τελευταία νέα σε τίτλους

Γκριγκόρι Ζινόβιεφ “Ο Διεθνής Σοσιαλισμός και η Προλεταριακή Επανάσταση στη Ρωσία”

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,111 other followers

Ο Ζινόβιεφ το 1920

Κείμενο του Ζινόβιεφ που γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1918. Το δημοσιεύουμε στα πλαίσια του αφιερώματος της σελίδας με κείμενα για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Τα περισσότερα από τα κείμενα τα οποία επιλέγουμε έχουν καθαρά ιστορική αξία και σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ασπαζόμαστε τις θέσεις τους. Πηγή του παρακάτω αποσπάσματος είναι: Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2010, σελ. 59-72. Μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής. Το κείμενο μπορείτε να το βρείτε και στο Μαρξιστικό Αρχείο

Σύντομο βιογραφικό του Γκριγκόρι Ζινόβιεφ (πηγή βικιπαίδεια)

Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ γεννήθηκε στην Ελισάβετγκραντ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (τώρα Κιροβοχράντ της Ουκρανίας), από Εβραίους γαλακτοκόμους αγρότες, οι οποίοι τον μόρφωσαν στο σπίτι. Μεταξύ 1923 και 1935 η πόλη ήταν γνωστή ως Ζινόφγιεφσκ. Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ ήταν γνωστός στα πρώτα χρόνια με τα ονόματα Απφελμπάουμ ή Ραντομισλόφσκι και αργότερα υιοθέτησε αρκετά ονόματα, όπως Σάτσκι, Γκριγκόριεφ, Γκριγκόρι και Ζινόβιεφ, από τα οποία με τα δύο τελευταία αποκαλείται πιο συχνά. Σπούδασε φιλοσοφία, λογοτεχνία και Ιστορία. Ενδιαφέρθηκε για την πολιτική και εντάχθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλ-Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (ΡΣΔΕΚ) το 1901. Ήταν μέλος της Μπολσεβίκικης φράξιας από την ώρα της δημιουργίας της το 1903. Μεταξύ του 1903 και της πτώσης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας τον Φεβρουάριο του 1917, ήταν κορυφαίος Μπολσεβίκος και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, δουλεύοντας τόσο μέσα στην Ρωσία όσο και στο εξωτερικό, όπως το επέτρεπαν οι περιστάσεις. Εξελέγη την Κεντρική Επιτροπή του ΡΣΔΕΚ το 1907 και τάχθηκε με το μέρος του Λένιν το 1908 όταν η Μπολσεβίκικη φράξια διασπάστηκε σε υποστηρικτές του Λένιν και οπαδούς του Μπογντάνοφ. Ο Ζινόβιεφ παρέμεινε πιστός υπασπιστής και εκπρόσωπος σε διάφορες σοσιαλιστικές οργανώσεις μέχρι το 1917.

Ο Ζινόβιεφ πέρασε τα τρία πρώτα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελβετία. Μετά την ανατροπή της Ρωσικής μοναρχίας κατά την Φεβρουαριανή Επανάσταση, επέστρεψε στην Ρωσία τον Απρίλιο του 1917 στο σφραγισμένο τρένο με τον Λένιν και άλλους επαναστάτες, αντίθετους στον πόλεμο. Παρέμεινε στην Μπολσεβίκικη ηγεσία στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της χρονιάς και πέρασε χρόνο με τον Λένιν, όταν αναγκάστηκαν να κρυφτούν την περίοδο μετά τις Ημέρες του Ιουλίου. Ωστόσο, ο Ζινόβιεφ και ο Λένιν σύντομα διαφώνησαν για την αντίθεση του Ζινόβιεφ στο κάλεσμα του Λένιν για ανοικτή εξέγερση κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης. Στις 10 Οκτωβρίου 1917 (Ιουλιανό ημερολόγιο), αυτός και ο Λεβ Κάμενεφ ήταν τα μόνα δύο μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που ψήφισαν κατά της ένοπλης εξέγερσης. Η δημοσίευση μιας ανοικτής επιστολής τους αντίθετη στην χρήση βίας εξόργισε τον Λένιν, ο οποίος απαίτησε την διαγραφή τους από το κόμμα.

Ο Ζινόβιεφ σε κάποια ομιλία. πηγή: βιβιπαίδεια

Στις 29 Οκτωβρίου 1917 (Ιουλιανό ημερολόγιο), αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η εκτελεστική επιτροπή του εργατικού σωματείου εθνικών σιδηροδρόμων, η Βίκζελ, απείλησε πανεθνική απεργία εκτός εάν οι Μπολσεβίκοι μοιράζονταν την εξουσία με άλλα σοσιαλιστικά κόμματα και έδιωχναν τον Λένιν και τον Τρότσκι από την κυβέρνηση. Οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και οι σύμμαχοί τους στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων υποστήριξαν ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αρχίσουν διαπραγματεύσεις, αφού μια απεργία στους σιδηροδρόμους θα παρέλυε την δυνατότητα της κυβέρνησής τους να πολεμήσει τις δυνάμεις που ήταν ακόμη πιστές στην Προσωρινή Κυβέρνηση που είχε ανατραπεί. Αν και οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ είχαν για λίγο την στήριξη της πλειοψηφίας της Κεντρικής Επιτροπής και είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις, η γρήγορη κατάρρευση των αντι-Μπολσεβίκικων δυνάμεων έξω από την Πετρούπολη επέτρεψε στους Λένιν και Τρότσκι να πείσουν την Κεντρική Επιτροπή να εγκαταλείψει την διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Σε απάντηση, οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Αλεξέι Ρίκοφ, Βλαντιμίρ Μιλιούτιν και Βίκτορ Νογκίν παραιτήθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή στις 4 Νοεμβρίου 1917 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Την επόμενη ημέρα, ο Λένιν έγραψε μια προκήρυξη αποκαλώντας τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ “λιποτάκτες”. Δεν ξέχασε ποτέ την συμπεριφορά τους, κάνοντας τελικά μια διφορούμενη αναφορά στο “επεισόδιο του Οκτώβρη” στην Διαθήκη του

Ο Ζινόβιεφ σύντομα επέστρεψε στη στάνη και εξελέγη ακόμη μια φορά στην Κεντρική Επιτροπή στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος στις 8 Μαρτίου 1918. Τοποθετήθηκε υπεύθυνος της Πετρούπολης (Αγία Πετρούπολη πριν το 1914, Λένινγκραντ 1924-91) και της περιφερειακής κυβέρνησης.

Κάποια στιγμή το 1918, ενώ η Ουκρανία ήταν υπό Γερμανική κατοχή, οι ραβίνοι της Οδησσού αναθεμάτισαν τελετουργικά (απαγγέλθηκε χερέμ – μομφή – κατά) των Τρότσκι, Ζινόβιεφ και άλλων Εβραίων Μπολσεβίκων ηγετών στην συναγωγή.

Έγινε μέλος του Πολιτικού Γραφείου (Πολιτμπιρό) χωρίς ψήφο όταν δημιουργήθηκε μετά το 8ο Συνέδριο στις 25 Μαρτίου 1919. Επίσης έγινε Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν όταν δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 1919. Με την ιδιότητα αυτή προήδρευσε του Συνεδρίου των λαών της Ανατολής στο Μπακού τον Σεπτέμβριο του 1920 και εκφώνησε την περίφημη τετράωρη ομιλία του στο συνέδριο του Χάλε του Ανεξάρτητου Σοσιαλ-Δημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας τον Οκτώβριο του 1920.

Ο Ζινόβιεφ ήταν υπεύθυνος για την άμυνα της Πετρούπολης κατά την διάρκεια δύο περιόδων έντονων συγκρούσεων με Λευκά στρατεύματα το 1919. Ο Τρότσκι, ο οποίος είχε την συνολική ευθύνη του Ερυθρού Στρατού κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο, εκτιμούσε ελάχιστα την ηγεσία του Ζινόβιεφ, πράγμα που επιδείνωσε τις τεταμένες σχέσεις τους.

Ο Ζινόβιεφ το 1920

Στις αρχές του 1921, όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα διασπάστηκε σε αρκετές φράξιες και οι διαφωνίες για την ακολουθούμενη πολιτική απειλούσαν την ενότητα του Κόμματος, ο Ζινόβιεφ υποστήριξε την φράξια του Λένιν. Σαν αποτέλεσμα, ο Ζινόβιεφ έγινε τακτικό μέλος του Πολιτμπιρό μετά το 10ο Συνέδριο του Κόμματος στις 6 Μαρτίου 1921, ενώ μέλη άλλων φραξιών, όπως ο Νικολάι Κρεστίνσκι εκδιώχθηκαν από το Πολιτμπιρό και την Γραμματεία.

Ο Ζινόβιεφ ήταν μια από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες στην Σοβιετική ηγεσία κατά την διάρκεια της τελικής ασθένειας του Λένιν το 1922 – 23 και αμέσως μετά τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 1924. Εκφώνησε τις εκθέσεις της Κεντρικής Επιτροπής στο 12ο και 13ο Συνέδριο του Κόμματος, κάτι που είχε προηγούμενα κάνει ο Λένιν. Θεωρείτο επίσης ένας από τους κορυφαίους θεωρητικούς του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ως επικεφαλής της Κομιντέρν, ο Ζινόβιεφ άξιζε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τις αποτυχίες αρκετών Κομμουνιστικών προσπαθειών κατάληψης της εξουσίας στην Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αλλά κατάφερε να τις στρέψει στον Καρλ Ράντεκ, τον εκπρόσωπο της Κομιντέρν στην Γερμανία εκείνη την εποχή.

Στην διάρκεια της τελικής ασθένειας του Λένιν, ο Ζινόβιεφ, ο στενός του συνεργάτης Κάμενεφ και ο Ιωσήφ Στάλιν διαμόρφωσαν την κυρίαρχη “τριανδρία” (ή “τρόικα”) στο Κομμουνιστικό Κόμμα, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στην περιθωριοποίηση του Λέοντος Τρότσκι. Η τριανδρία διαχειρίστηκε προσεκτικά την εσωκομματική συζήτηση και την διαδικασία επιλογής συνέδρων το φθινόπωρο του 1923, κατά την προετοιμασία του 13ης Συνδιάσκεψης του Κόμματος και εξασφάλισαν μεγάλη πλειοψηφία εδρών. Η Συνδιάσκεψη, που έγινε τον Ιανουάριο του 1924, λίγο πριν τον θάνατο του Λένιν, κατήγγειλε τον Τρότσκι και τον Τροτσκισμό. Μερικοί οπαδοί του Τρότσκι υποβιβάστηκαν ή ανέλαβαν νέα καθήκοντα στον απόηχο της ήττας του, και η ισχύς του Ζινόβιεφ και η επιρροή του φαίνονταν να είναι στο ζενίθ τους. Ωστόσο, όπως έδειξαν τα μετέπειτα γεγονότα, η πραγματική βάση της ισχύς του ήταν περιορισμένη στην κομματική οργάνωση Πετρούπολης/Λένινγκραντ, ενώ ο υπόλοιπος μηχανισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος ερχόταν όλο και περισσότερο κάτω από τον έλεγχο του Στάλιν.

Μετά την ήττα του Τρότσκι στην 13η Συνδιάσκεψη, οι εντάσεις μεταξύ Ζινόβιεφ και Κάμενεφ από την μια και Στάλιν με τους άλλους έγιναν πιο έντονες και απειλούσαν να βάλουν τέλος στην συμμαχία τους. Παρ’ όλα αυτά, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ βοήθησαν τον Στάλιν να διατηρήσει την θέση του ως Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος τον Μάιο – Ιούνιο 1924 κατά την διάρκεια της πρώτης διαμάχης σχετικά με την Διαθήκη του Λένιν.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα το καλοκαίρι του 1924, ο Τρότσκι δημοσίευσε τα Μαθήματα του Οκτώβρη, μια εκτενή περίληψη των γεγονότων του 1917. Στο άρθρο, ο Τρότσκι περιέγραψε την αντίθεση των Ζινόβιεφ και Κάμενεφ στην κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους το 1917, κάτι που οι δύο θα προτιμούσαν να μην αναφερθεί. Αυτό άρχισε ένα νέο γύρο εσωκομματικής πάλης, με τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ ακόμη μια φορά να συμμαχούν με τον Στάλιν κατά του Τρότσκι. Αυτοί και οι οπαδοί τους κατηγόρησαν τον Τρότσκι για διάφορα λάθη και χειρότερα κατά την διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου, και κατέστρεψαν το καλό του στρατιωτικό όνομα τόσο πολύ που αναγκάστηκε να παραιτηθεί από Λαϊκός Επίτροπος Στρατού και Πολεμικού Στόλου και Πρόεδρος της Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου τον Ιανουάριο του 1925. Ο Ζινόβιεφ ζήτησε την διαγραφή του Τρότσκι από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά ο Στάλιν αρνήθηκε να πάει μαζί τους εκείνη τη στιγμή και επιδέξια έπαιξε τον ρόλο του μετριοπαθούς.

Με το Τρότσκι τελικά στο περιθώριο, η τριανδρία Ζινόβιεφ-Κάμενεφ-Στάλιν άρχισε να διαλύεται στις αρχές του 1925. Οι δύο πλευρές πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στοιχίζοντας υποστήριξη στα παρασκήνια. Ο Στάλιν έκανε συμμαχία με τον θεωρητικό του Κομμουνιστικού Κόμματος και εκδότη της Πράβδα, Νικολάι Μπουχάριν και τον Πρωθυπουργό Αλεξέι Ρίκοφ. Οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ συμμάχησαν με την χήρα του Λένιν, Ναντέζντα Κρούπσκαγια, και τον Γκριγκόρι Σοκόλνικοφ, Επίτροπο Οικονομικών και μέλος του Πολιτμπιρό χωρίς ψήφο. Η πάλη έγινε ανοικτή στην συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής τον Σεπτέμβριο του 1925, και έφθασε σε αποφασιστικό στάδιο στο 14ο Συνέδριο του Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1925. Με μόνο την αντιπροσωπεία του Λένινγκραντ πίσω τους, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ βρέθηκαν μικρή μειοψηφία και ηττήθηκαν καθ’ ολοκληρία. Ο Ζινόβιεφ επανεξελέγη στο Πολιτμπιρό, αλλά ο σύμμαχός του Κάμενεφ υποβιβάστηκε από τακτικό μέλος, σε μέλος χωρίς ψήφο και ο Σοκόλνικοφ έμεινε έξω εντελώς, ενώ ο Στάλιν εξέλεξε τους περισσότερους από τους συμμάχους του στο Πολιτμπιρό. Μέσα σε λίγες εβδομάδες από το Συνέδριο, ο Στάλιν πήρε τον έλεγχο της κομματικής οργάνωσης και της τοπικής κυβέρνησης του Λένινγκραντ από τον Ζινόβιεφ και τον απομάκρυνε από όλες τις περιφερειακές θέσεις, αφήνοντας μόνο την Κομιντέρν ως ενδεχόμενο υπόβαθρο ισχύος για τον Ζινόβιεφ.

Κατά την ανάπαυλα της εσωκομματικής μάχης την άνοιξη του 1926, οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και οι υποστηρικτές τους βρέθηκαν πιο κοντά στους υποστηρικτές του Τρότσκι και οι δύο ομάδες σύντομα σχημάτισαν συμμαχία, η οποία επίσης ενσωμάτωσε κάποιες μικρότερες αντιπολιτευτικές ομάδες μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η συμμαχία έγινε γνωστή ως Ενωμένη Αντιπολίτευση. Τον Μάιο του 1926, ο Στάλιν, σταθμίζοντας τις επιλογές του σε μια επιστολή του προς Βιατσεσλάβ Μολότοφ, κατηύθυνε τους υποστηρικτές του να συγκεντρώσουν τις επιθέσεις τους στον Ζινόβιεφ δεδομένου ότι αυτός γνώριζε καλά τις μεθόδους του Στάλιν από την εποχή της τριανδρίας μαζί του. Μετά τις εντολές του Στάλιν, οι υποστηρικτές του κατηγόρησαν τον Ζινόβιεφ για χρησιμοποίηση του μηχανισμού της Κομιντέρν για την στήριξη φραξιονιστικών δραστηριοτήτων (Υπόθεση Λάσεβιτς) και ο Ζινόβιεφ εκδιώχθηκε από το Πολιτμπιρό μετά από θυελλώδη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής τον Ιούλιο του 1926. Σύντομα, μετά απ’ αυτό, η θέση του Προέδρου της Κομιντέρν καταργήθηκε και ο Ζινόβιεφ έχασε το τελευταίο σημαντικό αξίωμά του.

Ο Ζινόβιεφ παρέμεινε σε αντίθεση με τον Στάλιν όλο το 1926 και 1927, με αποτέλεσμα την αποπομπή του από την Κεντρική Επιτροπή τον Οκτώβριο του 1927. Όταν η Ενωμένη Αντιπολίτευση προσπάθησε να διοργανώσει ανεξάρτητες διαδηλώσεις στον εορτασμό της 10ης επετείου την κατάληψης της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Νοέμβριο του 1927, οι διαδηλωτές διαλύθηκαν με την βία και ο Ζινόβιεφ με τον Τρότσκι διαγράφηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα στις 12 Νοεμβρίου. Οι κορυφαίοι υποστηρικτές τους, από τον Κάμενεφ και κάτω, διαγράφηκαν τον Δεκέμβριο του 1927 στο 15ο Συνέδριο του Κόμματος, το οποίο άνοιξε τον δρόμο για μαζικές διαγραφές απλών μελών των αντιπολιτευομένων, όπως και για εσωτερικές εξορίες των ηγετών της αντιπολίτευσης στις αρχές του 1928.

Ενώ ο Τρότσκι παρέμενε σταθερός στην αντίθεσή του με τον Στάλιν μετά την διαγραφή του από το Κόμμα και την συνεπακόλουθη εξορία, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ συνθηκολόγησαν σχεδόν αμέσως και ζήτησαν οι οπαδοί τους να κάνουν το ίδιο. Έγραψαν ανοικτά γράμματα αναγνωρίζοντας τα λάθη τους και επέστρεψαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα μετά από μια εξάμηνη περίοδο ησυχίας. Δεν ανέκτησαν ποτέ τις θέσεις τους στην Κεντρική Επιτροπή, αλλά τους δόθηκαν μεσαίου επιπέδου αξιώματα στο πλαίσιο την Σοβιετικής γραφειοκρατίας. Ο Μπουχάριν, στην αρχή τότε της σύντομης και ατυχούς πάλης με τον Στάλιν, πλησίασε τον Κάμενεφ και, έμμεσα, τον Ζινόβιεφ το καλοκαίρι του 1928. Αυτό αναφέρθηκε γρήγορα στον Στάλιν και χρησίμευσε κατά του Μπουχάριν σαν απόδειξη του φραξιονισμού του.

Ζινόβιεφ και Κάμενεφ παρέμειναν πολιτικά ανενεργοί μέχρι τον Οκτώβριο του 1932, όταν διαγράφηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα γιατί δεν έδωσαν πληροφορίες για τα αντιπολιτευτικά μέλη του κόμματος στην διάρκεια της Υπόθεσης Ριούτιν. Αφού και πάλι παραδέχθηκαν τα υποτιθέμενα λάθη τους, έγιναν και πάλι δεκτοί στο κόμμα τον Δεκέμβριο του 1933. Αναγκάστηκαν να κάνουν αυτό-μαστιγωτικές ομιλίες στο 17ο Συνέδριο του Κόμματος τον Ιανουάριο του 1934, με τον Στάλιν να κάνει επίδειξη των πρώην πολιτικών του αντιπάλων, τώρα ηττημένων και φαινομενικά μεταμελημένων.

Μετά την δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ την 1η Δεκεμβρίου 1934 (η οποία χρησίμευσε σαν μοχλός για τις Μεγάλες Εκκαθαρίσεις του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος), οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και οι στενότεροι συνεργάτες τους διαγράφηκαν ακόμη μια φορά από το κόμμα και συνελήφθησαν τον Δεκέμβριο του 1934. Δικάστηκαν τον Ιανουάριο του 1935 και αναγκάστηκαν να παραδεχθούν “ηθική συνυπαιτιότητα” στην δολοφονία του Κίροφ. Ο Ζινόβιεφ καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλακή και οι οπαδοί του σε διάφορες ποινές φυλάκισης.

Τον Αύγουστο 1936, μετά από μήνες προσεκτικής προετοιμασίας και πρόβας σε μυστικές φυλακές της αστυνομίας, οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και 14 άλλοι, κυρίως Παλιοί Μπολσεβίκοι, οδηγήθηκαν πάλι σε δίκη. Την φορά αυτή, οι κατηγορίες περιλάμβαναν την συγκρότηση τρομοκρατικής οργάνωσης, που υποτίθεται δολοφόνησε τον Κίροφ και αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Στάλιν και άλλους ηγέτες της Σοβιετικής κυβέρνησης. Αυτή η δίκη των Δεκαέξι (ή του “Τροτσκιστικού-Ζινοβιεφικού Τρομοκρατικού Κέντρου”) ήταν η πρώτη Δίκη Παρωδία της Μόσχας και έφτιαξε το σκηνικό για τις επόμενες δίκες παρωδία, όπου Παλιοί Μπολσεβίκοι ομολογούσαν όλο και πιο πολύπλοκα και σκανδαλώδη εγκλήματα, περιλαμβανομένης της κατασκοπίας, δηλητηρίασης, σαμποτάζ και ούτω καθεξής. Ο Ζινόβιεφ και οι άλλοι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στις 24 Αυγούστου 1936.

Πριν από την δίκη, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ είχαν συμφωνήσει να δηλώσουν ένοχοι για τις ψευδείς κατηγορίες με τον όρο ότι δεν θα εκτελούνταν, έναν όρο που ο Στάλιν δέχθηκε, δηλώνοντας: “είναι αυτονόητο”. Παρ’ όλα αυτά, λίγες ώρες μετά την καταδίκη τους, ο Στάλιν διέταξε την εκτέλεσή τους εκείνη την νύκτα. Λίγο μετά τα μεσάνυκτα, το πρωί της 25ης Αυγούστου, οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ εκτελούνταν.

Οι αφηγήσεις για την εκτέλεση του Ζινόβιεφ ποικίλουν, με κάποιες να τον θέλουν να παρακαλάει και να κάνει έκκληση για την ζωή του, κάνοντας τον περισσότερο στωικό Κάμενεφ να πει στον Ζινόβιεφ να ησυχάσει και να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Αδιαφορώντας, ο Ζινόβιεφ αντιστάθηκε στους φρουρούς ώστε, αντί να τον πάρουν στον ορισμένο χώρο εκτελέσεων, οι φρουροί τον πήγαν σε ένα κοντινό κελί και τον πυροβόλησαν εκεί.

Η εκτέλεση του Ζινόβιεφ, του Κάμενεφ και των συνεργατών τους ήταν μια συγκλονιστική είδηση στην ΕΣΣΔ και σε όλο τον κόσμο, ανοίγοντας τον δρόμο για μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις της τρομοκρατίας του 1937 – 1938. Το 1988, στην διάρκεια της περεστρόικα, η Σοβιετική κυβέρνηση απάλλαξε επίσημα τον Ζινόβιεφ και τους συγκατηγορουμένους του από τις πλαστές κατηγορίες, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατό τους.

Τον Ζινόβιεφ τον θυμούνται στην Βρετανία σαν τον υποτιθέμενο συγγραφέα της “επιστολής Ζινόβιεφ”, η οποία προκάλεσε αίσθηση όταν δημοσιεύθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1924, τέσσερις ημέρες πριν τις γενικές εκλογές. Η επιστολή καλούσε τους Βρετανούς Κομμουνιστές να προετοιμάσουν την επανάσταση. Το έγγραφο αυτό είναι πλέον γενικά δεκτό ότι ήταν χάλκευμα, επιβεβαιώνοντας την δήλωση που έκανε ο Ζινόβιεφ σε μια επιστολή του, στις 27 Οκτωβρίου 1924.

“Η επιστολή της 15ης Σεπτεμβρίου 1924, η οποία μου έχει αποδοθεί, είναι από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη, μια πλαστογραφία. Ας πάρομε τον τίτλο. Η οργάνωση της οποίας είμαι πρόεδρος δεν αναφέρει ποτέ επίσημα τον εαυτό της ως Εκτελεστική Επιτροπή της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το επίσημο όνομα είναι Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εξίσου εσφαλμένη είναι η υπογραφή, Ο Πρόεδρος του Προεδρείου. Ο πλαστογράφος έχει φανεί πολύ βλάκας με την επιλογή της ημερομηνίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1924, ήμουν σε διακοπές στο Κισλοβόντσκ, και, επομένως, δεν θα μπορούσα να έχω υπογράψει οποιαδήποτε επίσημη επιστολή…

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί κάποιοι από τους ηγέτες του μπλοκ Φιλελεύθερων-Συντηρητικών προσέφυγαν σε τέτοιες μεθόδους, όπως η πλαστογράφηση εγγράφων. Προφανώς σκέφθηκαν σοβαρά ότι θα μπορέσουν, την τελευταία στιγμή πριν τις εκλογές, να δημιουργήσουν σύγχυση στις γραμμές αυτών των εκλογέων που συμπαθούν ειλικρινά την Συνθήκη μεταξύ Αγγλίας και Σοβιετικής Ένωσης. Είναι πολύ πιο δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί το Αγγλικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο είναι ακόμα υπό τον έλεγχο του Πρωθυπουργού Μακντόλαντ, δεν απέχει από το να κάνει χρήση τέτοιας λευκο-φρουρίτικης πλαστογραφίας”.

Τον Αύγουστο του 1914 ένα Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο επρόκειτο να συγκληθεί στη Βιέννη, το οποίο προοριζόταν να έχει μια καθολική ιστορική σημασία στα χρονικά του διεθνούς εργατικού κινήματος. Το 1914 είχε κλείσει μισός αιώνας από την ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς Ένωσης Εργατών (η Πρώτη Διεθνής)(1). Είχε προταθεί να οργανωθεί ένας θριαμβευτικός γιορτασμός του μισού αιώνα της Πρώτης Διεθνούς, και ταυτόχρονα να ξεκαθαριστούν μια για πάντα οι τακτικές στον αγώνα του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο, που πλησίαζε με το αναπόφευκτο του μοιραίου.

Αντί γι’ αυτό, τον Αύγουστο του 1914 ξέσπασε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο, καθοδηγούμενο από τους Χούισμανς(2) και Βαντερβέλντε, είχε δημοσιεύσει στη Βιέννη, με πρόσκληση της επίσημης Αυστριακής Σοσιαλδημοκρατίας, ένα επετειακό συμπόσιο-αλμανάκ για τη Δεύτερη Διεθνή. Σε αυτό το συμπόσιο είχαν μαζευτεί όλες οι αποφάσεις της Διεθνούς για το θέμα του πολέμου, και ορισμένες ομιλίες, άρθρα και διακηρύξεις που εξέφρασαν οι ηγέτες του διεθνούς σοσιαλισμού ενάντια στον πόλεμο. Όταν άρχισε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, συνοδευόμενος από τη χρεοκοπία όλων των επίσημων σοσιαλιστών και την αποδοχή τους της σημαίας της αστικής τάξης, οι φίλοι του Βίκτορ Άντλερ και του Εμίλ Βαντερβέλντε βιάστηκαν να «αποσύρουν από την κυκλοφορία», δηλαδή να κρύψουν, το πολύτιμο επετειακό συμπόσιο της Διεθνούς. Και ενήργησαν, από την άποψή τους, σωστά. Κάθε γραμμή αυτού του συμποσίου μαστίγωνε τους επίσημους αρχιερείς της κυβερνητικής σοσιαλδημοκρατίας στο πρόσωπο. Κάθε απόφαση, κάθε μια από τις ομιλίες και τα άρθρα που παραθέτονταν σε αυτό το συμπόσιο, αποκάλυπτε δυνατά την πρωτάκουστη προδοσία των Σάιντεμαν, Ρένερ, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Χούισμανς και σία(3). Λοιπόν, ας φοβούνται οι ηγέτες της χρεοκοπημένης Δεύτερης Διεθνούς τις σκιές τους. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνουν παρά να κρυφτούν από το ίδιο τους το παρελθόν.

Πραγματικά, πώς έμπαινε το ζήτημα του πολέμου και της επανάστασης στην αρχή του τωρινού πολέμου;

Στο επαίσχυντο αποστατικό φυλλάδιό του Η Δικτατορία του Προλεταριάτου, δημοσιευμένο από τον Κάουτσκι(4) το φθινόπωρο του 1918, αυτός ο πρώην σοσιαλιστής διαχωρίζει τον εαυτό του από τον εμφύλιο πόλεμο, φέρνει επιχειρήματα από όλες τις μεριές για να πείσει την εργατική τάξη ότι είναι απαίσιο να ορμήσει στα όπλα, και ότι ακόμη και οι λέξεις «σοσιαλιστική επανάσταση» είναι αδύνατες εδώ και τώρα. Και όμως, ήταν αυτός ο ίδιος Κάουτσκι που έγραφε πριν δέκα χρόνια:

«Ο σοσιαλισμός έχει ήδη γίνει μια οικονομική αναγκαιότητα σήμερα, μόνο η ισχύς καθορίζει πότε θα έρθει. Η απόκτηση αυτής της ισχύος από το προλεταριάτο μέσα από την οργάνωση και τη διάδοση της συνείδησης είναι το πιο σπουδαίο καθήκον της Σοσιαλδημοκρατίας σήμερα. Τίποτα δεν είναι πιο παράξενο από εκείνους τους σοσιαλιστές που θεωρούν αναγκαίο να ετοιμαστούν για μια παραπέρα ανάπτυξη της ισχύος του καπιταλισμού».

Αυτό γράφτηκε από τον Κάουτσκι ήδη το 1907 στο φυλλάδιό του Σοσιαλισμός και Αποικιακή Πολιτική (σελ. 37, γερμανική έκδοση).

Ένας άλλος από τους πιο γερούς θεωρητικούς της Δεύτερης Διεθνούς, ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ(5), έγραφε στο Χρηματιστικό Κεφάλαιό του:

«Η απόκριση του προλεταριάτου στην οικονομική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου – τον ιμπεριαλισμό – δεν μπορεί να είναι το ελεύθερο εμπόριο, αλλά μόνο ο σοσιαλισμός… Ο σοσιαλισμός παύει να είναι ένα απόμακρο ιδανικό, ένας “τελικός σκοπός” που χρησιμεύει μόνο σαν καθοδηγητική αρχή για “άμεσα αιτήματα”, και γίνεται ένα ουσιώδες συστατικό της άμεσης πρακτικής πολιτικής του προλεταριάτου… Στο σοσιαλισμό πρέπει να δοθεί η πιο περίοπτη θέση στην προπαγάνδα, ως τη μόνη εναλλακτική επιλογή στον ιμπεριαλισμό… Η τάση του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι να καθιερώνει τον κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής, αλλά είναι μια ανταγωνιστική μορφή κοινωνικοποίησης, αφού ο έλεγχος της κοινωνικής παραγωγής παραμένει στα χέρια μιας ολιγαρχίας. Ο αγώνας για την απαλλοτρίωση αυτής της ολιγαρχίας συνιστά την τελική φάση της ταξικής πάλης ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο… Ακόμη και σήμερα, η απόκτηση της κατοχής των έξι μεγάλων τραπεζών του Βερολίνου θα σήμαινε την απόκτηση της κατοχής των πιο σημαντικών σφαιρών της μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας, και θα διευκόλυνε τα μέγιστα τις αρχικές φάσεις της σοσιαλιστικής πολιτικής κατά τη μεταβατική περίοδο, όταν η καπιταλιστική λογιστική θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη».

Ο τρίτος αρχιερέας της εκλιπούσας Δεύτερης Διεθνούς, ο Ότο Μπάουερ(6), επίσης 10 χρόνια πριν, το 1908, διακήρυσσε στο φημισμένο βιβλίο του Το Εθνικό Ζήτημα και η Σοσιαλδημοκρατία κυριολεκτικά τα εξής:

«Αναμφίβολα ο επερχόμενος ιμπεριαλιστικός πόλεμος θα περιλαμβάνει ένα επαναστατικό στάδιο. Η ιμπεριαλιστική καθολική καταστροφή θα είναι αναμφισβήτητα η αρχή μιας παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης».

Ο Μπέμπελ(7) έκανε μια ταυτόσημη ανακοίνωση στις μέρες της σύγκρουσης στο Μαρόκο. Στη διάσημη ομιλία του στο Ράιχσταγκ, ο Μπέμπελ διακήρυξε:

«Μετά θα έρθει η καταστροφή. Μετά [δηλαδή, όταν αρχίσει ο παγκόσμιος πόλεμος] θα έχουμε τον μεγαλύτερο από τους ευρωπαϊκούς πολέμους, στον οποίο κάπου 16 με 18 εκατομμύρια άνθρωποι, εξοπλισμένοι με τα πιο σύγχρονα όπλα μακελειού, θα ριχτούν ο ένας ενάντια στον άλλο. Αλλά είναι η σταθερή πεποίθησή μου ότι το κόστος του μεγάλου παγκόσμιου πολέμου θα είναι η μεγάλη παγκόσμια επανάσταση. Θα θερίσετε αυτά που έχετε σπείρει. Το Λυκόφως των Θεών περνά πάνω από την καπιταλιστική τάξη. Ναι, κύριοι, μπορεί να είστε βέβαιοι, αυτό το λυκόφως είναι πολύ κοντά. Είστε τώρα σε ένα σημείο που εσείς οι ίδιοι θα κόβετε τα θεμέλια της νομικής και κοινωνικής τάξης σας. Εσείς οι ίδιοι έχετε φέρει τα πράγματα σε μια τέτοια στενωπό, που μπορείτε να ακούσετε τις κωδωνοκρουσίες του δικού σας νομικού και κοινωνικού συστήματος».

Όμως δεν μιλούσαν μόνο οι μεμονωμένοι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς σε αυτόν τον τόνο, αλλά επίσης οι πιο υπεύθυνες από τις οργανώσεις της. Σε ένα επίσημο ντοκουμέντο του κόμματος, δημοσιευμένο το 1912 από την Κεντρική Επιτροπή της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, αναγράφεται:

«Αν μόνο 300 μεγιστάνες του καπιταλισμού μπορούσε να μετατραπούν σε ανθρώπους άξιους της εμπιστοσύνης του προλεταριάτου, όλη η παραγωγή, χωρίς καμιά παραπέρα δυσκολία, θα μπορούσε να διεξάγεται προς το συμφέρον της εργατικής τάξης αντί για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, και η μετάβαση σε μια σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής θα είχε αρχίσει. Στο βαθμό που αφορά τους προκαταρκτικούς όρους, είναι ώριμοι, και αυτό το έργο έχει εκπληρωθεί από τους ίδιους τους καπιταλιστές».

Ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος θα γεννήσει μια σοσιαλιστική επανάσταση – τέτοια ήταν επίσης η διακήρυξη της Δεύτερης Διεθνούς στη διάσημη απόφαση του Διεθνούς Συνεδρίου στη Στουτγάρδη(8) – τέτοια ήταν η γνώμη που οι πιο υπεύθυνοι, οι πιο διακεκριμένοι εκπρόσωποι της Δεύτερης Διεθνούς συνέχιζαν να διακηρύσσουν ως το 1912.

Ναι, ως το 1912. Ως τις παραμονές του πολέμου – θα μπορούσε να πει κανείς σχεδόν 24 ώρες πριν τον πρώτο πυροβολισμό – οι επίσημοι εκπρόσωποι της Δεύτερης Διεθνούς συνέχιζαν να διαβεβαιώνουν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Ο πολυπράγμων, ειρηνιστής καθηγητής Καρλ Γκρούνμπεργκ(9) της Βιέννης, είχε συλλέξει σε δυο ογκώδεις τόμους όλες τις αποφάσεις, τα άρθρα και τις ομιλίες των επίσημων σοσιαλιστικών οργανώσεων και των ηγετών που είχαν δει το φως ως μια μέρα ή κάτι τέτοιο πριν το ξέσπασμα του πολέμου το 1914, και το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά διαφωτιστικό. Όλοι οι υπεύθυνοι πολιτικοί είδαν ότι εδώ επρόκειτο για τον ερχομό εκείνου ακριβώς του πολέμου, την προσέγγιση του οποίου είχαν αναγγείλει οι σοσιαλιστές στην πορεία των προηγούμενων 10 ή 15 χρόνων. Όλοι οι ηγέτες των σοσιαλιστικών κομμάτων ήταν πεπεισμένοι ότι το Συνέδριο της Βασιλείας ήταν δικαιολογημένο στη διακήρυξή του ότι ο Βαλκανικός Πόλεμος του 1912 ήταν μόνο το προοίμιο, μόνο ένας πρόλογος στο μεγάλο, πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο(10). Επιπλέον, ακόμη και οι γενικές γραμμές του χωρισμού των δυνάμεων στις αρχές του Αυγούστου 1914 είχαν ήδη οριστεί ξεκάθαρα το 1912. Και ως το βροντερό ήχο του πρώτου πυροβολισμού, οι επίσημοι σοσιαλιστές συνέχιζαν με κεκτημένη ταχύτητα να λένε την αλήθεια. Όλοι τους, με μια φωνή, διαβεβαίωναν ότι αυτός ο πόλεμος δεν ήταν ένας πόλεμος δικαιοσύνης αλλά ατιμίας, και ότι επρόκειτο να είναι ένας πόλεμος για τα συμφέροντα των μικρών κλικών των καπιταλιστών. Και όλοι με μια φωνή κατέδειχναν στους εργάτες της χώρας τους ότι το συμφέρον τους, η τιμή τους, απαιτούσαν την πιο οξεία διαμαρτυρία, τον πιο αποφασιστικό αγώνα ενάντια σε αυτό το κατακλυσμιαίο έγκλημα.

Το βιβλίο του καθηγητή Γκρούνμπεργκ, μια ξερή συλλογή επίσημων υλικών, ξεχωρίζει ως η πιο εύγλωττη καταδίκη ενάντια στους σοσιαλιστές απολογητές όλων των χωρών. Κάθε γραμμή αυτού του βιβλίου είναι σαν ένα μαστίγωμα στο πρόσωπο αυτών των σοσιαλπροδοτών.

Ο Ερβέ(11), ο σημερινός ντελάλης της αγοράς, ο Ερβέ, το σύγχρονο κινούμενο πνεύμα της εκστρατείας των γάλλων ιμπεριαλιστών ενάντια στη μεγάλη επανάσταση της ρωσικής εργατικής τάξης – ακόμη και ο Ερβέ έγραφε τόσο αργά όσο στις 28 Ιουλίου του 1914:

«Ένας πόλεμος για την υπεράσπιση των μικρών εθνών που καταπιέζονται από τις μεγάλες δυνάμεις! Αλλά από πολύ καιρό δεν υπάρχει στην Ευρώπη ούτε μια μεγάλη δύναμη που τα χέρια της να μην είναι βουτηγμένα στο αίμα. Όχι! Όχι ένας πόλεμος για την υπεράσπιση του μικρού σερβικού έθνους, αλλά ένας πόλεμος για την υπεράσπιση του γοήτρου του συμμάχου μας, του τσάρου. Το γόητρο και η τιμή του συμμάχου μας! Η τιμή της ρωσικής κυβέρνησης! Η γυμνή λέξη αρκεί για να κάνει το Ραμπελαί, το Βολταίρο και το Βίκτορα Ουγκώ να στριφογυρίζουν στους τάφους τους. Η ρωσική κυβέρνηση δεν ήταν τόσο ευαίσθητη για την τιμή της όταν στραγγάλιζε τη Φινλανδία και την Πολωνία, και όταν εξαπέλυε τους Μαυροεκατονταρχίτες(12) ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό του Κιέβου και της Οδησσού. Να πολεμήσουμε για να διαφυλάξουμε το γόητρο του τσάρου! Τι εξαίρετο κίνητρο για ένα λαό που οι πρόγονοί του είχαν διεξάγει τη μεγάλη επανάσταση! Τι χαρά να πεθαίνει κανείς σε μια τέτοια ευγενή επιχείρηση!» (La Guerre Sociale, 28 Ιουλίου 1914).

Και ο μακαρίτης Ζορές(13), δολοφονημένος λίγες ώρες πριν την κήρυξη του πολέμου, σε ένα λόγο που εκφώνησε σε ένα από τα προάστια της Λιόν τέσσερις ώρες πριν το θάνατό του, είπε:

«Η αποικιακή πολιτική της Αγγλίας, η επιθετική παγκόσμια πολιτική της Ρωσίας, η δεσποτική θέληση της Αυστρίας – αυτά είναι που συνεργάστηκαν για την τρομερή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Πολίτες, αν αυτή η απειλή του πολέμου μετατραπεί σε πραγματικότητα, πρέπει να είναι το κύριο μέλημά μας ως σοσιαλιστών, να σωθούμε από αυτό το έγκλημα που διαπράττουν οι κυβερνώσες τάξεις όσο πιο γρήγορα γίνεται».

Και το κεντρικό όργανο της επίσημης Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας 48 μόλις ώρες πριν το ξέσπασμα του πολέμου περιλάμβανε το ένα μετά το άλλο άρθρα που κατέδειχναν ότι αυτός ο πόλεμος θα ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα ενάντια στους εργάτες.

Αλλά δεν είχε αντηχήσει καλά-καλά η πρώτη βροντή των όπλων και οι επίσημοι ηγέτες του κυβερνητικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος ανακοίνωσαν ότι το μαύρο ήταν άσπρο και το άσπρο μαύρο. Ο πιο εγκληματικός από όλους τους πολέμους μετατράπηκε από την πένα τους σε έναν «μεγάλο» πόλεμο «απελευθέρωσης». Το καθένα από τα επίσημα σοσιαλιστικά κόμματα παρακινούσε στην υπεράσπιση της δικής του πατρίδας, δηλαδή της αστικής τάξης τους, των αφεντικών τους. Οι αρχές του σοσιαλισμού ξεχάστηκαν, οι κόκκινες σημαίες ποδοπατήθηκαν στη λάσπη. Η τιμή και η συνείδηση ανακηρύχτηκαν προκαταλήψεις.

Δεν υπήρξε προδοσία που να μην έκαναν αυτοί οι επίσημοι ηγέτες της κυβερνητικής σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στους εργάτες όλων των χωρών. Κάθε έντιμος σοσιαλιστής αποκηρύχτηκε από τη μάζα σαν ιδιόρρυθμος, τρελός ή εγκληματίας εχθρός του έθνους του. Σε κάθε έντιμο διεθνιστή που ύψωνε τη φωνή της διαμαρτυρίας ενάντια στο ιμπεριαλιστικό μακελειό, οι επίσημοι αρχιερείς της Δεύτερης Διεθνούς εκτόξευαν χούφτες λάσπη. Το ιερό αίμα των εργατών άρχισε να κυλά, και ολόκληροι ποταμοί του συνεχίζουν να ρέουν ως την τωρινή μέρα.

Τώρα, καθώς γράφουμε αυτές τις γραμμές, βρισκόμαστε στον τρίτο χρόνο μετά τη Διεθνή Συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ. Δεν είναι μια πρόσχαρη ανάμνηση αυτή, του καιρού που συγκεντρώθηκαν σε ένα νεκρό και άθλιο μικρό ελβετικό χωριό περίπου μια ντουζίνα σοσιαλιστές από όλες τις χώρες, έχοντας πίσω τους, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο εκατό ή κάπου τόσους υποστηρικτές σε όλη την αιματοβαμμένη και βασανισμένη Ευρώπη.

Στη Γερμανία, οι διεθνιστές, με τον Λίκμπνεχτ(14) επικεφαλής τους, έκαναν μόνο τα πρώτα τους βήματα. Πάνω απ’ όλη τη Γερμανία βασίλευσε η ειρήνη του νεκροταφείου. Με απεριόριστο θράσος και με ηλίθια αυτοπεποίθηση, οι οπαδοί των Σάιντεμαν κατεδίωκαν τους γενναίους μεμονωμένους διεθνιστές, όντας πεπεισμένοι ότι οι μάζες θα συνέχιζαν να ακολουθούν αυτούς, τους επίσημους εκπροσώπους του κυβερνητικού αποκαλούμενου σοσιαλισμού.

Τα πράγματα ήταν χειρότερα στην Αυστρία. Το 1915, τη στιγμή που διεξαγόταν η Συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ, οι μεμονωμένοι διεθνιστές της Αυστρίας μπορούσε να μετρηθούν στα δάκτυλα του ενός χεριού, ενώ η επίσημη Αυστριακή Σοσιαλδημοκρατία, καθοδηγούμενη από το Βίκτορ Άντλερ, είχε περάσει με όλες τις αποσκευές της στην υπηρεσία της αυστριακής κυβέρνησης.

Στη Γαλλία, στην Αγγλία, ο σοσιαλσοβινισμός γιόρταζε τα όργιά του χωρίς αντίσταση.

Στην Ιταλία, το επίσημο κόμμα δεν θα ψήφιζε τις πολεμικές δαπάνες, αλλά η τεράστια πλειοψηφία των ηγετών έγινε δέσμια των ιδεών του πασιφισμού, και ήταν απρόθυμη να ακούσει οτιδήποτε για ανοικτή επαναστατική εξέγερση.

Για τη Ρωσία, ούτε κουβέντα! Εδώ ευδοκιμούσε ο «σοσιαλισμός» των πλασιέ όπλων, επικεφαλής των οποίων βάδιζαν, πιασμένοι χέρι-χέρι, ο Γκουτσκόφ, ο Πότρεσοφ, ο Πλεχάνοφ(15) και ο Μιλιουκόφ.

Μεγάλη έπρεπε να είναι η πίστη στην εργατική τάξη για να υψωθεί εκείνη τη στιγμή η σημαία του διεθνούς αγώνα για το σοσιαλισμό.

Ποιος από εκείνους που ήταν παρόντες στη Συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ ονειρευόταν ότι θα περνούσαν λιγότερο από τρία χρόνια ωσότου η σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία γίνει γεγονός, η Γερμανία και η Αυστρία θα στέκονται στα πρόθυρα μιας προλεταριακής επανάστασης, και στην Ιταλία και τη Γαλλία θα άρχιζαν να φουντώνουν οι πιο οξείς ταξικοί αγώνες;

Αλλά αυτό όλο συνέβηκε∙ ζήσαμε για να το δούμε.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του Μαρτίου στη Ρωσία, όλες οι αστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης, και στην ουρά τους, όλα τα κυβερνητικά σοσιαλπατριωτικά κόμματα, άμεσα τέντωσαν τα αυτιά τους. Σημαντικά τμήματα της ευρωπαϊκής αστικής τάξης δεν μπορούσαν παρά να συμπαθούν την Επανάσταση του Μαρτίου, για όσο παρέμενε μια καθαρά αστική επανάσταση, για όσο η υπόθεση έμοιαζε να είναι μια αλλαγή από το δεσποτικό καθεστώς του Νικόλαου Ρομανόφ(16) στο αστικό καθεστώς των Μιλιουκόφ και Γκουτσκόφ.

Αλλά οι απατεώνες του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού άρχισαν να ανταλλάσσουν ματιές. Οι οξυμένες αισθήσεις των ιδιοκτητών της μεγάλης περιουσίας, που διέκριναν ένα μεγάλο κίνδυνο να προκύπτει από τη διάθεση των εξεγειρόμενων δούλων, σύστησαν άμεσα στους ηγέτες της ευρωπαϊκής αστικής τάξης ότι η αστική επανάσταση του Μαρτίου θα έφερνε μαζί της το σπέρμα μιας επανάστασης των εργατών, δηλαδή, μιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Όπως είναι καλά γνωστό, η πρώτη στιγμή της Επανάστασης του Μαρτίου ανάμεσά μας στη Ρωσία είδε επίσης τη γέννηση των σοβιέτ (συμβουλίων) των αντιπροσώπων των εργατών και των αγροτών. Η όσφρηση των χασάπηδων του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού που βρισκόταν σε εγρήγορση τους είπε αμέσως ότι αυτά τα σοβιέτ είχαν πολύ σοβαρές πιθανότητες να γίνουν το λίκνο μιας σοσιαλιστικής αναταραχής στη Ρωσία. «Τα σοβιέτ – αυτά είναι ο εχθρός». Έτσι μουρμούριζε στον εαυτό της η ευρωπαϊκή χρηματαγορά.

«Η συμμετοχή των κινητοποιημένων στρατιωτών στις εκλογές [επρόκειτο τότε για το θέμα των εκλογών για τη Συντακτική Συνέλευση] θα ήταν γεμάτη κίνδυνο» – έτσι έγραφε το όργανο της γαλλικής κυβέρνησης Le Temps(17), στις 21 Μαρτίου 1917. Και η ίδια παρισινή Temps στις 22 Μαρτίου ξέχυνε την αγανάκτησή της με ειλικρίνεια που δεν έχει το ταίρι της:

«Δεν καταλαβαίνουμε με ποιο δικαίωμα 1000 αντιπρόσωποι των εργατών και των αγροτών έχουν συγκεντρωθεί στο ανάκτορο της Ταυρίδας, και από εκεί υπαγορεύουν διατάγματα. Δεν μπορεί άραγε αυτή η αυτοσχέδια συνεδρίαση να παίξει το ρόλο μιας κυβέρνησης; Ο αγγλικός Τύπος χτες πρόφερε την πρώτη προειδοποίηση∙ την επαναλαμβάνουμε με όλη την επιμονή, γιατί αν η Ρωσική Επανάσταση εκφυλιστεί σε μια παρωδία, θα υπονομεύσει όλο το μέλλον της Ρωσίας και όλη την ελευθερία της».

Ταυτόχρονα, το κύριο όργανο των Βρετανών ιμπεριαλιστών, οι The Times(18), επίσης κακολογούσαν με λυσσασμένη μανία κατά τις πρώτες μόλις μέρες της επανάστασης του Μαρτίου τους αποκαλούμενους «εξτρεμιστές» (έτσι αποκαλούσαν τους Μπολσεβίκους εκείνο τον καιρό στη Δύση). Ήδη στις 20 Μαρτίου του 1917 απαιτούσαν τον αφοπλισμό των εργατών της Πετρούπολης και παρότρυναν ότι αν το προλεταριάτο της Πετρούπολης δεν επέτρεπε να το «ηρεμήσουν», θα έπρεπε να μη διστάσει κανείς να χρησιμοποιήσει δύναμη.

Δεν ήταν χωρίς λόγο που η «αυτοσχέδια συνεδρίαση» στο ανάκτορο της Ταυρίδας χάλασε τον ύπνο των τραπεζιτών του Λονδίνου και του Παρισιού. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ξεχάσει τα κινήματα του ’48, και θυμόνταν πολύ καλά την Παρισινή Κομμούνα του 1871(19), και μάντευαν ότι τα σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των αγροτών δεν υπόσχονταν τίποτα καλό για την ευρωπαϊκή αστική τάξη. Τώρα που ο βρετανικός ιμπεριαλισμός διεξάγει ανοικτό πόλεμο ενάντια στη σοσιαλιστική Ρωσία, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που εκπλήσσονται από το γεγονός. Γύρω στα μέσα του Μάρτη του 1917, όταν η αστική κυριαρχία στη Ρωσία είχε ήδη περάσει το μήνα του μέλιτός της, εκείνη την ίδια στιγμή που η ρωσική αστική τάξη ανακήρυσσε την επανάστασή μας να είναι «μεγάλη» ακριβώς όταν ήταν τόσο μικρή – ήδη εκείνη την εποχή οι στιβαροί πλιατσικολόγοι του βρετανικού ιμπεριαλισμού είχαν άριστα πάρει είδηση τι συνέβαινε. Στην πορεία του τελευταίου δεκαπενθήμερου του Μαρτίου 1917, οι εφημερίδες του Λονδίνου και του Παρισιού εξέφρασαν επανειλημμένα τη συμπάθειά τους προς το Νικόλαο Ρομανόφ∙ ενώ ο ηγέτης της γαλλικής αστικής δημοκρατίας, από το βήμα της Βουλής των Αντιπροσώπων, εξύμνησε τον Νικόλαο τον Αιμοσταγή σαν τον άνθρωπο που είχε εκπληρώσει πιστά το καθήκον του στο «σύμμαχό» του, το γαλλικό «λαό», του οποίου η παραίτηση από το θρόνο ήταν η πιο ευγενής από όλες τις πράξεις, και τον οποίο ο ρωσικός λαός και όλη η μετέπειτα ιστορία επρόκειτο να αντιμετωπίζουν με το μεγαλύτερο σεβασμό.

Το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο γνώριζε ότι στον αγώνα ενάντια στην «αυτοσχέδια συνεδρίαση» των εργατών και των αγροτών αυτή δεν θα ήταν η μόνη περίπτωση που θα γονάτιζαν μπροστά στην τσαρική συμμορία. Οι πολύπειροι «βετεράνοι» και οι πονηροί απατεώνες του αστικού ρεπουμπλικανισμού το έκαναν πολύ ξεκάθαρο στον εαυτό τους από την πρώτη στιγμή της Επανάστασης του Μαρτίου ότι θα ήταν υποχρεωμένοι για τα δικά τους ταξικά συμφέροντα να κάνουν την προσπάθεια να αποκαταστήσουν τον τσαρισμό στη Ρωσία ενάντια στην εργατική τάξη και τους πιο φτωχούς αγρότες.

Η πανευρωπαϊκή αστική τάξη έδειξε έτσι αμέσως τα δόντια της στην εργατική τάξη της Ρωσίας. Αλλά το διεθνές προλεταριάτο; Πώς απάντησε το κάλεσμα της Ρωσικής Επανάστασης;

Η αγαλλίαση για την πτώση του τσαρισμού στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης ήταν, όπως εύκολα θα γίνει κατανοητό, καθολική. Αλλά για οποιαδήποτε ενεργή υποστήριξη, οσοδήποτε μικρή, στα σοβιέτ μας δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή οποιοδήποτε θέμα. Παντού η εργατική τάξη συνέχισε να είναι απορροφημένη στον αγώνα της για την ύπαρξη μέσα στον αιματηρό πόλεμο, και παντού συνέχισαν να στενάζουν κάτω από το επαχθές βάρος μιας κατάστασης πολιορκίας. Ένας νέος άνεμος είχε ξεπηδήσει πάνω από τα πεδία των μαχών, αλλά όχι για πολύ. Ούτε ήταν τόσο ισχυρός ώστε να φυσήξει έξω από το δρόμο του όλα εκείνα τα εμπόδια που η ιστορία είχε σωρεύσει σε όλο του το μάκρος.

Από τη μεριά τους, οι επίσημοι σοσιαλιστές όλων των χωρών συνέχισαν τη δουλειά τους του Ιούδα. Προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν ένα επαναστατικό κίνημα τέτοιου εύρους που δεν είχε γνωρίσει ως τότε η ιστορία για να δικαιολογήσουν και να συνεχίσουν το προδοτικό έργο τους. Οι κυβερνητικοί και συμβιβασμένοι «σοσιαλιστές» βοηθούσαν την αστική τάξη των «δικών τους» χωρών να πετούν λάσπη και συκοφαντίες πάνω στα προλεταριακά σοβιέτ που έρχονταν στο φως στη Ρωσία, και να ρεζιλέψουν τους ρώσους Μπολσεβίκους που ύψωναν τη σημαία μιας κομμουνιστικής επανάστασης.

Όμως το ρωσικό προλεταριάτο αισθανόταν με το αληθινό ταξικό ένστικτό του ότι το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα που ξεκίνησε ενάντια στη ρωσική αστική τάξη θα αποφασιζόταν σε έσχατη ανάλυση από την ηχώ που θα προκαλούσε ο αγώνας του σε άλλες χώρες. Και η ρωσική εργατική τάξη προσήλωσε εντατικά το βλέμμα της προς τη Δύση, περιμένοντας μια αδελφική απόκριση.

Όπως η γη μετά από μια μακριά ξηρασία δέχεται τις πρώτες σταγόνες ευλογημένης βροχής, η ρωσική εργατική τάξη, ταλαιπωρημένη σε έναν έντιμο διεθνιστικό σκοπό, δέχτηκε πρόθυμα κάθε, ακόμη και την πιο αμυδρή, ένδειξη διεθνούς υποστήριξης από τη μεριά των εργατών της Δυτικής Ευρώπης. Με απλωμένα χέρια, η ρωσική εργατική τάξη, υποδέχτηκε κάθε σοσιαλιστή που ερχόταν από την Αγγλία ή τη Γαλλία, ακόμη κι αν ανήκαν στους «πατριώτες». Η εμπιστοσύνη που έδειχνε το ρωσικό προλεταριάτου στους αντιπροσώπους ακόμη και του πιο πλαδαρού ευρωπαϊκού σοσιαλισμού ήταν αληθινά απεριόριστη. Και οι Ρώσοι θιασώτες του συμβιβασμού σοσιαλιστές το εκμεταλλεύθηκαν αυτό πλήρως. Συνειδητά αντικαθιστούσαν τους αληθινούς εκπροσώπους του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού με ανθρώπους μασκαρεμένους σε σοσιαλιστές. Συνειδητά και σκόπιμα, τάιζαν το Ρώσο εργάτη με υποκατάστατα. Με τη μεγαλύτερη μοχθηρία και αναισθησία του πρόσφεραν πέτρες αντί για ψωμί.

Ποιος δεν θυμάται τα αηδιαστικά θεάματα στο Σοβιέτ της Πετρούπολης εκείνες τις πάντα αξιομνημόνευτες μέρες όταν το προλεταριάτο της Πετρούπολης έκλινε στον «πατριωτισμό», και ηγέτες του Σοβιέτ της Πετρούπολης ήταν οι Τσχέιτζε, Τσερετέλι και Κερένσκι; Ποιος δεν θυμάται, για παράδειγμα, την άφιξη στη Ρωσία του ξακουστού Αλμπέρ Τομά(20), αυτού του Σάιντεμαν της Γαλλίας; Ποιος δεν θυμάται πώς στις πολυπληθείς συνεδριάσεις του Σοβιέτ της Πετρούπολης, ο Τσχέιτζε, η γέρικη αλεπού, όρμησε στην αγκάλη του πιο οξυδερκούς Αλμπέρ Τομά και τραγούδησε τη Μασσαλιώτιδα και τη Διεθνή; Αλλά ανάμεσα στους απλούς εργαζόμενους ζούσε ένας γνήσια διεθνιστικός ενθουσιασμός, που τους έκανε να πιστεύουν ότι ήταν μάρτυρες στο αδελφικό καλωσόρισμα αληθινών σοσιαλιστών, και ποτέ δεν υποψιάστηκαν για μια στιγμή ότι δεν παρακολουθούσαν παρά την αηδιαστική κωμωδία του φαρισαϊσμού και της υποκρισίας. Αρκετοί μακροί μήνες έπρεπε να περάσουν για να πέσουν οι παρωπίδες από τα μάτια ακόμη και των πιο προωθημένων από τους εργάτες της Πετρούπολης. Αλλά όταν επιτέλους η ματιά των εργατών μας καθάρισε πάλι, δεν υπήρχαν όρια για την αποστροφή και την περιφρόνησή τους για τους Ιησουίτες αποστάτες σοσιαλιστές του γαλλικού, όπως και του γερμανικού τύπου. Ούτε υπήρχε όριο στη ζωηρή δέσμευση και την αγάπη τους προς εκείνους τους ειλικρινείς σοσιαλιστές διεθνιστές από τους αντιπροσώπους των οποίων ξεχώρισαν ο Καρλ Λίκμπνεχτ στη Γερμανία, ο Τζον Μακλίν στη Βρετανία, ο Φρίντριχ Άντλερ στην Αυστρία και ο Ευγένιος Ντεμπς(21) στην Αμερική. «Όσο πιο σκοτεινή είναι η νύχτα, τόσο πιο λαμπερά είναι τα αστέρια», ήταν τα λόγια της ρωσικής εργατικής τάξης στον εαυτό της.

Μια διεθνής προλεταριακή επανάσταση – τέτοιος ήταν ο ιερός σκοπός της εξόρμησης των προωθημένων Ρώσων προλεταρίων∙ τέτοιο ήταν το άγιο λαμπερό αστέρι που φώτιζε πάνω από τους ώμους του ρωσικού προλεταριάτου! Στην πιο δύσκολη ώρα, όταν η εργατική τάξη ίσως λιποψυχούσε στον αγώνα ενάντια σε υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, όταν ήταν πεινασμένη, όταν πολιορκούνταν από εχθρούς σε κάθε πλευρά, όταν αποκαρδιωνόταν και μερικές φορές μουρμούριζε ενάντια στα δικά της σοβιέτ – σε εκείνες τις ώρες δεν ήθελε παρά τη στιγμιαία λάμψη μιας ελπίδας ότι η Δύση έπαιρνε φωτιά από το φως της επανάστασης, ότι στη Δύση η διεθνής σοσιαλιστική επανάσταση άρχιζε να πλησιάζει – και η εξάντληση, η κακή διάθεση και έλλειψη εμπιστοσύνης θα εξαφανίζονταν. Για άλλη μια φορά, ανάμεσα στους προλετάριους της Πετρούπολης και της Μόσχας, θα σηκωνόταν από τον ύπνο του ο ατρόμητος μαχητής, θα έπιανε ξανά σταθερά στα χέρια του το όπλο του, και για άλλη μια φορά, χωρίς παράπονα και χωρίς μουρμούρα, θα κουβαλούσε το βαρύ φορτίο που η ιστορία είχε εναποθέσει στους ώμους του.

Φέρνουμε στο μυαλό μας τις βαριές μέρες του Μπρεστ, βαριές, πικρές μέρες, χωρίς προηγούμενο για την καταθλιπτικότητά τους. Θυμόμαστε εκείνες τις παθιασμένες συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο μέσο εκείνων των αξιομνημόνευτων ημερών. Ζυγίζοντας κάθε υπέρ και κατά της τακτικής της «ανάπαυλας», εναποθέταμε τα πάντα στο ζήτημα αν θα τραυματίζαμε έτσι την προλεταριακή επανάσταση που άρχιζε να ανάβει στη Δύση ή όχι. Αυτό που φοβόμασταν περισσότερο από όλα ήταν μήπως αυτό το βήμα μας θα έπνιγε έστω και για μια στιγμή τη φλόγα του προλεταριακού αγώνα που άρχιζε να φουντώνει στην Ευρώπη. Οι εργάτες της Πετρούπολης και της Μόσχας έτρεμαν και μόνο στην κακή σκέψη ότι η «ανάπαυλά» μας μπορούσε να αγοραστεί με τη βαριά τιμή της επιβράδυνσης του προλεταριακού αγώνα σε άλλες χώρες. Αλλά ο μεγαλύτερος από τους φόβους της ηρωικής ρωσικής εργατικής τάξης ήταν η ξαφνική σκέψη ότι οι Γερμανοί εργάτες δεν θα μας καταλάβαιναν, ότι θα αντιμετώπιζαν αυτό το βήμα σαν μια συμφιλίωση με το γερμανικό ιμπεριαλισμό, ότι το σταμάτημά μας για να ανασάνουμε θα ενέτεινε τις δυσκολίες του αγώνα τους ενάντια στο Γουλιέλμο, και ότι η ειρήνη μας στο Μπρεστ θα οδηγούσε σε νέα ξεσπάσματα σοβινισμού στη Γαλλία και την Αγγλία. Οι κομμουνιστές προλετάριοι βασανίζονταν από αυτές τις σκέψεις σε εκείνες τις πάντα αξιομνημόνευτες μέρες.

Για καλή τύχη, είμαστε τώρα ικανοί να πούμε ότι οι προλετάριοι των άλλων χωρών μας κατάλαβαν τέλεια. Το ταξικό ένστικτό τους τους ψιθύρισε ότι το βήμα μας δεν υπαγορευόταν από οποιοδήποτε είδος εγωιστικών εθνικών συμφερόντων, αλλά απεναντίας ακριβώς από τα συμφέροντα του διεθνούς σοσιαλισμού.

Κατάλαβαν ότι από τη στιγμή που η προλεταριακή επανάσταση είχε λάβει χώρα στη Ρωσία, η χώρα μας ήταν αφοσιωμένη στο σοσιαλισμό, και ότι η κυβέρνησή μας των εργατών και των αγροτών ήταν υποχρεωμένη να αποδεχτεί την καταστροφική ειρήνη για το σκοπό και μόνο να διατηρηθεί η πρώτη σοσιαλιστική δημοκρατία του κόσμου. Οι προωθημένοι εργάτες όλων των χωρών κατάλαβαν καλά ότι υπογράφοντας την ειρήνη του Μπρεστ(22) επιθυμούσαμε μόνο να κερδίσουμε χρόνο για τους εαυτούς μας και έτσι να δώσουμε και σε εκείνους το χρόνο να αναπληρώσουν την καθυστέρησή τους και να συγκεντρώσουν τη δύναμή τους σε βοήθεια της πρώτης προλεταριακής επανάστασης στον κόσμο.

Και το ρωσικό προλεταριάτο κράτησε τον λόγο του. Στάθηκε ικανό να διατηρηθεί ως τον καιρό που η παγκόσμια επανάσταση έχει αρχίσει.

Η παγκόσμια επανάσταση θα γεννηθεί από τον παγκόσμιο πόλεμο. Αυτός, μεταξύ άλλων, είναι ο λόγος που η επανάσταση άρχισε στις οικονομικά πιο καθυστερημένες χώρες∙ που, επίσης, η πρώτη προλεταριακή επανάσταση ήταν ικανή να έχει μια πραγματική ευκαιρία για ανάπαυλα. Αν δεν υπήρχε ο αγώνας των δυο καπιταλιστικών τραστ ανάμεσά τους, αν δεν υπήρχε η λυσσασμένη διαμάχη μεταξύ των αγγλογάλλων και των αυστρογερμανών ιμπεριαλιστών, αν δεν υπήρχε, με μια λέξη, ο παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος, από τον οποίο έμελλε να γεννηθεί η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση – αν δεν υπήρχαν όλα αυτά, μια προλεταριακή επανάσταση σε μια μόνο χώρα δεν θα ήταν ικανή να διατηρηθεί για έναν ολόκληρο χρόνο. Οι συμμορίες του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού θα την είχαν στραγγαλίσει, αν αυτές οι ίδιες συμμορίες δεν έσφιγγαν η μια το λαιμό της άλλης.

Μετά τη Ρωσία ήρθε η Βουλγαρία – μια χώρα όχι λιγότερο, αλλά περισσότερο καθυστερημένη, από βιομηχανική άποψη, ως προς τη Ρωσία. Στη Βουλγαρία δεν υπήρχε περισσότερη μανιφακτούρα και βιομηχανία από τη Ρωσία. Στη Βουλγαρία η εργατική τάξη, τόσο αριθμητικά όσο και πολιτικά, ήταν πιο αδύναμη από ότι σε μας. Η δύναμη και το βάρος της ήταν μικρότερα από τη δύναμη και το βάρος της εργατικής τάξης στη Ρωσία πριν την Επανάσταση του Μαρτίου. Η Βουλγαρία ήταν μια συντριπτικά αγροτική χώρα. Αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ξεκάθαρο ότι αν η επανάσταση θριαμβεύσει στη Βουλγαρία, αυτή η επανάσταση θα είναι μια σοσιαλιστική επανάσταση.

Έτσι θα είναι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Πρέπει να είναι έτσι, επειδή η ιστορία έχει βάλει τη σοσιαλιστική επανάσταση στην ημερήσια διάταξη. Θα είναι έτσι, και ο Κάουτσκι είχε δίκιο το 1907 όταν έλεγε ότι ο σοσιαλισμός ακόμη και τότε ήταν ένα ζήτημα ισχύος. Και ο Κάουτσκι έχει άδικο και παραποιεί τα γεγονότα όταν το 1918, αυτός, ο υποκριτής και αποστάτης, φέρνει επιχειρήματα για να μας κάνει να πιστέψουμε ότι η ρωσική προλεταριακή επανάσταση δεν διαπερνιέται από το πνεύμα του κομμουνιστή Λένιν, αλλά από εκείνο του οπορτουνιστή της κατώτερης μεσαίας τάξης, του Έντβαρντ Ντάβιντ(23).

Μια διεθνής επανάσταση δεν μπορεί να γίνει κατά διαταγή. Μια διεθνής προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να διεξαχθεί ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες. Μια διεθνής προλεταριακή επανάσταση δεν παράγεται σύμφωνα με μια ειδική συνταγή της μιας ή της άλλης ομάδας ηγετών. Εδώ κι εκεί, η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να συναντήσει προσωρινά δυσκολίες, και να βρεθεί μεταξύ σφύρας και άκμονα. Η άμεση μοίρα της Βουλγαρίας, για παράδειγμα, μπορεί πιθανά να είναι πολύ καταθλιπτική. Είναι εντελώς δυνατό ότι όταν επικρατήσει η επανάσταση των εργατών και των αγροτών στη Βουλγαρία, όταν θα έχει υπερισχύσει ενάντια στις ορδές του Γουλιέλμου, μπορεί να βρεθεί την επαύριο αντιμέτωπη με τις όχι λιγότερο αντιδραστικές ορδές του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού. Ίσως η Βουλγαρία και τα Βαλκάνια θα πέσουν για κάποιο χρόνο μέσα στα σαγόνια του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού. Ίσως οι επαναστάσεις της Βουλγαρίας και των Βαλκανίων θα ζήσουν για να δουν το δικό τους Μπρεστ. Ίσως το γερμανικό προλεταριάτο, που αύριο θα πάρει την εξουσία στα χέρια του, και θα πρέπει να εξαλείψει τη βαριά κληρονομιά που έχουν μαζέψει γι’ αυτό ο Γουλιέλμος και ο Χίντεμπουργκ(24) – ίσως κι αυτό επίσης θα πρέπει να υποστεί εκείνη την πικρή εμπειρία που θα φέρει στο μυαλό τις δικές μας μέρες του Μπρεστ. Και ίσως το ουκρανικό προλεταριάτο, που έχει ήδη γνωρίσει τόσο πολλές κακουχίες, να προορίζεται να έχει ακόμη πιο πικρές εμπειρίες όταν τα πεπρωμένα του θα πετιούνται σαν μια μπάλα του τένις ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές αφέντες των δυο συνασπισμών. Αλλά παρ’ όλα αυτά το μέλλον – και είναι τώρα δυνατό να το πούμε αυτό με πλήρη πεποίθηση – το άμεσο μέλλον ανήκει στην προλεταριακή επανάσταση.

Ακόμη και η επανάστασή μας του 1905 είχε βαθιές διεθνείς συνέπειες. Η πρώτη μας επανάσταση είχε αφυπνίσει εκατοντάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην Ανατολή. Αλλά τι ήταν η επανάσταση του 1905 σε σύγκριση με την επανάσταση του 1917-18; – ένα παιδικό παιγνίδι, ένα φτεροκόπημα ενός ισχνού φτερού! Ζούμε πολύ κοντά στο γεγονός, και δεν μπορούμε με μια ματιά να επισκοπήσουμε εκείνες τις κολοσσιαίες διεθνείς συνέπειες που απορρέουν από την τωρινή επανάστασή μας. Αλλά αυτό είναι βέβαιο: αυτή η πρώτη μας μεγάλη προλεταριακή επανάσταση θα ξεσηκώσει εκατοντάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Όσο και αν μας συκοφαντεί όλη η διεθνής αστική τάξη, όσο κι αν οι πουλημένοι σοσιαλσοβινιστές μπορεί να ορμούν σε βοήθειά της, όσο κι αν περιγράφουν το μεγάλο κίνημά μας σαν αναρχία, σαν αιματηρό χάος, σαν τα βάθη της κόλασης, δεν θα καταφέρουν να εξαπατήσουν τους προλετάριους της Ευρώπης και της Αμερικής. Στην καρδιά του, στα ενδόμυχα αισθήματά του, κάθε έντιμος εργάτης στην Ευρώπη και την Αμερική γνωρίζει ότι ο αγώνας που διεξάγουμε στη Ρωσία είναι η δική του υπόθεση. Αισθάνεται ότι στη Ρωσία αποφασίζεται η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, ότι στο έδαφός μας διεξάγεται η πρώτη μάχη – η πρώτη μεγάλη αψιμαχία των προχωρημένων φυλακίων ανάμεσα στην αστική τάξη, που ήδη βρίσκεται στην παρακμή της, και στο προλεταριάτο, που αναπόφευκτα προχωρά για την εξουσία.

Και οτιδήποτε και αν λένε οι πεσιμιστές και οι δειλοί, είμαστε βαθιά πεισμένοι ότι θα πολεμήσουμε τη μεγάλη μάχη και θα κερδίσουμε τη μεγάλη νίκη.

Η πρόγνωση ενός επαναστατικού πολέμου που σκιαγράφησε ο Μαρξ το 1848, για τον οποίο μίλησε ο Ένγκελς στη δεκαετία του 1890(25) – αυτή η πρόγνωση εκπληρώνεται ολοκληρωτικά. Αν η προλεταριακή επανάσταση θριαμβεύσει αύριο στο Βερολίνο, θα ενωθούμε με το προλεταριακό Βερολίνο ενάντια στο αστικό Παρίσι και το ιμπεριαλιστικό Λονδίνο. Αν αύριο στο Παρίσι και τη Ρώμη οι εργάτες θα εξεγείρονταν και θα έπαιρναν την εξουσία στα χέρια τους, θα ενωθούμε με την προλεταριακή Ρώμη ενάντια στην αστική Βιέννη, ή με τους εργάτες του Παρισιού ενάντια στο Βερολίνο του Χίντεμπουργκ. Η ιδέα ενός επαναστατικού προλεταριακού πολέμου παίρνει μια εντελώς συγκεκριμένη υλική μορφή. Δεν γνωρίζουμε ακόμη σε όλες τις λεπτομέρειές της τη διευθέτηση του μεγάλου παγκόσμιου δράματος. Δεν γνωρίζουμε με ποια ακριβώς συγκρότηση τα αποσπάσματα του Κόκκινου Σοσιαλιστικού Στρατού μας θα προελάσουν στο πόλεμο ενάντια στις ορδές του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Αλλά ένα πράγμα ξέρουμε: μπροστά στα μάτια μας ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο – αρχικά, είναι αλήθεια, μόνο στη Ρωσία, αλλά και οι άλλες χώρες ευθυγραμμίζονται.

Διακυβεύεται η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Πλησιάζει μια νέα Κομμουνιστική Διεθνής(26), μια Διεθνής των Σοβιέτ των Αντιπροσώπων των Εργατών και των Αγροτών.

Σημειώσεις

1. Η Πρώτη Διεθνής ή Διεθνής Ένωση των Εργατών ιδρύθηκε το 1864. Περιλάμβανε στις γραμμές της όλα το κύρια επαναστατικά ρεύματα της περιόδου: μαρξιστές, αναρχικούς, προυντονιστές, μπλανκιστές, κ.ά. Τα κύρια ντοκουμέντα της γράφτηκαν από τον Μαρξ. Μετά την ήττα της Κομμούνας μπήκε σε κρίση. Το 1872 αποχώρησαν οι αναρχικοί του Μπακούνιν και το 1876 διαλύθηκε, αφού πρώτα η έδρα της είχε μεταφερθεί στις ΗΠΑ.

2. Οι Κ. Χούισμανς (1871-1968) και Ε. Βαντερβέλντε, ηγέτες του Βελγικού Εργατικού Κόμματος και της Δεύτερης Διεθνούς, έγιναν σοβινιστές κατά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

3. Ο Β. Άντλερ ήταν ηγέτης της Αυστριακής Σοσιαλδημοκρατίας. Υποστήριξε τον πόλεμο και έγινε αργότερα Υπουργός Εξωτερικών στην αυστριακή κυβέρνηση. Οι Φ. Σάιντεμαν (γερμανός δεξιός σοσιαλδημοκράτης, 1865-1939), Π. Ρενοντέλ (Γάλλος σοσιαλπατριώτης, 1871-1935), Α. Χέντερσον (Βρετανός εργατικός, 1863-1935) ήταν ακραίοι οπορτουνιστές και σοβινιστές ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς.

4. Ο Κ. Κάουτσκι (1854-1938) υπήρξε ένα από ηγετικά στελέχη της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας και συγγραφέας αρκετών έργων. Μαρξιστής αρχικά, στον πόλεμο ηγήθηκε του κεντριστικού, πασιφιστικού ρεύματος, που ταλαντευόταν ανάμεσα στο ρεφορμισμό και τον επαναστατικό μαρξισμό, νερώνοντας και εγκαταλείποντας στην πράξη μαρξιστικές θέσεις. Ο Λένιν κριτικάρισε τις απόψεις του σε σειρά έργων, όπως τα Κράτος και Επανάσταση, Η Προλεταριακή Επανάσταση και ο Αποστάτης Κάουτσκι, κ.ά.

5. Ο Ρ. Χίλφερντινγκ (1877-1941), ένας από τους βασικούς οικονομολόγους της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας και συγγραφέας αρκετών οικονομικών εργασιών, συντάχτηκε με τον Κάουτσκι.

6. Ο Ό. Μπάουερ (1882-1938) ήταν ηγέτης της Αυστριακής Σοσιαλδημοκρατίας και θεωρητικός του αυστρομαρξισμού, παραλλαγής του καουτσκισμού στην Κεντρική Ευρώπη.

7. Ο Α. Μπέμπελ (1840-1913) ήταν ένας από τους ιδρυτές της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, στενός φίλος των Μαρξ και Ένγκελς.

8. Το 7ο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο της Στουτγάρδης (1907) διακήρυξε στην απόφασή του ως καθήκον του προλεταριάτου την αξιοποίηση του επερχόμενου πολέμου για την προετοιμασία της επανάστασης.

9. Ο Κ. Γκρούνμπεργκ (1861-1940) ήταν εκδότης, αριστερός σοσιαλιστής.

10. Το Συνέδριο της Βασιλείας (1912) κάλεσε επίσης σε επαναστατικό αγώνα ενάντια στον πόλεμο. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13 οδήγησαν στη διάλυση της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και στη διαμόρφωση των βαλκανικών εθνικών κρατών.

11. Ο Γκ. Ερβέ (1871-1944) ήταν γάλλος πολιτικός. Ακροαριστερός αρχικά και σοβινιστής στον πόλεμο, αργότερα ηγήθηκε του γαλλικού εθνικισμού, προσεγγίζοντας τις φασιστικές απόψεις.

12. Μαυροεκατονταρχίτες ονομάζονταν οι ακραίοι αντιδραστικοί της Ρωσίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Υποστηρικτές του τσαρισμού και ακραίοι εθνικιστές, οργάνωναν μαζικά πογκρόμ ενάντια στους επαναστάτες, του Εβραίους, κ.ά. Κατ’ επέκταση, ο όρος χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της εξτρεμιστικής δεξιάς και του φασισμού.

13. Ο Ζ. Ζορές (1859-1914), γάλλος σοσιαλδημοκράτης ηγέτης, ρεφορμιστής αλλά και αντιμιλιταριστής, δολοφονήθηκε με το ξέσπασμα του πολέμου.

14. Ο Κ. Λίμπκνεχτ, διεθνιστής, ηγέτης, μαζί με τη Λούξεμπουργκ, των Σπαρτακιστών, των διεθνιστών σοσιαλιστών της Γερμανίας, δολοφονήθηκε το 1919 από τους γερμανούς αντιδραστικούς.

15. Ο Γκ. Πλεχάνοφ (1856-1918) ήταν επιφανής ρώσος μαρξιστής συγγραφέας, ηγέτης των Μενσεβίκων. Ο Λένιν κριτικάρισε τον τακτικό οπορτουνισμό του, εξαιτίας του οποίου αντιτάχθηκε στην Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά ταυτόχρονα εκτιμούσε υψηλά τα φιλοσοφικά και φιλολογικά έργα του, συστήνοντας τη μελέτη τους από τους κομμουνιστές. Ο Α. Πότρεσοφ (1869-1934) ήταν ένας από τους σοβινιστές ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας των Μενσεβίκων.

16. Ο τελευταίος ρώσος τσάρος (1868-1918), βασίλεψε ως Νικόλαος ο ΙΙ στα 1894-1917. Γνωστός και ως Νικόλαος ο Αιμοσταγής, για τα μαζικά αντιεβραϊκά πογκρόμ της περιόδου, καθαιρέθηκε από την επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 και εκτελέστηκε, μαζί με την υπόλοιπη τσαρική οικογένεια, το 1918 από τους Μπολσεβίκους.

17. Η Le Temps, μια από τις μεγαλύτερες αντιδραστικές εφημερίδες της Γαλλίας, κυκλοφορούσε στα 1861-1942. Κλείστηκε από την Κομμούνα, ενώ συνεργάστηκε με τους Ναζί.

18. Οι The Times, παραδοσιακά συντηρητική εφημερίδα, κυκλοφορούν στη Μεγάλη Βρετανία από το 1785 ως τις μέρες μας.

19. Η Παρισινή Κομμούνα, η πρώτη ιστορικά περίπτωση κατάληψης της εξουσίας από το προλεταριάτο, κατέρρευσε κάτω από τα κτυπήματα της γαλλικής και γερμανικής αστικής τάξης. Το 1848 ήταν μια χρονιά μεγάλων αστικο-δημοκρατικών επαναστάσεων και ταραχών στη Γαλλία, τη Γερμανία, τις χώρες της Αυστροουγγαρίας και την υπόλοιπη Ευρώπη.

20. Ο Α. Τομά (1878-1932) ήταν γάλλος σοσιαλιστής, σοβινιστής και υπουργός της γαλλικής κυβέρνησης στα χρόνια του πολέμου.

21. Οι Τζ. Μακλίν (σκωτσέζος σοσιαλιστής, 1879-1923), Ευ. Ντεμπς (αμερικανός σοσιαλιστής, 1855-1926) και Φ. Άντλερ (αυστριακός σοσιαλδημοκράτης, γιος του Β. Άντλερ, 1879-1960) κράτησαν διεθνιστική στάση και φυλακίστηκαν στα χρόνια του πολέμου.

22. Η Ειρήνη του Μπρεστ υπογράφηκε ανάμεσα στη σοβιετική κυβέρνηση, την Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία στις 15 Μαρτίου 1918. Η Σοβιετική Ρωσία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τεράστια εδάφη (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, Ουκρανία, κ.ά.), πέτυχε όμως την έξοδο από τον πόλεμο.

23.Ο Έ. Ντάβιντ (1863-1930) ήταν γερμανός οπορτουνιστής σοσιαλιστής, ομοϊδεάτης του Μπερνστάιν.

24. Ο στρατάρχης Π. Χίντεμπουργκ (1847-1934) ήταν αρχηγός του γερμανικού στρατού το 1918, μιλιταριστής και ακραίος αντιδραστικός. Ο γερμανός Κάιζερ Γουλιέλμος ο ΙΙ (1859-1941) παύτηκε το 1918.

25. Μια αναφορά στα άρθρα του Μαρξ στη Νόιε Ράινισε Τσάιτουνγκ το 1848 και στο έργο του Ένγκελς Ο Σοσιαλισμός στη Γερμανία (1891), όπου ο Ένγκελς προέβλεπε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

26. Η Κομμουνιστική Διεθνής (γνωστή και ως 3η Διεθνής ή Κομιντέρν, από τα αρχικά της) ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1919 για να βοηθήσει την παγκόσμια επανάσταση. Η ίδρυσή της έγινε αναγκαία μετά την ανατροπή το 1917 και τη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας στο σοβινισμό και τον κυβερνητισμό. Στόχος της ήταν η υποστήριξη και ο συντονισμός των επαναστατικών κινημάτων σε όλες τις χώρες. Στα πρώτα χρόνια της, η Κομμουνιστική Διεθνής συνεισέφερε ουσιαστικά στην οργάνωση και διεθνιστική-επαναστατική διαπαιδαγώγηση των νεαρών κομμουνιστικών κομμάτων. Με την άνοδο του σταλινισμού, ωστόσο, μετατράπηκε βαθμιαία σε ένα εργαλείο για την επιβολή των γραφειοκρατικών πολιτικών του στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Το καταστροφικά αποτελέσματα αυτών των πολιτικών, ιδιαίτερα οι συντριπτικές ήττες του κινήματος στην Κίνα και τη Γερμανία, σήμαναν ουσιαστικά τη χρεοκοπία της, που ολοκληρώθηκε με την τυπική διάλυσή της το 1943. Η Κομιντέρν διεξήγαγε 7 συνέδρια, το τελευταίο το 1935. Πρώτος πρόεδρός της ήταν ο Ζινόβιεφ και αργότερα ο Μπουχάριν. Κεντρικό ρόλο στην καθοδήγησή της ως το 1924 είχαν ο Λένιν και ο Τρότσκι.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: