our news

Franz Mehring – “για τον Charles Dickens”

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,198 other followers

Μετάφραση και επιμέλεια Κώστας Λίλας. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο praxisreview.

Kείμενα του  Franz Mehring στο shades

 Φραντς Μέρινγκ, δημοσιογράφος, ιστορικός, κριτικός, ήταν ένας από τους ηγέτες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, τόσο ως προς τη θεωρία όσο και ως προς την πράξη. Γεννημένος το 1846 στην Πομερανία σε οικογένεια της μεσαίας τάξης, ολοκλήρωσε τις σπουδές του ως διδάκτορας της φιλοσοφίας στο Λάιπτσιγκ. Τα ευφυή άρθρα του εμφανίζονταν σε εφημερίδες που ο ίδιος εξέδιδε και, από το 1890 στη Neue Zeit του Καρλ Κάουτσκυ. Εντάχθηκε, ενάντια στον πόλεμο, στον Σπάρτακο, που ίδρυσαν ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πέρασε πολλούς μήνες στη φυλακή και πέθανε το 1919, αφού έμαθε για την δολοφονία των δύο συντρόφων του. Τα πιο γνωστά ιστορικά του έργα είναι η «Ιστορία της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας (1897-08)» και το «Καρλ Μαρξ: Η Ιστορία της Ζωής του», που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1918 μετά από καθυστερήσεις από την στρατιωτική λογοκρισία και τώρα πια αποτελεί μια κλασσική βιογραφία του Μαρξ.

Από τους τρεις μεγάλους Άγγλους μυθιστοριογράφους της Βικτωριανής περιόδου – Μπούλβερ, Ντίκενς και Θάκερεϋ – ο Ντίκενς ήταν ο περισσότερο αγαπημένος και διαβασμένος, παρά το γεγονός ότι η ηπειρωτική λογοτεχνία και φιλοσοφία του ήταν πολύ λιγότερο οικείες από ότι στους ευρύτερης κλασσικής παιδείας συγχρόνους του. Τους ξεπερνούσε εύκολα όμως με το πρωτότυπο ταλέντο του και την ακατάβλητη ενέργειά του για δουλειά και ζωή, ενέργεια που αποτελούσε μάλλον και την πιο ξεχωριστή του αρετή.

Ήταν πέρα για πέρα Άγγλος. Έχει, όχι άδικα, ειπωθεί ότι δεν άφησε ποτέ πίσω του τη λονδρέζικη καταγωγή του. Στα γράμματά του, που δημοσίευσε μετά το θάνατό του ο φίλος του Φόρστερ, παραπονιέται συχνά, ενώ διασχίζει τα άσπιλα τότε από ορδές τουριστών ελβετικά βουνά, για την απουσία των θορύβων του δρόμου, τους οποίους και θεωρούσε αναντικατάστατους για την δημιουργικότητά του. «Δεν μπορώ να περιγράψω το πόσο μου λείπουν οι δρόμοι», έγραφε το 1846 από τη Λωζάνη, όπου έγραψε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του το «Ντόμπυ και Υιός». «Είναι σαν να προσφέρουν στο νου μου κάτι χωρίς το οποίο αδυνατεί να εργαστεί. Για μια βδομάδα ή ένα δεκαπενθήμερο, μπορώ θαυμάσια να γράψω σε κάποιο απόμερο μέρος. Μετά όμως, χρειάζεται μία τουλάχιστο μέρα στο Λονδίνο για να μου δώσει ώθηση. Η δυσκολία του να δουλεύω χωρίς αυτό το μαγικό φανάρι είναι τεράστια … Οι χαρακτήρες μου μοιάζουν να επιθυμούν την ακινησία χωρίς ένα Λονδίνο γύρω τους. Έγραψα πολύ λίγο στην Τζένοα και νόμιζα ότι είχα αποφύγει τα ίχνη της επιρροής της, αλλά, Θεέ μου, τουλάχιστον εκεί είχα δυο μίλια φωτισμένων δρόμων που μπορούσα να περιπλανηθώ τη νύχτα, και ένα σπουδαίο θέατρο κάθε βράδυ».

Στα γράμματα του συγγραφέα εμφανίζονται δεκάδες παρόμοια παράπονα. Ως προς αυτό, ξεχωρίζει ιδιαίτερα ανάμεσα στους ομότεχνούς του.

Η ψυχοφθόρα ζωή της πόλης ήταν το πραγματικό πνεύμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του. Ήξερε αυτή τη ζωή στα ύψη και τα βάθη της. Αντιλαμβανόταν τους κοινωνικούς της τύπους με αξιοθαύμαστη διεισδυτικότητα και τους ενσάρκωνε σε ζωηρές φιγούρες, πολλές από τις οποίες ήταν και παραμένουν δημοφιλείς στην Αγγλία και αλλού. Ο κύριος Πίκγουικ και ο Σαμ Γουέλλερ μπορούν να συγκριθούν σε φήμη με τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάντσα. Ακόμη κι όταν είχε γίνει πια τιμώμενος συνδαιτημόνας υπουργών και κοντινός φίλος όλων των διάσημων της Αγγλίας, η καρδιά του ανήκε στους φτωχούς και άμοιρους, αυτούς από τους οποίους και ο ίδιος προερχόταν. Ένιωθε όσο κανείς τα «παραπαίδια της φύσης», τους τυφλούς, τους κουφούς, του μουγγούς, αλλά επίσης, και αυτό σημαίνει ακόμη περισσότερα, τα «παραπαίδια» της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ακόμη και ωραιοπαθείς αστοί έλεγαν για τον Ντίκενς, εν μέρει καταγγελτικά, εν μέρει με απορία, ότι ποτέ δεν μπερδευόταν στη συμπάθειά του για την εργατική τάξη από τη χοντροκοπιά, την εγκληματικότητα, την ανηθικότητα, την βρωμιά.

Η δημιουργικότητά του ήταν σχεδόν απίστευτη. Παρά το γεγονός ότι απολάμβανε την κοινωνική ζωή που του πρόσφεραν οι καρποί του συγγραφικού του έργου, έγραψε, σε λιγότερο από δυο δεκαετίες, δώδεκα σημαντικά μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα, μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, ταξιδιωτικά ημερολόγια και πολλά άλλα ακόμη. Πράγματα που μπορεί να καταλάμβαναν τους κόπους μιας ζωής για άλλους ανθρώπους, όπως η ίδρυση μιας εφημερίδας (της DailyNews) ή ενός σημαντικού εβδομαδιαίου περιοδικού (HouseholdWorlds), ήταν για αυτόν ευκαιριακές δραστηριότητες. Ηπαραγωγικότητάτουερμηνεύθηκεσυχνάωςπροχειρότητα. Κατηγορήθηκε για την έλλειψη οικονομίας του λόγου, για αδεξιότητα στην πλοκή και τις λύσεις που επιστράτευε, για το απίθανο των ιστοριών του, το εξεζητημένο ύφος, το χοντροκομμένο χιούμορ, τις υπερβολές και πολλά ακόμα. Η αλήθεια είναι ότι είναι δύσκολο να ανταπαντήσει κανείς σε πολλές από αυτές τις επικρίσεις, οι οποίες είναι εύλογες αν λάβουμε υπ’ όψη την ευκολία με την οποία έγραφε ο Ντίκενς. Είναι όμως παρατραβηγμένο να του στερήσουμε με βάση αυτές την τιμή που του αντιστοιχεί ως συγγραφέα, κυρίως γιατί στις περισσότερες από τις δημιουργίες του υπηρέτησε συγκεκριμένους ηθικούς σκοπούς.

Μπορεί κανείς απλά να αναφέρει τον «Όλιβερ Τουίστ», όπου περιγράφει με τόσο φαρμακερό χιούμορ την πρόνοια για τους φτωχούς, ή το «Νίκολας Νίκλεμπυ», όπου κάνει το ίδιο με την εκπαίδευση, ή τον «Ζοφερό Οίκο», όπου καταπιάνεται με αντίστοιχη διάθεση με το δικαστικό σύστημα. Εκ των πραγμάτων βέβαια αυτά τα μυθιστορήματα, παρά τις ντροπιαστικές συνθήκες που αποκαλύπτουν, κολακεύουν τον αγγλικό λαό. Αν ένας Γερμανός συγγραφέας είχε τολμήσει, είτε στην εποχή του Ντίκενς, είτε τώρα,να απεικονίσει έτσι την διαφθορά και την ακαμψία των επίσημων θεσμών του κράτους όπως ο Ντίκενς έκανε για το δικαστικό σύστημα στο «Ζοφερό Οίκο», θα είχε δυσφημιστεί σε όλους τους πατριωτικούς κύκλους συμπεριλαμβανομένων των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων, ως όνειδος για την κυβέρνηση. Και οι προσβεβλημένοι δικαστές θα του επεφύλασσαν την γνήσια πρωσική ανταπόδοση, προσκαλώντας τον σε έναν εκτεταμένο κύκλο ενδοσκόπησης στη φυλακή. Υπάρχει μια κάποια αλήθεια στα λόγια του συγγραφέα: «Μόνο σε έναν ελεύθερο λαό αξίζει ο Αριστοφάνης». Για να επιστρέψουμε όμως στον Ντίκενς, ο δυγγραφέας δεν θεωρούσε κατακριτέα την μεροληψία στην τέχνη παρά μόνο εκείνη που χρησιμοποιούσε άτεχνα μέσα. Και στη χρήση των δικών του μέσων ήταν, όπως φαίνεται και στα γράμματά του που έκδοσε ο Φόρστερ, απόλυτα αποφασιστικός και μετρημένος, πάντα βέβαια στη βάση μιας αισθητικής θεωρίας που ο ίδιος είχε επινοήσει. Αλλά και ο Λέσσινγκ είχε ήδη διαπιστώσει ότι κάθε ιδιοφυΐα φτιάχνει τους δικούς της κανόνες. Και όσο και αν κάθε αισθητική θεωρία επιχειρεί να βάλει όρια στην ηθική κρίση και το καλλιτεχνικό γούστο, στην πράξη αυτά τα όρια διαρκώς υπερβαίνονται όπως αποδεικνύουν πολλά από τα διασημότερα έργα τέχνης όλων των λαών και εποχών. «Η βελτίωση και ο μετασχηματισμός του ανθρώπου» είναι ένα αδιαμφισβήτητο κίνητρο ακόμα και στη συγγραφή και τη ζωγραφική. Και το να προσπαθήσει κανείς να υπεκφύγει μπορεί εύκολα να οδηγήσει στο αντίθετο άκρο που αντιπροσωπεύουν εκείνες οι μειλίχιες και άγευστες σάλτσες στις οποίες αναμειγνύεται η κυρίαρχη ηθική υπό τον μανδύα της τέχνης.

Το πόσο ισχυρά καλλιτεχνική ήταν η ιδιοσυγκρασία του Ντίκενς φαίνεται πιο καθαρά στο γεγονός ότι παρά την προσήλωσή του στα σημαντικά ζητήματα της δημόσιας ζωής και τις ριζοσπαστικές δημοκρατικές του αντιλήψεις, παρέμεινε εκτός της πολιτικής ζωής. Άλλες πιθανές ερμηνείες για αυτό, όπως η απουσία αντίληψης ή θάρρους, δεν αποτελούν υπαρκτό ενδεχόμενο για τον Ντίκενς, που τόσο συχνά τάραζε τα πιο καίρια σημεία των ευαισθησιών της άρχουσας τάξης. Αλλά οι δημοκρατικές του πεποιθήσεις δεν μπορούσαν να βρουν έδαφος όπου απουσίαζε η καλλιτεχνική ευαισθησία. Πόσο πικρόχολα και άδικα, για παράδειγμα, καταδίκαζε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, από την άλλη μεριά, πόσο η καλλιτεχνική ποιότητα της ιταλικής ζωής εξοικοίωνε περισσότερο με τις σκληρές συνθήκες που αντιμετώπιζαν η μεσαία και η κατώτερη τάξη στην Ιταλία. Όταν κάποτε έμπαινε στην Ελβετία από την Ιταλία, έγραφε:

Η καθαριότητα αυτών των μικρών κουκλόσπιτων είναι πραγματικά υπέροχη για κάποιον που έρχεται από την Ιταλία. Αλλά οι όμορφοι ιταλικοί τρόποι, η απαλή γλώσσα, η γρήγορη ανταπόκριση σε ένα φιλικό βλέμμα ή ένα αστείο, η μαγευτική διάθεση να είναι κανείς ευχάριστος σε όλους, όλα αυτά τα άφησα πίσω μου στις Άλπεις. Όταν τα σκέφτομαι, μου λείπουν πλέον και η βρωμιά, τα πέτρινα πατώματα, οι γυμνοί τοίχοι, τα άβαφτα ταβάνια και τα σπασμένα παράθυρα.

Δεν θα έπρεπε βέβαια να θεωρήσει κανείς ότι ο Ντίκενς ως καλλιτέχνης ήταν λιγότερο διορατικός από έναν πολιτικό στο δικό του αντικείμενο. Ότι ο Ντίκενς έπεφτε στο κουραστικό παιχνίδι των φιλανθρωπιών με τις οποίες η αστική τάξη προσπαθούσε να καθησυχάσει τη συνείδησή της. Στην πραγματικότητα, η συναίσθηση της διαστροφής αυτών των πρακτικών ήταν που τον έκανε δημοκράτη. Πολεμούσε ακούραστα «την χειρότερη και ποταπότερη όλων των υποκρισιών, την υποκρισία της φιλανθρωπίας». Στον χριστιανό σοσιαλιστή έλεγε:

Δώσε στον άνθρωπο μια γεύση του παραδείσου με λίγο αέρα και φως, δώσε του νερό. Βοήθησέ τον να είναι καθαρός, φώτισε την σκοτεινή ατμόσφαιρα στην οποία βλέπει τον εαυτό του και τον κάνει σκληρό απέναντι στα πάντα. Τότε και μόνο, και όχι νωρίτερα, θα είναι πρόθυμος να ακούσει για εκείνον του οποίου οι σκέψεις ήταν τόσο κοντά στους φτωχούς, που σύμπασχε με όλο τον ανθρώπινο πόνο.

Όταν ένας φίλος του, ο Κρούικσανκ, δημοσίευσε μια σειρά από σκίτσα για τις καταστροφικές συνέπειες του αλκοολισμού, ο Ντίκενς επαίνεσε την τεχνική του, και ταυτόχρονα σχολίασε:

Το θεωρητικό τους υπόβαθρο πάντως είναι αρκετά λανθασμένο, καθώς για να είναι περισσότερο ακριβές, ο αλκοολισμός θα έπρεπε να αποδίδεται στις στεναχώριες, τη φτώχεια ή την άγνοια, τα τρία πράγματα από τα οποία το απαίσιο φάντασμα του πάντα αναδύεται. Τότε τα σκίτσα θα ήταν πλέον ένα ξίφος με δύο κόψεις, αλλά πολύ ριζοσπαστικά νομίζω για τον καλό μας τον Τζωρτζ.

Ο Ντίκενς θεωρούσε τον αλκοολισμό ως το εθνικό βίτσιο της Αγγλίας, αλλά ποτέ δεν στρατεύτηκε εναντίον του με φανατισμό. Ο ίδιος απολάμβανε το να πίνει και ποτέ δεν τον γοήτευσαν τα θέλγητρα της αποχής. Κυρίως υποστήριζε τα κινήματα της εγκράτειας και μόνο όταν επιχειρούσαν να ξεριζώσουν τον αλκοολισμό με κυρήγματα ευσέβειας και ηθικολογία τα σατίριζε, όπως σε μία σκηνή από το «Τα μεταθανάτια χαρτιά του Πίκουικ Κλαμπ». Επαναλάμβανε αδιάκοπα τις κοινωνικές αιτίες του αλκοολισμού. Τις ασφυκτικές, ανθυγιεινές κατοικίες με τις αηδιαστικές τους οσμές, τους μίζερους χώρους δουλειάς χωρίς φως, αέρα, νερό. Πίστευε ότι όταν κάποιος έδειχνε τόσο επίμονα την όψη του νομίσματος όπου αναγράφονταν τα σφάλματα και τα αμαρτήματα των απλών ανθρώπων, ήταν ακόμη περισσότερο υποχρεωμένος να δείχνει και την άλλη όψη, αυτή των σφαλμάτων και των εγκλημάτων των κυβερνήσεων που ασκούσαν εξουσία πάνω τους.

Δεν μπορεί κανείς να τον αποκαλέσει σοσιαλιστή συγγραφέα. Δεν διέθετε κάποιο θεωρητικό σχέδιο ή κάποια τέτοια τάση, ανεξάρτητα από το ότι τότε ήταν πολύ δυσκολότερο να οραματιστεί κανείς την ανατροπή της αστικής κοινωνίας και την αναδόμησή της σε νέα θεμέλια. Ο Ντίκενς δούλεψε για να ανέβει κοινωνικά ξεκινώντας από την βαθιά φτώχεια, χωρίς καμία τυπική εκπαίδευση. Η φιλοσοφία, αν ασχολούνταν ποτέ, θα του φαινόταν πιθανότατα κάπως ανόητη. Όσο δύσκολη και αν ήταν η νεανική του ηλικία, στα 27 του ήταν ήδη διάσημος συγγραφέας. Η αστική κοινωνία τον αντιμετώπιζε, όλως περιέργως, σαν θετή μητέρα. Τον έραινε με ό,τι μπορούσε να του προσφέρει. Δεν έγινε βέβαια ποτέ λακές της, όπως τόσοι πριν από αυτόν και για πολύ μικρότερα ανταλλάγματα. Η καλή του καρδιά και η υγιής κατανόηση της κοινωνίας και του ανθρώπου κράτησαν τα μάτια του ανοιχτά. Παρά όμως τα παθιασμένα του λόγια, οι πολιτικές του πεποιθήσεις επικεντρώνονταν στην μεταρρύθμιση των αγγλικών θεσμών και όχι στην αντικατάστασή τους με άλλους.

Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, ο Ντίκενς υπέκυψε στην aurisacrafames, το ανίερο πάθος για το χρήμα, που ικανοποιήθηκε μάλιστα πλουσιοπάροχα. Δεν ζημιώθηκε μόνο ο συγγραφέας από αυτό αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος παρήκμασε σε μια εκδοχή της αυτοκτονίας με απαίσιες λεπτομέρειες. Ήταν, απ’ ό,τι φαίνεται, κάποιοι ερωτικοί δεσμοί που του γέννησαν την έμμονη ιδέα ότι έπρεπε να κερδίζει περισσότερα για να διασφαλίσει μια πιο πολυτελή ζωή όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο μέλλον, για τον ίδιο και όποια σχετιζόταν μαζί του. Έστρεψε το ξεχωριστό του ταλέντο στην αναπαράσταση, το οποίο είχε ως τότε περιορίσει στην υποκριτική, τις αναγνώσεις και τις κουβέντες του τραπεζιού, στην δημόσια απαγγελία των έργων του. Ο φίλος του ο Φόρστερ βρήκε το θάρρος να του πει με ειλικρίνεια ότι αυτός ο τρόπος να βγάζει χρήματα τον υποτιμούσε, αλλά αυτή η μοναδική φιλική φωνή αγνοήθηκε μέσα στις θυελλώδεις επιδοκιμασίες που συνόδευαν την νέα καριέρα του συγγραφέα. Αυτός όμως είχε πλέον αποκτήσει τους δικούς του δαίμονες που τον κυνηγούσαν και τον βασάνιζαν μέχρι, τον Ιούλιο του 1870, να λυγίσει.

Έτσι, μια σκιά σημαδεύει το λυκόφως του συγγραφέα. Αλλά αυτή η σκιά δεν μπορεί να κρύψει το λαμπερό φως της αυγής και του απόγειού του. Στον τάφο του συγγραφέα, στην εκατοστή επέτειο της γέννησής του στις 7 του Φλεβάρη, ανήκει ένα στεφάνι τιμής εκ μέρους της γερμανικής εργατικής τάξης.

Η μετάφραση του κειμένου έγινε από την αγγλική έκδοση που υπάρχει στο MarxistsInternetArchive (Σ.τ.μ.)

Advertisements

1 Comment on Franz Mehring – “για τον Charles Dickens”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: