our news

Αφιέρωμα: Το παρτιζάνικο κίνημα στη Γιουγκοσλαβία

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,681 other followers

Η πρώτη προλεταριακή ταξιαρχία των Γιουγκοσλάβων Παρτιζάνων που ιδρύθηκε στις 21 ∆εκέµβρη του 1941 στο χωριό Ρούντο της Βοσνίας

Εισαγωγικό σημείωμα του Shades

Ψάχνοντας κανείς στο ελληνικό διαδίκτυο θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει πλούσιο υλικό από ανταγωνιστική ιστορική σκοπιά για ένα από τα μεγαλύτερα και καλύτερα οργανωμένα παρτιζάνικα κινήματα στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του β’ παγκοσμίου πολέμου. Στόχος αυτού του αφιερώματος είναι να συγκεντρώσει όσα στοιχεία μπορεί σε μια δημοσίευση για τη καλύτερη ιστορική κατανόηση των γεγονότων στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ωστόσο και αυτό εδώ το κείμενο δεν είναι πλήρες και σίγουρα θα πρέπει να δουλευτεί ξανά στο μέλλον.

Από τη σύνταξη

1. Η κατοχή της Γιουγκοσλαβίας από τα στρατεύματα του Άξονα

Στα χρόνια του Β’παγκοσμίου πολέμου, η Γιουγκοσλαβία βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Το 1941, ο στρατός της χώρας γνώρισε μια γρήγορη και συντριπτική ήττα από τα ναζιστικά στρατεύματα. Γρήγορα όμως δημιουργήθηκαν παρτιζάνικες ομάδες που προέβαλαν σκληρή αντίσταση απέναντι στα ναζιστικά στρατεύματα. Οι παρτιζάνοι θα γράψουν ιστορία και θα παραμείνουν σε αυτή, ως ένα από τα ισχυρότερα αντάρτικα στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι Γιουγκοσλάβοι Κομμουνιστές/τριες θα γίνουν φωτεινό σύμβολο του Αντιφασιστικού Αγώνα και πρότυπο αυτοθυσίας.

Κατά το ξεκίνημα της ναζιστικής κατοχής, οι δύο κυριότερες αντάρτικες οργανώσεις στη Γιουγκοσλαβία, ήταν οι Σέρβοι εθνικιστές Tσέτνικ και οι κομμουνιστές Παρτιζάνοι. Τα δύο αυτά στρατόπεδα στο γιουγκοσλάβικο παρτιζάνικο κίνημα, όπως έγινε και στην Ελλάδα, στην ουσία καθρέφτιζαν τις ταξικές διαφορές μέσα στη χώρα. Από την μία πλευρά το οργανωμένο προλεταριακό στοιχείο και από την άλλη οι εθνικιστές αντιδραστικοί. Δεν άργησε η στιγμή που οι ταξικές αυτές διαφορές θα οδηγούσαν σε μια ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των επαναστατικών κομμουνιστικών δυνάμεων και των εθνικιστών. Οι διαμάχες μεταξύ των δύο αυτών αντιστασιακών οργανώσεων για τον έλεγχο εδαφών, που σταδιακά μετατράπηκαν σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο, ανέδειξαν νικητές τους Παρτιζάνους κομμουνιστές επαναστάτες που μετά τον πόλεμο έπαιξαν και τον κύριο ρόλο στην οικοδόμηση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας.

Η Γιουγκοσλαβία παραδόθηκε στα ναζιστικά στρατεύματα στις 17 Απριλίου 1941. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σερβίας Τσίντσαρ Μάρκοβιτς και ο στρατηγός Γιάνκοβιτς υπόγραψαν την άνευ όρων παράδοση της χώρας ενώ ο βασιλιάς Πέτρος ο Β’ και η κυβέρνησή του έφευγαν για το εξωτερικό. Η τόσο γρήγορη κατάρρευση δεν ήταν κάτι τυχαίο. Ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής και της τακτικής που ακολούθησαν κύκλοι της αστικής εξουσίας του Γιουγκοσλαβικού βασιλείου.  Η οικονομία της Γιουγκοσλαβίας πέρασε αμέσως στην υπηρεσία της ναζιστικής Γερμανίας. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού μεταφέρθηκε για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Παράλληλα οι ναζί εξαπέλυσαν άγρια τρομοκρατία στο εσωτερικό της χώρας, με δεκάδες χιλιάδες αντιφασίστες να κλείνονται σε φυλακές και στρατόπεδα.

Αρχικά ο Χίτλερ θεώρησε ότι η χώρα αυτή ήταν μια τελειωμένη υπόθεση. Τα εδάφη της χώρας μοιράστηκαν σύμφωνα με ένα σχέδιο βασισμένο σε κάποια πρόταση του Χίτλερ της 27ης Απριλίου 1941. Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο, η κεντρική Σερβία, το Βανάτο και η Βοσνία τέθηκαν κάτω από ναζιστική διοίκηση, ενώ η Μπάτσκα, η Μπαράντα και άλλες περιοχές τέθηκαν υπό τον έλεγχο της συνεργαζόμενης με τους ναζί Ουγγαρίας.  Η ανατολική και νοτιοανατολική Σερβία, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής δημοκρατίας της Μακεδονίας είχαν περάσει κάτω από τον έλεγχο της Βουλγαρίας. Η Αλβανία προσάρτησε το μεγαλύτερο μέρος του Κοσσυφοπεδίου καθώς και το δυτικό μέρος του σημερινού κράτους της Μακεδονίας. Η φασιστική Ιταλία κατέλαβε το Μαυροβούνιο, τη Δαλματία και ένα μέρος της Σλοβενίας. Στα εδάφη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Κροατίας σχηματίστηκε στις 10 Απριλίου το «ανεξάρτητο» κράτος της Κροατίας υπό τον Άντε Πάβελιτς, ηγέτη του φασιστικού κινήματος των Ουστάσι.  Μεγάλο όπλο στα χέρια της ναζιστικής ιδεολογικής μηχανής στάθηκε και η επιχείρηση έξαρσης των εθνικισμών ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες της περιοχής των Βαλκανίων. Ύστερα από αυτή τη «μοιρασιά»  ο Χίτλερ απέσυρε την πλειοψηφία των στρατευμάτων του για να τα χρησιμοποιήσει στο ανατολικό μέτωπο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, αφήνοντας στη Γιουγκοσλαβία μόνο τέσσερις μεραρχίες.

2. Οι εθνιστικές φιλοβασιλικοί αντάρτες Τσέτνικ 

Το κίνημα των Τσέτνικ, ήταν μια από τις πρώτες οργάνωσεις ανταρτών που έκανε την εμφάνισή της. Μετά τη παράδοση της Γιουγκοσλαβίας, μια ολιγομελής ομάδα

O ηγέτης των Τσετνικ Μιχαήλοβιτς

Σέρβων αξιωματικών υπό τον συνταγματάρχη Ντράγκολιουμπ (Ντράζα) Μιχαήλοβιτς (Dragoljub Draza Mihailovic – Драгољуб Дража Михаиловић) συναντήθηκαν στη Ράβνα Γκόρα (Ravna Gora – Равна Гора) και αποφάσισαν να οργανώσουν αντάρτικο, σύμφωνα με την παράδοση των Τσέτνικ (Cetnik) του 19ου αιώνα. Η λέξη Τσέτνικ προέρχεται από την τουρκική λέξη «τσέτα», που σημαίνει «άτακτος στρατός» και υπήρχαν επίσημα στη Σερβία από το 1868 με τη μορφή παραστρατιωτικής οργάνωσης. Με άλλα λόγια, οι Τσέτνικ ήταν σερβική εθνικιστική και φιλοβασιλική παραστρατιωτική οργάνωση που έδρασε στα Βαλκάνια και πριν και κατά τη διάρκεια των παγκοσμίων πολέμων.  Ο αρχηγός των Τσέτνικ συνελήφθη από τους παρτιζάνους κομμουνιστές στο βουνό Ράβνα Γκόρα όπου κρυβόταν, δικάστηκε ως συνεργάτης των Γερμανών και εκτελέστηκε στις 17 Ιουλίου 1946. Οι Τσέτνικ στις μέρες μας αποτελούν και ένα αγαπημένο σύμβολο για σύγχρονες νεοναζιστικές συμμορίες στην Ελλάδα, πρωτίστως για τη χρυσή αυγή [1].

3. Οι κομμουνιστές γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι

Στην αντίπερα όχθη, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας – που στην ηγεσία του από το 1937 ήταν ο Γιόσιπ Μπροζ (Τίτο) [2] – είχε δεχθεί ισχυρά πλήγματα από την καταστολή και αρχικά αντιμετώπισε ιδιαίτερες δυσκολίες στην οργάνωση της αντίστασης. Από τις πρώτες μέρες της κατοχής από τις δυνάμεις φασιστικού – ναζιστικού άξονα, το Κ.Κ.Γ. υπέστη σοβαρές απώλειες. Εκατοντάδες μέλη και στελέχη του κλείστηκαν στις φυλακές και στα στρατόπεδα. Αρκετοί από αυτούς εκτελέστηκαν.

Το Κ.Κ.Γ. προχώρησε αμέσως στην οργάνωση του αντιστασιακού αντιφασιστικού κινήματος. Δημιούργησε πολλά παράνομα τυπογραφεία, με τα οποία εξέδιδε πολλά παράνομα φύλλα και προκηρύξεις που καλούσαν το κόσμο να αγωνισθεί ενάντια στο φασισμό. Στις 10 Απρίλη, τα ναζιστικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ζάγκρεμπ. Η Κ.Ε. του Κ.Κ.Γ., που τότε βρισκόταν σ΄αυτή την πόλη, πήρε την απόφαση να σκορπίσουν τα μέλη της στη Βοσνία, Μαυροβούνι, Σερβία και Σλοβενία και να οργανώσουν τον Αντιφασιστικό Αγώνα. Στη σύνοδο αυτή της Κ.Ε. δημιουργήθηκε και η Στρατιωτική Επιτροπή, επικεφαλής της οποίας ορίσθηκε ο γραμματέας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Γ. Ιωσήφ Μπροζ – Τίτο. Αμέσως μετά δημιουργήθηκαν στρατιωτικές επιτροπές στη Σλοβενία, Κροατία, Σεβία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη και Μαυροβούνιο. Το καθήκον των επιτροπών αυτών ήταν να δημιουργήσουν ένοπλες ομάδες. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ανάμεσα στις γραμμές των παρτιζάνων ήταν και πάνω από 4.000 Εβραίοι. 

Το Μάη του 1941, άρχισαν οι άγριοι διωγμοί ενάντια στους Σέρβους, Κροάτες, Σλοβένους και Ερζεγοβινίους. Χιλιάδες αγωνιστές/τριες που ξέφευγαν τις συλλήψεις κατέφευγαν στα βουνά. Μαζί με τους φυγάδες ήταν και κομμουνιστές/τριες που άρχισαν να εξοπλίζονται και να δημιουργούν τις πρώτες ομάδες αντίστασης ενάντια στα ναζιστικά στρατεύματα και τους συνεργάτες τους στο εσωτερικό της χώρας. Την ίδια εποχή έγινε στο Ζάγκρεμπ ειδική σύσκεψη των κομμουνιστών όλης της χώρας για την ενιαία οργάνωση του αντιφασιστικού, απελευθερωτικού αγώνα.

Στις 29 Ιουλίου 1941, οι Κομμουνιστές/τριες παρτιζάνοι εγκαινίασαν την ένοπλη δράση τους με μια επιχείρηση κατά την οποία 40 αντάρτες απελευθέρωσαν από το νοσοκομείο των φυλακών του Βελιγραδίου το στέλεχος του κόμματος Αλεξάνταρ Ράνκοβιτς [3]. Οι πρώτες επιθέσεις των Παρτιζάνων εναντίον των ναζιστικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκαν στη δυτική Σερβία και στο Μαυροβούνιο και είχαν μεγάλη επιτυχία. Τα ναζιστικά στρατεύματα υποχώρησαν εκκενώνοντας περιοχές και πόλεις όπως το Ούζιτσε, το Τσάτσακ, ή η Πόζεγκα. Κατά την υποχώρηση οι ναζί εγκατέλειψαν μεγάλες ποσότητες υλικών, όπως τον μηχανολογικό εξοπλισμό ενός εργοστασίου παραγωγής όπλων, 300 τόνους καπνού και μεγάλες ποσότητες από τσιγαρόχαρτα. Με τη βοήθεια του εξοπλισμού που βρήκαν, οι Παρτιζάνοι δημιούργησαν ένα υπόγειο εργοστάσιο κατασκευής όπλων με ημερήσια παραγωγή 400 τεμαχίων. Με τον καπνό και τα τσιγαρόχαρτα άρχισαν να κατασκευάζουν τσιγάρα, στα οποία τύπωσαν και το κόκκινο αστέρι που είχε καθιερωθεί ως έμβλημά του παρτιζάνικου κινήματος. Παράλληλα η στρατολόγηση εκατοντάδων μαχητών ακόμη και στις περιοχές που έλεγχαν ακόμα τα ναζιστικά στρατεύματα, δηλαδή στην Κροατία, τη Βοσνία, το Μαυροβούνιο και τη Σλοβενία είχαν μαζική επιτυχία. Οι κομμουνιστές/τριες παρτιζάνοι κατάλαβαν από πολύ νωρίς ότι είχαν στα χέρια τους μια μοναδική ευκαιρία να μετατρέψουν την αντίσταση σε επαναστατικό εμφύλιο που θα οδηγούσε στη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό το κατανοούσαν αρκετά καλά όμως και οι εθνικιστές Τσέτκιν που δρούσαν για λογαριασμό της εξόριστης γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης και κύριος στόχος τους στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλος από την καταστολή της σοσιαλιστικής επανάστασης και της αποκατάστασης του παλιού αστικού καθεστώτος

Αξίζει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι, το φθινόπωρο του 1941, οι κομμουνιστές/τριες παρτιζάνοι καταλαμβάνουν (αν και για λίγους μόνο μήνες) την πόλη Ούζιτσε και τα περίχωρα της και σχηματίζουν την ομώνυμη δημοκρατία. Κατά τη διάρκεια της δημοκρατίας της Ούζιτσε οικοδομήθηκαν πρότυπες μορφές σοσιαλιστικής αυτο-οργάνωσης. Η πόλη Ούζιτσε τελικά πέφτει τέλη Νοέµβρη του 1941, έπειτα από µια από κοινού επίθεση των Ναζί και των Τσέτνικ. Μετά τη πτώση της Ούζιτσε, οι κομμουνιστές/τριες παρτιζάνοι συνέχισαν τις επιχειρήσεις ενάντια στα ναζιστικά στρατεύματα, απασχολώντας εχθρικές δυνάμεις στη χώρα και αποσπώντας τις από το Ανατολικό μέτωπο.

Οικογένεια Σέρβων δολοφονημένη μετά από επιδρομή της πολιτοφυλακής Ουστάσι, 1941.
πηγή: wikipedia

Μια από τις κύριες προτεραιότητες του κομμουνιστικού κινήματος στη Γιουγκοσλαβία ήταν να σφυρηλατήσει ένα κοινό γιουγκοσλαβικό εθνικό αίσθημα όλων των διαφορετικών εθνοτήτων στη περιοχή μέσα από τον κοινό Αντιφασιστικό Αγώνα. Στα τέλη του χειμώνα του 1941, οι παρτιζάνοι κινήθηκαν από το Σαντζάκ στην ορεινή περιοχή μεταξύ του Μαυροβουνίου και της Βοσνίας, η οποία, όπως και η Ερζεγοβίνη, είχε ενσωματωθεί στο ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας. Εκεί υπήρχε έδαφος για τη στρατολόγηση ενός μεγάλου αριθμού ανταρτών μεταξύ των Σέρβων της Βοσνίας, οι οποίοι κατέφευγαν στο αντάρτικο για να γλυτώσουν από τους διωγμούς, τις σφαγές και τα πλιάτσικα των φασιστών Ουστάσι [4]. Την ίδια εποχή, οι παρτιζάνοι του Τίτο ενισχύθηκαν και από τους Παρτιζάνους του Μαυροβουνίου, που είχαν επιχειρήσει να μετατρέψουν την περιοχή τους σε Σοβιετική Δημοκρατία. Ηγέτης τους ήταν ο Μίλοβαν Τζίλας . Από την άλλη πλευρά το συντηρητικό – αντιδραστικό και κυρίως θρησκευόμενο  μικροαστικό στρώμα της κοινωνίας του Μαυροβουνίου πύκνωσε τις γραμμές των Τσέτνικ,  όπου οι τοπικοί αρχηγοί των οποίων ήρθαν σε συνεννόηση με τους Ιταλούς φασίστες. Έτσι, οι Ιταλοί φασίστες και οι Τσέτνικ επιτέθηκαν από κοινού εναντίον των Παρτιζάνων αναγκάζοντάς τους να αποσυρθούν στη Βοσνία και να συνενωθούν με τις παρτιζάνικες δυνάμεις με επικεφαλής τον Τίτο, ανεβάζοντας έτσι τη δύναμή του σε 6.000 άνδρες.

Στη Βοσνία, οι παρτιζάνικες δυνάμεις του Τίτο εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Φότσα, απ’ όπου έστελναν απεγνωσμένα σήματα στο Κόκκινο Στρατό για ενισχύσεις. Τον Απρίλιο του 1942, οι Παρτιζάνοι περικυκλώθηκαν από εχθρικές δυνάμεις αριθμητικά ανώτερες και με πολύ καλύτερο εξοπλισμό. Απέναντι στις παρτιζάνικες δυνάμεις παρατάχθηκαν ναζιστικά στρατεύματα, στρατεύματα της φασιστικής Ιταλίας, οι Ουστάσι και Κροάτες φασίστες. Στο πλευρό τους και οι εθνικιστές Τσέτνικ. Η έλλειψη πυρομαχικών και τροφίμων, καθώς και η ορεινή και άγονη περιοχή, έφεραν τους παρτιζάνους σε δύσκολη θέση. Τότε πήραν την ηρωική απόφαση να μετατρέψουν την τακτική τους από αμυντική σε επιθετική και να μεταφέρουν τον πόλεμο στην καρδιά της Κροατίας. Στις 23 Ιουνίου 1942 άρχισε η επική πορεία των παρτιζάνικων δυνάμεων οι οποίοι, πολεμώντας συνεχώς κάτω από αντίξοες συνθήκες, διέσχισαν την ορεινή Βοσνία και, μετά από πορεία πέντε μηνών, έφθασαν στις αρχές Νοεμβρίου στη πόλη Μπίζατς, περίπου 130 χιλιόμετρα νότια του Ζάγκρεμπ. Το αποτέλεσμα της ηρωικής τους αυτοθυσίας ήταν ότι απελευθερώθηκε το ένα έκτο των γιουγκοσλάβικων εδαφών, στα οποία οι παρτιζάνοι ίδρυσαν τις Επιτροπές Λαϊκής Απελευθέρωσης. Παράλληλα, αυξήθηκε ο αριθμός των παρτιζάνικων δυνάμεων σε 150.000 άνδρες. Επίσης οι Παρτιζάνοι συγκρότησαν στο Μπίχατς μια συνέλευση από 54 αντιπροσώπους των Επιτροπών Λαϊκής Απελευθέρωσης, η οποία εξέλεξε ένα συμβούλιο που αποτέλεσε την κυβέρνηση της κατεχόμενης χώρας, αγνοώντας τελείως την εξόριστη αστική κυβέρνηση. Το συμβούλιο αυτό ονομάστηκε Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (AVNOJ) και ανακηρύχθηκε ανώτατο όργανο εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στη χώρα, η οποία θα έπρεπε να ανασυσταθεί ως ομοσπονδιακό κράτος. Παράλληλα με τους Σέρβους, Κροάτες και Σλοβένους, το AVNOJ τόνιζε την εθνική ιδιαιτερότητα των Μαυροβουνίων και των Μακεδόνων, ενώ αποδέχθηκε την ιδιαιτερότητα των Ρομά και του μουσουλμανικού στοιχείου. Με απόφασή του καταργήθηκε η μοναρχία και άνοιγε σιγά σιγά ο δρόμος για την οικοδόμηση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας.

Από την άλλη μεριά, στη Σλοβενία, το κίνημα αντιμετώπισε άλλες δυσκολίες. Περιορίστηκε σε ένα αντάρτικο πόλεων, όπου προσχώρησαν σ’ αυτό εκτός από τους

Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι 1942 πηγή: https://ucbmun.herokuapp.com/yugoslavia.html

κομμουνιστές και οι εκπρόσωποι ορισμένων αστικών πολιτικών κομμάτων και ενώσεων, οι οποίοι δεν θέλησαν να συνεργαστούν με τις δυνάμεις του Άξονα.

Οι μεγάλες διαφωνίες μεταξύ του ΚΚΓ και  του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη σημερινή περιοχή της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, είχαν ως αποτέλεσμα την καθυστερημένη οργάνωση του ένοπλου αγώνα στην περιοχή.  Υπήρξε όμως καλύτερη τύχη για τους Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους στις παραμεθόριες περιοχές με τη Σερβία και την Ελλάδα ιδιαίτερα το 1943 και 1944, γιατί εκεί υπήρξε συνεργασία με τους παρτιζάνους του ΕΛΑΣ.

Στα τέλη Μαϊου του 1944, οι Ναζί επιχείρησαν μια ξαφνική επίθεση αλεξιπτωτιστών στο Ντρβαρ, όπου βρισκόταν η έδρα της Εθνικής Επιτροπής και το στρατηγείο των Ελευθέρων περιοχών. Μετά την επίθεση, οι επικεφαλής της σοβιετικής και της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής, αντίστοιχα, έπεισαν τον Τίτο να μεταβεί για λόγους ασφαλείας πρώτα στην Ιταλία και αργότερα στο νησί Βις της Αδριατικής. Στις 16 Ιουνίου 1944 ο Τίτο σε μια έξυπνη κίνηση ελιγμού συναντήθηκε με τον Σούμπασιτς (πρωθυπουργό της εξόριστης γιουγκοσλαβικής αστικής κυβέρνησης) και υπέγραψε μια συμφωνία για τη συγκρότηση εθνικής κυβέρνησης, την αποτροπή της υποκίνησης καθεστωτικού ζητήματος όσο θα διαρκούσε ο πόλεμος και την προτροπή της εξόριστης κυβέρνησης προς όλους τους Γιουγκοσλάβους που ήταν ενάντια στον Άξονα να συσπειρωθούν γύρω από τα παρτιζάνικα στρατεύματα. Δύο μήνες αργότερα, ο Τίτο συναντήθηκε στη Νεάπολη και με τον Τσώρτσιλ. Κατά τη συζήτησή τους, ο Τίτο επέρριψε κατηγορηματικά την επιστροφή του βασιλιά στη χώρα, διεκδίκησε δυναμικά την προσάρτηση της Τεργέστης και της Ιστρίας, και αρνήθηκε να δώσει εγγυήσεις ότι μετά τη λήξη του πολέμου οι κομμουνιστές δεν θα προχωρούσαν στην εγκαθίδρυση της επαναστατικής σοσιαλιστικής εξουσίας.

Συντρόφισσα μέλος του Αντιφασιστικού Μετώπου Γυναικών Κροατίας

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1944, ο Τίτο μεταφέρθηκε με ρωσικό αεροπλάνο στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια του πολέμου με τον Στάλιν ζητώντας τη συνδρομή του Κόκκινου Στρατού (που βρισκόταν τότε στα ρουμανογιουγκοσλαβικά σύνορα) για την απελευθέρωση του Βελιγραδίου. Έθεσε όμως ως όρο την αποχώρηση του Κόκκινου Στρατού στην Ουγγαρία αμέσως μετά την απελευθέρωση του Βελιγραδίου και του Σρεμ. Ο Στάλιν δέχτηκε και του διέθεσε ένα ολόκληρο σώμα τεθωρακισμένων.

Τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη του 44, ο Κόκκινος Στρατός και οι Γιουγκοσλάβοι Παρτιζάνοι άρχισαν μια από κοινού επίθεση για την απελευθέρωση της βόρειας Σερβίας και του Βελιγραδίου. Στις 20 Οκτωβρίου 1944 κατέλαβαν το Βελιγράδι μετά από πολύνεκρες σκληρές μάχες με τα ναζιστικά στρατεύματα.

Στις 6 το πρωί της 20ής Οκτωβρίου 1944 η Πρώτη Προλεταριακή Ταξιαρχία των παρτιζάνων διαβίβαζε το εξής τηλεφωνικό μήνυμα: «Το Καλεμέγκνταν απελευθερώθηκε Οι προλετάριοι κατέλαβαν το οχυρό εξ εφόδου. Οι Γερμανοί πολέμησαν αιματηρά για κάθε πέτρα, για κάθε γέφυρα, για κάθε τούνελ, για κάθε τούβλο, λες και επρόκειτο για το Βερολίνο τους». Ο διοικητής της Ταξιαρχίας, ο στρατηγός Πέτκο Ντάπτσεβιτς, ήταν συγκλονισμένος από το φρικαλέο θέαμα. «Ηταν φοβερό. Ολα ήταν σκεπασμένα με πτώματα Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών, ο εξοπλισμός τους ντουμάνιαζε, καθώς φλεγόταν Η δυσοσμία ήταν αηδιαστική». 

4. Η 1η Προλεταριακή Ταξιαρχία

Η 1η Προλεταριακή Ταξιαρχία ιδρύθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα στις 21 Δεκέμβρη του 1941 στο χωριό Ρούντο της Βοσνίας. Αρχηγός της τοποθετείται ο Κότσα Πόποβιτς, βετεράνος εθελοντής του ισπανικού εμφυλίου. Κατά την ίδρυση της αποτελείται από 1.200 μαχητές (οι 750 θα σκοτωθούν πριν από τη λήξη του πολέµου). Τα χαρακτηριστικά της που την ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες παρτιζάνικες µονάδες είναι ο υπερτοπικός της χαρακτήρας (κινείται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γιουγκοσλαβίας), η πολυεθνική της σύνθεση κι η αυξημένη αναλογία εργατών/τριων και κομμουνιστών/τριων στις μονάδες της. Η σημαία της έχει χρώμα κόκκινο µε έμβλημα το πεντάκτινο αστέρι και το σφυροδρέπανο. Η 1η Προλεταριακή Ταξιαρχία μέτρησε 530 μάχες και 20.000 χιλιόμετρα στο ενεργητικό της, 15.000 µέλη και 7.500 νεκρούς.

5. Επίλογος

Η επίσημη τελική επικράτηση των κομμουνιστικών δυνάμεων ήρθε στις 29 Νοεμβρίου 1945. Η Ομοσπονδιακή Συνέλευση και το Συμβούλιο των Εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας επίσημα κατάργησαν την μοναρχία και ίδρυσαν τη Λαϊκή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, που αποτελείτο από διάφορες αυτόνομες περιφέρειες, με κριτήριο την εθνολογική σύσταση του πληθυσμού. Η σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία παρά της αδυναμίες και τις μεγάλες αντιφάσεις της αποτέλεσε ένα λαμπρό παράδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών μειονοτήτων, εθνοτήτων κοκ στη περιοχή των Βαλκανίων. Ρομά, Κροάτες, Σλοβένοι, Βόσνιοι, Μαυροβούνιοι, Μακεδόνες, Αλβανόφωνοι, ακόμα και Εβραίοι συνυπήρξαν ειρηνικά για 45 χρόνια όπου και τελικά κατέρρευσε, με την έξαρση των εθνικισμών και τους τραγικούς χειρισμούς του εθνικιστή Μιλόσεβιτς.  Αν σε αυτό το εγχείρημα είχε προστεθεί και ένα σοσιαλιστικό κράτος της ελλαδικής περιφέρειας, ίσως η ιστορία να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Ασχέτως τι γραμμή ακολούθησε ο Τίτο σε μια σειρά ζητήματα, κυρίως μετά τη στροφή του ανατολικού μπλοκ πχ στη στήριξη του αραβικού εθνικισμού και του αντισιωνισμού ή γενικότερα τις οπορτουνιστικές θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας σε μια σειρά άλλα ζητήματα, είτε εσωτερικά είτε στη διεθνή πολιτική σκηνή, δεν πρέπει να ξεχνάμε τη συμβολή των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών στην Αντιφασιστική Νίκη.

Η μεταγενέστερη πορεία της Γιουγκοσλαβίας επιβεβαιώνει τα προβλήματα, τα όρια και τις αδυναμίες του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος, οι σημερινές γενιές κομμουνιστών/τριων αξίζει να μελετήσουν προσεκτικά το παράδειγμα της. Πολύ περισσότερο αξίζει να μελετήσουμε πηγές και ντοκουμέντα κατά τη διάρκεια του επαναστατικού ανταρτοπολέμου στη Γιουγκοσλαβία. Ένα παρτιζάνικο κίνημα που ένα μεγάλο μέρος του αποτελείτο από γυναίκες και στις περιοχές τις οποίες επικράτησε δημιούργησε αξιόλογες μορφές σοσιαλιστικής αυτοοργάνωσης.

Σημειώσεις

[1] Διάβασε περισσότερα για τη χρυσή αυγή και τους Τσέτνικ εδώ: http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/i-amartoli-istoria-ton-tsetniks

[2]  Ο Γιόσιπ Μπροζ (Τίτο) γεννήθηκε στο χωριό Κούμροβετς στην επαρχία Μετζιγκόριε της Κροατίας (τότε Αυστροουγγαρίας). Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του δεν είναι γνωστή.  Ήταν το έβδομο παιδί του Κροάτη Φράνιο Μπροζ και της Σλοβένας Μαρία Μπροζ-Γιάβερσεκ. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο μικρός Γιόσκα βοηθούσε τους γονείς του στις αγροτικές εργασίες. Μετά το τέλος του δημοτικού σχολείου στο Κουμρόβετς ο μικρός Γιόσιπ αναχωρεί για την πόλη Σίσακ όπου μαθαίνει την τέχνη του σιδερά. Αμέσως εντάσσεται στο συνδικάτο χαλυβουργών και στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Κροατίας & Σλαβονίας. Ψάχνοντας για δουλειά, το 1910 πηγαίνει στην Λιουμπλιάνα, ένα χρόνο αργότερα στην Τσεχία και μετά, στη Γερμανία, όπου, για ένα διάστημα, δουλεύει ως οδηγός στην Daimler. Το 1913 καλείται να υπηρετήσει την θητεία του στον Αυτοκρατορικό Στρατό της Αυστροουγγαρίας. Η κήρυξη του Α Παγκόσμιου Πολέμου τον βρίσκει στη Βουδαπέστη. Το τάγμα στο οποίο υπηρετεί αρχικά μάχεται στο Νότιο Μέτωπο όπου για μικρό διάστημα ο Μπροζ φυλακίζεται στο φρούριο Πετροβαραντίν για αντιπολεμική προπαγάνδα. Συμφωνα με πληροφορίες είχε συμμετάσχει και σε επιχειρήσεις εναντίον των Σέρβων στο Βαλκανικό μέτωπο. Το γεγονός αυτό έχει επιμελώς αποσιωπηθεί από την επίσημη γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία. Αργότερα το Τάγμα του μεταφέρεται στο Ανατολικό Μέτωπο, στην Μπουκοβίνα και στη Γαλικία. Τον Απρίλιο του 1915 αιχμαλωτίσθηκε από τους Ρώσους. Μαζί με άλλους αιχμαλώτους μεταφέρθηκε για καταναγκαστική εργασία στα Ουράλια, από όπου δραπέτευσε για να πάει στη Φινλανδία. Το 1917 στην Ρωσία ξεσπάει η αστική επανάσταση του Φεβρουαρίου. Το καλοκαίρι του 1917 συμμετέχει στις πορείες στην Πετρούπολη. Συνελήφθη και φυλακίσθηκε στο Φρούριο Πέτρου & Παύλου για 3 βδομάδες. Κατόπιν εξορίστηκε στο Κολυνγκούρ της Σιβηρίας αλλά δραπετεύει ξανά στο Όμσκ. Στη Ρωσία ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο Μπροζ εντάσσεται αμέσως στο Κόκκινο Στρατό. Την άνοιξη του 1919 η πόλη Ομσκ καταλαμβάνεται από τον Κόκκινο Στρατό και ο Γιόσιπ αναχωρεί για το νεό κράτος που ονομάζεται Βασίλειο των Σλοβένων, Κροατών & Σέρβων που δημιουργήθηκε με την συνένωση της Σερβίας με τα Νοτιο-σλαβικά έθνη της Αυστροουγγαρίας. Ο Τίτο έγινε μέλος του ΚΚΓ το 1920 και γραμματέας του το 1937 λίγο μετά τις δίκες της Μόσχας.

[3] Ο Ράνκοβιτς εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα το 1928. Την περίοδο από το 1929 ως το 1935 ήταν φυλακισμένος για την κομμουνιστική δράση του. Το 1940 έγινε μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας. Το 1941 συνελήφθη από την Γκεστάπο, όπου βασανίστηκε βάναυσα. Αργότερα απέδρασε με τη βοήθεια των συντρόφων του Παρτιζάνων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν από τους κορυφαίους ηγέτες του Παρτιζάνικου Κινήματος. Με τη λήξη του πολέμου τιμήθηκε ως Λαϊκός Ήρωας, για την αντιστασιακή, εθνικοαπελευθερωτική δράση του.

[4] Οι Ούστασε ήταν μέλη του Κροατικού Επαναστατικού Κινήματος – Ούστασα (Ustaša – Hrvatski revolucionarni pokret), κροατικής φασιστική οργάνωσης κυριολεκτικά χασάπηδων, ενεργή στην πρωταρχική μορφή της μεταξύ του 1929 και 1945. Τα μέλη της έσφαξαν εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβους, Εβραίους και Ρομά κατά τον Β’ Π.Π. στη Γιουγκοσλαβία.

.

Advertisements

4 Trackbacks / Pingbacks

  1. Σημειώσεις πάνω στο παρτιζάνικο κίνημα στη Γιουγκοσλαβία: “Οι Εβραίοι Παρτιζάνοι”
  2. Στη μνήμη της κομμουνίστριας  Nada Dimić
  3. Čedomir Ljubo Čupić ένας κομμουνιστής αντιφασίστας έως το τέλος
  4. Ελπίδα “Μπίσερα” Καραμάντη, Μια Βαλκάνια ηρωίδα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: