our news

«Αφηγήσεις #12» Γιώργος Ιωάννου “Το Κρεβάτι”

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,040 other followers

Το κρεβάτι (Γιώργος Ιωάννου, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, από την συλλογή διηγημάτων ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ γραμμένα μεταξύ 1968-1970)

Ανεβάσαμε σε μας το μόνο αυτό κρεβάτι, τη μέρα που μάζεψαν απ΄τη γειτονιά μας τους εβραίους, κι απ΄το ίδιο κιόλας βράδυ, αν δεν κάνω λάθος, άρχισα να κοιμάμαι σε αυτό. Το πάπλωμα, το στρώμα, και τα λερά σεντόνια του τα είχαν στο μεταξύ άλλοι αρπάξει. Το κρεβάτι ήταν το μόνο πράγμα που είχε απομείνει τελικά μέσα στο άγρια λεηλατημένο διαμέρισμα. Και το μόνο εβραϊκό πράγμα, που ύστερα από πολύ δισταγμό πήραμε – το ορκίζομαι.

Κοιμόταν ο Ίζος σ΄αυτό. Δύο τρία χρόνια μεγαλύτερος μου, μα φίλος μου. Συχνά παίζοντας στο διαμέρισμα τους κρυφτό ή άλλα παιχνίδια , κρυβόμασταν από κάτω ή χωνόμασταν για να πάρουμε την μπάλα που είχε κυλήσει. Κάποτε μάλιστα, που λείπαν οι δικοί μου, μας είχαν κοιμίσει αγκαλιά στο κρεβάτι αυτό. Τότε πρωτοείδα το νεανικό τριχωτό της ήβης. Είναι αλήθεια πως είχε αρκετούς κοριούς το κρεβάτι, και παρ΄όλο το κυνήγημα που αργότερα τους κάναμε δεν εξολοθρεύτηκαν ποτέ εντελώς. Ήρθε καιρός που δόξαζα το θεό γι’ αυτή τη διάσωση. Κάτι είχε σωθεί απ΄το αίμα του Ίζου και ενωθεί ίσως με το δικό μου.

Ο Ίζος, μαζί με τους δικούς του που σπαράζουν, έφυγε ένα φριχτό πρωί ντυμένος και σοβαρός σαν γαμπρός. Στο στήθος του σχεδόν καμάρωνε το κίτρινο άστρο. Ήμουν μαζί του μέχρι που δρασκέλισε το κατώφλι της εξώπορτας. Έξω ούρλιαζε ένα μεγάφωνο: «Προσοχή! Προσοχή! Όλοι οι εβραίοι…» Τον άρπαξαν και τον έσυραν στην γραμμή. Κάποιος με τράβηξε δυνατά προς τα μέσα και βρόντηξε σαν οριστικά, όπως στις κηδείες, την πόρτα. Ένας θεός ξέρει τι μπορούσες να πάθεις εκείνη την ώρα, αν από λάθος κι εσένα σε άρπαζαν ή σ΄έβλεπαν αγκαλιασμένο μ΄έναν εβραίο.

Αμέσως μετά, όλη η πολυκατοικία σφούγγισε τα δάκρυα της, ανέβηκε αγκομαχώντας στο δεύτερο πάτωμα και ρίχτηκε σαν υπνωτισμένη στα υπάρχοντα των εβραίων. Το πλούσιο σπιτικό τους βουλιαζε από ρούχα και έπιπλα. Οι γερμανοί, βέβαια, απειλούσαν με θάνατο όποιον έπαιρνε ή άρπαζε εβραϊκές περιουσίες, μα κανένας σχεδός δεν θυμήθηκε εκείνη την στιγμή την θυροκολλημένη διαταγή. Έξω ακόμη τους μέτραγαν, φώναζαν τα ονόματα τους, τους κλοτσούσαν. Μέσα στο σπιτικό τους ξεγυμνώνονταν με θαυμαστό πράγματι θάρρος και επιτηδειότητα. Το ίδιο φαντάζομαι θα συνέβαινε και στα άλλα σπίτια του γκέτο μας. Δεν αποκλείεται μάλιστα οι εβραίοι να έβλεπαν μέσα στην παραζάλη τους το άρπγμα των υπαρχόντων τους. Ιδίως όταν τραβολογιούσαν οι κουρτίνες – αυτό πρέπει να φαινόταν από τον δρόμο.

Η συγκάτοικη που πριν από λίγο έκαμνε τους πιο μεγάλους σταυρούς και έπαιρνε τους πιο βαριούς όρκους – κάτι το πολύτιμο, φαίνεται, της είχαν εμπιστευθεί – ρίχτηκε θυμάμαι, στα σεντόνια του Ίζου, σεστά ακόμη απ΄το νεανικό ύπνο του. Κατόπι στράφηκε σε σοβαρότερα πράγματα. Άλλοι πήραν να τραβοκοπούν το καρυδένιο τραπέζι, άλλοι τις ντουλάπες, τις σιφονιέρες, τα κομοδίνα, τους καθρέφτες, και μια ραγισμένη θερμάστρα από πορσελάνη διαλύθηκε στα χέρια ενός γέρου και μιας γριάς, καθώς την έσερναν στο διάδρομο.

Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο με φλούδια και πασατέμπο. Μέρες τώρα δεν μαγείρευαν ούτε σκούπιζαν οι εβραίοι. Περίμεναν, πάντα ντυμένοι, την ξαφνική διαταγή λέγοντας ιστορίες παρηγορητικές και παραφυλάγοντας το δρόμο πίσω απ΄τα κατάκλειστα σκεπασμένα παράθυρα. Κανένας του δεν έδειχνε διάθεση να το σκάσει, πράγμα μάλλον εύκολο. Οι λίγοι που το τόλμησαν, σώθηκαν σχεδόν όλοι. Είχαν απειληθεί βέβαια, με οικογενειακή εξόντωση κι ο ένας συγκρατούσε τον άλλο. Επίσης τους αποκοίμιζαν με διάφορα παραμύθια. Ο μεγάλος καημός της μαντάμ Κόεν, μάνας του Ίζου, ήταν πως στην Κρακοβία, όπου δήθεν θα τους πήγαιναν, οι εκεί εβραίοι μιλούσαν άλλη γλώσσα κι όχι τη διάλεκτο της Καστίλιλιας. «Μα θα τα καταφέρουμε», έλεγε με αρκετό κουράγιο, «όπως τον καιρό του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας». Δεν είχαν, βέβαια τίποτε ακούσει για το Άουσβιτς, ούτε για τους θαλάμους αερίων. Είναι όμως δυνατό να μην είχαν καταλάβει το βαθμό του μίσους;

Ανεβήκαμε στο διαμέρισμα μας κλαίγοντας. Δεν μπορούσαμε άλλο να βλέπουμε το ξεγύμνωμα του σπιτιού. Δεν δεχτήκαμε ούτε και κάτι λίγα που μας προσέφεραν οι χορτασμένοι νέοι κυρίαρχοι του. Μισογείραμε τα παντζούρια και παρακολουθούσαμε με φρίκη τις ζωσμένες φάλαγγες να περνούν. Δεν έμοιαζε καθόλου με ταξίδι το άγριο αυτό ξερίζωμα. Γέροι, γριές, άρρωστοι που παραπατούσαν, εγχειρισμένοι διπλωμένοι στα δύο, σέρνονταν στο τέλος της κάθε φάλαγγας. Πόσο είναι δυνατό να βάσταξαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Μάλλον όμως υπήρξαν οι ευτυχέστεροι , αν σκεφτεί κανείς το τέλος των άλλων. Καμιά φορά ακολουθούσαν και φορεία πίσω από τις φάλαγγες. Πάνω σ΄αυτά βρίσκονταν οι κατάκοιτοι, οι ετοιμοθάνατοι, οι ετοιμόγεννες και γενικά όλοι οι βαριά ασθενείς, που οι συγγενείς τους είχαν προβλέψει και μπόρεσαν να ετοιμάσουν ένα φορείο. Αλλιώς, θα σέρνονταν κι αυτοί με τα πόδια. Άνεμος άγριος σαρώνει μες στη μνήμη του εκείνη την Εγνατία.

Πάντως οι εβραίοι είχαν μυριστεί απ΄το προηγούμενο βράδυ τον άμεσο κίνδυνο. Αργά τη νύχτα βούιζε από ψαλμούς η γειτονιά μας. Η γειτονιά τους, μάλλον έπρεπε να πω, μια και αυτοί είχαν την πλειοψηφία. Άλλωστε για αυτό το λόγο είχε ανακυρηχτεί σε προσωρινό γκέτο. Μέσα στη φεγγαρόφωτη νύχτα της άνοιξης αφουγκραζόμαστν τη βοή. Από παντού ανέβαιναν σπαραχτικές δεήσεις προς τον σκληρόκαρδο Γιεχωβά. Στους δρόμους ερημιά απόλυτη και στις γωνιές του γκέτο μας μάτσο οι φρουροί χωροφύλακες. Πάνω από τις στέγες ένας καπνός, θαρρείς, πλανιόταν, κάτι το θολό.

Και τις προηγούμενες, βέβαια, νύχτες ακούγονταν συχνά ψαλμοί, μα ήτανε πνιγμένοι και μακρόσυρτοι. Δεν είχαν αυτόν τον ομαδικό σπαραγμό, την πίεση αυτή για άμεση βοήθεια. Άλλωστε, προηγουμένως ακούγονταν καμιά φορά και τραγούδια, ακόμη και παλαμάκια. Παντρεύονταν αράδα οι νέοι τους. Μπροστά στην απειλή του ξεριζωμού ενώνονταν μια ώρα αρχύτερα οι ερωτευμένοι. Εξάλλου είχε κυκλοφορήσει έντονα η φήμη πως τους παντρεμένους αλλιώς θα τους μεταχειρίζονταν. Έκαμναν πως και πως να συγγενέψουν μαζί μας, μα ούτε στα τρελοκομεία δε θα μπορούσαν να βρουν γαμπρούς ή νύφες έλληνες εκείνη τη στιγμή. Εντούτοις θρυλούνται τέτοιοι γάμοι.

Όταν οι φάλαγγες της γειτονιάς μας χάθηκαν, ξεκίνησα για το σχολείο. Οι χωρο φύλακες στη γωνιά δε μ΄άφηναν να περάσω. Είχα μαζί μου μια παλιά ταυτότητα της Νεολαίας. Τους την έδειξα και βγήκα. Δεν θα μπορούσα να είμαι εβραιάκι;

Στο σχολείο τα περισσότερα παιδιά ξέρανε λίγο πολύ το είχε γίνει. Ιδιαίτερη συγκίνηση όμως δεν μπορώ να πω ότι υπήρχε κι ας είχαμε εβραίους συμμαθητές. Το μάθημα έγινε κανονικά. Στο διάλειμμα μερικά παιδιά έψαλαν τον πανεβραϊκό ύμνο, που τον είχαν σκαρώσει μέσα στο μάθημα. Ήταν ένα τραγούδι κοροϊδευτικό, που το λέγαν πάνω σε γνωστό, βέβαια, σκοπό με σπασμένα ελληνικά και σερνάμενη τη φωνή, όπως μιλούσαν οι ισπανοεβραίοι. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη του στροφή:

Όταν θα πάμε εις το Σαλονίκα,
Θα βρούμε σπίτι αντειανός
Θ’ αρχ’ισει πάλι το παλιό ντουλεϊκα
Για να ζήσει το Τζιντιός
Τα παιδιά αυτά ήταν λίγα και μάλλον ανόητα.

Τα παιδιά αυτά ήταν λίγα και μάλλον ανόητα. Όπως ανόητοι μα όχι και τόσο λίγοι ήταν και οι μεγάλοι εκείνοι, έμποροι ιδίως, που ανακουφίστηκαν τότε. Αφήνω τους διάφορους προδότες και τους ημιπαράφρονες θαυμαστές των χιτλερικών, που δώξα τω θεώ ποτέ δεν μας έλειψαν. Ευτυχώς μας ξεπλένουν, θαρρώ, κι απ’ αυτό ορισμένες πράξει υψηλής θυσίας.

Το μεσημέρι όταν γύριζα, κόσμος και κακό ήταν στην γειτονιά μας. Οι γερανοί είχαν αποσυρθεί, όχι όμως οι χωροφύλακες. Τώρα γίνονταν το γιάγμα απ’ τα κύματα της φτωχολογιάς και των γύφτων. Όμως που και που έπεφτε κι από κανένας πυροβολισμός γι’ αυτό όλοι τους ήταν βιαστικοί και σκιαγμένοι. Είδα γύφτο να τρέχει στην πλατεία μ’ ένα αδειανό συρτάρι στα χέρια. Άλλον με βιβλία βαριά, κι έναν τρίτον μ ‘ ένα παντζούρι διαλυμένο σχεδόν. Τι τα ήθελαν αυτά τα πράγματα; Απ΄το σπίτι μας είχαν βγάλει εώς και τις πόρτες απ’ το διαμέρισμα των εβραίων. Και με την ευκαιρία έκλεψαν όλους τους γλόμπους και τα παραθυρόφυλλα της σκάλας. Για χρόνια έμπαινε από εκεί η βροχή και το κρύο.

Μπήκα με φόβο στο ορθάνοιχτο διαμέρισμα. Ήταν ολότελα ξεγυμνωμένο. Σκουπίδια, χαρτιά, γιομίδια, πούπου σκορπισμένα χάμω. Και στην κουζίνα τα πλακάκια όλα ξηλωμένα. Ψάχναν τα κτήνη για το θησαυρό.

Πήγα στο μέρος. Απ΄το φόβο μου ίσως είχα κοιλόπονο δυνατό. Πολλά βιβλία σχολικά ήταν πεταμένα μέσα στην μπανιέρα. Τα μάζεψα όχι χωρίς κάποια ικανοποίηση. Από βιβλία ήμουν φοβερά φτωχός. Αρκετά είχαν το όνομα του Ίζου απάνω.

Μέσα στο ίζου το δωμάτιο μανάχα το καφετί σιδερένιο κρεβάτι είχε απομείνει. Σίγουρα, δεν το είχαν αρπάξει γιατί είχε πολλές σούστες σπασμένες. Όταν το είδα, σα να ξαναείδα τον ίζο μπροστά μου. Ανέβηκα απάνω και το είπα: ήθελα το κρεβάτι του. Με δυσκολία κατέβηκαν να με βοηθήσουν. Ήταν άλλωστε όλοι τους πλαγιασμένοι απ΄ την πρωινή ταραχή. Το ανεβάσαμε, δέσαμε γερά τις σούστες του και κατόπι το ζεματίσαμε για τους κοριούς. Άρχισα να κοιμάμαι σ’ αυτό απ’ το ίδιο βράδυ, από τότε δηλαδή που άρχισαν τα μεγάλα μαρτύρια του Ίζου.
Κοιμήθηκα σ΄αυτό το κρεβάτι για πολλά χρόνια. Όλες τις χαρές – ποιες χαρές; – και τ’ ατελείωτα μαρτύρια της νιότης μου σ’ αυτ’ο το κρεβάτι μόνος και αβοήθητος τα έχω περάσει. Εδώ με πιάσανε αργότερα οι αγωνίες, οι αυπνίες, οι ιδρώτες, τα άγχη, και το κρεβάτι από τότε ξαναπήρε απ’ τα στριφογυρίσματα μου να σπάνει. Προσπαθώντας να αυτοθεραπευτώ, πράγμα που θαρρώ πως σχεδόν το κατάφερα – αμέτρητες οργιαστικές σκηνές και συνθέσεις έχω στήσει πάνω σ΄αυτό. Μια αόρατη, θαρρείς, παρουσία μ’εριχνε σ’ ένα ατέλειωτο ερωτικό παροξυσμό. Κάθε βράδυ και κάτι άλλο, κάτι καινούργιο και πιο τολμηρό ή, στις εξαιρετικές περιπτώσεις, νέες παραλλαγές στο βασικό μοτίβο. Όταν παράγινε εκείνο το κακό και μπλέχτηκαν ερωτισμοί, αυτοερωτισμοί, διαβάσματα, ανέχειες, κρίσεις θρησκευτικές, που μου τις δημιούργησαν πρόωρα κάτι ολέθριοι τύποι, έφτασα στο σημείο ν’ αποδίδω το κατάντημα μου ακόμα και στο κρεβάτι του Ίζου. Το καταραμένο αυτό κλινάρι είχε φάει τον Ίζο, τώρα πήγαινε να φάει κι εμένα.

Προχθές ένας παλιατζής που φέραμε για να μας ξαλαφρώσει απ’ τις παλιατσαρίες μας, αρνήθηκε ευτυχώς, να το πάρει. Είναι σαράβαλο είπε, δεν αξίζει ο κόπος. Αυτό έχει συμβεί και άλλες φορές, δεν μπορέσαμε να το ξεφορτωθούμε. Κι έτσι το κρεβάτι εξ ακολουθεί να σκουριάζει στην αποθήκη μας. Εγώ όμως άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά μήπως θα πρέπει να το επιδιορθώσω και ν΄αρχίσω να κοιμάμαι πάλι σ΄αυτό. Είναι μάταιο και αστείο σχεδόν να επιμένω να κοιμάμαι σε διπλό κρεβάτι. Δεν ξορκίστηκε έτσι καθόλου το κακό. Άλλον άνθρωπο δεν έιδα να γλυκανασαίνει στο πλάι μου. Ας ξαναβρώ τουλάχιστο τις φαντσίες μου και τα παλιά οράματα μου, όποια κι αν είναι. Κάτι είναι και αυτό.

Advertisements

1 Comment on «Αφηγήσεις #12» Γιώργος Ιωάννου “Το Κρεβάτι”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: