our news

Σημειώσεις για την «Παραίτηση» του Αντόρνο

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,588 other followers

[Σ.τ.Μ.]: Το κείμενο γράφτηκε από τον Aaron Bell και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Telos 35, Άνοιξη 1978. Το αρχικό κείμενο στα αγγλικά βρίσκεται εδώ 

Διαβάζοντας σήμερα την «Παραίτηση», γίνεται αμέσως εμφανές ότι είναι αναγκαίο το ιστορικό πλαίσιο για την πλήρη κατανόηση της σημασίας όσων εξέφρασε ο Αντόρνο. Αρχικά εκφωνημένο ως ραδιοφωνική απεύθυνση το 1968, η «Παραίτηση» είναι, μεταξύ άλλων, μια σημαντική συμμετοχή στο μαρξιστικό ντιμπέιτ αναφορικά με τη σχέση θεωρίας-πράξης, και ένα βασικό κείμενο στην ιστορία της ταραγμένης σχέσης του Αντόρνο με τα ριζοσπαστικά φοιτητικά κινήματα της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ο Αντόρνο, απαντώντας άμεσα στους επικριτές, από τη ριζοσπαστική αριστερά, της Σχολής της Φρανκφούρτης, υπερασπίζεται την άρνησή του να μεταφράσει την Κριτική Θεωρία σε ένα πρόγραμμα πολιτικής δράσης. Ενάντια στην κατηγορία της απολίτικης «παραίτησης», ο Αντόρνο διατυπώνει το επιθετικό όραμα ότι η κριτική σκέψη δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν αφέντη. Αυτή η άποψη για την κριτική σκέψη παραμένει σήμερα ζωτικής σημασίας, παρά τις παλιές παγίδες του ντιμπέιτ αναφορικά με τη σχέση θεωρίας-πράξης και το περιορισμένο ενδιαφέρον για τη βιογραφία του Αντόρνο και την πολιτική της μεταπολεμικής Γερμανίας.

Την περίοδο που δημοσιεύτηκε η «Παραίτηση», οι επικριτές του Αντόρνο υπήρξαν πολλοί, αλλά μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι ο Αντόρνο απευθυνόταν πρωτίστως στο φοιτητικό κίνημα και τους Σοβιετικούς διανοούμενους όπως ο Γκέοργκι Λούκατς. Τόσο για τους φοιτητές όσο και για τους κομματικούς θεωρητικούς όπως ο Λούκατς, η θέση του Αντόρνο για τη σχέση της θεωρίας με την πράξη υπήρξε απλώς αβάσιμη. Ενώ εκείνοι επιδιώκαν μια συγχώνευση θεωρίας και πράξης που θα μπορούσε να καθοδηγήσει μια επαναστατική πολιτική, ο Αντόρνο ισχυριζόταν την αυτονομία της θεωρίας και αμφισβητούσε τη δυνατότητα ύπαρξης μιας απελευθερωτικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον Αντόρνο, η θεωρία και ο θεωρητικός είναι «ευαίσθητα και όχι ακλόνητα όργανα» (165), και δεν μπορούν να υποταχθούν σε πρακτικούς σκοπούς.

Ο Αντόρνο υιοθετεί πολλαπά στυλ επιχειρηματολογίας, συνυφαίνοντας ενστάσεις τόσο αρχής όσο συνεπαγωγής. Αφενός, ο Αντόρνο ισχυρίζεται ότι, στην πραγματικότητα, είναι αρκετά απίθανο να επιτύχει μια σύντηξη θεωρίας και πράξης. Σημειώνοντας την αυτοεξόντωση της σοβιετικής ιντελιγκέντσιας[1] και τις φασιστικές τάσεις του φοιτητικού κινήματος, ο Αντόρνο θεωρεί ότι ο οδοστρωτήρας της πράξης θα συντρίψει τις λεπτότητες της θεωρίας. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι μόνο άνευ περιορισμών, και συχνά βαθιά μη πρακτική, σκέψη μπορεί να θεωρηθεί αληθινά κριτική. Η σκέψη που δεσμεύεται από το ενδιαφέρον για το πρακτικό αναπαριστά μια παραχώρηση στη «λαθεμένη ζωή» της δεδομένης ιστορικής στιγμής: «εντός της απολυτοποιημένης πράξης, μόνο η αντίδραση είναι εφικτή, και γι’ αυτό τον λόγο η αντίδραση είναι ψευδής».

Περιγράφοντας τις συνέπειες αυτού του χαρακτηρισμού της κριτικής σκέψης, ο Αντόρνο αντιστρέφει την κατηγορία των επικριτών του περί «παραίτησης» και ισχυρίζεται πως είναι εκείνοι, κι όχι ο ίδιος, αυτοί οι οποίοι παραιτήθηκαν και παραδόθηκαν στην καθεστηκυία τάξη. Χωρίς να αρνηθεί την κατηγορία ότι επέλεξε έναν δρόμο μακρυά από οποιοδήποτε πολιτικό πρόγραμμα, ο Αντόρνο αντιστρέφει την αξία της πρακτικότητας. Η πρακτικότητα είναι ύποπτη, ένα σημαδί σκέψης που δυνητικά εμποδίζεται από την ολότητα της λαθεμένης ζωής. Μένει κανένας μόνο με δύο επιλογές: είτε να αναθεωρήσει και να παραλείψει της θεωρητικές θέσεις της κριτικής θεωρίας ώστε να της αποδώσει χρηστικότητα στη δεδομένη κατάσταση, ή να αποποιηθεί αυτή τη χρηστικότητα για χάρη της φιλαλήθειας και της θεωρητικής διορατικότητας. Ο Αντόρνο μετασχηματίζει τη τελευταία επιλογή στην μόνο δυνατότητα ενάντια στην παραίτηση. Μόνο μια επίμονη απραξία, αφιλτράριστη από πρακτικές απαιτήσεις, είναι ικανή να αντισταθεί αληθινά στη συνολική κατάσταση του ύστερου καπιταλισμού. Κάθε συνθηκολόγηση με την πρακτική αποτελεί ήδη μια έκφραση παραίτησης.

Ενώ αυτός ο ισχυρισμός αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο αλλού (ονομαστικά, στα Minima Moralia και την Αρνητική Διαλεκτική), ο Αντόρνο σκιαγραφεί τη δύναμη της κριτικής, «ανοιχτής σκέψης» (168) και την άρνηση ενάντια στις απαιτήσεις της πρακτικότητας. Απ’ τις υπεράριθμες όψεις αυτού του επιχειρήματος, το πιο σχετικό διαθλά τις έννοιες της επίκρισης και της ίδιας της σκέψης. Υπό τη διερευνητική ματιά του Αντόρνο, η πραγματιστική απαίτηση ότι η κριτική θεωρία πρέπει να μεταφραστεί σε μια αποτελεσματικής πολιτική πράξη μετατρέπεται στην αληθινή στιγμή της παραίτησης, σε μια συντηρητική απαίτηση για την έγκλειση της δυνατότητας της κριτικής θεωρίας στο κλουβί της καθεστηκυίας τάξης. Η άρνηση του Αντόρνο να περιορίσει ή να αναθεωρήσει τις απαιτήσεις της κριτικής θεωρίας ώστε να τη ταιριάξει σε πρακτικές διεκδικήσεις, και η παραδοχή του αβοήθητου που αυτό συνεπάγεται, αποτελεί την αληθινή πράξη ριζοσπαστικής αντίστασης. Η θλίψη και το αβοήθητο της μπλοκαρισμένης, ανεφάρμοστης διεκδίκησης τόσο αρθρώνει όσο και παρουσιάζει το αληθινό – αυτό που δικαίως επιθυμούμε είναι συχνά αδύνατον. Είναι καθαρή ιδεολογία να το κατηγορήσουμε γι’ αυτό τη θεωρία και όχι τα όρια της ιστορικής κίνησης.

Από τις ιδιαιτερότητες της θέσης του Αντόρνο στην μεταπολεμική Γερμανία, μπορούμε να αντλήσουμε μερικά διορατικά συμπεράσματα αναφορικά με την κριτική σκέψη και τη σχέση της με την πρακτικότητα. Πρώτον, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τα ντιμπέιτ που πλαισιώνονται από την προϋπόθεση πως είναι εφικτή η αποτελεσματική δράση ή ότι η πρόοδος είναι αναπόφευκτη. Αν είναι ορθή η διάγνωση του Αντόρνο για την κοινωνία, η καχυποψία του για την αποτελεσματική πολιτική δράση, ιδίως για την προσωπική δραστηριότητα, δεν μπορεί να απορριφθεί χωρίς μια δεύτερη σκέψη. Είναι πιθανόν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα να μην είναι της κλίμακας των μεμονωμένων ατομικών παραγόντων, και το να υποθέσουμε το αντίθετο σημαίνει μόνο το να ενσωματωθούμε περαιτέρω στα συστήματα στα οποία αντιτασσόμαστε, ενώ παράλληλα επιπλέον τα αποκρύπτουμε. Ο Αντόρνο μας προκαλεί να υπολογίσουμε τη «συνείδηση της αδυναμίας [μας]» (167) και την επισφάλεια της αντίστασης. Σε μια διαλεκτική αντιστροφή, αυτή η εκτίμηση, και όχι ο επίμονος ρεαλισμός της πρωτοπορίας ή του φοιτητικού κινήματος, αποτελεί την μη παραπλανητική οπτική: «ο ασυμβίβαστος κριτικός στοχαστής, ο οποίος ούτε επιγράφει τη συνείδησή του ούτε επιτρέπει στον εαυτό του να τρομοκρατηθεί ώστε να στραφεί στην πράξη, είναι στ’ αλήθεια εκείνος ο οποίος δεν τα παρατάει» (168).

Δεύτερον, με τυπική διορατικότητα και προσοχή στις λεπτομέρειες, ο Αντόρνο συσχετίζει το πρόβλημα της κριτικής σκέψης με την κατασκευή της «ενεργούς ζωής» της διαφήμισης και το πολιτιστικό φαινόμενο του DIY τρόπου ζωής. Ο καθένας, μαζί με τον αντιδραστικό πολιτικό ακτιβισμό, αναπαριστά μια μορφή «ψευδοδραστηριότητας» η οποία, αντί να προκαλεί την καθεστηκυία τάξη, παράγει μια «ψευδοπραγματικότητα» ψευδούς εκπλήρωσης και δυνατότητας. Δεδομένης της ανόδου του ψηφιακού «ακτιβισμού» και της δημοφιλίας του «σπιτικού» και της DIY κουλτούρας, τα οποία συχνά συνδέονται άμεσα με συνηρητικές φαντασίες αυτάρκειας κι ελευθερίας από το πολιτικό, έχουμε λόγους να δώσουμε βάση στην ανάλυσή του. Η ενεργός ζωή που πωλείται από τη διαφήμιση και το εγκώμιο της αυτάρκειας στο DIY κίνημα ενισχύει τη φαντασία ότι είμαστε αποτελεσματικοί παράγοντες, ότι «είμαστε κεντρικής σημασίας» (167). Στην οικονομική μας κατανάλωση, καλλιέργεια σπιτικών εγχειρημάτων και χόμπυ, και συμβολική πολιτική συμμετοχή μέσω ψηφιακής συλλογής υπογραφών, ενθαρρυνόμαστε να αγνοήσουμε την ίδια μας την αδυναμία. Πόσο αδύναμοι μπορεί πραγματικά να είμαστε αν συμμετέχουμε σε τόσα;

Ωστόσο, και αυτό συχνά παραβλέπεται, ο Αντόρνο δεν απέρριψε προσωπικά την πολιτική δράση tout court, και τα επιχειρήματά του στην «Παραίτηση» δεν καθιστούν αναγκαία μια τέτοια απόρριψη. Τα τελευταία χρόνια του Αντόρνο στην μεταπολεμική Γερμανία κυριαρχήθηκαν από πολιτικές και κοινωνικές ενασχολήσεις οι οποίες περιορίσαν ενεργά την ικανότητά του να εργαστεί στα αναμφιβόλως σημαντικότερα έργα του – την Αισθητική Θεωρία και την Αρνητική Διαλεκτική[2]. Ενώ η εκτίμηση του ίδιου του Αντόρνο για το πολιτικό του έργο βρίσκεται εκτός του αντικειμένου της παρούσας ανάλυσης, είναι εμφανές ότι είδε έναν τρόπο να εμπλακεί πολιτικά χωρίς να διακινδυνεύσει την ευαίσθητη αυτονομία που επιφύλασσε για τη θεωρία και τον ίδιο, τον θεωρητικό. Αντί να απορρίψει κυνικά τη δυνατότητα δράσης, η διαλεκτική ισορροπία της θεωρίας και της βιογραφίας του Αντόρνο υποδεικνύει έναν τρόπο δράσης που δεν υποπέφτει σε παραπλανητική αισιοδοξία. Ο ισχυρισμό του Αντόρνο δεν είναι αυτός της πολιτικής αδράνειας· είναι εκείνος ενάντια στη σύντηξη των ατελών απαιτήσεων της πολιτικής πράξης με την ασυμβίβαστη φιλαλήθεια της κριτικής σκέψης.

Σημειώσεις:

1. Βλέπε την πραγματεία του Αντόρνο «Reconciliation Under Duress» [Συμφωνία Υπό Πίεση] για την κριτική του στον Λούκατς. Ο Αντόρνο επιρρίπτει την ευθύνη για την πτώση της φιλοσοφικής διορατικότητας του Λούκατς στη δογματική του ενσωμάτωση στο Σοβιετικό Κόμμα.

2. Stefan Müller-Doohm, Adorno: A Biography, μετάφραση [στα αγγλικά] Rodney Livingstone, εκδόσεις Polity Press, 2009, σελ. 463.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

%d bloggers like this: