχαν τα ρούχα τους και τα αναγκαία για το μακρύ ταξίδι, με παιδιά στην αγκαλιά, με υποβασταζόμενους γέρους, γριές και ασθενείς (ανάμεσα σε αυτούς και ο Ιωνάς Δανιέλ, ο στρατιώτης του αλβανικού μετώπου δίχως πόδια), να κλαίνε και να στοιβάζονται, με τη βία και με χτυπήματα, σαν ζώα στα βαγόνια του συρμού για τη Θεσσαλονίκη».

Ελάχιστοι ντόπιοι προστρέχουν στο σιδηροδρομικό σταθμό για συμπαράσταση. Μεταξύ αυτών ο Γιάννης Λιόλιος. Ερωτευμένος με μια εβραιοπούλα, σπεύδει, στο άκουσμα της είδησης, με τον φίλο του Μέρκο Κουτσογιάννη και δύο ακόμα άτομα στο σταθμό για να αποχαιρετήσει τον έρωτά του. Τη βλέπει από μακριά, δεν προλαβαίνει να την πλησιάσει ή να της μιλήσει. Οι Γερμανοί που περιφρουρούν την αποστολή και ο κουκουλοφόρος Έλληνας συνεργάτης τους σπρώχνουν βίαια τους λίγους παρισταμένους διώχνοντάς τους.

Όλος αυτός ο πληθυσμός οδηγείται στην εβραϊκή συνοικία Χιρς στην περιοχή του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού της Θεσσαλονίκης, το οποίο λειτουργούσε ως διαμετακομιστικός σταθμός των αποστολών προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Λίγες μέρες μετά η 15η αποστολή, που συμπεριλάμβανε και 660 Εβραίους από τη Βέροια, με προορισμό το Άουσβιτς ξεκινά το εφιαλτικό της ταξίδι. Ούτε η στάχτη τους δεν θα μείνει.

Κανείς δεν σώθηκε. Κανείς δεν επέστρεψε. Μετά από τετρακόσια χρόνια σεφαραδικής ζωής και πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια σχεδόν αδιάκοπης εβραϊκής παρουσίας, η εβραϊκή κοινότητα της Βέροιας σβήνει και η ιδιοσυστασία της πόλης χάνεται οριστικά.

info: Γιώργος Λιόλιος, Σκιές της πόλης-
Αναπαράσταση του διωγμού των Εβραίων της Βέροιας, Αθήνα 2009, εκδ. Ευρασία

Εξήντα επτά χρόνια μετά, τίποτα δεν είναι αυτονόητο στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Όταν για πολλοστή και πάλι φορά εβραϊκά νεκροταφεία βεβηλώνονται, Συναγωγές καίγονται και μνημεία της στάχτης των Εβραίων θυμάτων βανδαλίζονται, και μολαταύτα η συλλογική μνήμη ρεμβάζει απαθής, δείχνει ότι οι συνθήκες που κάποτε γέννησαν το Ολοκαύτωμα δεν έχουν ριζικά μεταβληθεί. «Διότι, αν υπήρχε κάτι στην κοινωνική μας τάξη, το οποίο έκανε δυνατό το Ολοκαύτωμα το 1941, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι έχει έκτοτε εξαλειφθεί» (Zygmunt Bauman, Modernity and the Holocaust,1989). Ή αλλιώς ειπωμένο με τα λόγια του Léon Blum «μια μικρή μετατόπιση των συνθηκών αρκεί για να ξυπνήσει το θηρίο στον άνθρωπο, σε κάθε άνθρωπο».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: