our news

Συνείδηση, κοινωνική πρακτική και αξιακή μορφή, τέσσερις σημειώσεις

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 4,230 other followers

Γράφει ο Lucifugo a diavolo in corpo

1. Ο εμμενής κομμουνισμός της ανθρωπογένεσης

Ο άνθρωπος ως εξατομίκευση του βιολογικού είδους Homo Sapiens δεν είναι ακόμα ανθρώπινος. Τα γενικά βιολογικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου (τα οποία είναι ιδιαίτερα για κάθε μεμονωμένο, ξεχωριστό άτομο) είναι το υπόβαθρο της κοινωνικής, ιστορικής του ζωής και δεν αναπτύχθηκαν εν κενώ αλλά ως προϋποθέσεις και ως αποτελέσματα της διαδικασίας της ανθρωπογένεσης, δηλαδή της κοινωνικής αναπαραγωγής της ζωής που μεταμόρφωσε και τροπο-ποίησε τους βιολογικούς προσδιορισμούς του προ-“ανθρώπου” σε δικιά της αφηρημένη στιγμή (Aufheben)[1]. Στην κοινωνική/ιστορική αναπαραγωγή της ζωής ο άνθρωπος αυτοθεμελιώνεται δημιουργώντας διπλά, τόσο αντικειμενικά (τα συγκεκριμένα αντικείμενα των αναγκών του) όσο και υποκειμενικά (τις συγκεκριμένες ανάγκες του για τα αντικείμενα) δημιουργώντας στους κόλπους αυτής της αισθητής, πρακτικο-αντικειμενικής δραστηριότητας την ιδεατή “εικόνα” (το νόημα, τη σημασία, την έννοια) του αισθητού κόσμου και του ανθρώπινου εαυτού του με τη μορφή ενός παν-οραμικού αντιληπτικού πεδίου ως καθορισμένου όλου (ότι είναι παρών στην αφή, είναι παρών στο μάτι, στο αυτί κτλ και το αντίστροφο) εντός του οποίου η αισθητή πραγματικότητα και ο ίδιος ο άνθρωπος ως ενσώματο υποκείμενο εμφανίζονται με ενιαία αντικειμενική μορφή πραγμάτων[2].

Ο άνθρωπος, ως πρακτικό και αισθητά αντικειμενικό υποκείμενο που γεννιέται, αναπτύσσεται και πεθαίνει μέσα στην ολότητα της γήινης φύσης, παύει να συγχωνεύεται (όπως το ζώο) με την άμεσα βιωματική μορφή της ζωικής του δραστηριότητας[3], ανθίσταται στη βουβή και αδιαφοροποίητη ικανοποίηση των αναγκών του καθώς τις ξεχωρίζει και τις διακρίνει από το σώμα του. Απεγκλωβίζοντας και απελευθερώνοντας (“εκριζώνοντας”) πρακτικο-αντικειμενικά το σώμα του από την αδιαφοροποίητη αμεσότητα της αισθησιοκινητικής αντίληψης, ο άνθρωπος διακρίνει τον εαυτό του από το οργανικό του σώμα και από το σώμα της γήινης φύσης, βλέπει το σώμα του “μέσα στον κόσμο” και τον “ίδιο τον κόσμο” σαν “κάτι άλλο”, με τρόπο “έμμεσο” και από “τα πλάγια”, μέσα από έναν άλλο άνθρωπο, μέσα από τα “μάτια” ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας εξανθρωπίζοντας τόσο την εσωτερική του “φύση” όσο και την εξωτερική, μη ανθρώπινη φύση, μετατρέποντας τη μορφή της ζωικής του δραστηριότητας σε ιδιαίτερο αντικείμενο της δικής του δράσης, σε αντικείμενο της προσοχής, της μνήμης, της αντίληψης, της θέλησής του, με μία λέξη σε αντικείμενο της σκέψης του, σε ιδέα και πρόθεσή του[4].

Δημιουργώντας τα αντικείμενα των αναγκών του και τις ανάγκες του για τα αντικείμενα, διασπώντας την βουβή, άμεση ενότητα της βιολογικής ανάγκης του είδους και του αντικειμένου της, ο άνθρωπος δημιουργεί ταυτόχρονα τις αντικειμενικές μορφές της νόησης και του ψυχισμού του ως ενότητα της αισθητής πραγματικότητας και της σημασίας-αναφορικότητας, αναδύεται από τον κοινωνικό-ιστορικό βυθό της ύπαρξής του ως αντικειμενικό, πρακτικό και ενσώματο υποκείμενο, ως διαφοροποιημένη ατομικότητα με “εσωτερικότητα” και αισθητά αντιληπτή “εξωτερικότητα”, ως σκεπτόμενο και αισθανόμενο σώμα που θεμελιώνεται εντός και διαμέσου των κοινωνικών-ιστορικών μορφών της ανθρώπινης δραστηριότητας ως ενότητας αντικειμενικού και υποκειμενικού. Οι άνθρωποι έχουμε ένα “μέσα” (“εσωτερικότητα” και “πνευματικότητα”) γιατί ως ενσώματα και αντικειμενικά κοινωνικά υποκείμενα έχουμε ένα “έξω”, γιατί η παρουσία μας είναι αισθητά αντιληπτή στους άλλους (όχι στον αφηρημένο και υπερβατικό Άλλο) που μάς αναγνωρίζουν και μάς επιβεβαιώνουν στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων μας. Στη διαλεκτική σχέση με τους άλλους μέσα στους κόλπους της γήινης φύσης δημιουργείται η ιδεατή “εικόνα” (το νόημα, η σημασία, η έννοια) του πραγματικού και του ανθρώπινου εαυτού μας και υπάρχει ως διαμεσο-ποιητική δραστηριότητα της ανθρώπινης, κοινωνικής πρακτικής, με τη μορφή του παν-οραμικού ορίζοντα του καθορισμένου αντιληπτικού όλου το οποίο αποτραβηγμένο από την ξερή, πτωχή αμεσότητα του “εδώ” και του “τώρα” μετατρέπεται σε φόντο και σε ρέουσα βιωμένη χρονικότητα που αποκαλύπτει με την κοινωνική του προθετικότητα τις δυνατές σημασίες, την ταυτότητα και τη διαφορά, τις τρέχουσες σχέσεις όλων των ξεχωριστών πραγμάτων ακριβώς επειδή διαμορφώνεται από την αντικειμενική πρακτική του κοινωνικού υποκειμένου μέσα στη γήινη φύση που μεταβάλλει τον αισθητό κόσμο και τον εαυτό του[5].

2. Οι μορφές του πνεύματος ως ευχή και ως κατάρα

Κάθε πράγμα πάνω στο οποίο ο άνθρωπος συγκεντρώνει το βλέμμα του, την προσοχή του, τη δράση του, την κρίση του αποσπάται και αφαιρείται από το συγκεκριμένο όλον που το περιβάλλει και που είναι αντιληπτό από τον άνθρωπο σαν ακαθόριστο φόντο ή σαν φανταστικό πλαίσιο αμυδρά διακρινόμενο. Ωστόσο ο άνθρωπος ποτέ δεν κατανοεί ένα ιδιαίτερο αισθητό πράγμα με τρόπο εντελώς απομονωμένο αλλά το τοποθετεί πάντα στον ορίζοντα ενός καθορισμένου όλου που μάλλον δεν εκφράζεται και γίνεται αντιληπτό υπαινικτικά. Κάθε αντικείμενο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται, παρατηρεί ή αφομοιώνει γίνεται αναπόσπαστο μέρος ενός καθορισμένου όλου. Έτσι αυτό το καθορισμένο όλο που γίνεται αντιληπτό υπαινικτικά είναι το γενικό/καθολικό φως που φωτίζει και αποκαλύπτει το ιδιαίτερο, αισθητά αντιληπτό αντικείμενο στη σημασία του. Η ανθρώπινη συνείδηση σαν μορφή/τρόπος ύπαρξης της κοινωνικής ζωής, εκδηλώνεται άλλοτε με κατηγορική μορφή, σαν σαφής, αιτιολογημένη θεωρητική γνώση και άλλοτε με μορφή διαισθητική και προκατηγορική. Η συνείδηση είναι η αντιφατική ενότητα αυτών των δυο μορφών που αλληλοενσωματώνονται και αυτή η ενότητα απορρέει από την πρακτικο-νοητική ιδιοποίηση της πραγματικότητας.

Η αφαίρεση και η γενίκευση λοιπόν είναι σύμφυτη σε κάθε μορφή θεωρίας/γνώσης, σε κάθε παν-οραμική εστίαση του κόσμου. Η εστίαση ως απόσπαση και ως αφαίρεση, ως συγκέντρωση του βλέμματος, της κρίσης, της προσοχής σε “αυτό εδώ” το πράγμα υπονοεί ρητά ή σιωπηλά τη γενική-καθολική εικόνα ως αντιληπτικό πλαίσιό της, ως περιρρέον φόντο που την προβάλλει ως φιγούρα και τη νοηματοδοτεί στην ιδιαιτερότητά της. Έτσι λοιπόν η (αφαιρετική) γενική έννοια εστιάζει, αναφέρεται (έστω και αμυδρά/έστω και παραπλανητικά) στην ιδιαιτερότητα και ποιοτική πολλαπλότητα του αισθητού πράγματος ως μέρος ενός καθορισμένου όλου. Αυτή η παν-οραμική εστίαση του κόσμου αποτελεί ταυτόχρονα ευχή και κατάρα, δυνατότητα τόσο σαφήνειας όσο και ασάφειας. Όταν ο βαθμός της αφαίρεσης/γενίκευσης απαλείφει την ιδιαιτερότητα του ζωντανού, συγκεκριμένου όλου, της ίδιας της ζωής προς πρακτικο-νοητική ιδιοποίηση, η γνώση είναι μια κενή, αδιαφοροποίητη και ακαθόριστη βουβή γενικότητα, μια άνοστη αφαίρεση, κάτι σαν το χρήμα και το εμπόρευμα.

Από τον Αριστοτέλη (δουλοκτησία) μέχρι τον Θωμά τον Ακινάτη (δουλοπαροικία) και τον Χέγκελ (μισθωτή εργασία/καπιταλισμός), η “γνώση” είναι η Γνώση του Καθολικού/Απόλυτου που κάνει αφαίρεση και απαλοιφή του ιδιαίτερου. Από την άλλη, όταν η ιδιαιτερότητα δεν εμπλέκεται στην τρέχουσα πολλαπλότητα των σχέσεων του συγκεκριμένου γενικού (καθολικού) δεν μπορεί να εννοηθεί και πνίγεται σε μια ταυτολογία, σε μιαν αιώνια αυτο-αναφορά, σε μια οντολογική μονολιθικότητα και μοναξιά (κάτι σαν τον κάτοχο εμπορευμάτων).

3. Η διαδικασία του γνωρίζειν ως κομμουνισμός αισθήσεων και εννοιών

Η θεωρία/γνώση, ως παν-οραμική εστίαση, είναι αυτή η μεταβαλλόμενη και ρευστή ενότητα μεταξύ γνωστού και άγνωστου, θεωρητικού (κατηγορικού) και διαισθητικού (προκατηγορικού), της τάσης για αφαίρεση (απόσπαση, μονομέρεια) από το συγκεκριμένο περιεχόμενο του πραγματικού και της αντίθετης τάσης για ξεπέρασμα της αφαίρεσης/γενίκευσης ολοποιώντας και συγκεκριμενοποιώντας το ιδιαίτερο περιεχόμενο του πραγματικού και πάντοτε εδαφικοποιείται ιστορικά (ακόμα και όταν τείνει στον πλήρη μυστικισμό) στην αισθητά αντικειμενική, κοινωνική προθετικότητα των ανθρώπινων σχέσεων και πρακτικών.

Η πρακτικο-νοητική ιδιοποίηση της πραγματικότητας που στοχεύει στη θεωρητική αναπαραγωγή του αισθητά συγκεκριμένου βρίσκεται στο γεγονός πως η σκέψη ξεκινώντας από κάποιες μεμονωμένες και σχετικά τυχαίες ιδιοποιήσεις καταλήγει σε ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα που δεν ήταν γνωστό από την αρχή. Με άλλα λόγια και ενάντια στην αστική επιστημιολογία, το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης και της έρευνας που είναι πάντοτε σχετικό και αυθαίρετο δεν συμπέφτει ταυτολογικά με ένα “ήδη γνωστό” αποτέλεσμα αλλά καταλήγει σε κάποιο άλλο διαφορετικό πράγμα που ήταν άγνωστο. Αυτό το κάτι άλλο και διαφορετικό είναι το ιδιαίτερο περιεχόμενο. Το ιδιαίτερο περιεχόμενο γίνεται γνωστό μέσα από μια διαδικασία έκθεσης των γενικών αποτελεσμάτων της έρευνας που συγκεκριμενοποιούν και ολοποιούν το ιδιαίτερο περιεχόμενο του πραγματικού.

Η έκθεση και η εξήγηση των γενικών αποτελεσμάτων της έρευνας πραγματοποιείται ως αναγκαία μεταμόρφωση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο όπου η πρωταρχική αφαίρεση (μονομέρεια και απομόνωση, ή με αστική γλώσσα, το “εμπειρικό-πειραματικό υλικό”) των διάφορων απομονωμένων από την ανάλυση πλευρών ξεπερνιέται μέσα από μια συνθετική και αλληλοσχεσιακή διαδικασία στην οποία οι νέες έννοιες και η νέα αισθαντικότητα που παράγονται υπεισέρχονται σε μια αμοιβαία ερμηνεία, διασάφηση και αλληλοδιαμεσολάβηση φωτίζοντας η μία την άλλη και προχωρώντας σε μια διάκριση ανάμεσα στους όρους της (ιστορικής) γένεσης και της (ιστορικής) ύπαρξης του συγκεκριμένου όλου. Αυτή η διάκριση αποτελεί ταυτόχρονα και το όριο[6] του αναλυτικού “διαμελισμού” του αντικειμένου, επιτρέποντας την κατανόηση της γένεσης και της διαμόρφωσης μιας νέας ανεξάρτητης ποιότητας ως όλου πάνω στη βάση της εξάρτησης από μια προγενέστερη που ως τέτοια υπερβαίνεται και ξεπερνιέται.

Σε αντίθεση με τη θεο-λογική καταγωγή της Επιστημονικής μεθόδου που ανάγει το συγκεκριμένο περιεχόμενο των πραγμάτων πάνω σε αφηρημένες γενικές “αρχές” που είναι είτε αναλλοίωτες, είτε ποσοτικά δυναμοποιημένες και δοσμένες μια και για πάντα, η διαλεκτική/κομμουνιστική σκέψη αναπτύσσει συγκεκριμένες έννοιες και αισθήσεις γιατί δεν έχει ένα υποστασιοποιημένο, δυϊστικό, μακάβριο και σχιζοειδές “σύστημα” αν-αίσθητων εννοιών από τη μία και α-νόητων αισθήσεων από την άλλη, στηριγμένο πάνω σε μια αμετάβλητη βάση και μια για πάντα διατυπωμένο. Η συγκεκριμενοποίηση και η ολοποίηση του ιδιαίτερου περιεχομένου της γνώσης πραγματοποιείται ελικοειδώς, ως αναγκαία μεταμόρφωση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο και κάθε αφετηρία της ανάλυσης και της έρευνας είναι σχετική και αυθαίρετη, τεχνητά απομονωμένη από το συγκεκριμένο όλον.

Η “πραγματικότητα” (η ιστορική γήινη φύση και η ιστορική κοινωνία) δεν παρουσιάζεται “από την αρχή” στον άνθρωπο με μια “καθεαυτή” και ξεκομμένη μορφή “εξωτερικών αντικειμένων” προς σύλληψη, ανάλυση και θεωρητικοποίηση που ο αντίθετος και μεταφυσικός συμπληρωματικός πόλος της θα ήταν ένα αφηρημένο και “εσωτερικό” υποκείμενο των Αισθημάτων και του Λόγου που συγχρόνως θα βρίσκονταν “μέσα και έξω από τον κόσμο”. Ο άνθρωπος δεν κατανοεί πρώτιστα και άμεσα σαν γνωστικό και αφηρημένο υποκείμενο, “σκεπτόμενη κεφαλή” που συλλαμβάνει την πραγματικότητα και τον εαυτό του με τρόπο θεωρησιακό. Είναι από το ιστορικό πεδίο της πρακτικής και αισθητά αντικειμενικής κοινωνικής δραστηριότητας μέσα στους κόλπους της γήινης φύσης όπου ο άνθρωπος ως πρακτικό, αντικειμενικό, ενσώματο υποκείμενο παράγει και αναπαράγει την ανθρώπινη, κοινωνική πραγματικότητα δημιουργώντας την ιδεατή “εικόνα” του πραγματικού, δηλαδή ένα σύνολο παραστάσεων, θεωρήσεων, εννοιών και αντιλήψεων του κοινωνικού και μη ανθρώπινου/φυσικού κόσμου[7].

Η αισθητηριακή σύλληψη της πραγματικότητας και του ανθρώπινου εαυτού μέσα σε αυτήν δεν είναι μια παθητική καταγραφή “δεδομένων” και “εντυπώσεων” από κάποια “καθεαυτά εξωτερικά αντικείμενα” που “αντανακλούνται” μυστηριωδώς μέσω του a priori “εσωτερικού” των Αισθημάτων και του Πνεύματος αλλά είναι μια ιστορικο-κοινωνική μορφή δραστηριότητας μέσα στη γήινη φύση που πραγματοποιείται ενεργητικά σαν ενότητα της αισθητής πραγματικότητας και της σημασίας-αναφορικότητας παράγοντας την ιδεατή “εικόνα” (το νόημα, τη σημασία, την έννοια) του πραγματικού. Η ιδεατή “εικόνα” του πραγματικού πραγματοποιείται άμεσα σε εξωτερικό “υλικό”, στο αισθητά αντιληπτό σώμα των συμβόλων (όπως είναι η γλώσσα) το οποίο όμως αναπαριστά “κάτι άλλο” που δεν έχει τίποτα το κοινό με την άμεσα αισθητή μορφή των πραγμάτων: η λέξη ως αφαιρετική και γενική ονομασία, ως σύμβολο και ως “σημείο”[8], δεν έχει τίποτα το κοινό με εκείνο του οποίου αποτελεί “σήμα”. Αυτό το “κάτι άλλο” που αίρει την εξωτερική, άμεσα αισθητή όψη των πραγμάτων και τα μεταθέτει στον ενιαίο και παν-οραμικό ορίζοντα ενός καθορισμένου αντιληπτικού όλου είναι το ιδεατό σώμα του πραγματικού, η αντικειμενική σημασία του που διαμεσο-ποιεί και διαμεσο-ποιείται από την αντικειμενική δραστηριότητα του κοινωνικού υποκειμένου επιτρέποντας στον άνθρωπο να ενεργεί με τα αντικείμενα στην απουσία τους, θεωρητικά και ιδεατά, χωρίς να τα μεταβάλλει, ως ένα βαθμό, άμεσα.

Η ιδεατή “εικόνα” (ο “κόσμος των αναπαραστάσεων”, το “πνεύμα”) και η εξωτερική της ενσάρκωση στο αισθητά αντιληπτό σώμα της γλώσσας των συμβόλων δεν είναι παρά μια συγκεκριμένη καθολική μορφή της ανθρώπινης κοινωνικο-ιστορικής δραστηριότητας μέσα στη γήινη φύση και υπάρχει ως τέτοια μόνο σε αυτή τη συγκεκριμένη κοινωνική δραστηριότητα και όχι στα κατεψυγμένα αποτελέσματά της στα σύμβολα ή “μέσα” στο κεφάλι του απομονωμένου ατόμου ακριβώς επειδή η δραστηριότητα – ως ενότητα των πολλαπλών μορφών της πρακτικο-νοητικής ιδιοποίησης του κόσμου – είναι η άρνηση των υπαρχουσών, αισθητά αντιληπτών μορφών των πραγμάτων.

4. Η “αντικειμενική ιδεατότητα” της αξιακής μορφής ως κοσμικός ανιμισμός και η καταστροφή της ανθρωπινότητας

Στην κοινωνικο/ιστορική πρακτική οι αισθήσεις του ανθρώπου αποκόπτονται από τη βουβή αμεσότητα των βιολογικών προσδιορισμών, γίνονται αισθήσεις άμεσα θεωρητικές και η ιδεατότητα γίνεται η ίδια ένα ιδιαίτερο αντικείμενο που δεν υπάρχει με τη μορφή πράγματος που αντιλαμβανόμαστε άμεσα με τις αισθήσεις και ταυτόχρονα υπάρχει ως ενεργός ιστορική ανάγκη και ικανότητα του κοινωνικού ανθρώπου που μεταμορφώνει τον αισθητό κόσμο και τον εαυτό του. Και ακόμα: στο αντικειμενικό πράττειν και εν μέσω των ιδεατών/συμβολικών μορφών που παράγονται από αυτό το κοινωνικό, ιστορικό πράττειν διαμεσο-ποιείται η ένταση μεταξύ υπαρκτού και δυνατού και ο χρόνος αποκαλύπτεται στον άνθρωπο με ένα ενιαίο διπλό πρόσωπο: τόσο ως υπενθύμιση/ανάμνηση όσο και ως επιθυμία/προσδοκία δηλαδή ως παρελθόν, παρόν και μέλλον[9]. Χωρίς το αντικειμενικό πράττειν, όπου ο άνθρωπος κάνει στο παρόν μια προβολή εκείνου-που-δεν- υπάρχει (του μέλλοντος), βγάζοντας ταυτόχρονα μαθήματα από εκείνο-που-υπήρξε (το παρελθόν), δε θα μπορούσε να γνωρίζει πως στο “τέρμα” του χρόνου ο ίδιος είναι θνητός.

Αρκεί να “αποσπαστεί” η ιδεατή “εικόνα” (καθώς και τα εξωτερικευμένα της προϊόντα στα σύμβολα) από την αισθητή, πρακτικο-αντικειμενική δραστηριότητα του κοινωνικού ανθρώπου και να της αποδοθεί η αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη υπόσταση μιας αφηρημένης, “καθεαυτής οντότητας” (“πνευματικής” ή και “υλικής ουσίας”: στο Βασίλειο του Λόγου ή και “μέσα” στο κεφάλι του απομονωμένου ατόμου) για να καταλήξουμε στο μυστικισμό της θρησκείας, στο φετιχισμό των συμβόλων και των λέξεων και στο (νεο)σκοταδισμό των (νευρο)επιστημών. Στην αφηρημένη φαινομενολογία του “Πνεύματος” ως λίγο-πολύ μυστηριακής “ουσίας”, είτε Ιδεατής είτε Υλικής, η δική μας θέση, αυστηρά υλιστική και κομμουνιστική, αντιπαραθέτει τη “Συνείδηση” ή το “Πνεύμα” ως συγκεκριμένη φαινομενολογία και τρόπο ύπαρξης της κοινωνικής πρακτικής με συγκεκριμένα ιστορικά περιεχόμενα μέσα στους κόλπους της γήινης φύσης.

Τo να επιχειρήσει κανείς να “εξηγήσει” την ιδεατή “εικόνα” από τις ανατομο-φυσιολογικές ιδιότητες του εγκεφάλου είναι το ίδιο φετιχιστικό με την προσπάθεια “εξήγησης” της εμπορευματικής (αξιακής) μορφής του κοινωνικού προϊόντος από τις φυσικο-χημικές ιδιότητες του εμπορεύματος και του χρήματος. H ιδεατή “εικόνα” (το νόημα, η σημασία, η έννοια) του πραγματικού, σαν τρόπος/μορφή ύπαρξης της κοινωνικής-ιστορικής ζωής, σαν διαμεσο-ποιητική δραστηριότητα της ανθρώπινης, κοινωνικής πρακτικής μέσα στη γήινη φύση, δεν ταυτίζεται με τις νευρο-φυσιολογικές διαδικασίες “μέσα στο κεφάλι” του απομονωμένου ατόμου γιατί πολύ απλά δεν “περιέχεται” εκεί. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος σαν όργανο ενός πρακτικού, αντικειμενικού, ενσώματου υποκειμένου, σκέπτεται μονάχα μέσα σε ένα ιστορικο-κοινωνικό σώμα με την παραγόμενη ιδεατή “εικόνα” να διαμορφώνει την ενιαία αντικειμενικότητα των αισθητών πραγμάτων, μια αντικειμενικότητα όμως που δεν αναφέρεται σε κάποια “εξωτερικά αντικείμενα” όπως υπάρχουν “καθεαυτά” και αμετάθετα στη γήινη φύση αλλά που γεννάται και αναδύεται στην αισθητή, κοινωνική δραστηριότητα που τα αναπαράγει και τα αναδημιουργεί ως ενότητα της αισθητής πραγματικότητας και της σημασίας-αναφορικότητας ιδεατοποιώντας κάθε όψη της αισθητής πραγματικότητας. Παράγοντας την ιδεατή “εικόνα” (το νόημα, τη σημασία, την έννοια) του πραγματικού και την εξωτερίκευσή της στη γλώσσα των συμβόλων ως άλλη πλευρά, ως άλλη όψη της κοινωνικής του πρακτικής, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από τις άμεσες πιέσεις της ζωής και ικανός να αντικειμενο-ποιήσει κάθε κατάστασή του, να στρέφει το βλέμμα του μέσα του και έξω του, να ενεργεί με τα αντικείμενα στην απουσία τους, θεωρητικά και ιδεατά, χωρίς να τα μεταβάλλει, ως ένα βαθμό, άμεσα.

Η “απόσπαση” της ιδεατής “εικόνας” (του “πνεύματος”) από την αισθητή, πρακτικο-αντικειμενική δραστηριότητα των ανθρώπων, με όρους “λογικής”, γίνεται κάπως έτσι: η γενική έννοια (π.χ. “φρούτο”) αποτέλεσμα γενίκευσης – αφαίρεσης από την αισθητή, ποιοτική ποικιλομορφία των πραγματικών, ιδιαίτερων φρούτων (μήλων, αμυγδάλων, αχλαδιών κλπ.) και που τοπο-οριο-θετεί σε ένα ενιαίο, κοινό και παν-οραμικό αντιληπτικό πεδίο μη ταυτόσημα και διαφορετικά πράγματα, “αποσπάται” από αυτά και υποστασιοποιείται-οντολογικοποιείται, δηλαδή προβάλλει ως “εξαρχής δοσμένη”, αυθύπαρκτη, “καθεαυτή οντότητα” ενώ τα πραγματικά φρούτα (μήλα κ.λ.π.) προβάλλουν ως μονόπλευρες “ενσαρκώσεις” της Έννοιας, της Ιδέας, του Λόγου, δηλαδή του Φρούτου γενικά. Το παράδειγμα αυτό μπορεί να μοιάζει απλοϊκό (και είναι) αλλά ταυτόχρονα δεν είναι αν σκεφτούμε πως η αφηρημένη αξιακή μορφή του κοινωνικού προϊόντος (δηλαδή ο “καπιταλισμός”) είναι ότι το Φρούτο γενικά για το πραγματικό φρούτο δηλαδή μια πρακτική μεταφυσική ως συνειδητά ασυνείδητη (προκατηγορική) επιβολή του αφημένου γενικού στο συγκεκριμένο. Οι άνθρωποι του αστικού πολιτισμού – καθότι μη κοινωνικοί στην αμεσότητα και στην καθημερινότητά τους – “κοινωνικοποιούνται αντικοινωνικά” και ex post facto εν μέσω γενικευμένης αφαίρεσης, εξίσωσης και ανταγωνιστικής ατομικοποίησης αντιμετωπίζοντας ο ένας τον άλλο όχι σαν συγκεκριμένα, διαφορετικά και ιδιαίτερα κοινωνικά άτομα αλλά σαν να “ενσαρκώνουν” και να “προσωποποιούν” αφηρημένες οικονομικές κατηγορίες.

Οι άνθρωποι ως υποκειμενοποιημένες ανταλλακτικές αξίες και ως αντικείμενα-για-το-κεφάλαιο κοιτάζονται αλλά δεν βλέπονται πραγματικά γιατί αυτό που μπολιάζεται στην αντίληψή τους είναι ένα (ταυτο)λογικό μέσο αξιοποίησης του εαυτού τους μέσω της αφηρημένης δραστηριότητας-για-χρήμα. Η αναπαραγωγή του κεφαλαίου μέσω της Εργασίας γενικά (αφηρημένη δραστηριότητα-για-χρήμα) μεταμορφώνει μυστηριακά τα συγκεκριμένα κοινωνικά άτομα σε εξατομικευμένες “ενσαρκώσεις” της που “κοινωνικοποιούνται” post festum με βάση τις αφηρημένες προσδιοριστικότητες του Εισοδήματος και του Επαγγέλματος. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι συγκροτούν τις κοινωνίες του κεφαλαίου ως “μάσκες χαρακτήρων” (Charakter Maske, Μαρξ) που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν αφηρημένες οικονομικές κατηγορίες (Καπιταλιστές, Εργάτες, Έμποροι, Τραπεζίτες, Αυτοαπασχολούμενοι, Παραγωγοί, Καταναλωτές, Πωλητές, Αγοραστές κτλ). Ως τέτοιες πραγματικές αφαιρέσεις είμαστε όλοι “μας” ταυτοχρόνως (αν και σε βαθμό που ποικίλει “ταξικά”) θύτες και θύματα μιας καθημερινής (αυτο)απαγωγής από την αυτονομημένη Λογική της συσσώρευσης/αξιοποίησης του κεφαλαίου, του αφηρημένου κοινωνικού “πλούτου” (Μαρξ).

Και με αυτό τον τρόπο υπάρχουμε – “εδώ” και “τώρα” – κοινωνικά και πραγματικά: παρά μόνον ως αντικοινωνικές και αφηρημένες “πρώτες ύλες” για την αναπαραγωγή ενός στοιχειωμένου, πραγμώδη εμπορευματικού κόσμου, θεμελιωμένου πάνω στις νεκροποιημένες κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου. Αυτό άλλωστε είναι (εν συντομία) το κεφάλαιο ως μυστικοποιημένη και ολοποιητική κοινωνική σχέση: η καθολική νεκροποίηση των κοινωνικών σχέσεων και, εν μέσω αυτής της γενικευμένης νεκροποίησης, τότε και μόνον τότε, αποκτά πραγματική κοινωνικότητα το φάντασμα της αξιακής μορφής. Η πραγματική αφαίρεση της αξίας ως γενική και αντικειμενική κοινωνικότητα (“πρέπει να βγάζουμε/να κερδίζουμε/να ξοδεύουμε λεφτά δουλεύοντας/παράγοντας/καταναλώνοντας εμπορεύματα”) είναι η εκκοσμικευμένη Θεότητα των κοινωνιών του κεφαλαίου, σε αυτήν υποκλίνονται άπαντες (“καπιταλιστές και εργάτες”) και άπαντες είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι τα-πάντα-να-θυσιάζουν για να έχουν εξασφαλισμένη την πρόσβαση σε Αυτήν. Εδώ ερείδεται και η (αυτο)καταστροφική τάση του αστικού πολιτισμού, η βαθύτερη ουσία του μηδενισμού που τον προσδιορίζει εξολοκλήρου (Κόσικ).

Το χρήμα στις κοινωνίες του κεφαλαίου αναπαριστώντας την αφηρημένη εργασία(!) που “ενσωματώνεται” και παρίσταται στην εμπορευματική (αξιακή) μορφή του κοινωνικού προϊόντος είναι ένα αντικειμενικό σύμβολο των πραγμοποιημένων και ανταγωνιστικά ατομικοποιημένων κοινωνικών σχέσεων των ανθρώπων εξίσου μυστηριακό (αν όχι περισσότερο) με τα τοτέμ των πρωτόγονων πολιτισμών. Οι συμβολικές/ιδεατές/πνευματικές μορφές της κοινωνικής ζωής, όντας ιστορικά και κοινωνικά “έγκυρες” είναι αντικειμενικές και πρακτικές μορφές της νόησης των ανθρώπων και όπως έγραφε και ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο”, οι κατηγορίες της Πολιτικής Οικονομίας (κέρδος, μισθός, τιμές, εμπόρευμα, χρήμα, αξία, εργασία, κεφάλαιο, γεωπρόσοδος κτλ) είναι κοινωνικά “έγκυρες” και ως τέτοιες είναι αντικειμενικές και πρακτικές μορφές της νόησης των ανθρώπων υπό τους ιδιαίτερους ιστορικούς όρους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής.

Το κοινωνικό a priori της αξιακής μορφής (πλήρως αναπτυγμένο στη “φάση” της ολοκληρωτικής υπαγωγής) ως αξίας που Πρέπει-Πάση-Θυσία να αξιοποιείται μέσω της “αφηρημένης εργασίας” και του ιερού τρίπτυχου της παραγωγής/κυκλοφορίας/κατανάλωσης εμπορευμάτων αποικίζει την ίδια την “ανθρώπινη ικανότητα της φαντασίας” (Jappe) διαμορφώνοντας την ίδια τη “δομή και τη διαφοροποίηση των αναγκών” (Barnes) που κάνουν δυνατή την ύπαρξη της σκέψης και της φαντασίας εξαρχής. Με αυτό τον τρόπο μετατρέπεται σε συμβολικό εμπόρευμα και σε διαδικασία αξιοποίησης η ίδια η “έξοδος” από τα ψυχαναγκαστικά δεινά της συσσώρευσης του κεφαλαίου: “όλα είναι δυνατά”, “άλλοι κόσμοι είναι εφικτοί” αρκεί να μπορείς-να-τους-πληρώσεις, δηλαδή αρκεί να μην μπαίνουν εμπόδια στη σχιζοειδή “αντικειμενική λογική” της αξιακής μορφής ως μοναδικά δυνατής και “έγκυρης” (αντι)κοινωνικής πρακτικής.

Υποσημειώσεις και παραπομπές

[1] Βλέπε και Will Barnes, Prolegomenon to The Critique of Science. Why the Study of Human Origins is Necessary and Why it is Indispensable to this Critique and Inseparably that of Capital προσβάσιμο στο https://intcssc.wordpress.com/texts/

[2] “Η φωτεινή εντύπωση ενός πράγματος στο οπτικό νεύρο δεν παρουσιάζεται σαν υποκειμενικό κέντρισμα του ίδιου του οπτικού νεύρου, αλλά σαν αντικειμενική μορφή ενός πράγματος που είναι έξω από το μάτι”. (Μαρξ, Το Κεφάλαιο)

[3] Το ότι το ζώο συγχωνεύεται με την άμεσα βιωματική μορφή της ζωικής του δραστηριότητας σημαίνει πως το αντικείμενο αυτής της δραστηριότητας υπάρχει μόνο αν προσπίπτει στην αισθησιοκινητική-βιωματική εμπλοκή του σώματός του, δεν διαφοροποιείται από αυτήν και ό,τι δεν αναφέρεται με άμεσο τρόπο σε αυτήν αφήνει το ζώο αδιάφορο και νυσταλέο.

[4] Βλέπε και Evald Ilyenkov, The Ideal in Human Activity. A Selection of Essays. http://caute.tk/files/ideal.pdf

[5] Πάνω στη βάση και από το έδαφος αυτού του ενιαίου και παν-οραμικού αντιληπτικού πεδίου ως καθορισμένου όλου μπορούν και αναπτύσσονται όλες οι “κατηγορίες του Πνεύματος”, όλες οι θεματοποιήσεις του Νοείν καθώς και οι αφαιρέσεις/φετίχ της μοντέρνας φυσικής που αποτυπώνουν το σχεσιακό περιεχόμενο της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής όπως ο “κενός, ομοιογενής χώρος και χρόνος των σωμάτων σε άπειρη, αιώνια ποσοτική έκταση”.

[6] Όταν κάνουμε λόγο για “όριο” στη διαλεκτική δεν αναφερόμαστε στην τυπική/λογική/κυριαρχική σημασία του. Σύμφωνα με την τελευταία το “όριο” εννοείται ως πάσσαλος που χωρίζει δυο χωράφια, τουτέστιν σαν αμετάθετο όριο που διαχωρίζει μια και για πάντα δύο (ή και περισσότερα) εξατομικευμένα, “καθεαυτά πράγματα” που προσδιορίζονται στον ταυτολογικό, ξεκομμένο και εσώκλειστο/έγκλειστο εαυτό τους. Για τη διαλεκτική το “όριο” είναι η άλλη πλευρά, η άλλη όψη της πραγματικότητας ως συγκεκριμένης ενότητας του διαφορετικού και του πολλαπλού. Το διαλεκτικό όριο, με άλλα λόγια, είναι το τρέχον συγκεκριμένο γενικό/καθολικό πέρασμα από το ένα στο άλλο, από τη μία ιδιαίτερη μορφή ύπαρξης στην άλλη που συγκροτούν την ίδια την πραγματικότητα ως συγκεκριμένη και διαφοροποιημένη ολότητα. Αυτό το όλον ακριβώς επειδή δεν είναι έτοιμο και δοσμένο μια και για πάντα παρουσιάζει ιδιαίτερες στιγμές συγκρότησης και αποσυγκρότησης, διάρθρωσης και αποδιάρθρωσης, διατρέχεται από πεπερασμένα γενικά όρια (natura naturata) και από υπερβάσεις των περιορισμών (natura naturans) που ολοποιούν και συγκεκριμενοποιούν το ίδιο το ιδιαίτερο περιεχόμενο του πραγματικού. Η ίδια η πραγματικότητα ως όλον συγκεκριμενοποιείται (δεν είναι ένα αποτελειωμένο και αδιαφοροποίητο “όλο” που “γεμίζει” με αφηρημένες ιδιότητες, με μονολιθικές “ποιότητες”, με ακρωτηριασμένες σχέσεις “μερών”, “στοιχείων” ή “διαδικασιών”) και αυτή η συγκεκριμενοποίηση του περιεχομένου της είναι ταυτόχρονα η συγκεκριμένη καθολική διαδικασία στην οποία δημιουργούνται το ιδιαίτερο περιεχόμενο και η διαφοροποίηση όλων των σχέσεων και των συνθετικών μερών της. Η διαλεκτική της πραγματικότητας ως συγκεκριμένης ολότητας δεν έχει λοιπόν τίποτα το κοινό με την οργανιστική, ή δομική/συστηματική αντίληψη της πραγματικότητας όπου το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η υποστασιοποίηση/οντολογικοποίηση ενός μονολιθικού και αυθυπόστατου “όλου”. Το “όλο” (και η “δομή/σύστημα” αντίστοιχα) θεωρούνται προικισμένα με μια “ανώτερη, δεσπόζουσα τάση” που προηγείται και επικαθορίζει τις “σχέσεις” και τις “διαδικασίες” των “μερών” και των “στοιχείων” προϋποθέτοντας και συμπληρώνοντας ταυτόχρονα την ατομιστική αντίληψη της πραγματικότητας ως άπειρης συναρμογής αυτόνομων και αυτοτελών, αιώνιων και απομονωμένων “μερών”, “σχέσεων”, “στοιχείων”, “δομών” και “διαδικασιών”. Η τροπο-ποίηση των διαλεκτικά διαρθρωμένων μερών σημαίνει ταυτόχρονα τροπο-ποίηση του ίδιου του όλου, η μεταβολή και η διαφοροποίηση (τροπο-ποίηση) του συγκεκριμένου περιεχομένου των σχέσεων των μερών σημαίνει ταυτόχρονα μεταβολή και διαφοροποίηση (τροπο-ποίηση) των τρόπων/μορφών ύπαρξης τόσο των μερών όσο και του συγκεκριμένου όλου. Η δραστηριότητα της συγκεκριμένης σκέψης που ιδιοποιείται το πραγματικό είναι ακριβώς αυτή: καθορισμός (προσδιορισμός) των ιδιαίτερων μορφών ύπαρξης και σκιαγράφηση των γενικών ορίων του αντικειμένου ως συγκεκριμένου και διαφοροποιημένου όλου.

[7] Βλέπε και Κάρελ Κόσικ, Η διαλεκτική του συγκεκριμένου.

[8] Το “σημείο” είναι ένας όρος που ανήκει στη γλωσσολογία (Saussure) κι εδώ τον χρησιμοποιούμε εντελώς συμβατικά και εναντίον της. Το γλωσσικό “σημείο” ως συνάρθρωση του σημαίνοντος (μια λέξη, μια εικόνα, ένας ήχος ως απλό αισθητηριακό περίβλημα χωρίς νόημα/σημασία) με το σημαινόμενο (νόημα/σημασία που προσκολλάται ex post facto στο αισθητηριακό περίβλημα της λέξης, της εικόνας, του ήχου) προϋποθέτει το εξής ανυπόστατο κάθε μεταφυσικής / οντολογίας / πρωτοφιλοσοφίας (Αντόρνο): λέξεις, εικόνες, ήχους ως μουγκές και πρωτόλειες αισθητηριακές “εντυπώσεις” που έχουν μυστηριωδώς αποσπαστεί από την “αρχική τους σημασία”. Μέσω του γλωσσικού ταχυδακτυλουργικού τεχνάσματος της “πολλαπλής σχέσης” μεταξύ του “σημαίνοντος” και του “σημαινόμενου” (που δεν είναι τίποτε άλλο από την ταυτολογική σχέση της Γλώσσας με τον Εαυτό της που κολυμπά στον καθαρό αιθέρα του Λόγου) η εκφορά των νοημάτων και των σημασιών στις λέξεις και στα κάθε λογής “γλωσσικά και μεταγλωσσικά σύμβολα” ανυψώνεται – προκατηγορικά και σιωπηλά – σε “πραγματικότητα καθεαυτήν και διεαυτήν” (σε ανεξάρτητη, αυτόνομη, αυθυπόστατη οντότητα) που ως τέτοια είναι και το αποκλειστικό πεδίο δράσης ενός αυθύπαρκτου, μυθικού, Παντοδύναμου Υποκειμένου (στην προκειμένη του Επιστήμονα Γλωσσολόγου που “ερμηνεύει αντικειμενικά και αλλάζει κατά βούληση” τις “σημασίες των αναλλοίωτων σημείων”). Το γλωσσικό “σημείο” είναι για την “Επιστήμη της Γλωσσολογίας” ό,τι και το “υλικό σημείο” για την “Επιστήμη της Φύσης”. Μια βουβή, ακαθόριστη αφαίρεση κενή περιεχομένου που εδραιώνει και εδραιώνεται από την κυριαρχία της αξιακής μορφής πάνω και μέσα στα κεφάλια μας. Για τη Γλωσσολογία, δεν είναι οι πραγματικοί άνθρωποι που σκέπτονται και ομιλούν αλλά η Γλώσσα – με τη γραμματική και το συντακτικό της – που Σκέπτεται και Μιλά μέσα από αυτούς. Με άλλα λόγια η Γλωσσολογία δεν είναι παρά η Πολιτική Οικονομία της γλώσσας που μετατρέπει τους πραγματικούς ανθρώπους σε αποκοινωνικοποιημένες και αποϊστορικοποιημένες “αντικειμενικές αφαιρέσεις”, καταδικασμένες σαν “στοιχειωμένα φαντάσματα του Πνεύματος” να αναζητούν αέναα στο κενό τα “χαμένα υποκειμενικά συμβολικά νοήματα” των λέξεων.

[9] Το πώς ερμηνεύουμε και νοηματοδοτούμε το παρελθόν που δεν μπορούμε να το αλλάξουμε καθώς και ο τρόπος που σκεφτόμαστε το μέλλον εξαρτώνται τα μέγιστα από τη θέση και τη στάση μας στο παρόν. Έτσι μια ριζοσπαστική κριτική σε ό,τι υπάρχει για το πρακτικό ξεπέρασμα του παρόντος δε σταματά να στρέφει το βλέμμα της στο παρελθόν για να αφουγκράζεται όλες τις ρήξεις και τις γέφυρες που μας φέρνουν ως εδώ. Συνεπώς το όποιο παρελθόν δεν έχει απολύτως καμία αυταξία παρά μονάχα ως ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα που τεντώνει το τόξο της κριτικής ενάντια στο υπάρχον και στην κατεστημένη του “φυσική” χρονικότητα. Από την άλλη, αυτό καθόλου δε σημαίνει πως στο παρελθόν (μακρινό ή όχι δεν έχει και τόσο σημασία) δεν έγιναν οι όποιες απόπειρες για να μη φτάσουμε στο σημερινό “εδώ” και “τώρα”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: