our news

Συστατική επιστολή: Detroit Techno

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,198 other followers

Οι Αμερικανοί τείνουν να συνδέουν το techno με την Ευρώπη, αλλά είναι προϊόν της ζώνης σκουριάς. Photo illustration by Yoshi Sodeoka

Shuja Haider για τη New York Times.  Την μετάφραση έκανε για το Shades ο VJ. Οι υπογραμμίσεις με μαύρα στο κείμενο είναι δικές μας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η ιαπωνική εταιρεία ηλεκτρονικών Roland ανέπτυξε δύο μηχανήματα τα οποία σύντομα θα θεωρούνταν ξεπερασμένεα κι ύστερα θα άλλαζαν τον κόσμο, μ’ αυτήν ακριβώς τη σειρά. Το TR-808 Rhythm Composer και το TB-303 Bass Line -δύο συνθεσάιζερ με ενσωματωμένα sequencers– σχεδιάστηκαν ώστε οι μουσικοί να εξασκούνται σπίτι τους, φτιάχνοντας μια τεχνητή μουσική συνοδεία. Λειτουργούσαν με ταλαντωτές που ελέγχονταν από τη τάση του ηλεκτρικού ρεύματος ώστε να παράγουν ηχητικά κύματα παρόμοια μ’ εκείνα των drums κι ενός ηλεκτρικού μπάσου. Ο ήχος τους ήταν σκληρός και δύσκαμπτος οπότε θεωρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό ακατάλληλα για σοβαρούς μουσικούς, και κατέληξαν σε μαγαζιά με μεταχειρισμένα, σε παζάρια και σε ενεχυροδανειστήρια. Τελικά, τα ανακάλυψαν οι DJs των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ και τα χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν ήχους που δεν μπορούσε να παράγει κανένα υπάρχον όργανο.

Ο κόσμος συχνά ξεχνάει ότι τα πιο οραματικά μουσικά στυλ που προέρχονται από την Αμερική των τελών του 20ού αιώνα -η house κι η techno– δεν αναπτύχθηκαν στις παραλιακές πολιτείες της σύγχρονης κουλτούρας, αλλά στην μόνιμα παραμελημένη Ζώνη της Σκουριάς[1]. Η house γεννήθηκε στο Σικάγο και πήρε το όνομά της σχετικά τυχαία, από ένα club που βρισκόταν στο επίκεντρο της μουσικής σκηνής, το Warehouse. Όμως, η λέξη «techno» επιλέχτηκε συνειδητά: ο Juan Atkins, ένας μουσικός από το Ντητρόιτ που κυκλοφόρησε τους πρώτους δίσκους techno, έδωσε στην μουσική του αυτό το όνομα εμπνεόμενος από την ενότητα «The Techno-Rebels» του βιβλίου The Third Wave του Alvin Toffler. Ο Toffler εκεί περιέγραφε κάτι που ίσως σήμερα να ονομάζαμε χάκερς – εκείνους που αρνούνται να περιορίσουν τη χρήση τους των μηχανημάτων σύμφωνα με τις προθέσεις των κατασκευαστών τους.

Οι μηχανικοί της Roland δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει την μεταλλαγμένη σύνθεση της funk, disco, post-punk και ηλεκτρακουστικής μουσικής που θα δημιουργούνταν με τα μηχανήματά τους από τον Atkins και τους συνεργάτες του, δύο φίλους του από το λύκειο ονόματι Derrick May και Kevin Saunderson. Η ιστορία τους είναι τόσο αμερικάνικη που θα μπορούσε να είναι τραγούδι του Bruce Springsteen: έφηβοι από τα προάστια μιας βιομηχανικής πόλης που τους ένωση η μουσική, τα αυτοκίνητα κι οι φιλοδοξίες. Οι τρεις τους σχημάτισαν ένα DJ crew που ονόμασαν Deep Space Soundworks, και επισκιάζαν του ανταγωνιστές τους μιξάροντας ζωντανά στη σκηνή μαζί με τα βινύλια κι ένα TR-808. Το επόμενο βήμα ήταν να ξεκινήσουν να φτιάχνουν δικούς τους δίσκους.

Εκείνο που παρατηρούν πάντα πρώτο οι αμυήτοι είναι το beat. Τα περισσότερα techno κομμάτια χρησιμοποιούν τoν ρυθμό «four on the floor» που κληρονόμησαν από τη disco και τον μοιράζονται με τη house – χτύπημα της μπότας των drums στην αρχή του κάθε τετράμετρου[2]. Παραδοσιακά όργανα όπως πιάνο και βιολιά κάνουν περιστασιακές εμφανίσεις. Αλλά συχνότερα απ’ ότι όχι, τα synthesizers και τα sequencers χρησιμοποιούνται για την διαμόρφωση ήχων από το μηδέν. Μ’ αρέσει να φαντάζομαι με τι θα έμοιαζαν τα όργανα που βγάζουν αυτούς τους ήχους αν έπαιρναν φυσική μορφή – ίσως κάποιο μεγάλο μηχάνημα από κάποια ταινία του David Cronenberg, ικανό να μεταλλάσσεται και να παίρνει διαφορετικές μορφές με το γύρισμα ενός διακόπτη. Ή ίσως ο ήχος ενός διάττοντα αστέρα καθώς περνάει μπροστά απ’ το παρμπρίζ σου ενώ οδηγείς σε μια λεωφόρο στο εξώτερο διάστημα.

«Η μουσική αυτή είναι όπως και το Ντητρόιτ, ένα απόλυτο λάθος», έγραψε ο μουσικός Derrick May στην εισαγωγή της συλλογή techno Techno! The New Dance Sound of Detroit που κυκλοφόρησε το 1988. «Είναι λες και εγκλωβιστήκαν σ’ ένα ασανσέρ ο τραγουδιστής George Clinton και το συγκρότημα Kraftwerk, έχοντας μόνο ένα sequencer να τους κρατάει συντροφιά». Ίσως να είναι η κληρονομιά των Kraftwerk που οδήγησε στη τεράστια επιτυχία της techno στης Ευρώπη. Δυστυχώς, η τροχιά της επισκιάστηκες από το άλλο μισό της εξίσωσης του May. Παρά την αμερικανική της καταγωγή, η techno έχει κακή φήμη στις ΗΠΑ. Έχει συνδεθεί με ναρκωτικά, βελούδινα σκοινιά και glowsticks. Η rave κουλτούρα στην Αγγλία, η club κουλτούρα στη Γερμανία και μια σειρά από Σκανδιναβούς σουπερ-σταρ DJs κάνουν τους μαύρους καλλιτέχνες όπως ο Atkins, o May κι ο Saunderson να μοιάζουν με μια ανωμαλία στην ηλεκτρονική μουσική.

Αυτή η διαγραφή έχει να κάνει με την περίπλοκη σχέση της techno του Ντητρόιτ με την μαύρη μουσική παράδοση – ιδίως του Ντητρόιτ. Ο Atkins έχει πει, σχετικά αιρετικά, ότι ενδιαφέρεται «περισσότερο για τα ρομπότ του Φορντ παρά για την μουσική του [Berry] Gordy». Η ριζοσπαστική πράξη των techno-rebels του Ντητρόιτ ήταν ότι εισήλθαν σ’ ένα μη-ανθρώπινο δίκτυο μηχανών και βρήκαν φωνή σ’ αυτό – το οποίοι τους τοποθετεί σε μια διαφορετική κληρονομιά του Ντητρόιτ. Η πρώτη ανεξάρτητη οργάνωση μαύρων εργατών στις αυτοκινητοβιομηχανίες ονομαζόταν Dodge Revolutionary Union Movement [Επαναστατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα της Dodge] – ή αλλιώς, DRUM. Τα μέλη του DRUM συχνά φωνάζαν ρυθμικά τη λέξη αυτή σαν σύνθημα στις πορείες τους, σαν να κρατούσαν ένα beat.

Το ίδιο κύμα τεχνολογικής ανάπτυξης που έφερε στον κόσμο το TR-808 και το TB-303 θα έφερνε επίσης υποτίθεται τη βιομηχανία του Ντητρόιτ στο μέλλον· αντ’ αυτού, διευκόλυνε την ολέθρια καταστροφή της οικονομίας του. Αυτές οι συνθήκες έδωσαν στη techno μια επίγουσα σημασία. Η άρνηση να επιτραπούν στις μηχανές να διευθύνουν την ανθρώπινη δραστηριότητα ενώνει τον χώρο εργασία με την πίστα. Όταν ακούω techno, δεν ακούω απλά τα ηλεκτρονικά· ακούω τα χέρια που τα χειρίζονται.

Το χαρακτηριστικό αυτό είναι εμφανές στο αγαπημένο μου tecnho κομμάτι, «The Cosmic Courier», που έφτιαξε ο Atkins μαζί με δύο Ευρωπαίους μουσικούς του 1992, καθώς το είδος είχε ξεκινήσει το διατλαντικό του ταξίδι. Ξεκινάει, όπως η ίδια η μουσική, μ’ ένα beat, με την κίνηση του χρόνου προς τα εμπρός, ακολουθώντας τη τροχιά μας μέσα στα περιστρεφόμενα σύννεφα του σύμπαντος. Άλλα στοιχεία εισέρχονται στο κομμάτι το ένα μετά το άλλο. Μια μπασογραμμή απτή σαν σώμα, υπενθυμίζοντας ότι τον γρίφο της φυσικής ύλης. Ένας επίμονος αυτοσχεδιασμός εγχώρδων, αναζητώντας την αρμονία, προσπαθώντας να βρουν το νόημα των πάντων. Ύστερα, ξαφνικά, αναδύεται μια μελωδία, μια μικρή μα πρόδηλη φωνή, τόσο γηίνη όσο και εξωγηίνη, κομμάτι του περιβάλλοντός της αλλά συνάμα διακριτή απ’ αυτό. Τα σύννεφα διαλύονται και τα πάντα καταρρέουν εκτός από ανένδοτο beat και τη διακριτική παρουσία μιας μελωδίας. Σ’ αυτή, δεν ακούω τίποτα λιγότερο απ’ το ανθρώπινο πνεύμα, κάπου σε ένα αχανές, ανεξερεύνητο σύμπαν, τολμώντας να υπάρξει.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Η Ζώνη της Σκουριάς αποτελείται από τις Μεγάλες Λίμνες και τις κεντροδυτικές και βορειοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ οι οποίες επλήγησαν από οικονομική ύφεση, μείωση του πληθυσμού κι αστικό μαρασμό λόγω της συρρίκνωσης του πρώην ισχυρού τους βιομηχανικού τομέα.

2. [Σ.τ.Μ.]: Εδώ ο αρθρογράφος κάνει ένα λάθος. O ρυθμός four on the flour δεν πρόκειται για ένα χτύπημα της μπότας στο πρώτο μέτρο του τετράμετρου αλλά για χτύπημα της μπότα και στα τέσσερα μέτρα του τετράμετρου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: