our news

Erich Fromm “Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου”

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,926 other followers

Ο Έριχ Φρομ, υπήρξε γερμανικής καταγωγής αμερικανός ψυχαναλυτής και κοινωνικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη του Μάιν το 1900 και πέθανε στο Μπουράλτο της Ελβετίας το 1980.

 

Το κείμενο της παρούσας δημοσίευσης είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Έριχ Φρομ “Ο φόβος μπροστά στην Ελευθερία”(η ελληνική έκδοση έχει εξαντληθεί). Ο Φρομ γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη (Μάιν) το 1900. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ψυχολόγους του 20αι, μαρξιστής, διάσημος καθηγητής της Κοινωνιολογίας και Φιλοσοφίας στην περίφημη Σχολή της Φρανκφούρτης, την οποία έκλεισε ο ναζισμός. Το 1934 κατέφυγε στις ΗΠΑ, όπως έκαναν και άλλοι διάσημοι Γερμανοί διανοούμενοι κατά τη διάρκεια του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος.

Σπούδασε ψυχανάλυση κοντά στον Σίγκμουρντ Φρόυντ. Σύντομα όμως θα διαφωνήσει μαζί του και θα ακολουθήσει αυτόνομη πορεία. Το 1934 γίνεται μέλος του διδακτικού προσωπικού του πανεπιστημίου Κολούμπια. Το 1941 μέλος του διδακτικού προσωπικού του Κολεγίου Μπένινγκτον στο Βερμόντ και το 1951 διορίζεται καθηγητής της Ψυχανάλυσης στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού. Από το 1957 ως το 1961 ήταν συγχρόνως καθηγητής και στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, για να επιστρέψει τελικά στην Νέα Υόρκη το 1962 ως καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.Στα έργα του συγκαταλέγονται: “Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία”, “Και ως θεοί έσεσθε”, “Ο άνθρωπος για τον εαυτό του”, “Η υγιής κοινωνία”, “Ψυχανάλυση και θρησκεία”, “Η τέχνη της αγάπης”(σε συνεργασία με Ντ.Τ.Σουζούκι και Ρ.Ντ.Μαρτίνο), “Πέρα από τις αλυσίδες της ψευδαίσθησης”, “Η επανάσταση της ελπίδας” και “Η κρίση της ψυχανάλυσης”.

Ο Φρόμ υπήρξε υπέρμαχος του μαρξιστικής θεωρητικής προσέγγισης που προσπάθησε να την ενώσει με την Φροϋδική σκέψη, κάνοντας μεταξύ άλλων και σκληρή κριτική στο σοβιετικό μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

 

Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου

Μολονότι o άνθρωπος πέτυχε να κυριαρχήσει σε αξιοσημείωτο βαθμό πάνω στη φύση, ή κοινωνία δεν έχει υπό τον έλεγχό της τις δυνάμεις πού αυτή ή ίδια δημιούργησε. Ο ορθολογισμός τού συστήματος παραγωγής, ως προς την τεχνική πλευρά, συνοδεύεται από τον παραλογισμό τού συστήματος μας παραγωγής ως προς την κοινωνική του πλευρά.

Την τύχη τού Ανθρώπου διαφεντεύουν οι οικονομικές κρίσεις, η Ανεργία, η πόλεμος. Ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει τον κόσμο του. Έχει δημιουργήσει εργοστάσια και κατοικίες, παράγει αυτοκίνητα και ρούχα, καλλιεργεί σιτηρά και φρούτα. Όμως αποξενώθηκε από το προϊόν των χεριών του, δεν είναι πια εξουσιαστής τού κόσμου πού δημιούργησε.

Αντίθετα, αυτός ο πλασμένος απ’ τον άνθρωπο κόσμος έγινε ο εξουσιαστής του, μπροστά στον όποιο υποκλίνεται και τον όποιο προσπαθεί να καταπραΰνει και να καλοπιάσει. Θεός του έχει γίνει η εργασία των χεριών του. Φαίνεται πώς υποκινείται από το προσωπικό συμφέρον, στην πραγματικότητα όμως ολόκληρο το εγώ του, με τις συγκεκριμένες του δυνατότητες, έχει γίνει όργανο της μηχανής πού δημιούργησε με τα ίδια του τα χέρια. Τρέφει την αυταπάτη πώς είναι το κέντρο του κόσμου, παράλληλα όμως διαπνέεται από την έντονη αίσθηση της ασημαντότητας, και αδυναμίας πού ένοιωθαν κάποτε οι πρόγονοί του ενώπιων του Θεού.

Το αίσθημα απομόνωσης και αδυναμίας του σύγχρονου ανθρώπου ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το χαρακτήρα πού έχουν προσλάβει όλες οι ανθρώπινες σχέσεις. Η συγκεκριμένη σχέση του ενός ατόμου με το άλλο έχασε τον άμεσο και ανθρώπινο χαρακτήρα της και διαπνέεται από πνεύμα συμφεροντολογικό και παζαρέματος.

Όλες οι κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις κυριαρχούνται από τούς νόμους της αγοράς. Είναι πρόδηλο πώς ή σχέση ανάμεσα στους οικονομικούς ανταγωνιστές πρέπει να στηρίζεται στην ανθρώπινη αδιαφορία. “Αν ήταν αλλιώς, καθένας απ αυτούς δε θα είχε τη δυνατότητα να επιτελέσει τα οικονομικά του καθήκοντα — να αγωνιστεί δηλαδή εναντίον των άλλων και να συμβάλλει στην οικονομική καταστροφή των άλλων αν αυτό είναι απαραίτητο.

Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου διαπνέεται από το ίδιο πνεύμα. Ή λέξη «εργοδότης» είναι από μόνη της μια ολόκληρη ιστορία: Ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου απασχολεί ένα άλλο ανθρώπινο όν, όπως απασχολεί μια μηχανή. Ο ένας χρησιμοποιεί τον άλλο για να επιτύχουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η σχέση τους είναι από κείνες πού ο καθένας χρησιμοποιεί τον άλλον για την επίτευξη ενός σκοπού, ο ένας συμβάλλει για τούς σκοπούς του άλλου.

Δεν είναι σχέση δύο ανθρώπινων υπάρξεων πού ενδιαφέρονται η μια για την άλλη, αφού το μοναδικό κοινό ενδιαφέρον είναι η αμοιβαία χρησιμότητά τους. Η ίδια μορφή χρησιμότητας συναντάται επίσης και στη σχέση μεταξύ του επιχειρηματία και του πελάτη του. Ο πελάτης είναι ένα αντικείμενο παζαρέματος και όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, του οποίου τούς σκοπούς ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει ο επιχειρηματίας.

Η στάση απέναντι στην εργασία διακρίνεται για τον ολότελα συμφεροντολογικό της χαρακτήρα.Αντίθετα από τον τεχνίτη του Μεσαίωνα, ο σύγχρονος βιομήχανος δεν ενδιαφέρεται για το τί παράγει. Παράγει ουσιαστικά για να αποκομίσει κέρδος από την κεφαλαιουχική του επένδυσή και ότι παράγει εξαρτάται ουσιαστικά από την αγορά, πού παρέχει ενδείξεις πώς η επένδυση κεφαλαίου σ’ έναν ορισμένο κλάδο θα αποδειχτεί επικερδής.

Το χαρακτήρα αυτόν αλλοτρίωσης δεν έχουν μόνο οι οικονομικές, αλλά και οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αντί να είναι σχέσεις μεταξύ ανθρώπινων όντων παίρνουν το χαρακτήρα σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. Πιθανόν όμως η πιο σημαντική και ή πιο καταστρεπτική περίπτωση αυτού του πνεύματος συμφεροντολογίας και αλλοτρίωσης να είναι η σχέση του ατόμου με το εγώ του.

Ο άνθρωπος δεν πουλά μόνο εμπορεύματα, πουλά και τον εαυτό του και νοιώθει σα να είναι ο ίδιος εμπόρευμα. Ο χειρώνακτας εργάτης πουλά τη φυσική του δύναμη. Ο επαγγελματίας, ο γιατρός, ο εργαζόμενος σε γραφική εργασία πουλούν την προσωπικότητά τους.

Πρέπει να έχουν «μια προσωπικότητα» αν θέλουν να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους. Αυτή ή προσωπικότητα πρέπει να είναι ευχάριστη, παράλληλα όμως ό κάτοχός της πρέπει να διαθέτει και ορισμένα άλλα προσόντα: ενεργητικότητα, πρωτοβουλία, τούτο ή εκείνο, ανάλογα με τη θέση του. Όπως στην περίπτωση τού εμπορεύματος, η αγορά αποφασίζει σχετικά με την άξια αυτών των ανθρώπινων ικανοτήτων, και ακόμη και γι’ αυτή την ύπαρξή τους.

Εάν τα προσόντα ενός προσώπου δεν είναι χρησιμοποιήσιμα, τότε δεν έχει κανένα προσόν. Κατά τον ίδιο τρόπο πού ένα απούλητο εμπόρευμα δεν έχει άξια, μολονότι έχει άξια χρήσης.

Έτσι ή αυτοπεποίθηση, το «αίσθημα τού εγώ», αποτελεί μάλλον μια ένδειξη περί του τί σκέφτονται οι άλλοι για ένα πρόσωπο. Δεν είναι αυτός πού πείθεται για την άξια του ανεξάρτητα από τη δημοτικότητα και την επιτυχία του στην αγορά. “Αν τον ζητούν, είναι κάτι.

Αν δεν είναι δημοφιλής, δεν είναι τίποτα. Αυτή η εξάρτηση της αυτοεκτίμησης από τις επιτυχίες της «προσωπικότητάς» του αποτελεί την αίτια της τρομακτικής σπουδαιότητας πού έχει ή δημοτικότητα για το σύγχρονο άνθρωπο. Απ’ αυτή εξαρτάται όχι μόνο αν προοδεύει κανείς ή όχι στα πρακτικά ζητήματα, αλλά και το κατά πόσο μπορεί να έχει εκτίμηση στον εαυτό του ή κατά πόσο περιδινείται στην άβυσσο των αισθημάτων κατωτερότητας.

 

Πηγή: http://antikleidi.com

Advertisements

1 Comment on Erich Fromm “Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: