our news

«Χρονικά Αντισημιτισμού #24» Σημειώματα Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή “Οι Εβραίοι της Κομοτηνής”

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,703 other followers

Αφιέρωμα στην 3/3/1943, ημερομηνία της σύλληψης και εκτόπισης των Εβραίων της Κομοτηνής Φωτογραφία 5η Τη νύχτα που μεταφέρονταν οι Εβραίοι της Κομοτηνής στο σιδηροδρομικό σταθμό, το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο για τους χριστιανούς της πόλης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Χρ. Αποστολίδου, οι συλληφθέντες «…Πεινούσαν, διψούσαν, έκλαιγαν, φώναζαν τα μικρά παιδιά. Κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει για να τους βοηθήσει. Εκείνη τη νύχτα οι μεγαλύτεροι, οι γονείς μας δεν κοιμήθηκαν. Άκουγαν τα αυτοκίνητα που περνούσαν, την κίνηση που υπήρχε, τα ουρλιαχτά, τις φωνές, τις τσιρίδες που ακούγονταν σε αρκετή απόσταση από το Σταθμό, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε. Τα έμαθαν και μας τα είπαν την άλλη μέρα. Λυπηθήκαμε για τη Ζουμπουλίκα, το Βαλεντίνο, τραγικές φιγούρες που τους είχαμε γνωρίσει και συνηθίσαμε να τους βλέπουμε κάθε μέρα, επειδή περνούσαν για το Σταθμό, ψάχνοντας να αγοράσουν κάτι φαγώσιμο…». Βλ. Χρυσοθέα Αποστολίδου, «Ο συνοικισμός του σταθμού», Ο ΧΡΟΝΟΣ, φ. 11612, Κομοτηνή 20-1-2007

03.04.2002
Σημειώματα Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή
Ιστορική αναδρομή
Εβραϊκή συνοικία
Συναγωγή – κοινοτικά ιδρύματα
Η Εβραϊκή κοινότητα Κομοτηνής μέσα από τα κείμενα των περιηγητών
Οι εβραίοι της Κομοτηνής μέσα από τους επαγγελματικούς οδηγούς
Το Ισπανικό προξενείο Κομοτηνής
Σωματεία και σύλλογοι στο χώρο της εβραϊκής κοινότητας Κομοτηνής
Η κουζίνα των εβραίων της Κομοτηνής
ΟΙ εβραίοι της Κομοτηνής μέσα από λογοτεχνικά κείμενα
Το Ολοκαύτωμα των εβραίων της Κομοτηνής
Μαρτυρίες, αναμνήσεις και ντοκουμέντα
Αντί επιλόγου
Γλωσσάρι
Ερμηνεία εβραίκών όρων
Βιβλιογραφία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κομοτηνή. Βυζαντινή πολιτεία φορτωμένη μνήμες και γεγονότα, χαραγμένα στα ερείπια των τειχών της που διασώθηκαν από το χρόνο και τους ανθρώπους. Η πρωτεύουσα της Θράκης κουβαλάει στους αιώνες την ιστορία της, καίτοι με αφέλεια ή σκοπιμότητα πολλοί σήμερα συνδυάζουν την εικόνα της μόνο με τους μιναρέδες και το “φολκλόρ”…

Συνηθίζουν αναπολώντας όσοι γνώρισαν το παρελθόν της πόλης, να λένε πως την Κομοτηνή συνέθετε άλλοτε ένα μωσαϊκό εθνοτήτων και θρησκειών. Θαρρώ όμως ότι ο όρος αυτός είναι αν όχι παραπλανητικός, τουλάχιστον ο μη ενδεδειγμένος. Μια βυζαντινή ελληνική πολιτεία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς και αναπόφευκτα ένα μέρος του πληθυσμού της εξισλαμίστηκε. Στη συνέχεια, η νέα διοίκηση μετέφερε εκεί εποίκους από την Ανατολή ή τη Βαλκανική, που δεν ήταν όμως απαραίτητα τουρκικής καταγωγής, αλλά μάλλον και αυτοί απόγονοι εξισλαμισθέντων. Στην πορεία του χρόνου ήρθαν να κατοικήσουν εκεί τσιγγάνοι φυγάδες από την Ινδία, Αρμένηδες που ψάχνανε για καλύτερη τύχη και κυνηγημένοι εβραίοι από την Ιβηρία. Αυτό άλλωστε ήταν το σκηνικό σ’ ένα πλήθος οθωμανικών πόλεων, αφού την αχανή Αυτοκρατορία δεν κατοικούσαν βέβαια μονάχα Τούρκοι, ούτε συνιστούσαν οι τελευταίοι πληθυσμιακή πλειοψηφία…

Λένε ακόμη παλιοί Κομοτηναίοι, οι λίγοι πλέον που ζουν και θυμούνται, ότι οι Ισραηλίτες έδιναν ζωή στον τόπο και πως το πέρασμα τους από την Κομοτηνή άφησε εποχή… Και τα λόγια τους αυτά μαρτυρούν αναμφισβήτητες αλήθειες.

Η Κομοτηνή δεν ήταν βέβαια η εβραϊκή πόλη, ούτε προσπαθεί η μελέτη αυτή να αποδείξει κάτι τέτοιο. Η Μάδρε ντ’ Ίσραελ ήταν αναμφισβήτητα η Θεσσαλονίκη και μόνον αυτή. Όμως επί πέντε αιώνες η παρουσία των εβραίων στην Κομοτηνή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, αισθητή σε όλους και συνεχής, ως τη βίαιη διακοπή της.

Σήμερα η Κομοτηνή διαπνέεται από έναν αέρα οικονομικής ανάπτυξης και προόδου και χαρακτηρίζεται από μιαν εικόνα αστικού εκσυγχρονισμού, την οποία κάποιοι ονομάζουν εξευρωπαϊσμό. Στην πραγματικότητα πρόκειται απλώς για μια επέκταση καθ’ ύψος του δομημένου της χώρου. Η επέκταση αυτή, στο βαθμό που δεν υπάρχει φυσική δημογραφική αύξηση, έχει τις ρίζες της κυρίως στην αστυφιλία που προκάλεσε η σταδιακή ερήμωση των χωριών της Ροδόπης. Η μορφή της σύγχρονης Κομοτηνής σχηματίζεται από πολυκατοικίες, τσιμεντοποίηση, αντιπαροχές και όλα τα δυσάρεστα συνεπακόλουθα, που –αρχής γενομένης από την μεταπολεμική Αθήνα- και η υπόλοιπη Ελλάδα έχει γνωρίσει λίγα χρόνια νωρίτερα. Η αλλαγή αυτή ήρθε μάλιστα κάπως απότομα τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Χάθηκαν έτσι εν ριπή οφθαλμού οι παλιές γειτονιές: το Αρμενιό, ο Άη Γιώργης, τα προσφυγικά. Τόσο γρήγορα, που όχι μόνον δε μερίμνησε κανείς ώστε να διατηρηθούν κάποια έστω κομμάτια της πόλης ως οικιστικά σύνολα ιστορικής μνήμης, αλλά νομίζω πως και αυτή ακόμη η φωτογραφική τους αποτύπωση ελλείπει…

Κάπως έτσι χάθηκε πριν μερικά χρόνια και η Χάβρα της Κομοτηνής. Όχι για να ανοικοδομηθεί το οικόπεδο της, αφού η θέση της μέσα στο Φρούριο και δίπλα ακριβώς στο τείχος μάλλον δεν ευνοούσε ιδιαίτερα κάτι τέτοιο. Αλλά γιατί ήτανε, λέει, ετοιμόρροπη και επικίνδυνη. Έσβησε έτσι ολοκληρωτικά η ιστορική μνήμη της σπουδαίας εβραϊκής κοινότητας της πόλης, την πορεία της οποίας μέσα στο χρόνο πραγματεύεται ετούτη η μελέτη.

Και καθώς οι Έλληνες δεν δείχνουν ιδιαίτερη έφεση για να μάθουν την ιστορία τους, φοβούμαι πως αν ρωτήσεις τους σημερινούς Κομοτηναίους, από τα εξήντα και κάτω, θα σε κοιτάξουν με απορία στο άκουσμα της ύπαρξης στην πόλη τους εβραϊκής παρουσίας…

Ευτυχώς, έμεινε περίπου ατόφια η περί την οδό Ερμού παλιά αγορά. Ένας χώρος που ανάμεσα στ’ άλλα σχετίζεται άμεσα με τους εβραίους της πόλης, αφού εκεί ανέπτυσσαν επί αιώνες τις εμπορικές και οικονομικές τους δραστηριότητες…

* * *

Ποικίλες ερμηνείες γράφτηκαν στο παρελθόν σχετικά με το όνομα της πόλης. Σήμερα βέβαια είναι εξακριβωμένο πως προέρχεται από τα Κουμουτζηνά, τα κτήματα του Κουμούτζη, ονομασία που από λαϊκή παραφθορά μετατράπηκε σε Γκιουμουρτζίνα ή Γκιουμουλτζίνα, στην οποία στη συνέχεια το ελληνικό κράτος έδωσε τη σημερινή λόγια εκδοχή, εκδοχή που πρώτος χρησιμοποίησε το 14ο αιώνα ο Νικηφόρος Γρηγοράς.

Μια από αυτές τις κατά καιρούς προσπάθειες εξήγησης του ονόματός της οφείλεται στον Τούρκο περιηγητή του 17ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπή.

Ηχεί παράξενα στα αυτιά μας σήμερα η εκδοχή του Εβλιά. Κινέζος εβραίος με το όνομα Κουμλού Τσιν ορίστηκε οικονομικός τοποτηρητής της πόλης και προς χάριν του πήρε το όνομα της η τελευταία. Εντούτοις, παρά το μυθοπλαστικό της χαρακτήρα, η εκδοχή του Τσελεμπή αποδεικνύει κάτι που οι περισσότεροι παραβλέπουν, εσκεμμένα ή όχι. Ότι δηλαδή υπήρχε στα χρόνια του στην Κομοτηνή μια εβραϊκή κοινότητα με πολύ σημαντική παρουσία. Αποδεικνύει επίσης και τη μεγάλη σπουδαιότητα της πόλης, αφού σε αυτήν είχε επιλέξει να εγκατασταθεί ένας τόσο ευάριθμος εβραϊκός πληθυσμός.

Άλλωστε, ως το Μάρτη του 1943, οπότε εκριζώθηκαν βίαια, στο φρούριο της Κομοτηνής, το βυζαντινό δηλαδή ιστορικό κορμό της πόλης, κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά εβραίοι. Και ακόμη, όπως ήδη αναφέραμε, η παραδοσιακή αγορά της, η οδός Ερμού και τα γύρω στενά, ήταν γεμάτη από εβραϊκά καταστήματα…

* * *

Αμυδρά θυμάμαι τη Χάβρα της Κομοτηνής. Στα πρώτα μου ψηλαφίσματα στην πόλη, δεν είχα δυστυχώς δώσει τη σημασία που της άξιζε, ούτε είχα υποψιαστεί την ιστορία που έκρυβε πίσω του το ρημαγμένο της ερείπιο. Ύστερα, ένιωσα πόνο στο άκουσμα της κατεδάφισης της και σεργιανούσα μελαγχολικά στο χορταριασμένο οικόπεδο. Ύστερα, ήρθε η μελέτη και η γραφή κι έπεσε φως στο σκοτάδι των αδικοχαμένων θυμάτων και του παρελθόντος τους… Ας είναι. Ετούτη η μελέτη είναι σαν ένα χρέος σε κείνους που έφυγαν…

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Δυστυχώς η απουσία στοιχείων για την προ του 16ου αιώνα περίοδο, δεν μας επιτρέπει να μάθουμε αν υπήρχε εκεί από τα βυζαντινά χρόνια ρωμανιωτική ελληνόφωνη εβραϊκή κοινότητα. Η γεωγραφική γειτνίαση βέβαια της Κομοτηνής με την Αδριανούπολη και άλλες πόλεις όπου ζούσαν ελληνόφωνοι εβραίοι, μπορεί απλώς να μας οδηγήσει στην υπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε και στην Κομοτηνή, στο βαθμό που η τελευταία αποτελούσε σημαντικό εμπορικό κέντρο και συγκοινωνιακό κόμβο τη εποχής εκείνης. Όλα αυτά πάντως είναι προς το παρόν μονάχα υποθέσεις.

Γυρνώντας αρκετούς αιώνες πίσω, στον 5ο π.Χ. αιώνα, θα δούμε ότι οι Ιουδαίοι δεν ήταν άγνωστοι στην περιοχή της Ροδόπης. Δεν έχουμε άλλωστε λόγο να αμφισβητήσουμε τον Αριστοφάνη και την κωμωδία του “Αχαρνής”. Σύμφωνα λοιπόν με τους ερμηνευτές του κορυφαίου των ελλήνων κωμικών, οι απεσταλμένοι του Βασιλιά των Οδρυσσών Σιτάλκη στην Αθήνα ήταν Ιουδαίοι. “Φασί δε αυτούς Ιουδαίους είναι”.

Η Θράκη ήταν η τελευταία από τις βυζαντινές επαρχίες που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, δε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν συνάντησαν εβραίους εγκατεστημένους στην πόλη οι νέοι κύριοι της περιοχής, όταν κατέλαβαν το Φρούριο των Κουμουτζηνών. Είναι βέβαιο όμως ότι από τις αρχές του 16ου αιώνα είχε ήδη σχηματιστεί στην Κομοτηνή ισπανόφωνη σεφαραδιτική εβραϊκή κοινότητα, αφού στην πόλη εγκαταστάθηκαν κάμποσοι από τους φυγάδες της Ιβηρίας, που βρήκαν καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν τόσοι πολλοί άλλωστε οι εξόριστοι, που έπρεπε αναγκαστικά να σκορπιστούν σ’ όλες τις πόλεις της Αυτοκρατορίας. Αφού στη Θεσσαλονίκη, την Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη είχε ήδη συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός ισραηλιτών, όλες οι πόλεις του άξονα της άλλοτε Εγνατίας οδού αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για μια νέα εποικοδομητική ζωή. Μάλιστα, ανάμεσα στις εβραϊκές κοινότητες των μεγάλων αυτών πόλεων και της μικρής Κομοτηνής, διατηρήθηκαν ως το 18ο αιώνα στενές εμπορικές σχέσεις.

Το κύμα των φυγάδων της Ιβηρίας εισήλθε στην Οθωμανική επικράτεια από τα λιμάνια της Αδριατικής. Έχοντας ως σημεία εκκίνησης την Αυλώνα και το Δυρράχιο, κινήθηκαν πάνω στον άξονα της παλιάς Εγνατίας οδού. Όπως σημειώθηκε και παραπάνω, καθώς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Θεσσαλονίκης, της Αδριανούπολης και την Κωνσταντινούπολης εξάντλησαν τις δυνατότητες απορρόφησης νέων εποίκων, οι Σεφαραδίτες προωθήθηκαν μέχρι τις μεγάλες πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας, όπως η Προύσα και η Μαγνησία, ενώ εγκαταστάθηκαν και σε όλα τα σημαντικά αστικά και εμπορικά κέντρα αυτού του άξονα, ένα από τα οποία ήταν η Γκιουμουλτζίνα. Μεγάλος αριθμός των νεοαφιχθέντων στη Θεσσαλονίκη είχε ασχοληθεί με τον κλάδο των υφασμάτων, αναδεικνυόμενοι σε προμηθευτές ενδυμάτων των Οθωμανικών στρατευμάτων και κυρίως των Γενιτσάρων. Κατά τον 17ο αιώνα, ο κλάδος αυτός παρουσίασε ύφεση, με συνέπεια η κίνηση αυτή της εγκατάστασης Σεφαραδιτών στις γειτονικές πόλεις, όπως η Κομοτηνή, να συνεχιστεί και το 17ο αιώνα. Από τις νέες τους εγκαταστάσεις ανέπτυξαν εμπορικές συναλλαγές με τις μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας.

Μετά το 18ο αι. εξαιτίας της αυξανόμενης παρουσίας ληστρικών συμμοριών, που καθιστούσαν δυσχερείς τις συγκοινωνίες, οι σχέσεις αυτές ανάμεσα στην Κομοτηνή και τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας χαλάρωσαν, αφού το μεταξύ τους εμπόριο είχε καταστεί επισφαλές. Η ιστορική ειρωνεία είναι πως η Κομοτηνή χτίστηκε στο σημείο αυτό από τους Βυζαντινούς για να προστατεύει το δρόμο και τη γύρω πεδιάδα από τις βαρβαρικές επιδρομές και γι’ αυτό περιτειχίστηκε από φρούριο οχυρό. Έκτοτε, πύκνωσαν οι εμπορικές σχέσεις με τη γειτονική Δράμα. Μάλιστα, ανάμεσα στις εβραϊκές κοινότητες των δυο πόλεων αναπτύχθηκαν πολλές συγγενικές σχέσεις, που διατηρήθηκαν ως τα χρόνια του χαμού τους.

* * *

Οι εβραίοι της Γκιουμουλτζίνας του 17ου αιώνα δραστηριοποιούνταν στον κλάδο των υφασμάτων, τόσο από μαλλί όσο και από μετάξι, ένα κλάδο που αποτελούσε παραδοσιακό χώρο ενασχόλησης ανά τους αιώνες του εβραϊκού λαού στη Διασπορά. Το ενδιαφέρον τους μετακινήθηκε σταδιακά στο χώρο του καπνού, από τότε που επιτράπηκε η ελεύθερη κατανάλωση του και άρχισε να εισάγεται μαζικά και νόμιμα στην Αυτοκρατορία και να γνωρίζει εκατομμύρια φανατικών χρηστών. Στα κατοπινά χρόνια στην περιοχή της Θράκης καλλιεργήθηκαν εκλεκτές ποικιλίες ανατολικών καπνών, με κυριότερο το μπασμά. Εβραίοι καπνέμποροι και μάλιστα ισχυροί και ονομαστοί, υπήρξαν στην Κομοτηνή μέχρι την είσοδο των Βουλγάρων στα 1941. Εμπειρογνώμονες και γνώστες των ποικιλιών και της ποιότητας του καπνού, σ’ ένα τομέα δηλαδή που παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και απαιτούσε εξαιρετικές ικανότητες, επισκέπτονταν τους καπνοπαραγωγούς, έλεγχαν το προϊόν και το προωθούσαν στα καπνεργοστάσια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Σε αντίθεση όμως με τις γειτονικές πόλεις Ξάνθη, Καβάλα, Δράμα και Σέρρες, όπου είχε δημιουργηθεί εργατικό προλεταριάτο από τους καπνεργάτες, μεγάλος αριθμός των οποίων ήταν εβραίοι, στην Κομοτηνή δεν αναπτύχθηκε καπνεργατικό κίνημα, αφού άλλωστε στην πόλη δεν λειτούργησε καπνοβιομηχανική μονάδα.

Απ’ το 17ο αιώνα κι εξής οι εβραίοι της Γκιουμουλτζίνας ασχολήθηκαν επίσης και με την παραγωγή, εμπορία και εξαγωγή κάνναβης, χασίς και οπίου, που βεβαίως τότε κυκλοφορούσαν απολύτως νόμιμα. Πρέπει να επισημανθεί εδώ πως τα είδη αυτά προορίζονταν κυρίως για φαρμακευτική χρήση, καθώς αναφερόμαστε σε μιαν εποχή που δεν υπήρχαν άλλα αναλγητικά φάρμακα και που η εμπορία τους δεν είχε καμία σχέση με τη διακίνηση τους ως ναρκωτικών εξαρτησιογόνων ουσιών, όπως συμβαίνει σήμερα.

* * *

Γύρω στα 1800, η Γκιουμουλτζίνα είχε εξελιχθεί σε ένα περιφερειακής σημασίας εμπορικό κέντρο πάνω στην Εγνατία οδό, με τον εβραϊκό της πληθυσμό να φτάνει το 6% σε ένα σύνολο χιλίων νοικοκυριών. Η αγορά της δρασητριοποιείτο στις συναλλαγές με τη γειτονική Yenidje Karasu, τη σημερινή Γενησέα, όπου παράγονταν τα καλύτερα καπνά της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Το εμπόριο των καπνών αυτών επηρέαζε την αγορά της Γκιουμουλτζίνας και της έδινε ζωή, όπως επίσης και οι γειτονικές αλυκές στο Θρακικό πέλαγος. Ο αιώνας που ξημέρωνε θα έφερνε σημαντικές αλλαγές για την πόλη, τόσο σε διοικητικό όσο και σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα περνούσε το στάδιο των Μεταρρυθμίσεων και του εκσυγχρονισμού της, ενώ σε τοπικό επίπεδο η ανάδειξη της Ξάνθης σε καπνικό κέντρο θα είχε αναπόφευκτα αντίκτυπο και στην Γκιουμουλτζίνα, αλλά και στην εβραϊκή της κοινότητα, η οποία θα “τροφοδοτήσει” πληθυσμιακά την εβραϊκή κοινότητα της Ξάνθης.

Στα μέσα του 19ου αιώνα λοιπόν, η Γκιουμουλτζίνα έγινε πρωτεύουσα Υποδιοικήσεως. Η διοικητική αυτή εξέλιξη και “προαγωγή” της πόλης, συντέλεσε στην αύξηση της σημασίας της ως εμπορικού, οικονομικού και διοικητικού κέντρου και ασφαλώς είχε θετικές επιπτώσεις στη δημογραφική πορεία της εβραϊκής κοινότητας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Γκιουμουλτζίνα θα συνδεθεί σιδηροδρομικά με τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη και θα μπει σε μια νέα τροχιά ανάπτυξης. Ο σιδηρόδρομος, πρωτοποριακό μέσο της εποχής εκείνης, θα βγάλει την πόλη και την περιφέρεια της από την απομόνωση και θα ανοίξει το δρόμο για νέες αγορές, που δεν θα αφήσουν αδιάφορη και ανεπηρέαστη την εβραϊκή της κοινότητα.

Στα ιστορικά παραλειπόμενα περιόδου εκείνης της ύστερης Οθωμανικής εποχής, αξίζει να σημειώσουμε και το πέρασμα από την πόλη μιας μεγάλης λαϊκής τραγουδίστριας των κατοπινών χρόνων. Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, ήρθε στην Γκιουμουλτζίνα η οικογένεια του Αβραάμ και της Φλώρας Σκιναζή, που καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Κόρη τους ήταν η Σάρα Σκιναζή, που έμελλε αργότερα να μεσουρανήσει στο ρεμπέτικο τραγούδι ως Ρόζα Εσκενάζη.

* * *

Ας δούμε και κάποια στατιστικά στοιχεία για την πληθυσμιακή κίνηση της εβραϊκής κοινότητας της τότε Γκιουμουλτζίνας. Σύμφωνα λοιπόν με τον Κεμάλ Καρπάτ, που μελέτησε την πληθυσμιακή κίνηση και τη δημογραφική ανάπτυξη των κατοίκων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Εβραίοι του Σαντζακιού της Γκιουμουλτζίνας στα 1881 ήταν 604. Ενώ κατά το τουρκικό Salname (Επετηρίδα) του Βιλαετίου Αδριανουπόλεως του έτους 1889 (Οθωμανικό έτος 1306), στο παραπάνω σαντζάκι ζούσαν 704 Ιουδαίοι. Στο αντίστοιχο Σαλναμέ του 1894 ο αριθμός τους ανερχόταν στους 729. Στο Bulletin d’ Orient του 1906 καταγράφονται 1200 Ιουδαίοι, που κατοικούσαν όλοι τους στον Καζά της Γκιουμουλτζίνας. Τελευταία ίσως επίσημη στατιστική των Οθωμανικών χρόνων δημοσιεύτηκε στην Έκθεση εμπορίου, γεωργίας και βιομηχανίας στο νομό Αδριανουπόλεως κατά το έτος 1911, που συνέταξε ο τότε Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην πόλη Δημαράς, και κατ’ αυτήν οι Ιουδαίοι της Γκιουμουλτζίνας τη χρονιά εκείνη ήταν 1290. Στους παραπάνω αριθμούς βέβαια, όταν αναφέρονται σε ολόκληρο το Σαντζάκι, συμπεριλαμβάνεται κι ένας αριθμός εκατό περίπου ατόμων που ζούσαν στην Ξάνθη.

Παρόμοια πληθυσμιακά δεδομένα για Σαντζάκι της Γκιουμουλτζίνας μας δίνουν και οι εθνογραφικοί χάρτες της εποχής, όπως αυτός του Instituto Geografico de Agostini Roma του 1908, που καταγράφει 1300 εβραίους κατοίκους στο Σαντζάκι, και ο χάρτης του Βιλαετίου Αδριανουπόλεως του 1901/2, που περιλαμβάνεται στο Αρχείο Στέφανου Δραγούμη και καταγράφει 1280 εβραίους.

* * *

Αν το πέρασμα στον 20ο αιώνα βρήκε τη Γκιουμουλτζίνα στη χειμέρια νάρκη της επαρχιακής Οθωμανικής πόλης, τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν θα άλλαζαν ριζικά την ιστορική της πορεία. Για την εβραϊκή κοινότητα της πόλης πλησίαζε το βίαιο τέλος. Τότε όμως, στα 1900, κανένας εβραίος, μουσουλμάνος ή χριστιανός δεν φανταζόταν τα επερχόμενα. Οι εβραίοι της πόλης ατένιζαν με αισιοδοξία το μέλλον, και προόδευαν και ως άτομα και ως κοινότητα…

1912. Οι Βαλκανικοί λαοί συνασπισμένοι ξεσηκώνονται εναντία στην Οθωμανική εξουσία. Ξεσπά ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος. Μια μια οι επαρχίες απελευθερώνονται. Τη Θράκη κατέλαβαν αρχικά οι Βούλγαροι, και αμέσως προέβησαν σε εξαιρετικής έκτασης ωμότητες σε βάρος του μη βουλγαρικού πληθυσμού της, αδιακρίτως. Κατά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο τον Ιούλιο του 1913 στη Θράκη εισήλθε πρόσκαιρα ο ελληνικός στρατός, γεμίζοντας ελπίδα τους κατοίκους. Λίγο αργότερα η Συνθήκη του Βουκουρεστίου όρισε ως συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας το Νέστο. Η περιφέρεια της Δυτικής Θράκης παραχωρήθηκε δυστυχώς στους Βουλγάρους, καίτοι προσήλθαν στη Διάσκεψη για την ειρήνη ως ηττημένοι. Οι Βούλγαροι καταλαμβάνοντας και πάλι τη Θράκη επιδόθηκαν σε νέες συστηματικές ληστείες, κακοποιήσεις και σφαγές κατά πάντων των κατοίκων, βρίσκονταν στην ημερησία διάταξη, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι στο σύνολο τους να στενάζουν από την τυραννία των Βουλγάρων.

Ήδη πριν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και εξ αιτίας των φοβερών βουλγαρικών θηριωδιών που είχαν προηγηθεί, 55.720 Έλληνες, μουσουλμάνοι αλλά και Ιουδαίοι, βρήκαν καταφύγιο στα ελληνικά εδάφη, ως πρόσφυγες, των οποίων την περίθαλψη και συντήρηση ανέλαβε η Ελλάδα.

Μάλιστα, μελετώντας τη διπλωματική αλληλογραφία της εποχής, θα δούμε πως οι Βούλγαροι πληρεξούσιοι έδειχναν προκλητική στάση και δεν εδέχθησαν καν να παράσχουν εγγυήσεις στους εβραίους και χριστιανούς κατοίκους της Θράκης. Τέτοιες εγγυήσεις απεδέχθησαν μόνον για τους μουσουλμάνους, αλλά από τα μετέπειτα γεγονότα αποδείχθηκε ότι και αυτές ακόμη δεν τις σεβάσθηκαν.

Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και την ήττα των Γερμανών και των Βουλγάρων συμμάχων τους, η Δυτική Θράκη τέθηκε υπό Διασυμμαχική διοίκηση, υπό τον Γάλλο στρατηγό Ντ’ Εσπεραί, οποίος διόρισε αντιπρόσωπο του στην Γκιουμουλτζίνα, που ήταν η έδρα της Διοίκησης, το στρατηγό Σαρπύ. Την ιδιόρρυθμη αυτή περίοδο σχηματίστηκε στη Θράκη ένα είδος κρατιδίου με την ονομασία “Διασυμμαχική Θράκη” (Thrace Interallie). Κύριο συμβουλευτικό όργανο του κρατιδίου ήταν το Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο, ένα είδος δηλαδή μικτής Θρακικής Βουλής, που αποτελείτο από αντιπροσώπους όλων των εθνοτήτων της περιοχής αναλογικά, και είχε χαρακτήρα γνωμοδοτικό. Στο Συμβούλιο αυτό συμμετείχαν πέντε Έλληνες ορθόδοξοι, πέντε μουσουλμάνοι, δυο Βούλγαροι, ένας Ισραηλίτης, ένας Αρμένιος κι ένας Λεβαντίνος.

Χάρη στις διπλωματικές ικανότητες του Χαρίσιου Βαμβακά, εκπρόσωπου της Ελληνικής κυβέρνησης στη Θράκη, επετεύχθη η εκλογή Έλληνα Πρόεδρου του Συμβουλίου. Αυτό έγινε εφικτό με τη διάσπαση των μουσουλμάνων εκλεκτόρων, και τη λευκή ψήφο που έδωσε ο ισραηλίτης αντιπρόσωπος. Η εκλογή αυτή Έλληνα προέδρου, αξίωμα που κατέλαβε ο Εμμανουήλ Δουλάς, στάθηκε αποφασιστική για την μετέπειτα τύχη της Δυτικής Θράκης, αφού προβλήθηκε από την Ελλάδα, αλλά και εκλήφθηκε από συνδιάσκεψη της ειρήνης ως ένα είδος δημοψηφίσματος των εθνικών ομάδων της περιοχής. Δόθηκε δηλαδή σημαντικό επιχείρημα στον Ελ. Βενιζέλο, που εκπροσωπούσε την Ελλάδα στη συνδιάσκεψη της ειρήνης, να υποστηρίξει ότι υπήρχε ήδη πρόκριμα, αφού ο λαός της Δυτικής Θράκης, μέσω των αντιπροσώπων του ψήφισε ήδη υπέρ της παραχώρησης της περιοχής στην Ελλάδα.

Εκπρόσωπος των Ισραηλιτών της Θράκης στο Ανώτερο Συμβούλιο ήταν ο καπνέμπορος Καράσσο και η λευκή ψήφος του, πλην της μεγάλης σημασίας που ήδη αναφέραμε, αποδείκνυε τη σώφρονα στάση του εβραϊκού πληθυσμού, ο οποίος ούτε εθνικές βλέψεις είχε στην περιοχή, αλλά ούτε και ιδιαίτερα παράπονα είχε από την προγενέστερη Οθωμανική διοίκηση.

Τη δεκαετία του 1910 οι εβραίοι της Κομοτηνής ακολούθησαν τον δύσκολο και ακανθώδη δρόμο της ουδετερότητας. Μέχρι τότε ζούσαν ήρεμα στην Κομοτηνή, τρέφοντας αισθήματα ευγνωμοσύνης στους Οθωμανούς, που είχαν προσφέρει άσυλο στους εκδιωχθέντες από την Ισπανία προγόνους τους, και ικανοποίησης για τις καλές γενικά συνθήκες ζωής τους, ιδίως σε σύγκριση με τη ζωή των ανά την Ευρώπη ομοθρήσκων τους και επιπλέον ήταν παραδοσιακά φιλόνομοι και υποδειγματικού πολίτες. Από την άλλη, η διαφαινόμενη πολιτειακή αλλαγή θα στένευε αναπόφευκτα τους οικονομικούς τους ορίζοντες. Η Γκιουμουλτζίνα θα γινόταν συνοριακή πόλη με μικρή ενδοχώρα. Το βέβαιο είναι πως η προοπτική ένταξης της περιοχής στη Βουλγαρία τους τρόμαζε. Τα δε αντισημιτικά επεισόδια που είχαν ακολουθήσει την βουλγαρική κατάληψη αρκετών γειτονικών πόλεων, όπως της Καβάλας και των Σερρών, τους είχαν δείξει το πρόσωπο τους.

Την δε Ελλάδα αντιμετώπιζαν με δικαιολογημένη επιφύλαξη. Η ουδετερότητα λοιπόν ήταν ο μόνος δρόμος. Τη στάση αυτή του ισραηλιτικού πληθυσμού, θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με τη νηφαλιότητα του αντικειμενικού παρατηρητή, μακριά από φανατισμούς και εθνικιστικές οξύτητες.

* * *

Τον επόμενο μήνα, η ελληνική στρατιά Θράκης απελευθέρωσε την περιοχή. Στις 14 Μαΐου 1920 ο ελληνικός Στρατός εισήλθε στην Κομοτηνή. Όπως χαρακτηριστικά έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής “Η ελευθέρα Γκιουμουλτζίνα δεν θα λησμονήσει ποτέ την σημερινήν ημέραν”. Σταχυολογούμε ακόμη από τις σελίδες εκείνες: “Η πολις ξυπνητή με το γλυκοχάραμα, έφερε τα γιορτερά της. Αι κυανόλευκαι πυκνοανηρτημέναι, συνεπλέοντο με το πρωινό γλυκό αγέρι…κύματα δε κόσμου εξεχύνοντο προς την είσοδον της πόλεως, όπως υποδεχτούν τον ελευθερωτήν στρατόν. Από της 6.30 π.μ. αι κοινοτικαί αρχαί, Ελληνικαί, Τουρκικαί, Εβραϊκαί, Αρμενικαί, μηδέ των Βουλγαρικών εξαιρουμένων, εξήλθον προς προϋπάντησιν του Ελληνικού στρατού…”

* * *

Θα ακολουθήσουν δυο ήρεμες δεκαετίες του Μεσοπολέμου. Η εβραϊκή κοινότητα της Κομοτηνής θα ανασυγκροτηθεί και θα προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Τα μέλη της θα βρουν νέες δυνατότητες εργασίας και ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης στο νεοελληνικό κράτος, ως ισότιμοι πολίτες.

Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, οι εβραίοι της Κομοτηνής ήταν φυσικά παρόντες, όπως και όλοι οι Ελληνοεβραίοι. Στον κατάλογο των πεσόντων ηρώων μάλιστα, συμπεριλαμβάνεται και ο Σολομών Μπαχάρ του Σαμπετάϊ, στρατιώτης του 29ου Συντάγματος Πεζικού της Ροδόπης, ο οποίος έπεσε ηρωικώς μαχόμενος στο Πόγραδετς, στα 6-12-1940.

Η είσοδος του βουλγαρικού στρατού στην Κομοτηνή τον Απρίλιο του 1941 σηματοδοτούσε για την πόλη και την περιοχή της την αρχή φοβερών δεινών. Έπεσε βαθύ σκοτάδι και άρχισε μια μεγάλη νύχτα, που θα διαρκούσε τριάμισι πικρά και πονεμένα χρόνια. Για τους εβραίους της Κομοτηνής όμως, το ξημέρωμα δεν θα ‘ρχόταν ποτέ…

Οι Βούλγαροι, σε αντίθεση με τους Γερμανούς, δεν εισήλθαν στη Θράκη απλώς ως κατακτητές. Εκπλήρωναν ένα προαιώνιο στόχο της εξωτερικής τους πολιτικής: την έξοδο της χώρας τους στο Αιγαίο και την ενσωμάτωση της Ανατολικής Μακεδονία και της Θράκης στη Βουλγαρία. Το Μπελομόριε γινόταν επιτέλους δικό τους. Όμως η ευόδωση των σχεδίων τους και ουσιαστικά, συνεπαγόταν τον υποχρεωτικό εκβουλγαρισμό του πληθυσμού. Συνοδευόταν δε η εφαρμογή τους από πρωτοφανές κύμα βίας και απάνθρωπης συμπεριφοράς. Πρωτεργάτης των ανθελληνικών μεθοδεύσεων και των βιαιοτήτων, αλλά και υπεύθυνος για την εκτέλεση του σχεδίου εκτόπισης των εβραίων της Κομοτηνής, ήταν ο Χρήστο Νατσάλνικ, διοικητής της Βουλγαρικής Ασφαλείας της πόλης, η μνήμη του οποίου προκαλούσε δέος στους κατοίκους για πολλά χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα πως ο Κομοτηναίοι αποκαλούσαν το κτίριο της Ασφάλειας “Βαστίλη”.

Ύστερα ήρθε το Ολοκαύτωμα. Οι Γερμανοί ήταν φυσικά οι εμπνευστές και οργανωτές του, αλλά και οι Βούλγαροι συνεργάτες τους συνέδραμαν αποφασιστικά στην εκτέλεση των σατανικών σχεδίων… Οι εβραίοι της Κομοτηνής χάθηκαν όλοι τους κι έγιναν στάχτη στην Τρεμπλίνκα της Πολωνίας…

* * *

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια βρίσκονταν στην Κομοτηνή 28 εβραίοι. Άτομα που στο σύνολο τους διέφυγαν τη σύλληψη, είτε γιατί κρύφτηκαν, είτε γιατί δεν βρίσκονταν στην πόλη τη μοιραία νύχτα του Μαρτίου 1943.

Σύμφωνα με μιαν αναφορά της Joint, της επιτροπής δηλαδή που είχε συσταθεί για να ενισχύσει τους επιζώντες από το Ολοκαύτωμα εβραίους της Ευρώπης, όλοι τους αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα κι επιβίωναν με εξαιρετικές δυσκολίες. Είχαν λάβει μόνον ένα ζευγάρι παπούτσια από την UNRRA και αποτελούσε πρόβλημα γι’ αυτούς ακόμη και το καθημερινό φαγητό. Είχαν άμεση ανάγκη βοήθειας. Όλοι τους ήθελαν να εγκαταλείψουν την πόλη, αναζητώντας κάπου αλλού μια καλύτερη ζωή. Έτσι πράγματι έγινε κι άλλοι πήγαν στο Ισραήλ, άλλοι στην Αμερική κι άλλο στην Αθήνα.

Στα 1958 διαλύθηκε και επίσημα η Κοινότητα, αφού δεν είχε απομείνει πια κανείς εβραίος στην Κομοτηνή. Ή μάλλον, έμενε ακόμη στην πόλη η οικογένεια του γιατρού Φάϊς, που όμως η καταγωγή της ήταν Δραμινή. Κι έμελλε, ένας από τους Φάϊς, ο Μισέλ, να γράψει το λογοτεχνικό επίλογο του εβραϊσμού της Κομοτηνής…

ΕΒΡΑΪΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ

Οι εβραίοι της Κομοτηνής, πιθανότατα από την αρχή της έλευσης τους στην πόλη, κατοικούσαν σε μια σαφώς οροθετημένη περιοχή. Η περιοχή αυτή ήταν βεβαίως ο εντός του βυζαντινού Φρουρίου χώρος.

Στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ύπαρξη χωριστών συνοικιών των επί μέρους εθνικοθρησκευτικών ομάδων ήταν κάτι το συνηθισμένο, που δεν περιοριζόταν στους εβραίους. Εξίσου συνηθισμένο ήταν, στις περιπτώσεις εκείνες όπου υφίστατο οχυρωμένο τμήμα της πόλης, οι εβραίοι να κατοικούν μέσα σε αυτό. Το ξεχωριστό στην Κομοτηνή είναι ότι οι εβραίοι ήταν οι αποκλειστικοί σχεδόν κάτοικοι του περιτειχισμένου τμήματος της πόλης.

Η συνοικία αυτή, γνωστή ως “εβραϊγιά”, παρουσιάζει μια εσωστρέφεια στη χωρική της οργάνωση. Αμυντική διάταξη των κατοικιών, προφυλαγμένη και ελεγχόμενη είσοδος στο εσωτερικό και μια κάποια ρυπαρότητα, στην οποία συντελούσε η ένδεια και η στενότητα χώρου, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συνοικίας αυτής. Στην περίπτωση της Κομοτηνής παρατηρείται η προσπάθεια εκμετάλλευσης προς την κατεύθυνση αυτή της αμυντικής δομής, του προϋφιστάμενου τεχνητού στοιχείου, του τείχους. Γνωρίζουμε επίσης πως στο Φρούριο της Κομοτηνής υπήρχαν άλλοτε πύλες, οι οποίες έκλειναν κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενισχύοντας τον αμυντικό χαρακτήρα της συνοικίας, αλλά και την απομόνωση των κατοίκων της. Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη μας ότι μέχρι την περίοδο των Οθωμανικών Μεταρρυθμίσεων του 19ου αιώνα, οι αρχές είχαν θεσπίσει σαφείς περιοριστικές διατάξεις γύρω από τη δόμηση, που αφορούσαν τόσο στη θέση, όσο και στο ύψος των σπιτιών των μη μουσουλμάνων, ακόμη και στο χρώμα και άλλα ζητήματα.

Η συνοικία αυτή θύμιζε βεβαίως γκέτο, δεδομένης της περίκλειστης μορφής της και της νυκτερινής της απομόνωσης, αλλά βεβαίως δεν είχε καμιά σχέση με αυτό, υπό την ουσιαστική έννοια του όρου. Άλλωστε γκέτο δεν δημιουργήθηκαν ποτέ ούτε από τους Οθωμανούς, ούτε από τους Έλληνες… Στα Οθωμανικά χρόνια βέβαια οι ομόθρησκοι – όχι μόνον εβραίοι, αλλά και χριστιανοί και μουσουλμάνοι- συνήθιζαν να κατοικούν γύρω από το θρησκευτικό τους κέντρο για πρακτικούς και ψυχολογικούς λόγους, και την οικιστική αυτή μορφή ευνοούσε το κράτος για τους δικούς του λόγους, συνήθως φορολογικούς.

Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Νίκος Σταυρουλάκης, οι εβραίοι της Κομοτηνής δεν κατοικούσαν πάντοτε στο νότιο τμήμα του κάστρου, όπου μέχρι πρόσφατα ευρισκόταν η συναγωγή, αλλά αυτό συνέβη στα μέσα του 18ου αιώνα. Ύστερα από διαπραγματεύσεις της ισραηλιτικής κοινότητας με τις Οθωμανικές αρχές, τους παραχωρήθηκε το τμήμα αυτό του φρουρίου, δίπλα στην κεντρική του πύλη, το οποίο ήταν και πιο ασφαλές. Η εγκατάσταση τους εκεί απέκτησε πλέον μόνιμο χαρακτήρα και παρέμειναν στο χώρο αυτό μέχρι την εξόντωση τους στα 1943.

Σταδιακά, και καθώς η Αυτοκρατορία εκσυγχρονίζεται, παρατηρείται μια τάση διάχυσης και εξόδου από τις παραδοσιακές εβραϊκές συνοικίες. Τα οικονομικά ισχυρότερα συνήθως τμήματα του πληθυσμού εγκαθίστανται σε καινούριες συνοικίες, χτίζοντας σπίτια σύγχρονων προδιαγραφών, χωροθετημένα με κάποιο πολεοδομικό σχέδιο. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην Κομοτηνή, πιθανότατα τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ίσως μάλιστα να επιτάθηκε, καθώς και η ίδια η πόλη γνώριζε περίοδο ανάπτυξης, μετά τη λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Δεδέαγατς – Κωνσταντινούπολης.

Προοδευτικά λοιπόν, οι εύπορες εβραϊκές οικογένειες “εξήλθαν” του φρουρίου κι άρχισαν να οικοδομούν κατοικίες σε όμορο δυτικό χώρο. Αναφερόμαστε βεβαίως στη σημερινή οδό Μιχαήλ Καραολή, που τότε ονομαζόταν Μακκαβαίων και τους γύρω από αυτήν δρόμους. Σ’ αυτή την “εκτός των τειχών” συνοικία πρέπει να επισημάνουμε ένα νέο πολεοδομικό χαρακτηριστικό: την εμφάνιση νέας κανονικής χάραξης συγκριτικά πάντοτε με τους ως τότε παραδοσιακούς πυρήνες δόμησης.
Για την μέχρι το Διωγμό περίοδο, μπορούμε πλέον να αναφερόμαστε σε δυο ξεχωριστές γειτονικές εβραϊκές συνοικίες. Η μια, παραδοσιακή εντός του φρουρίου, είναι ο τόπος κατοικίας των λαϊκότερων και οικονομικά ασθενέστερων τάξεων και η άλλη, “έξωθεν των τειχών”, επί της οδού Μακκαβαίων και πέριξ, κατοικείται από τις υψηλότερες εισοδηματικά τάξεις.

Φαίνεται μάλιστα ότι η αστική εβραϊκή συνοικία της οδού Μακκαβαίων διέθετε και κάποια αρχοντικά υψηλών προδιαγραφών για τα δεδομένα της εποχής τους. Έτσι, όταν επισκέφτηκε την Κομοτηνή στα 1923 ο Χάνς Μόργκενταου, Αμερικανός διπλωμάτης και πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, για να δει από κοντά την κατάσταση των προσφύγων της Θράκης, φιλοξενήθηκε στα σπίτια των προκρίτων της εβραϊκής κοινότητας Κομοτηνής Νεφούσι και Ρομάνο, ασφαλώς όχι μόνο επειδή οι τελευταίοι ήταν ομόθρησκοι του… Να σημειώσουμε επίσης, πως λίγα χρόνια πριν, όταν ήρθαν στην πόλη τα γαλλικά στρατεύματα, οι ανώτεροι αξιωματικοί των τελευταίων φιλοξενήθηκαν πάλι σε σπίτια ισραηλιτών της πόλης, καθώς αφενός μεν παρείχαν τις περισσότερες ανέσεις, αφετέρου δε μπορούσαν να συνεννοούνται με τους ιδιοκτήτες τους στα γαλλικά.

ΣΥΝΑΓΩΓΗ – ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ

Οι πρώιμες ελληνικές συναγωγές κατασκευάζονταν από τα εσνάφια των χτιστάδων που διέρχονταν τη Βαλκανική, ήδη από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Σε αντίθεση με τις εκκλησίες και τα τεμένη, εκείνες οι πρώτες συναγωγές δεν χαρακτηρίζονταν από κάποια διακριτή αρχιτεκτονική μορφή και παράδοση, αλλά θύμιζαν κατοικίες, τις οποίες άλλωστε είχαν χτίσει τα ίδια εσνάφια. Το υλικό με το οποίο χτίζονταν αυτές οι συναγωγές ήταν ως επί το πλείστον το ξύλο, και τα θεμέλια τους ήταν πέτρινα αλλά ρηχά. Το εσωτερικό τους είχε συνήθως κι αυτό διακόσμηση από ξύλο, ενώ οι τοίχοι είχαν καλυφθεί από τρεις στρώσεις σοβά ενισχυμένου από μαλλί προβάτων. Πολλές φορές στα κτίρια υπήρχε και αρχιτεκτονική προεξοχή στον άνω όροφο, το σαχνισί, που διευκόλυνε το φωτισμό και τον αερισμό του κτιρίου. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, οπότε οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και οι επιρροές από τη Δύση δημιούργησαν νέο αρχιτεκτονικό ρεύμα στο ρυθμό των συναγωγών. Τότε περίπου χτίστηκε εκ βάθρων και η τελευταία συναγωγή της Κομοτηνής, αντικαθιστώντας παλαιότερο ξύλινο κτίσμα.

Η συναγωγή Beit El της Κομοτηνής ήταν ένα έξοχο δείγμα Βαλκανικής αρχιτεκτονικής. Βρισκόταν μέσα στο φρούριο της πόλης, στην αρχή της οδού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου, και ακριβώς απέναντι από την ορθόδοξη εκκλησία της παλιάς Παναγίας. Προπολεμικά ο δρόμος ονομαζόταν οδός Φρουρίου. Επρόκειτο, όπως είπαμε, για κτίσμα των μέσων του 19ου αιώνα, αρκετά ευρύχωρο και εντυπωσιακό, που ξεχώριζε μάλιστα λόγω του ορατού εξωτερικά τρούλου της. Η συναγωγή διέθεται ξεχωριστό γυναικωνίτη με αυτοτελή είσοδο στην ανατολική πλευρά, ο οποίος διαχωρίζονταν από τον υπόλοιπο χώρο με κιγκλιδώματα. Η είσοδος στην κυρίως συναγωγή γινόταν από την κεντρική πύλη στη βόρεια πλευρά της.

Από την είσοδο ήδη των Γερμανών στην πόλη στα 1941, η συναγωγή μετατράπηκε σε στάβλο και παρέμενε έτσι επί σειρά ετών, καθώς στο μεταξύ εξοντώθηκαν οι εβραίοι της πόλης κι ο λειτουργικός της χαρακτήρας αδράνησε αναγκαστικά. Ύστερα, εγκαταλείφθηκε στην τύχη της και στη φθορά του χρόνου.

Σε μια προσπάθεια διάσωσης της, στα 1983 το κτίριο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο, αφού σύμφωνα με το σκεπτικό της 4ης Εφορείας νεωτέρων μνημείων “είναι από τους ελάχιστες σωζόμενες στην Ελλάδα, ντοκουμέντο ιστορικό της εβραϊκής κοινότητας που έζησε εκεί και παράλληλα μνημείο με μεγάλη αρχιτεκτονική αξία, χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της ανατολικής Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής το 18ο και τον 19ο αιώνα”.

Καθώς όμως ο χαρακτηρισμός αυτός παρέμεινε μόνο στα χαρτιά, το κτίριο συνέχιζε να στέκει εγκαταλελειμμένο για μια δεκαετία ακόμη. Κάποια στιγμή υποχώρησε η στέγη και κατέρρευσε ο τρούλος του. Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος, πιεσμένο ίσως και από τοπικές αρχές της πόλης, αποφάσισε την καθαίρεση της συναγωγής, που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1994.

Ήταν μια από τις θλιβερότερες απώλειες – η καταστροφή του σπουδαιότερου μνημείου της εβραϊκής κληρονομιάς στον ελλαδικό χώρο, και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι των επόμενων γενεών θα θρηνήσουν μια μέρα την κατεδάφιση της…

* * *

Η ισραηλιτική κοινότητα της Κομοτηνής διέθετε δικό της εβραϊκό δημοτικό σχολείο, που παρείχε πολύ καλή εκπαίδευση, με έμφαση στα γαλλικά. Τα μαθήματα του παρακολουθούσε κι ένας αριθμό μη εβραίων μαθητών, ακριβώς λόγω της υψηλής στάθμης εκπαίδευσης που παρείχε. Από τα 1910, το σχολείο αυτό λειτουργούσε κάτω από την εποπτεία της Alliance Israelite Universelle, αρχικά υπό τη διεύθυνση του M. Bandery. Γνωρίζουμε επίσης ότι στη δεκαετία του 1930, στο εβραϊκό σχολείο Κομοτηνής δίδαξαν ως ελληνοδιδάσκαλοι οι Παν. Μητσιόπουλος, Κατίνα Ιωαννίδου και Χαράλαμπος Σφυρής.

Στην οδό Μακκαβαίων, δίπλα στο σχολείο, βρισκόταν και το κτίριο της Ισραηλιτικής Λέσχης, χώρου λειτουργικού, όπου συγκεντρώνονταν τα μέλη σε γιορτές κι άλλες ψυχαγωγικές, πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, σε μιαν εποχή που τέτοιοι χώροι σπάνιζαν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη όπως ήταν η Κομοτηνή.

Η Κοινότητα διέθετε και δικό της νεκροταφείο, που βρισκόταν στη σημερινή συνοικία Στρατώνων, στη συμβολή των οδών Ολύμπου και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σήμερα έχουν ανεγερθεί σύγχρονες οικοδομές, και τίποτε δεν θυμίζει το παρελθόν του χώρου…

Η ΕΒΡΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ

Υπήρχε κάποτε “ένα μικρόν και κομψόν φρούριον”, το οποίο με τις επάλξεις και τις τοξοθυρίδες του διετηρείτο ακέραιο ως τα 1922, σημαίνοντας τη βυζαντινή ιστορία και κληρονομιά της πόλης, καθώς ήταν το παλιότερο ιστορικό της μνημείο. Το Φρούριο δυστυχώς θέλησαν ανιστόρητοι άνθρωποι –και για την ταυτότητα του κειμένου ο Γενικός Διοικητής Θράκης Δάσιος- να καταστρέψουν, θεωρώντας το άχρηστο. Έτσι οι εικόνες αυτές της Κομοτηνής σήμερα δεν υπάρχουν πια. Στο Φρούριο αυτό κατοικούσαν επί αιώνες οι εβραίοι της πόλης.

Οι κατά καιρούς λογής λογής ταξιδιώτες που περιόδευαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, περνούσαν από τη Θράκη και συχνά σταματούσαν στην Γκιουμουλτζίνα. Οι εντυπώσεις τους από τα ταξίδια τους αυτά είναι σήμερα πολύτιμοι πληροφοριοδότες στην προσπάθεια ανασύνθεσης της αλλοτινής εικόνας της πόλης, αλλά και εν προκειμένω της ιστορίας της χαμένης εβραϊκής της κοινότητας.

Γύρω στα 1540 επισκέπτεται την Γκιουμουλτζίνα ο Pierre Belon du Mans, αλλά στις πληροφορίες που δίνει στο βιβλίο του δεν κάνει λόγο για εβραίους κατοίκους της πόλης. Από την ένδειξη αυτή μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα είτε δεν υπήρχαν εβραίοι στην πόλη, είτε υπήρχαν μεν αλλά ήταν λιγοστοί και δεν επισημαίνονταν από τους επισκέπτες.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, στα 1591, στην πόλη θα έλθει ο βενετός πρεσβευτής στη Κωνσταντινούπολη Gabriele Cavazza, ο οποίος θα σημειώσει ότι η Γκιουμουλτζίνα ήταν ολίγον κατοικημένη, είχε ένα κάστρο με τείχη και πύργους και δυο καραβάνσεράϊ, κι οι κάτοικοι της ήταν Τούρκοι, εβραίοι και χριστιανοί.

Μισόν αιώνα αργότερα ο Εβλιά Τσελεμπή θα καταγράψει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την πόλη, πέρα από τα ανεκδοτολογικά που ήδη αναφέραμε. Σημειώνει ο Εβλιά για την Κομοτηνή του 17ου αιώνα, ότι το μισό τουλάχιστον από το φρούριο της αποτελείτο από χάνια, που χρησιμοποιούνταν από τους περαστικούς ως ξενοδοχεία. Στο φρούριο “ουδείς υπάρχει εκτός των εβραίων”. Δεν είχε τάφρο και επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο με δυο πύλες: η μια ήταν στραμμένη στο Νότο κι η άλλη στην Ανατολή, οι οποίες έκλειναν το βράδυ. Σε μερικά σημεία το φρούριο ήταν κατεστραμμένο. Η πόλη έχει πολλά χάνια και δυο πύλες. Δεν έχει οπλοστάσιο, πυριτιδαποθήκη και φρουρά, καθώς βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας. Και επαναλαμβάνει άλλη μια φορά ότι το μόνο που διέθετε το φρούριο της Γκιουμουλτζίνας ήταν πολλούς εβραίους.

Ο Τσελεμπή στο κείμενό του αναφέρει για τον Κουμλού Τσιν πως οι ρίζες του στην περιοχή της Κομοτηνής ξεκινούν από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς τον οποίο ένας πρόγονός του είχε έρθει ως πρεσβευτής του Βασιλιά της Κίνας και παρέμεινε στην περιοχή, γοητευμένος από την ομορφιά της, χτίζοντας το Φρούριο που πήρε το όνομά του… Το κάστρο αυτό παρέδωσαν οι απόγονοι του στον Εβρενός, με μόνο όρο να κατοικούν σε αυτό αποκλειστικά εβραίοι. Αργότερα, εβραίοι και τσιγγάνοι περιεπλάκησαν σε έριδες, διεκδικώντας εκατέρωθεν το φρούριο. Η συμβιβαστική λύση που δόθηκε μπροστά στο Γαζή Εβρενός, προέβλεπε να παραμείνουν οι εβραίοι στο φρούριο, αλλά η φρουρά του να αποτελείται από τσιγγάνους.

Παραμύθια ευχάριστα συνθέτουν ασφαλώς το κείμενο του Τσελεμπή, εκφράζουν εντούτοις τη σημαίνουσα στα χρόνια του παρουσία της εβραϊκής κοινότητας Κομοτηνής, η οποία μάλιστα ήδη τότε είχε βαθιές ιστορικές ρίζες στην περιοχή.

Για τον Εβλιά Τσελεμπή, που πολλά μας διέσωσε τόσο για την Κομοτηνή όσο και για τους εβραίου κατοίκους της, πρέπει να επισημάνουμε ότι τα κείμενα του θεωρούνται ανακριβή, ενώ επιπλέον διακατεχόταν από μουσουλμανική θρησκομανία, και αρεσκόταν στους μύθους και στις υπερβολές και περιφρονούσε τα μη μουσουλμανικά έθνη. Ο Εβλιά τέλος, αισθανόταν ιδιαίτερη αντιπάθεια για τους εβραίους, με αποτέλεσμα κάθε φορά που αναφερόταν σε αυτούς, να τους χαρακτηρίζει με τα χειρότερα επίθετα, να τους καταλογίζει τα πιο ταπεινά επαγγέλματα και να διηγείται διάφορα ανέκδοτα σε βάρος τους, γελοιοποιώντας τους. Αυτή την εικόνα σχηματίζουμε από το εν γένει ύφος του, όταν αναφέρεται και στους εβραίους της Γκιουμουλτζίνας.

Η κατ’ αποκλειστικότητα εγκατάσταση εβραίων στο φρούριο της Κομοτηνής επιβεβαιώνεται και από τον τούρκο γεωγράφο και ιστορικό του 17ου αιώνα Ελ Χαζ Μουσταφά ιμπν-Αμπνουλλάχ, γνωστότερο ως Χατζή Κάλφα ή Κιατίπ Τσελεμπή.

Ας προχωρήσουμε όμως ενάμιση αιώνα. Ο Άγγλος Clarke που επισκέφτηκε την Κομοτηνή στα 1801 αναφέρει πως υπήρχαν τότε στην πόλη εξήντα εβραϊκά σπίτια σε σύνολο χιλίων. Ο Cousiniery επίσης επισκέφτηκε την πόλη στα 1831 και διανυκτέρευσε μάλιστα στο σπίτι ενός εβραίοι, που βρισκόταν φυσικά εντός του κάστρου, το οποίο περιγράφει ως “σχεδόν ερειπωμένο”.

Στα 1870, σύμφωνα με τα στοιχεία του Μ. Μελίρρυτου, “η πόλις αύτη κατοικείται εξ Ιουδαίων, Μωαμεθανών, Αρμενίων, Χριστιανών Ορθοδόξων και Αθιγγάνων… Διαιρείται η πόλις Γιμουρτζίνα εις συνοικίας ή μαχαλάδες… κυριώτεροι εισίν η τις των Ιουδαίων (εντός του τείχους κατοικούντων μετά συναγωγής)”. Ο Μελίρρυτος μνημονεύει και τον αριθμό των Ισραηλιτών της πόλης. “Εν τω μέσω της πόλεως” γράφει, “υπάρχει φρούριον των … Γενοβέζων, έχον μεγάλην περιοχήν, εντός του οποίου κατοικούσιν υπέρ τας 100 οικογενείας ιουδαϊκάς μόνον”. Ο Μελίρρυτος προβαίνει σε άλλη μια διαπίστωση, για τον πληθυσμό της Γκιουμουλτζίνας, ότι δηλαδή “όλα τα κατοικούντα έθνη την πόλιν ταύτην ευπορούσιν κατά το μάλλον και ήττον, διότι εισί φίλεργα, φιλόπονα, ευσεβή, αλλ’ ολίγον φιλόμουσα”. Και συνεχίζει με μια παρατήρηση για την έλλειψη καθαριότητας της εβραϊκής συνοικίας, που απηχεί ίσως μια πραγματικότητα της εποχής εκείνης, εκφράζεται όμως με τρόπο εμπαθή και κακόβουλο: “Το εσωτερικόν του φρουρίου εστί λίαν ακάθαρτον, μολονότι υπάρχουν αρκετά φρέατα εντός, αλλά κατά την κοινήν παροιμίαν “βρωμά οβριός κι αν τα ’χει, βρωμά κι αν δεν τα ‘χει”…”.

* * *

Στα 1913 εκδόθηκε από τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη ένας ταξιδιωτικός οδηγός της Νέας τότε Ελλάδος, κατά τα πρότυπα ξένων οδηγών του είδους. Ας δούμε πώς προβάλει τη Γκιουμουλτζίνα στους παλιοελλαδίτες στους οποίους απευθυνόταν και τι γράφει για την εβραϊκή της κοινότητα. “Η Γκιουμουλτζίνα (κατ. 10.000)…οι δε κάτοικοι αυτής Τούρκοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι οικούσιν εν ιδίαις συνοικίαις, ων η Ελληνική καλείται Βαρός…Είναι…κέντρον μεγάλου εμπορίου καπνών, ζώων, δερμάτων και των περίφημων στραγαλίων. Εν μέσω της πόλεως, κατά τον μεσαίωνα οι Γενουάται ίδρυσαν φρούριον εν ω σήμερον οικούσιν οι Ιουδαίοι (Γκέτο)”.

Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1916, θα εκδιδόταν ένα αγγλικό εγχειρίδιο που προοριζόταν για τα αγγλικά στρατεύματα, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή της Μακεδονίας. Το εγχειρίδιο αυτό με τίτλο “Handbook of “Macedonia” and Surrounding territories”, το οποίο ήταν έκδοση κρατική, της Διεύθυνσης Πληροφοριών, στα πληθυσμιακά στοιχεία για τη Γκιουμουλτζίνα, που αφορούσαν το έτος 1909, αναφέρεται σε πληθυσμό 12.000 κατοίκων, από τις οποίες 1500 οικογένειες ήταν τουρκικές και οι 500 ελληνικές, ενώ οι εβραίοι και οι Αρμένιοι καταγράφονται ως ελάχιστοι, προφανώς λιγότεροι και από τις 50 Βουλγάρικες οικογένειες της περιοχής. Η ανακρίβεια αυτή ξαφνιάζει, αλλά θα πρέπει να σκεφτούμε ότι το βιβλιαράκι αυτό δεν ήταν ασφαλώς απαλλαγμένο από σκοπιμότητες, καθώς ήταν προϊόν κρατικής υπηρεσίας μιας χώρας πoυ και γεωπολιτικά συμφέροντα είχε στην ευρύτερη περιοχή και σε εμπόλεμο κατάσταση βρισκόταν. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο εβραϊσμός της Μακεδονίας στα χρόνια εκείνα αφυπνιζόταν, ενώ λίγο πριν είχε ζητηθεί η δημιουργία εβραϊκού κρατιδίου στη Θεσσαλονίκη. Κα παρενθετικά, ας μην ξεχνάμε επίσης, ότι τα προβλήματα στη Μέση Ανατολή στην Αγγλική πολιτική οφείλονται, που με σθένος εμπόδισε την ίδρυση του Ισραήλ, όπως και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, και προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της έσπειρε τη διχόνοια, ενισχύοντας σε κρίσιμες στιγμές Άραβες και Τουρκοκύπριους.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο ας δούμε ποια ήταν η εικόνα της Γκιουμουλτζίνας για δυο ξενοτοπίτες, που ήρθαν στην πόλη λίγο πριν και λίγο μετά την απελευθέρωση και την ένταξη της στο ελληνικό κράτος, και οι οποίοι έμελλε να μείνουν και να σταδιοδρομήσουν στη Κομοτηνή τις επόμενες δεκαετίες.

Ο πρώτος είναι ο Λυμπέρης Τσαϊλάς από τη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, ο οποίος ήρθε στην πόλη το Νοέμβριο του 1919 για να εγκαταστήσει το Πρακτορείο των ελληνικών εφημερίδων, το οποίο και διηύθυνε για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Ο ρόλος του τότε είχε ιδιαίτερη εθνική σημασία, αφού ήρθε να εκπροσωπήσει τη φωνή της Ελλάδας σε “μια πόλη σχεδόν νεκρή από Έλληνας, γιατί όλους τους είχαν συλλάβει οι Βούλγαροι και τους είχαν εξορία”. Έτσι στα πρώτα του βήματα συνεργάστηκε με την ελληνική Αρμοστεία. Περιπολούσε μάλιστα με ένοπλη ομάδα στους δρόμους της πόλης με σκοπό την προστασία των κατοίκων και την τόνωση του ηθικού τους. Στον τομέα του μάλιστα ήταν και η οδός Μακκαβαίων και οι γύρω δρόμοι…

Στις αναμνήσεις του ο Τσαϊλάς σημειώνει χαρακτηριστικά: “…πριν τακτοποιήσω το ταξίδι μου εφρόντισα να κατατοπιστώ περί του τόπου που θα πήγαινα, και του πληθυσμού της Γκιουμουλτζίνας. Έμαθα λοιπόν πως η πόλις αυτή ήταν υπό την Γαλλικήν εντολήν, και είχεν μικτόν πληθυσμόν αποτελούμενον από Έλληνας περί τας 3.000 μέχρι 4.000, Τούρκους, Εβραίους, Αρμενίους”.

Ο δεύτερος ήταν ο Ξενοφών Παπαζέκος από τη Γρανίτσα Ευρυτανίας, που ήρθε στην Κομοτηνή στα 1922 και εργάστηκε σαν φωτογράφος επί πολλές δεκαετίες, οι φωτογραφίες του οποίου αποτύπωσαν την ιστορία της πόλης και την εικόνα της που χάθηκε πια. Σε συνέντευξη του Παπαζέκου σημειώνονται και τα έξης ενδιαφέροντα: “Η ισραηλιτική μειονότης είναι μικρά, αλλά καλώς οργανωμένη και συντηρεί Ραβινείαν και κοινότητα, τριτάξιον δημοτικόν σχολείον, Λέσχην και μουσικογυμναστικόν σύλλογον “Αχαδούτ”…”.

ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥΣ ΟΔΗΓΟΥΣ

Σήμερα, καθώς προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε την ιστορία χαμένων κόσμων, ανακαλύπτουμε την αξία και τον πλούτο των πληροφοριών, που περιλαμβάνουν οι εμπορικοί και επαγγελματικοί οδηγοί, που κυκλοφορούσαν στο παρελθόν. Στους οδηγούς αυτούς καταγράφεται ένα πλήθος πληροφοριών για τόπους και πρόσωπα, που αναπαριστά την μορφή της οικονομίας και της κοινωνίας των κόσμων αυτών που έφυγαν. Τόσο για την Κομοτηνή γενικά, όσο και ειδικότερα εν προκειμένω για την εικόνα της ισραηλιτικής κοινότητας της πόλης, τα στοιχεία των οδηγών αυτών είναι πολύτιμα και ανεκτίμητα.

Μα πρώτη ένδειξη αντλούμε από τον “Οδηγό της Ελλάδος” του Νικόλαου Γ. Ιγγλέση του 1910-1911, που όπως αναγράφει στην προμετωπίδα του ήταν η Τρίτη χρονιά έκδοσης του. Η Γκιουμουλτζίνα των χρόνων εκείνων, πρωτεύουσα της ομώνυμης Διοικήσεως (σαντζακιού), υπαγόμενη στο Νομό (Βιλαέτι) Αδριανουπόλεως, είχε πληθυσμό είκοσι χιλιάδες κατοίκους, από τους οποίους οι δυο χιλιάδες ήταν εβραίοι. Θρησκευτικός αρχηγός της Ισραηλιτικής Κοινότητας της πόλης ήταν ο ραββίνος S. Em. Βεντσίον Αβιγδόρ, και βεβαίως η κοινότητα διέθετε τη δικιά της συναγωγή και το δικό της σχολείο με διευθυντή τον Λείκ Σαπόρτα. Στα σωματεία αναφέρεται και η εβραϊκή Λέσχη.

Αρκετοί ήταν οι εβραίοι επαγγελματίες και έμποροι της Γκιουμουλτζίνας του 1910. Στις “αποστολές” αναφέρεται ο Σ.Δ. Καράνσος, ενώ αργυραμοιβοί είναι ο Σαμουήλ Καζέζ και ο Συμεών Ρουμάνου, τους οποίους ανταγωνίζονται τρεις έλληνες ορθόδοξοι. Με τα ακατέργαστα και κατεργασμένα δέρματα ασχολούνται οι Μουσιών Αντίκα, Μουρδουχάϊ, και Μαϊρ Μπενμπασάτ. Έμποροι αποικιακών είναι οι Ιωσήφ Ναμίας και Υιοί, ενώ έμποροι γεννημάτων ο Αβραάμ Αμπραβανέλ, οι αδελφοί Καζέζ και ο Μωϋσής Μόλχος.

Έμποροι νεωτερισμών στα 1910 ήταν οι αδελφοί Ν. Μόλχο και ο S. Chidi, ενώ έμποροι υφασμάτων οι αδελφοί Καζές, αδελφοί Μόλχου και ο Γιακώ Πενχάζ. Στον κλάδο αυτό διαβάζουμε και την επιχείρηση του πιθανόν εκχριστιανισμένου Γεώργιου Κανέττη και Σια.

Εμπορομεσίτης είναι ο Σαμουήλ Καζές, ο Μ. Μόλο, καθώς και ο Π. Μόλχο και οι αδελφοί του. Γιατρός είναι ο S. Amram και φαρμακείο έχει ο Μωύς Ναχμίας.

Καπνέμπορος είναι ο Ι.Δ. Καράσσος ο οποίος είναι και τραπεζίτης. Εργοστάσιο λεμονάδων έχει ο Premiado Alboker. Παντοπώλες είναι ο Μιχαήλ Βόλχος, ο Ι. Εσκενάζης και οι Ι. Μαχμίας και υιοί. Υπάρχουν και τρεις εβραίοι ράπτες: είναι ο I. Cassavi, ο Γιακώ Κασαβί και ο Μποχώρ Ρωμάνο.

Έμποροι σιδηρικών είναι οι Γιακώ Καράσου και Ιωσήφ Ναχμίας και υιοί. Αναφέρεται τέλος και ο πολύ ενδιαφέρων κλάδος των εμπόρων “Ταχυδρομικών Δελταρίων”, που τον καιρό εκείνο γνώριζε μεγάλη άνθιση. Σ’ αυτόν δραστηριοποιούνται οι Ρ. Μόλχο και Ν. Ναχαμίας.

Μια άλλη ένδειξη μας δίνει ο διεθνής εμπορικός οδηγός Annaire de commerce Didot – Rottin του 1912. Σύμφωνα με τα στοιχεία του, από ένα σύνολο σαράντα έξη επιστημόνων, τραπεζιτών και εμπόρων που δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στη Γκιουμουλτζίνα των χρόνων εκείνων, οι τριάντα τρεις είναι Έλληνες, ο έξη Αρμένιοι, οι τρεις Οθωμανοί και οι τέσσερις Ιουδαίοι. Το πιθανότερο είναι βέβαια ότι τα στοιχεία του Οδηγού αυτού είναι ελλιπή, αφού άλλωστε οι συντάκτες του βρίσκονταν στο εξωτερικό.

* * *

Κομοτηνή, μέσα της δεκαετίας του 1920. Η πόλη έχει μόλις κάνει τα πρώτα δειλά βήματα με στόχο την ένταξη της στο νεοελληνικό κράτος. Οι πληγές είναι ακόμη νωπές, τόσο από την προηγηθείσα βουλγαρική κατοχή, όσο και από την πρόσφατη Μικρασιατική Καταστροφή και τις οικονομικές της συνέπειες, αλλά και το ρεύμα προσφύγων που έφερε στην περιοχή.

Η εβραϊκή κοινότητα ψάχνει την ταυτότητα της και προσπαθεί να προσανατολιστεί στις νέες αυτές συνθήκες. Δυο είναι οι επιλογές: Είτε η φυγή προς την Ευρώπη, είτε η ενσωμάτωση στον ελληνικό κορμό. Η συντριπτική πλειοψηφία θα επιλέξει τη δεύτερη οδό.

Ας δούμε όμως , πώς διαμορφώνεται η επαγγελματική διαστρωμάτωση των Κομοτηναίων εβραίων εκείνα τα χρόνια, μέσα από τα στοιχεία που μας διέσωσε ο “Οδηγός της Ελλάδος” του Ν. Ιγγλέση, στην νεώτερη έκδοση του των ετών 1925-1926.

Πρώτα απ’ όλα ας δούμε τη διοίκηση του Επαγγελματικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης. Ταμίας του Δ.Σ. είναι ο Ραφαήλ Καράσσο , ενώ μέλη του Δ.Σ. στο Εμπορικό τμήμα είναι ο Αλμπέρτος Ναχμίας και ο Σαμουήλ Καζέ. Βλέπουμε δηλαδή μια παρουσία ιδιαίτερα έντονη και σημαίνουσα στο κορυφαίο αυτό όργανο της οικονομικής ζωής της πόλης.

Προχωρώντας στους επιμέρους επαγγελματικούς και εμπορικούς κλάδους, θα δούμε μέλη της εβραϊκής κοινότητας να αναπτύσσουν δραστηριότητες στους περισσότερους από αυτούς.

Στον κλάδο λοιπόν των “αλεύρων”, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιγγλέση απασχολούνταν οι Μ. Ναχμίας και Καράσσο και ο Αβραάμ Τζόγιας. Με τα αμύγδαλα, δηλαδή την αμυγδαλόψιχα, ξηρούς και νωπούς καρπούς, εξαγωγές κλπ είδη, ασχολείτο ο Γιάκο Ρωμάνο.

Με τα αποικιακά – δημητριακά ασχολούνταν ο Ναφθαλή Καζές, ο Αβραάμ Ι. Καζές και ο Ναχμίας (με συνεταίρο το Φωτιάδη).

“Αργυραμοιβεία” (και εγχώρια προϊόντα) είχαν οι Αμποχέρ Πηχάς, Αβραάμ Δανόν, Ελί Δανόν, Χαϊμ Δανόν, Χιντώ Εσκηνατζή, Σαμουήλ Καζές, Ισραήλ Πηχάς, Ισραήλ Ρωμάνο. Στον κλάδο αυτό, στα 1925 δραστηριοποιούνταν επίσης και τέσσερις χριστιανοί, αλλά δέκα χρόνια αργότερα, όπως θα δούμε, ο ιουδαϊκός δυναμισμός θα τους έχει αποβάλει από το χώρο, που θα καταστεί πλέον μονοπωλιακό αντικείμενο ενασχόλησης των Ισραηλιτών.

Ο Μ. Ναχμίας είναι αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας “Γενικαί Ασφάλειαι”, ενώ βαμβακέμπορος είναι ο Αβραάμ Καζ.

Εργοστάσιο βυρσοδεψείας έχει ο Γιουδά Αντίκα. Ο ίδιος εμπορεύεται και τα ακατέργαστα δέρματα, όπως κι οι Ζοφέρ Ναχμίας και Υιός.

Στα “εγχώρια προϊόντα” (γεννήματα κλπ. Εξαγωγείς) αναφέρονται οι επιχειρήσεις των Γιακό Ρωμάνο και Σια και των Καραγιάννη και Καράσσο, ενώ η Ομόρρυθμος εμπορική εταιρεία Ναχμία Καράσσο (μαζί με τον Φωτιάδη) δραστηριοποιείτο στις εισαγωγές εξαγωγές ελαίων, σαπώνων, σύκων, σταφίδων, μαλλιών, χαρουπιών, σησαμιών κλπ. ειδών.

Καταστήματα εμπορίας υφασμάτων έχουν ο Ζοζέφ Γκαμπάη, ο Μποχόρ Σαμοέλ Καζές, ο Σαμ. Ι. Καζές, ο Γιουδά Χαϊμ Κεσσάλες, ο Ισαάκ Μοδιάνο, ο Μωής Μπενταβή, ο Μωήζ Ολιβέρ, ο Σολομών Σινή και ο Μωήζ Χανανιά.
“Εμπορομεσίται” καταγράφονται ο Βενιαμίν Μποχόρ και ο Ααρών Ρωμάνο. Καπνεμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο Μωής Ι. Ναχμίας, ενώ καπνέμποροι είναι οι Μαϊρ Δάσσας, Ναχμίας Δαυίδ Λεβής, Αλβέρτος Ναχμίας, Ταμπάχ (μαζί με τον Πολυδωρόπουλο), Γιουνά Ρωμάνο, Σ. Ρωμάνο και Σια, Μωσέ Γιακό Ρωμάνο και Αβραάμ Ταμπάχ.

Με τα “κουκούλια”, δηλαδή τη σποροποιία μεταξοσκωλήκων προς παραγωγή κουκουλοσπόρων, ασχολείται ο Γιαδάλια Καράσσο, ενώ έμποροι μαλλιών είναι ο Γιάκο Ρωμάνο και οι Σαλτέλ Καράσσο και Υιός, και έμποροι μετάξης, κλωστών κλπ. οι Καζές Μουσιόν και Υιοί.

Ξυλουργός και επιπλοποιός είναι ο Αισαΐας Μορδού, ενώ έμπορος ξυλείας για τις οικοδομές ο Μωής Χαρούζ Χασήμ. Φορτοεκφορτωτές είναι οι Μ. Αλμποχέρ (Κάρρα), Μπενσουά και Κασσαβή.

Παντοπωλείο και κατάστημα εμπορίας αποικιακών διαθέτει ο Νεσήμ Μπαρούχ, ενώ έμποροι “τυρός” καταγράφονται οι Μίσε Γιακό Ρωμάνο, Ισραέλ Ρωμάνο και Ισαάκ Καζές.

Υποδηματοποιεία, επικερδείς επιχειρήσεις σε μιαν εποχή που τα περισσότερα παπούτσια είναι χειροποίητα, έχουν οι Γιουσέφ Μισραχή και Μπενουζίκ Σαμπετάϊ, ενώ έτοιμα υποδήματα και ήδη υποδημάτων εμπορεύονται οι Μιχάς Μορδού και Σαμοέλ Γιοσέφ Τσιπρότ.
Υπάρχουν επίσης τρεις εβραίοι επιστήμονες στην Κομοτηνή του 1925. Ο γιατρός Αλμπέρτ Μόλχο και οι φαρμακοποιοί Λεβή και Μποχόρ.

Ο Ιγγλέσης μας δίνει μερικές ακόμη πληροφορίες γενικής φύσης. Οι εβραίοι κάτοικοι “της Γκιουμουλτζίνας κατοικούν ιδιαιτέρας συνοικίας… Η εβραϊκή κατέχει το εν τω κέντρω υψούμενον “Φρούριον των Γενοβέζων”. Η Κομοτηνή είναι έδρα του Ιουδαίου Ραββίνου και διαθέτει Συναγωγή και εβραϊκό σχολείο μικτό. Διαθέτει επίσης δυο Λέσχες, μια ελληνική και μια Ισραηλιτική…

Ο Ιγγλέσης κάνει επίσης και μια σημαντική παρατήρηση, για μια πραγματικότητα που καθόρισε την οικονομική πορεία της Κομοτηνής εκείνων των χρόνων. “Η Γκιουμουλτζίνα”, γράφει, “ήτο πρωτεύουσα επί Τουρκοκρατίας ενός των μεγαλυτέρων Νομών του Τουρκικού κράτους με 6 υποδιοικήσεις, εξ ων οι 4 ορειναί με πληθυσμόν 200.000 Οθωμανών – Βουλγαροφώνων, παρέμειναν δια της Συνθήκης του Νεϊγύ εις την Βουλγαρίαν. Των ορεινών τούτων περιφερειών διαμετακομιστικόν κέντρον ήτο η αγορά της Γκιουμουλτζίνας… Ευεξήγητον εκ τούτου, ότι ο σημερινός νομός Ροδόπης… έχασεν οικονομολογικώς εκ της αποσπάσεως των ορεινών τούτων επαρχιών”.

Εξετάζοντας σήμερα με νηφαλιότητα τα δεδομένα της δεκαετίας του 1920, και ανεξαρτήτως των πολιτικών κι εθνικών συνεπειών που δεν διέβλεπε ο Ιγγλέσης τότε, πρέπει να παραδεχτούμε πως πράγματι το οικονομικό πλήγμα για το νομό Ροδόπης εξ αιτίας της αποκοπής του από το βόρειο τμήμα του ήταν μεγάλο.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η εβραϊκή κοινότητα της Κομοτηνής, πλήθος μελών της οποίας στήριζε το βιοπορισμό του στο εμπόριο, βρέθηκε αντιμέτωπη με το οικονομικό αυτό πλήγμα. Όπως περίπου είχαν βρεθεί οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης λίγα χρόνια πριν σε μετέωρη κατάσταση, όταν η Θεσσαλονίκη αποκόπηκε από τις βόρειες επαρχίες της. Εντούτοις, τόσο οι Κομοτηναίοι εβραίοι, όσο και οι Θεσσαλονικείς, δυναμικό όντας και υγιές στοιχείο, αντεπεξήλθαν του οικονομικού αυτού πλήγματος και σύντομα εδραίωσαν τη θέση τους στη νέα πραγματικότητα.

Τέλος, μια επισήμανση που πρέπει να γίνει είναι ότι ο Ιγγλέσης δείχνει εξαιρετικά ανεξοικείωτος με τα εβραϊκά ονόματα, πολλά από τα οποία καταγράφει λανθασμένα. Ίσως αιτία είναι η λατινογενής τους προέλευση και η πρόσφατη ένταξη των βόρειων επαρχιών –στις οποίες κατοικούσαν Σεφαραδίτες εβραίοι- στο ελληνικό κράτος, ή ίσως έτσι του παραδόθηκαν από τους συνεργάτες αντιπρόσωπους του στην Κομοτηνή, ή από τις τοπικές αρχές, όπως οι Δήμοι, στις οποίες είχε απευθυνθεί για παροχή πληροφοριών… Στην παρούσα μελέτη πάντως επιλέχθηκε η απόδοση των ονομάτων, όπως τα παραθέτει ο Ιγγλέσης.

* * *

Ας προχωρήσουμε την περιήγηση μας στα εμπορικά και οικονομικά δεδομένα της πόλης κατά μια δεκαετία. Είμαστε πλέον στην Κομοτηνή του 1934. Η λασπωμένη πολιτεία, που πνίγεται συχνά πυκνά στα βρώμικα νερά του Μπουκλουτζά, αρχίζει σιγά σιγά να ξυπνάει. Ο νομός Ροδόπης με σταθερά βήματα ενσωματώνεται στο νέο ελληνικό κράτος.

Η εβραϊκή κοινότητα της Κομοτηνής προσαρμόζεται γρήγορα στα νέα δεδομένα. Ακμάζει κι παρουσία της είναι έντονη στην οικονομική και κοινωνική ζωή της θρακικής πόλης. Κανείς μα κανείς δεν φαντάζεται – εντός και εκτός της κοινότητας – ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι η αποφράδα για τον θρακικό εβραϊσμό και θα σημάνει το βίαιο τέλος του.

Ας δούμε όμως πως προβάλλει η εικόνα της εβραϊκής κοινότητας μέσα από έναν άλλο εμπορικό οδηγό της χρονιάς αυτής, που εκδόθηκε από στην πόλη της Κομοτηνής, από έναν εκδότη που ζούσε και δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στην πόλη. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία που μας δίνει ο “Γενικός Οδηγός Νομού Ροδόπης” του Αλέξανδρου Μισέντζη, η Ισραηλιτική κοινότητα της Κομοτηνής έδρευε στην οδό Φρουρίου, ενώ ανάμεσα στις μόλις πέντε λέσχες της πόλης συγκαταλέγεται και η Ισραηλιτική, που βρισκόταν στην οδό Μακκαβαίων.

Πλήθος εξακολουθούν να είναι οι εβραίοι έμποροι και επαγγελματίες της πόλης. Στον κλάδο “Αντιπροσωπείαι Ασφάλειαι” συναντάμε τον Σολομών Κασσεβή, το γραφείο του οποίου βρισκόταν στην Πλατεία Βουλγαροκτόνου. Ο Μωϊς Τσικοράν διαθέτει βαφείο και καθαριστήριο στην οδό Βενιζέλου, ο Μωϊς Ρομάνο ασχολείται με τα δασικά προϊόντα στην οδό Κλεμανσώ, ο Ραφαήλ Καράσσο εμπορεύεται εγχώρια προϊόντα και σιτηρά στην οδό 13ης Απριλίου. Ο ίδιος διαθέτει και Σησαμελαιοτριβείο. Δερματέμπορος είναι ο Σολομών Γιουδά Αντίκα, επί της οδού Μαρωνείας 5.

Αρκετοί απασχολούνται στον κλάδο των υφασμάτων, που είναι παραδοσιακό πεδίο δράσης των Ισραηλιτών της Διασποράς. Βλέπουμε λοιπόν τον Μορδίς Κασσαβή να πουλά έτοιμα ενδύματα στην οδό Ιωαννίνων. Ανάλογα καταστήματα έχουν ο Αρών Ρομάνο στην Συντάγματος Κρητών και ο Βιτάλ Φρανσέζ στην οδό Βουλγαροκτόνου, ενώ εφαπλωματοποιός είναι ο Μωϊς Χαϊμ Πεσάχ. Καταστήματα Υφασμάτων, συνηθισμένα σε μια εποχή, όπου το έτοιμο ένδυμα δεν έχει ακόμη επιβληθεί, λειτουργεί ο Ιωσήφ Κασσαβή στην οδό Ιωαννίνων 18, ενώ οι Νισσίμ, Μπεχάρ και Αλμποχέρ διαθέτουν δυο ομοειδή καταστήματα στην οδό Ιωαννίνων και στην οδό Ερμού.

Ψιλικατζίδικα διαθέτουν οι Αρών Μουσόν Καζές στην οδό Μπιζανίου, Ηλίας Μπενουζίο στην οδό Ερμού 48 και Φραντζή Τσιλιμπόν στην οδό Αετοράχης 2.

Τρεις εβραίοι της πόλης είναι καπνέμποροι: ο Μαϊρ Δάσας στην οδό Αγίου Γεωργίου, όπου βρίσκεται και η επιχείρηση του Μωϊς Ναχμία, ενώ ο Δάρειος Ναχμίας βρίσκεται στην Πλατεία Βουλγαροκτόνου.
Στον κλάδο των Μεταφορών (Φορτοεκφορτωτών) συναντάμε τις επιχειρήσεις των αδελφών Αλμποχέρ και των Γκρούδα Κασσεβή και Σια, που και οι δυο βρίσκονται στην πλατεία Βουλγαροκτόνου. Οπωροπώλης είναι ο Ναούμ Κόντες με κατάστημα στην οδό Μεραρχίας Σερρών 4, ενώ πιλοποιός είναι ο Ισαάκ Μπενσούρ με μαγαζί στην οδό Βενιζέλου 33.

Εκεί όμως που οι εβραίοι μονοπωλούν την αγορά της Κομοτηνής είναι ο κλάδος των Αργυραμοιβών, που είναι κι αυτός από τους πλέον παραδοσιακούς χώρους ενασχόλησης των Ισραηλιτών της Διασποράς. Καταμετρώνται λοιπόν επτά επιχειρήσεις του κλάδου αυτού: οι Πενχάς Αλμποχέρ και Σολομών Αλμποχέρ βρίσκονται στην οδό Ιωαννίνων. Στον ίδιο δρόμο βρίσκεται ο Ηλίας Δανόν, ο Ισραέλ Καζές και ο Ζιάκ Μπεχάρ, ενώ οι Χαϊμ Πενχάς Δανόν και Γιεντό Εσκεναζή βρίσκονται στην οδό Ερμού. Τέλος το Ξενοδοχείο “Ωραία Θέα” επί της οδού Νέστορος Τσανακλή ανήκει στον Ισαάκ Μπ. Δαβίδ.

Οι εβραίοι επιστήμονες της Κομοτηνής είχαν απ’ ότι φαίνεται περιοριστεί. Στον Οδηγό του Μισέντζη σημειώνεται μόνον ο Φαρμακοποιός Ζοζέφ Λεβή, το φαρμακείο του οποίου βρισκόταν στην οδό Μπιζανίου.

Από τα στοιχεία που περιλαμβάνει ο παραπάνω οδηγός, πληροφορούμαστε ότι οι μόνοι Ισραηλίτες της Κομοτηνής που είχαν τηλεφωνική σύνδεση στα 1834 ήταν οι Αβραάμ Αλμποχέρ (αριθμός κλήσης 1-41), Δανόν Ηλίας (αρ. κλ. 29) και Δάρειος Ναχμίας (αρ. κλ. 43).

Στον ίδιο Οδηγό μνημονεύεται φυσικά και η ύπαρξη της Ισραηλιτικής Σχολής, πλην όμως καταγράφονται μόνον οι τρεις χριστιανοί διδάσκαλοι.

Τέλος, από το Μισέντζη μαθαίνουμε ότι στα 1934 ζούσαν στην Κομοτηνή χίλιοι ογδόντα τρεις Ισραηλίτες.

Στα 1934 επήλθε αλλαγή στη διοίκηση του Δήμου Κομοτηνής. Έτσι, ενώ στο προηγούμενο δημοτικό συμβούλιο, με Δήμαρχο τον φιλελεύθερο Σοφοκλή Κομνηνό, δεν φαίνεται να συμμετείχαν Ισραηλίτες, αφού πιθανότατα οι τελευταίοι είχαν στηρίξει μαζικά τον αντίπαλο συνδυασμό, όπου κατερχόταν υποψήφιος ομόθρησκός τους, στις εκλογές του 1934, με Δήμαρχο τον συντηρητικό Δημήτριο Μπλέτσα εξελέγη δημοτικός σύμβουλος ο Μαϊρ Ντάσα.

Στις λιγοστές διαφημίσεις που περιλαμβάνονται στις σελίδες του Οδηγού του Μισέντζη, περιλαμβάνονται και εκείνες του Μωϊς Τσικοράν “ΒΑΦΕΙΟΝ – ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ – ΣΙΔΗΡΩΤΗΡΙΟΝ” επί της οδού Βενιζέλου, με “εργασία ηγγυημένη”, του Ηλία Μπενουζίο επί της Ερμού αρ. 48 “ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΨΙΛΙΚΩΝ Πώλησις χονδρική και λιανική”, και των Γκρούδα Κασσεβή και Σια “Εταιρεία Γενικών Μεταφορών” επί της Πλατείας Βουλγαροκτόνου 7. Διαφημίζεται επίσης η επιχείρηση του Ρενέ Μπενσουά, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού Τσιμισκή 52, με “Είδη Αυτοκινήτου”, είτε πιθανότατα επειδή ο Μπενσουά ήταν Κομοτηναίος, είτε γιατί είχε πολλές συναλλαγές με τη Θρακική πρωτεύουσα.

ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Η συντριπτική πλειοψηφία των εβραίων της άλλοτε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ειδικότερα εκείνοι που ζούσαν ως τα 1943 στο χώρο της σημερινής Βόρειας Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Τουρκίας, προέρχονταν από την Ισπανία. Οι εξόριστοι αυτοί Σεφαραδίτες, εκδιωγμένο από την Ιβηρική γη και στερημένο του δικαιώματος επιστροφής, είχαν βρει καταφύγιο στη φιλόξενη Αυτοκρατορία των Οσμανλί. Οι Σεφαραδίτες εβραίοι διατήρησαν την κουλτούρα και τη γλώσσα που είχαν φέρει μαζί τους από την Ισπανία, ως τη σύγχρονη εποχή.

Στο μεταξύ, μετά το 1850 η Ισπανία άρχισε προοδευτικά να εκσυγχρονίζεται, αποβάλλοντας την αρτηριοσκληρωτική και μισαλλόδοξη πολιτική, που ως τότε είχε απέναντι σε κάθε μη Καθολικό. Επιπλέον, σταδιακά η Ισπανία άρχισε να δείχνει κάποιο ενδιαφέρον και μια προστασία για τους ανά τον κόσμο ισπανόφωνους εβραίους.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι πολλοί εβραίοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τα μέσα του 19ου αιώνα κι εξής είχαν αλλάξει υπηκοότητα, αποκτώντας κάποια άλλη μιας εκ των ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής. Αυτό άλλωστε ήταν απολύτως νόμιμο σύμφωνα με τη νομοθεσία του Οθωμανικού κράτους. Έτσι τα διάφορα ανά την επικράτεια ξένα Προξενεία “πουλούσαν” τα σχετικά πιστοποιητικά, υπό την έννοια ότι τα διατιμούσαν, αποκτώντας προφανές κέρδος, και παράλληλα κάποια από αυτά προωθούσαν με τον τρόπο αυτό τις επεκτατικές βλέψεις των χωρών που εκπροσωπούσαν, καθώς οι ιουδαϊκού θρησκεύματος νέοι υπήκοοι τους, τους παρείχαν εύλογο πρόσχημα επεμβάσεων.

Η Ισπανία, χωρίς φυσικά να πολιτεύεται με επεκτατικές βλέψεις στον Οθωμανικό χώρο, μιμήθηκε εντούτοις τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στον τομέα αυτό, και συνέστησε Προξενεία ή Προξενικά γραφεία σε διάφορες πόλεις, τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και του νέου Ελληνικού Βασιλείου, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονταν η Κέρκυρα, η Πάτρα, η Σύρα, η Ζάκυνθος, η Χίος, η Ρόδος, η Σάμος και βεβαίως η Θεσσαλονίκη, στην οποία το Ισπανικό Προξενείο υπήρχε τουλάχιστον από τα 1850.

Πρέπει τέλος να σημειώσουμε ότι η Ισπανία, τουλάχιστον ως τα 1924, παρέσχε την προστασία της σ’ ένα αριθμό ατόμων, στους οποίους αναγνώριζε μεν ιδιαίτερους δεσμούς μαζί της, χαρακτηρίζοντας τους ως “προστατευόμενους” της, τους οποίους όμως δεν θεωρούσε υπηκόους με την πλήρη έννοια του όρου.

Στα 1924 σημειώνεται ένα ιστορικό γεγονός με ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Με πρωτοβουλία του Ισπανού πρωθυπουργού Miguel Primo De Rivera, η ισπανική Βουλή ψήφισε νόμο, με βάση τον οποίο όλοι οι απόγονοι των Ισπανών εξόριστων του 1492, οπουδήποτε και αν ζουν, δύναντο να “επανακτήσουν” την ισπανική υπηκοότητα.

Βεβαίως στα 1492 δεν υπήρχε ο θεσμός τη υπηκοότητας, ούτε επρόκειτο να επιστρέψουν στην Ισπανία οι απόγονοι των εξόριστων. Εντούτοις, ο νόμος αυτός, πέρα από το συμβολικό του χαρακτήρα μιας έμμεσης συγνώμης εκ μέρους του Ισπανικού κράτους, δυο δεκαετίες αργότερα, έμελλε να παίξει και ευεργετικό ρόλο για τους περισσότερους από όσους έκαναν χρήση του. Κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, η ισπανική υπηκοότητα ήταν “διαβατήριο” για τη σωτηρία και τη ζωή…

Καθώς προοδευτικά ο αριθμός των Σεφαραδιτών εβραίων που ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν την ισπανική υπηκοότητα μεγάλωνε, η Ισπανία υποχρεώθηκε από τα πράγματα να αναβαθμίσει το Προξενείο της στη Θεσσαλονίκη, στελεχώνοντας το με διπλωμάτες καριέρας. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να συστήθηκε και το Ισπανικό προξενείο της Κομοτηνής, που ασφαλώς θα ήταν ένα είδος Προξενικού πρακτορείου, με άμισθο Πρόξενο, που είχε αρμοδιότητα να μεριμνά για τα συμφέροντα των λίγων δεκάδων εβραίων που είχαν πάρει την ισπανική υπηκοότητα, στις πόλεις της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας, στις οποίες ζούσαν τότε ανθηρές εβραϊκές κοινότητες, που είχαν όλες σεφαραδιτική προέλευση. Το ισπανικό προξενείο βρισκόταν στην οδό Μακκαβαίων, και Πρόξενος ήταν ο Μωύς Ρομάνο. Πιθανόν είναι μάλιστα το προξενείο να στεγαζόταν στο σπίτι του Ρομάνο.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εβραίοι ισπανικής υπηκοότητας, που διέμεναν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, στην πλειοψηφία τους διέφυγαν την εξόντωση του Ολοκαυτώματος. Αφού γνώρισαν πολλές ταλαιπωρίες, εκτοπίστηκαν προσωρινά στο Μπέργκεν Μπέλσεν, τελικά δεν κατέληξαν στα κρεματόρια, αλλά προωθήθηκαν στην Ισπανία και μετά την απελευθέρωση επέστρεψαν στην Ελλάδα. Γνωρίζουμε επίσης ότι χάρη στην ισπανική τους υπηκοότητα διασώθηκαν εκατόν περίπου εβραίοι που κατοικούσαν στα κατεχόμενα από τους Βουλγάρους Γιουγκοσλαβικά εδάφη.

ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΒΡΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Μια μακρά σειρά από κάθε μορφής σωματεία και συλλόγους αναπτύχθηκαν γύρω από την Ισραηλιτική κοινότητα Κομοτηνής και τα μέλη της.
Τα σωματεία αυτά εξαπλώνονταν σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Υπήρξαν φιλανθρωπικά, φιλόπτωχα, φιλεκπαιδευτικά όσο και πολιτιστικά σωματεία, με χαρακτήρα αγαθοεργό, μέσα στα οποία δραστηριοποιήθηκε στην πορεία των ετών μεγάλος αριθμός μελών της κοινότητας, και τα οποία σωματεία παρουσίασαν έργο αξιόλογο και αξιομνημόνευτο, που συντέλεσε στην προαγωγή της ζωής των μελών της κοινότητας.

Στα 1907, εκτός από τα συνήθεις στις εβραϊκές κοινότητες της Διασποράς αδελφότητες Χεβρά Κεντοσά, που ήταν υπεύθυνη για την ταφή των νεκρών, και Μπικούρ Χολίμ, που φρόντιζε τους ασθενείς, λειτουργούσαν δυο ακόμη δραστήριες ενώσεις. Η μια ήταν στελεχωμένη από γυναίκες και είχε σκοπό την παροχή βοήθειας σε χήρες και απόρους μαθητές. Η άλλη στόχευε στην ενίσχυση γενικώς ατόμων που είχαν ανάγκη βοηθείας.

Δυο χρόνια αργότερα, στα 1909, στο χώρο των εβραίων της Κομοτηνής συναντούμε τέσσερις αδελφότητες. Η Αχαβάτ Ρεϊμ, που ιδρύθηκε για πρώτη φορά στα 1895 και ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα αδράνησε, αφού ανασυστήθηκε, παρείχε βοήθεια σε εργαζόμενους και φτωχούς ανθρώπους. Η Ha-Kidma βοηθούσε άπορους μαθητές να προχωρήσουν σε ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης. Η γυναικεία οργάνωση Νασσίμ Γεχουντιότ, κάθε χρόνο πρίν από το Πέσσαχ, το εβραϊκό Πάσχα, προμήθευε ρούχα σε φτωχούς μαθητές. Την ίδια εποχή λειτουργούσε επίσης και το σωματείο κοινωνικής αλληλεγγύης “La Irmandad”.

Προοδευτικά ο αριθμός των σωματείων και συλλόγων, που δραστηριοποιούνταν στο χώρο των Κομοτηναίων εβραίων αυξήθηκε. Ιδρύθηκαν οι Σιωνιστικοί σύλλογοι Αχαδούτ και Bnei Israel. Ο πρώτος από αυτούς, στον οποίο συμμετείχε κυρίως η νεολαία, διοργάνωνε χορούς και φιλολογικές συναντήσεις και ομιλίες, που λάμβαναν χώρα στην αίθουσα τελετών του εβραϊκού σχολείου. Κάθε χρόνο, στη γιορτή της Χανουκά, διοργάνωνε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως φιλανθρωπικές αγορές (μπαζάαρ). Τα έσοδα από τις εκδηλώσεις αυτές διετίθεντο για φιλανθρωπικούς σκοπούς, μέσω του κοινοτικού συμβουλίου. Διοργάνωνε επίσης θεατρικές παραστάσεις, μερικές από τις οποίες έμειναν ιστορικές, όπως εκείνες με τα έργα του Ρακίνα “Εσθήρ” και “Αθαλία” μεταφρασμένα στα ελληνικά. Στις παραστάσεις αυτές, γνωρίζουμε ότι μεταξύ άλλων πρωταγωνίστησαν οι Βιρζινή Αλμποχέρ, Σολ Δάσσα και Αλμπέρ Κεσσάλες. Παρενθετικά, αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως ήδη στα 1909 οι μαθητές του εβραϊκού σχολείου παρουσίασαν μια θεατρική παράσταση στα τουρκικά. Επρόκειτο για μια σύντομη κωμωδία, που είχε γράψει ο ίδιος ο διευθυντής του σχολείου.

Κάποιες άλλες αδελφότητες διοργάνωναν σεμινάρια εκμάθησης της εβραϊκής γλώσσας, προοριζόμενα για εκείνους που σκόπευαν να μεταναστεύσουν στην τότε Παλαιστίνη, καθώς τα χρόνια εκείνα του Μεσοπολέμου η Αλίγια, η μετεγκατάσταση δηλαδή των εβραίων της Διασποράς στη γη του Ισραήλ ήταν σε έξαρση.

Ο ραβίνος Αβραάμ Χαμπίμπ ίδρυσε στα 1925 την οργάνωση Zedakka Va-Hassed, η οποία ενίσχυε τα φτωχά και αναξιοπαθή μέλη της κοινότητας. Ο Χαμπίμπ ενθάρρυνε επίσης την εκ νέου σύσταση της αδελφότητας Αχαβάτ Ρεϊμ.

Γνωρίζουμε επίσης μια γυναικεία οργάνωση, τη Ροφέ Χολίμ, και τον αθλητικό σύλλογο “Δόξα”.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι τα γυναικεία αυτά εβραϊκά σωματεία βρίσκονταν σε αγαστή συνεργασία με τα αντίστοιχα σωματεία της χριστιανικής κοινότητας της πόλης, όπως το Σύλλογο Ελληνίδων Κυριών Κομοτηνής “Η Ροδόπη” και τη Φιλόπτωχο αδελφότητα Κυριών και Δεσποινίδων “Η Ειρήνη”, από κοινού με τις οποίες συντηρούσαν μαθητικό συσσίτιο και παιδικό σταθμό.

Υπήρχε ακόμη ειδικό φιλόπτωχο ταμείο της κοινότητας, το “Αβαδρίμ”, ονομασία που προέρχεται από τη βιβλική λέξη Αβόντα, που σημαίνει εργασία. Στο ταμείο αυτό συνεισέφεραν τις οικονομίες τους άποροι εργαζόμενοι, και με το κεφάλαιο του χτίστηκε η Ισραηλιτική Λέσχη, σε οικόπεδο γειτονικό του σχολείου.

Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Σύμφωνα με μια ενδιαφέρουσα θεωρία δεν υπάρχουν εθνικές κουζίνες, αλλά τοπικές. Δηλαδή οι κάτοικοι μιας περιοχής, άσχετα από την καταγωγή ή τη θρησκεία τους, έχουν αναπτύξει μια ιδιαίτερη μαγειρική παράδοση, που στις γενικές της γραμμές είναι κοινή και αλληλοεπηρεασμένη. Η θεωρία αυτή, είναι πολύ λογική, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα λάβουμε υπόψη μας τις θρησκευτικές ιδιαιτερότητες που επηρεάζουν την κουζίνα μιας εθνικής ή θρησκευτικής κοινότητας. Είναι γεγονός άλλωστε ότι εντελώς διαφορετική είναι η διατροφική παράδοση των εβραίων της Πολωνίας από εκείνη των εβραίων της Θεσσαλονίκης. Η κουζίνα όμως των τελευταίων μοιάζει πολύ με εκείνη των εβραίων της Κωνσταντινούπολης ή της Κομοτηνής, αλλά και με την κουζίνα των ελλήνων ορθοδόξων και των μουσουλμάνων της ευρύτερης περιοχής. Αυτό συμβαίνει επειδή η μαγειρική παράδοση ενός τόπου διαμορφώνεται σε συνάρτηση με τα προϊόντα και το κλίμα του. Και βεβαίως τα σύνορα των σύγχρονων κρατών, ιδίως της Βαλκανικής, δεν ταυτίζονται με τα “γαστρονομικά διαμερίσματα”. Σ’ αυτό το χώρο έζησαν και ζουν πολλά έθνη και θρησκευτικές ομάδες, η μαγειρική και διατροφική παράδοση των οποίων χτίστηκε πάνω σε κοινά βασικά χαρακτηριστικά.

Εν προκειμένω, όσον αφορά στους εβραίους της Κομοτηνής, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας τις θρησκευτικές οδηγίες και απαγορεύσεις, δηλαδή κυρίως την μη κατανάλωση χοιρινού κρέατος, αλλά και κάποιων άλλων τμημάτων των ζώων, την παρασκευή των φαγητών ως kosher, δηλαδή σύμφωνα με τον ενδεδειγμένο θρησκευτικά τρόπο και από τρόφιμα που έχει ελέγξει ειδικός θρησκευτικός λειτουργός, ο σοχέτ. Τέλος, πρέπει να χουμε υπόψη μας, ότι υπήρχαν και φαγητά ή γλυκά τα οποία παρασκευάζονταν εν όψει συγκεκομμένων εορτών, πράγμα που άλλωστε συνέβαινε και με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

Οι εβραίοι της Κομοτηνής είχαν αναπτύξει μια δικιά τους ιδιαίτερη κουζίνα, ενταγμένη φυσικά στον κύκλο της σεφαραδίτικης μαγειρικής, που περιλάμβανε φαγητά και γλυκά, τόσο για το καθημερινό τραπέζι, όσο και επετειακά, για τις μεγάλες εβραϊκές εορτές.

Στη Μαγειρική του των εβραίων της Ελλάδας, ο Νίκος Σταυρουλάκης καταγράφει μερικές ενδιαφέρουσες συνταγές από την κουζίνα αυτή, που ρίχνουν φως σε μια παράδοση αιώνων που τείνει σήμερα να χαθεί ολοκληρωτικά. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται η Μαζαπάνα, ένα είδος αμυγδαλωτών, το Χαροσέτ, γλυκό με ιστορικό συμβολισμό, αφού παρέπεμπε στη λάσπη που χρησιμοποιούσαν οι Ισραηλίτες, όταν ήταν αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο, για να χτίσουν μνημεία του Φαραώ, η Nugada, κεφτέδες κρέατος, ή κεφτίκας στα λαδίνο, σε σάλτσα κρασιού, το παστέλι, κρεατόπιτα με αρνί και αυγό, το Los Siete Sielos (οι επτά ουρανοί), ένα είδος ψωμιού για τη γιορτή του Σαβουώθ. Ακόμη τα παστελίκος ή Bourekıtas de massa fina, μπουρεκάκια, μικρές πίτες δηλαδή πατάτας και τυριού, οι Reynades, τομάτες και πιπεριές γεμιστές, οι Rodanchas ή Rodantikes, σπιτικές πίτες με κολοκύθα, μελιτζάνα ή πράσα, τα Etazikos de bimbrio, γλυκό κυδώνι, Folarikos, είδος τσουρεκιού, και Kassadikas de arroz, αλμυρές τάρτες με τυρί και ρύζι. Επίσης υπήρχαν φαγητά με περισσότερο ανατολίτικη επιρροή, όπως το Kodredo al fourno, αρνί ψητό στο φούρνο λεμονάτο, το Kebab se kodredo, αρνί ψητό με λαχανικά, οι Dolmas de kol, ντολμάδες με σάλτσα τομάτας, τα Fegado agrastada, συκωτάκια μοσχαρίσια, οι Yaprakites, γεμιστές μελιτζάνες, τα Egadıkos, συκωτάκια κοτόπουλου με σάλτσα τομάτα, Fideikos ή Fideos, χυλοπίτες με αυγά και το Durse blanko, κατά κυριολεξία λευκό γλυκό, που είναι αμύγδαλα καραμελέ. Υπήρχε και μια τοπική σπεσιαλιτέ, τα Makaronia con leche, κατά κυριολεξία μακαρόνια με γάλα, γνωστά και ως Komotinea.

Στη Κομοτηνή ακόμη η κοινότητα διατηρούσε δικό της φούρνο, πιθανότατα στην αυλή της συναγωγής, για την παρασκευή ματσώθ, άζυμων δηλαδή για το εβραϊκό Πάσχα.

ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Είναι λίγες γενικά οι ελληνικές επαρχιακές πόλεις που έχουν την τύχη να τις προσεγγίσει η λογοτεχνία, είτε ως χώρο όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, είτε πολύ περισσότερο αναπαριστώντας τον κοινωνικό ιστό και της καθημερινή ζωή τους.

Στις λιγοστές αυτές εξαιρέσεις έχει το προνόμιο να περιλαμβάνεται η Κομοτηνή. Και το προνόμιο γίνεται διπλό, αφού εν προκειμένω ένας συγγραφέας που είναι γέννημα θρέμμα της πόλης και γόνος της εβραϊκής κοινότητας, καταπιάστηκε με το παρελθόν της πόλης.

Πρόκειται βεβαίως για το Μισέλ Φάϊς και για την τριλογία του, που αποτελείται από ένα μυθιστόρημα, μια συλλογή διηγημάτων και ένα αφήγημα, στις σελίδες των οποίων εμφανίζονται οι εβραίοι της Κομοτηνής ως σημαντικές παρουσίες στα ιστορικά τους δρώμενα.

Στην “Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου” περιλαμβάνεται ένα σύντομο χρονικό της ισραηλιτικής κοινότητας Κομοτηνής, υπό μορφήν συνέντευξης στον Έντμοντ Μπαχάρ, δόκιμο συγγραφέα, που ετοιμάζει βιβλίο για την Κομοτηνή, πρόσωπο μυθοπλαστικό, πίσω από το οποίο υποκρύπτεται ο ίδιος ο Φάϊς. Τα στοιχεία βέβαια δεν είναι πάντοτε ακριβή – όπως για παράδειγμα η περιγραφή της εκτόπισης, που υποτίθεται πως γίνεται μέσω Θεσσαλονίκης και από εκεί τα θύματα προωθούνται στην Τρεμπλίνκα και στο Μπίρκεναου, που μάλιστα γράφονται λανθασμένα Τρεμπλίνα και Μπρίγκενταου, ενώ γνωρίζουμε πως οι συλληφθέντες εβραίοι της Κομοτηνής δεν πέρασαν ποτέ από τη Θεσσαλονίκη, αλλά εκτοπίστηκαν μέσω Βουλγαρίας μόνον στην Τρεμπλίνκα και κανείς τους δεν επέζησε… Για τις ανάγκες ίσως του μυθιστορήματος ο Φάϊς αναφέρεται σε επιζώντες που γύρισαν από τα στρατόπεδα του θανάτου, από τους οποίους κατονομάζει τον έμπορο καλτσών Βίκτωρα Ταλβή, το γιο του ασφαλιστή Κάλβο, το γιο του ραβίνου Φάϊς και τις δίδυμες αδελφές Νεφούσι, κόρες του προέδρου της Κοινότητας. Εκτός του ότι στην Τρεμπλίνκα οι Θράκες εβραίοι αφανίστηκαν μέχρις ενός, γνωρίζουμε ότι στην Κομοτηνή, στα τελευταία τουλάχιστον προπολεμικά χρόνια, δεν υπήρχαν οικογένειες Ταλβή και Κάλβο, όπως δεν υπήρχε ιατρός Δανόν, που, όντας αριστερός, κατά την “Αυτοβιογραφία” του Φάϊς κατέφυγε οικογενειακώς στο βουνό με τους αντάρτες… Ενώ πάλι, με τις δίδυμες αδελφές ίσως ο συγγραφέας θέλει να στρέψει τη σκέψη του καταρτισμένου αναγνώστη στα φρικτά πειράματα γενετικής, που πραγματοποιούσαν οι ναζί γιατροί σε βάρος των διδύμων. Το βιβλίο βέβαια είναι μυθιστόρημα και όχι χρονικό.

Στο β’ μέρος του βιβλίου, εμφανίζεται αφηγητής, που είναι γιος πολυμελούς εβραϊκής οικογένειας σερραϊκής καταγωγής, που μετοίκησε στη Δράμα και στην Κομοτηνή μετά το 1915, με πατέρα υφασματέμπορο και παππού γιατρό. Η οικογένεια ξεφεύγει το Ολοκαύτωμα, κρυμμένη σε χωριό της ορεινής Κορινθίας. Ίσως είναι η προσωπική ιστορία της οικογένειας του συγγραφέα… Σε άλλο σημείο εξιστορείται η μετάβαση των ομήρων σιδηροδρομικώς στην Πολωνία, όμως το ιστορικό υπόβαθρο είναι και πάλι λανθασμένο. Αφορά μάλλον, όπως και στο Α’ μέρος, στους εβραίους του Διδυμοτείχου. Ίσως συνειδητά ο Φάϊς μεταφέρει στους αναγνώστες του τα μαρτύρια και των υπολοίπων τμημάτων του εβραϊκού ελληνισμού… Άλλωστε ο Φάϊς είναι λογοτέχνης και όχι ιστορικός και η γραφή του δεν είναι κλασσική, αλλά είναι τολμηρή και πολύ σύγχρονη…

Οι εβραίοι εμφανίζονται σποραδικά σε πολλές σελίδες του βιβλίου τόσο ως άνθρωποι της όλης, όσο και ως σημεία αναφοράς. Συναντάμε έτσι το “μαρμαράδικο του Ισούα”, αλλά και μια υποτιθέμενη σχόλιο στο μεταπολεμικό τύπο για επίδοξους χρυσοθήρες “που ψάχνουν συνεχώς για τιμαλφή και λίρες σε πρώην ισραηλιτικά σπίτια. Συνομιλούν δε χαμηλοφώνως όπου βρεθούν και σταθούν για μυστικά σχεδιαγράμματα και κρυμμένα σεντούκια”. Αλλού γράφει για τις λίρες που βρέθηκαν στη σκεπή του σπιτιού του φαρμακοποιού Κάζη… Δημοσιεύεται επίσης και μια ανακοίνωση στην εφημερίδα “Πρωία” της 2-3-1942, με την οποία ενημερώνονται οι εβραίοι της πόλης για την επικείμενη αναχώρηση τους. Ανακοίνωση βεβαίως που δεν εκδόθηκε ποτέ- άλλωστε στη βουλγαροκρατούμενη ζώνη δεν κυκλοφορούσαν ελληνικές εφημερίδες…

Στο βιβλίο υπάρχει τέλος και μια μελαγχολική και πολύ ρεαλιστική περιγραφή της εγκαταλελειμμένης συναγωγή της Κομοτηνής, μαζί με κάποιες προσωπικές εξομολογήσεις του συγγραφέα γύρω από την εβραϊκή του ταυτότητα.

Στη συλλογή διηγημάτων “Από το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες” οι εβραίοι της Κομοτηνής εμφανίζονται μόνο στην ιστορία “Θεία Κλάρα, η ξεκαρδισμένη”. Μια πολυμελής οικογένεια “συνολικά είκοσι ένας νοματαίοι”, επιδιώκουν ν’ ανέβουν στη Νυμφαία δέκα μέρες πριν τη μοιραία 3η Μαρτίου 1943 και να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Βουλγάρους και την εκτόπιση. Κάποιοι τελικά δεν τα καταφέρνουν. Η ιστορία, βασισμένη ίσως σε βιώματα συγγενών του συγγραφέα, αφού η οικογένεια Φ. θα μπορούσε να ήταν οι Φάϊς, κλείνει με τα φυσικό θάνατο της ηρωίδας και είναι παράλληλα κι ένα λογοτεχνικό μνημόσυνο για εκείνους που έγιναν στάχτη στα στρατόπεδα του θανάτου…

Στο αφήγημα “Aegypius monachus” επανέρχεται σε διάφορα σημεία η πικρή ιστορία του χαμού. Άλλοτε μέσα από ερωτήσεις που πραγματεύονται τα άγνωστα σημεία των τελευταίων στιγμών των Κομοτηναίων εβραίων. Γράφει ο Φάϊς “Μπαμπά, τον Μισέλ, την Κλάρα, την Νταίζη, τον Ισαάκ και τον Σιμαντώφ τους πυροβόλησαν στον κρόταφο πριν τους ρίξουν στο Δούναβη;” και δεν ξέρουν ούτε οι ιστορικοί να του απαντήσουν. Άλλοτε, η εβραϊκή παρουσία διαχέεται μέσα από την περιήγηση στην “παλαιάν εκ πολλών ετών κατεσκαμμένην πόλιν”, την Κομοτηνή δηλαδή. Διαβάζουμε: “…να κυλιέται στη λάσπη του Μπουκλουντζά, να μετράει κουμπιά εβραϊκών μικρομάγαζων…”.

Το αφήγημα αυτό περιλαμβάνει ένα ακόμη απόσπασμα με εικόνες επιστροφής στη γενέτειρα. “Θα επιστρέψω στην εβραγιά… θα βρεθώ στα κυβολιθόστρωτα σοκάκια… Στην αλάνα της γκρεμισμένης συναγωγής θα διαβάσω την Περασά. Μπαρούχ Αδονάη αμεβοράχ λεολάμ βαέντ… Που καιρός για κιπά και ταλέτ… Μπαρούχ ατά Αδονάη, νοτέν Ατορά… Μάρτυρες γάτες, σαύρες, γαϊδουράγκαθα… Έτσι κι αλλιώς, όλα τα άλλα συμφιλιώθηκαν με την ιδέα του κυκλώνιου Β’.”

“Μια Παρασκευή στις 16 του μήνα Άβ” το 5352, “στριμώχτηκαν σε δεκάξη μεγάλες καραβέλες” κι ήρθαν ν’ αράξουν στην Κομοτηνή τα πληγωμένα και διωγμένα πουλιά της Σεφαράδ. Καθώς, τεσσεράμισι αιώνες μετά, οι απόγονοι τους δεν άκουσαν ποτέ το καντίς, αφού χαθήκανε “μια αξημέρωτη νύχτα στην Ασκενάζ”, έρχεται η λογοτεχνία του Φάϊς να καλύψει την ιστορική μνήμη τους, απαλύνοντας μια στάλα τον πόνο όλων εμάς, που δεν συμφιλιωθήκαμε με την ιδέα του κυκλώνιου Β’…

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Ο Μάρτης του 1943 ήταν κρύος και πικρός. Ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη στέναζε κάτω από τη μπότα της βουλγαρικής κατοχής, που συνοδευόταν από απίστευτες αγριότητες και συστηματική προσπάθεια εκβουλγαρισμού των κατοίκων της περιοχής. Για τις εβραϊκές κοινότητες όμως της περιοχής, τα πράγματα είχαν φτάσει σε οριακό σημείο: ήταν ο τελευταίος μήνας ύπαρξης τους, αφού σύσσωμος ο πληθυσμός τους εξοντώθηκε από τους κατακτητές, σε εφαρμογή των κελευσμάτων των Γερμανών συμμάχων τους.

Για να αντιληφθούμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξοντώθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός της Κομοτηνής, πρέπει να κάνουμε μια αναδρομή στα γεγονότα της εποχής, σκιαγραφώντας το ιστορικό τους πλαίσιο.

Τον Απρίλιο του 1941, μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς εισβολείς, γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος και κατέλαβαν ταχύτατα όλη την επικράτεια της χώρας. Τον ίδιο εκείνο μήνα ο φιλογερμανός πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Μπογδάν Φίλωφ υπέγραψε το “Σύμφωνο της Βιέννης”, με βάση το οποίο η Βουλγαρία επέτρεπε στα γερμανικά στρατεύματα να εισέλθουν στο βουλγαρικό έδαφος. Δυο βδομάδες αργότερα η Βουλγαρία χρησίμευσε ως το ορμητήριο των γερμανικών εισβολέων προς την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. Ως ανταμοιβή για τη βοήθεια τους αυτή, ο Χίτλερ παρέδωσε στους Βουλγάρους τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία και τη Ρουμανική Δοβρουτσά, καθώς και την Ελληνική Ανατολική Μακεδονία και το μεγαλύτερο τμήμα της Ελληνικής Θράκης. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τα εδάφη αυτά αποτελούσαν επί αιώνες κύριο στόχο της βουλγαρικής επεκτατικής πολιτικής, και το “κλειδί” για τη έξοδο τους στο Αιγαίο.

Λίγες μέρες αργότερα, τον ίδιο εκείνο Απρίλιο του 1941, εισήλθαν στις περιοχές αυτές βουλγαρικά στρατεύματα, που αντικατέστησαν τα γερμανικά, που τις είχαν καταλάβει λίγες βδομάδες πριν. Ανάμεσα στους κατεχόμενους πληθυσμούς περιλαμβάνονταν και μερικές χιλιάδες Ελλήνων εβραίων.

Σχεδόν αμέσως άρχισαν οι πιέσεις και οι διώξεις. Βούλγαροι φασίστες διέλυσαν τις εβραϊκές οργανώσεις και κατέστρεψαν συναγωγές και άλλα ισραηλιτικά ευαγή ιδρύματα. Σκληρές διώξεις βεβαίως αντιμετώπισε τόσο ο χριστιανικός, όσο και ο μουσουλμανικός πληθυσμός. Το πρώτο μάλιστα διάστημα της κατοχής, μέρος του πληθυσμού εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή. Ανάμεσα τους συμπεριλαμβάνονταν κι ένας αριθμός εβραίων κατοίκων.

Τον ίδιο εκείνο Απρίλιο του 1941, κατέφτασε στην γερμανική πρεσβεία της Σόφιας ο Theodor Dannecker, ως “ειδικός σύμβουλος” για τους εβραίους της Βουλγαρίας. Ο Dannecker είχε αρκετή εμπειρία στις αντισημιτικές διώξεις, αφού είχε προηγουμένως υπηρετήσει ως αντιπρόσωπος των “SS” στη Γαλλία του Βισσύ και στην Ιταλία. Κάτω από τις πιέσεις του τελευταίου, η βουλγαρική κυβέρνηση υποσχέθηκε την ενεργό συνεργασία της με τους Γερμανούς στην εφαρμογή των ρατσιστικών και αντιεβραϊκών σχεδίων τους.

Τους επόμενους μήνες η κυβέρνηση Φίλωφ άρχισε τη συστηματικότερη εφαρμογή αντιεβραϊκών μέτρων. Την περίοδο εκείνη επισκέφτηκε τη Γερμανία ο Αλεξάντερ Μπέλεφ, εδικός απεσταλμένος – κομισάριος της Βουλγαρίας για τα εβραϊκά θέματα. Ο Μπέλεφ, φανατικός ιδεολόγος του αντισημιτισμού, το καλοκαίρι του 1940 πήγε τη Γερμανία, όπου εκπαιδεύτηκε από τους Ναζί, πάνω στα σχέδια της πολιτικής τους εναντίον των εβραίων, με σκοπό να καθοδηγήσει σχετικά την κυβέρνηση της χώρας του. Η τελευταία, από το Νοέμβριο του 1941 κι εξής, άρχισε να εφαρμόζει ρατσιστικούς νόμους στους πενήντα χιλιάδες περίπου εβραίους της Βουλγαρίας, νόμους που βεβαίως είχαν εφαρμογή και στον εβραϊκό πληθυσμό της κατεχόμενης Μακεδονίας και Θράκης. Για τους τελευταίους μάλιστα οι συνθήκες ήταν αναπόφευκτα σκληρότερες, καθώς ήταν πρώην Έλληνες υπήκοοι, και είχαν μάλιστα αρνηθεί να πάρουν τη βουλγαρική υπηκοότητα.

Το καλοκαίρι του 1942 ο Μπέλεφ σύστησε ειδική επιτροπή για τις εβραϊκές υποθέσεις, υπό την ηγεσία του. Σε κάθε πόλη με εβραϊκό πληθυσμό, απεστάλη κι ένας αντιπρόσωπος της Επιτροπής αυτής, για να εποπτεύει επιτόπου την πορεία προς την “τελική λύση”. Ένας τέτοιος βούλγαρος αντιπρόσωπος εστάλη και στην Κομοτηνή.

Τον Οκτώβριο του 1942, ο Dannecker ειδοποίησε τον κομισάριο Μπέλεφ ότι το Ράϊχ ανέμενε πλέον τη μαζική μεταφορά των εβραίων της Βουλγαρίας σε στρατόπεδα προς τα “ανατολικά”, προς τα κατεχόμενα δηλαδή από τους Γερμανούς τμήματα της Πολωνίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Τόσο ο Μπέλεφ, όσο και ο πρωθυπουργός Φίλωφ συναίνεσαν χωρίς αντιρρήσεις στις γερμανικές απαιτήσεις. Δεν συνέβη το ίδιο όμως με το βουλγαρικό λαό, την Εκκλησία, τους αξιωματούχους της χώρας, αλλά και τον ίδιο το Βασιλιά της Βουλγαρίας Βόρις τον Γ’. Κάποιες μάλιστα από αυτές τις αντιδράσεις ήταν συγκινητικές, όπως η στάση του μητροπολίτη Πλόβντιβ (Φιλιππουπόλεως) Κύριλλου, που απέστειλε προειδοποιητικό τηλεγράφημα στο Βασιλέα, ότι ήταν έτοιμος να ξαπλώσει πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή, μπροστά στα τρένα, σε περίπτωση που επιβιβάζονταν σε αυτά εβραίοι με προορισμό στρατόπεδα συγκεντρώσεως…

Εντούτοις οι πιέσεις του Βερολίνου προς τη βουλγαρική κυβέρνηση συνεχίζονταν με μεγάλη ένταση, μέσω και του πρεσβευτή της Γερμανίας στη Σόφια Adolf Beckerle. Τότε κρίθηκε και η τύχη των εβραίων της κατεχόμενης ζώνης. Το Φεβρουάριο του 1943, και καθώς η παρουσία των γερμανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στη Βουλγαρία είχε αυξηθεί απειλητικά, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες στους Βουλγάρους, ο πρωθυπουργός Φίλωφ πρότεινε στον Dannecker έναν συμβιβασμό. Δέχτηκε δηλαδή να εκτοπιστούν οι δεκατρείς χιλιάδες εβραίοι της ελληνικής Μακεδονίας και Θράκης και της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Στις 22 Φεβρουαρίου 1943 υπογράφηκε η σχετική συμφωνία. Μάλιστα, το αυθεντικό σχέδιο της συμφωνίας αυτής αναφερόταν σαφώς σε μεταφορά εβραίων “από τη Θράκη και τη Μακεδονία”, όμως οι λέξεις αυτές αφαιρέθηκαν από το τελικό κείμενο, καθώς οι γερμανοί ήθελαν να εξοντώσουν όλους ανεξαιρέτως τους εβραίους της Βουλγαρίας, και της υφηλίου ολόκληρης. Το σχέδιο τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή και άρχισαν οι εκτοπίσεις. Η μοιραία νύχτα για τους Έλληνες εβραίους της Ανατολικής Μακεδονίας ήταν εκείνη της 3ης Μαρτίου του 1943.

Για την ιστορία πρέπει να σημειώσουμε, ότι οι ναζιστικές πιέσεις προς τη βουλγαρική κυβέρνηση συνεχίστηκαν με μεγάλη ένταση και επιμονή, με στόχο των εκτοπισμό και των εβραίων της κυρίως Βουλγαρίας. Όμως οι έντονες αντιδράσεις του πληθυσμού και οι ευνοϊκές συγκυρίες στάθηκαν ικανές να σώσουν το σύνολο του εβραϊκού πληθυσμού της “παλιάς” Βουλγαρίας. Ο μύθος θέλει μάλιστα να αποδίδει τη δολοφονία του Βασιλέα Βόρις από τους Γερμανούς, στη διαφωνία του ως προς την εκτόπιση των Βουλγάρων εβραίων…

Ο Βόρις μάλιστα είχε αντιδράσει και στην εκτόπιση των εβραίων της κατεχόμενης ζώνης. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του πρωθυπουργού Φίλωφ, ο Βασιλιάς τον ρώτησε που επρόκειτο να πάνε οι εβραίοι και όταν ο Φίλωφ του είπε πως θα πάνε στην Πολωνία, ο Βασιλέας παρατήρησε ότι αυτό σήμαινε ότι βάδιζαν προς το θάνατό τους. Ο Φίλωφ του αντέτεινε ότι κάτι τέτοιο ήταν υπερβολή, κι ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σαν εργατική δύναμη, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τους εβραίους τη κυρίως Βουλγαρίας. Η απάντηση του Βασιλέα ήταν ότι ο καταστάσεις δεν ήταν όμοιες και ότι οι εβραίοι θα αντιμετωπίζονταν απάνθρωπα από τους Γερμανούς. Εντούτοις ο Βόρις δεν εμπόδισε την εκτόπιση τους…

* * *

Οι βανδαλισμοί και οι αγριότητες των Βουλγάρων στη ζώνη κατοχής που τους παραχώρησαν οι Γερμανοί ξεπερνούν κάθε φαντασία και περιγραφή.
Συστηματικός αγώνας αφελληνισμού της περιφέρειας, βία και αιματηρά επεισόδια εναντίον φιλήσυχων πολιτών και αφόρητη πίεση για να αποδεχτούν οι τελευταίοι τη βουλγαρική υπηκοότητα, με πενιχρά όμως αποτελέσματα.

Τα ίδια προβλήματα αντιμετώπιζαν και οι εβραίοι της περιοχής, με την διαφορά ότι το θρήσκευμα τους αποτελούσε αιτία για περισσότερα βάσανα, που οδήγησαν εν τέλει στη θανατική τους καταδίκη.

Οι εβραίοι των περιοχών αυτών αρνήθηκαν στο σύνολο τους να συνεργαστούν με τις βουλγαρικές αρχές εναντίον των συμπολιτών τους, όταν τους προτάθηκε κάτι τέτοιο, καθώς οι Βούλγαροι αναζητούσαν επίμονα να βρουν πληθυσμιακά ερείσματα στην ζώνη κατοχής κι ήθελαν να διασπάσουν την αρραγή ελληνικότητα του πληθυσμού, με κάθε μέσο. Οι έλληνες εβραίοι όμως δεν προσφέρονταν για κάτι τέτοιο. Αρνήθηκαν επίσης να αποκτήσουν την βουλγαρική υπηκοότητα. Έμειναν πιστοί στην ελληνική πατρίδα μέχρι το τέλος…

Κατά το δεύτερο χρόνο της κατοχής, στα 1942, ένα μικρό μέρος του εβραϊκού πληθυσμού της βουλγαροκρατούμενης ζώνης εγκατέλειψε την περιοχή, είτε εξαναγκασμένο, είτε “οικειοθελώς”, κάτω δηλαδή από τις αφόρητες βουλγαρικές πιέσεις. Ο αριθμός τους υπολογίζεται σε τετρακόσια περίπου άτομα, ενώ κάποιοι ακόμη πρέπει να εγκατέλειψαν την περιοχή στο διάστημα από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου μέχρι την έλευση των Βουλγάρων. Η διαφυγή τους έγινε τόσο μέσω του Στρυμόνα, όσο και μέσω του Έβρου προς την Τουρκία, αλλά και προς τα γειτονικά νησιά Μυτιλήνη και Λήμνο.

Τα άτομα αυτά ανήκαν κυρίως στις υψηλότερες κοινωνικά κι οικονομικά ομάδες, γιατί αφενός αυτούς ήθελαν να εξορίσουν οι Βούλγαροι, ώστε να στερήσουν τον πληθυσμό από τη φυσική του ηγεσία και να καταρρεύσει έτσι το ηθικό του, αφετέρου δε, αυτές οι ομάδες, οι πλέον ευκατάστατοι δηλαδή, πλήττονταν περισσότερο από τα ανθελληνικά οικονομικά μέτρα, ενώ παράλληλα είχαν και τις περισσότερες δυνατότητες να συντηρηθούν και να επιβιώσουν σε κάποια άλλη περιοχή.

Το επόμενο βήμα των Βουλγάρων, στρεφόμενο πλέον αποκλειστικά εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού, ήταν η εφαρμογή των ρατσιστικών νόμων γερμανικής έμπνευσης κατά τα πρότυπα των νόμων της “Νυρεμβέργης”. Σχετικοί νόμοι είχαν ψηφιστεί από τη Βουλγαρική Βουλή το Φεβρουάριο του 1941 και το καλοκαίρι του 1942. Απαγόρευση κυκλοφορίας στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων, απαγόρευση μετακίνησης και ενασχόλησης με το εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα. Ακόμη, οι εβραίοι κάτοικοι εφοδιάστηκαν με ειδικά δελτία ταυτότητας και υποχρεώθηκαν να φέρουν στα ρούχα τους διακρατικό σήμα, δηλαδή το κίτρινο άστρο του Δαυίδ. Στα σπίτια τους τέλος τοποθετήθηκαν εμφανείς επιγραφές, που ανέγραφαν στα βουλγαρικά “εβραϊκή κατοικία”. Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 1943 οι Βούλγαροι κατάσχεσαν όλα τα πολύτιμα είδη, χρυσό και κοσμήματα των εβραίων, τα οποία κατατέθηκαν σε σφραγισμένα δέματα στην Εθνική τράπεζα της Βουλγαρίας. Πιθανόν μετά από την δήμευση αυτή να κατάφεραν να φύγουν μερικοί ακόμη εύποροι εβραίοι έξω από τη βουλγαρική ζώνη. Για την ιστορία αξίζει να γραφεί ότι δεκαετίες αργότερα τα δέματα αυτά με τα κατασχεμένα αγαθά των εβραίων της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, ύστερα από διακρατικές συμφωνίες, επιστράφηκαν στην Ελλάδα. Εκτός ελαχίστων για τα οποία ευρέθησαν κληρονόμοι, τα υπόλοιπα αποδόθηκαν από το ελληνικό κράτος στο Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος, ως φυσικό δικαιούχο σαν εκπρόσωπο της ολότητας του Εβραϊκού Ελληνισμού. Μάλιστα, μέσα από κειμήλια που περιλαμβάνονταν στα δέματα αυτά, δημιουργήθηκε ο πρώτος πυρήνας της συλλογής του Εβραϊκού Μουσείου της Ελλάδος…

* * *

Τη νύχτα της 3ης προς 4η Μαρτίου 1943, στις τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, με το θερμόμετρο να δείχνει πέντε βαθμούς υπό το μηδέν, δυνάμεις της βουλγαρικής αστυνομίας και του στρατού εισέβαλαν στα εβραϊκά σπίτια της κατεχόμενης ζώνης και συνέλαβαν τους ανύποπτους ενοίκους τους. Η επιχείρηση μάλιστα είχε οργανωθεί στην εντέλεια και με εξαιρετική μυστικότητα. Τα σπίτια των εβραίων είχαν επισημανθεί επακριβώς και είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην υπάρχουν διαφυγόντες. Επιλέχθηκε μάλιστα η ίδια ημέρα για όλες τις πόλεις της ελληνικής επικράτειας, ώστε να μην υπάρξει χρόνος να ειδοποιηθούν τα υποψήφια θύματα.

Κάπως έτσι πρέπει να διεξήχθη το σκηνικό του δράματος στην παγωμένη οδό Μακκαβαίων της Κομοτηνής, στο Φρούριο και στα γύρω στενά. Πόρτες σπάζουν από τα κοντάκια των όπλων, φωνές, σκαιή συμπεριφορά και βία. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, νέοι, γέροι, ανάπηροι – όλοι οι εβραίοι κάτοικοι ανεξαιρέτως σηκώνονται από τα κρεβάτια τους και αναγκάζονται να βγουν από τα σπίτια τους. O πληθυσμός, εβραϊκός και μη, αιφνιδιάζεται. Προφανής ο στόχος: να αποφευχθούν οι αντιδράσεις.

Κάτω από αυστηρή συνοδεία, οι εβραίοι όμηροι διέρχονται από τους παγωμένους δρόμους των κοιμισμένων πόλεων, και φυλακίζονται προσωρινά στις καπναποθήκες. Οι Κομοτηναίοι φυλακίστηκαν στον ιερό τους χώρο, τη συναγωγή. Τους απαγορεύεται παντελώς η επαφή με το ντόπιο μη εβραϊκό πληθυσμό και κάθε παροχή βοήθειας από αυτούς. Παρά ταύτα, οι Έλληνες ορθόδοξοι κάτοικοι των περιοχών αυτών επέδειξαν ιδιαίτερο ανθρωπισμό κι ενδιαφέρον για τους συλληφθέντες εβραίους και δεν αποδέχθηκαν αδιαμαρτύρητα την μεταφορά των εβραίων συμπολιτών τους. Προσπάθησαν, παρά την αυστηρή απαγόρευση επαφών που επέβαλαν οι Βούλγαροι, να τους δώσουν τρόφιμα, δώρα και τον ύστατο αποχαιρετισμό. Έδειξαν στάση εξαιρετικής εγκαρδιότητας, σε βαθμό που γερμανοί ναζί διπλωματικοί τη χαρακτήρισαν “αποκρουστική”. Παρόμοια στάση απ’ ότι φαίνεται έδειξαν και κάποιοι Βούλγαροι κομμουνιστές, είτε από ιδεαλισμό, είτε από πολιτική επιλογή. Σημειώνουμε ακόμη, ότι την περίοδο της σύλληψης των εβραίων της βουλγαροκρατούμενης ζώνης, δεν υπήρχε στην περιοχή οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα και οι όποιοι πυρήνες είχαν σχηματιστεί, δεν είχαν κατάλληλες δυνάμεις και οργάνωση για να αντιδράσουν, βοηθώντας τους εβραίους να διαφύγουν.

Τρεις μέρες αργότερα όλοι οι εβραίοι της Κομοτηνής μεταφέρονται στη Δράμα, και από εκεί στα παλιά ελληνοβουλγαρικά σύνορα, από όπου ελλείψει σιδηροδρομικής γραμμής υποχρεώνονται να περπατήσουν ως το Πετρίτσι. Στη συνέχεια οδηγούνται με φορτηγά σε στρατόπεδα στην Ντούμπνιτσα μαζί με τους Ξανθιώτες ομόθρησκους τους, ενώ οι υπόλοιποι όμηροι της βουλγαρικής ζώνης προωθήθηκαν στην Άνω Τζουμαγιά. Εκεί θα παραμείνουν έγκλειστοι επί δυο εβδομάδες σε καπνομάγαζα, που εκκενώθηκαν εξεπιτούτου. Οι εβραίοι της Ντούμπνιτσας έστειλαν αρκετές ποσότητες τροφίμων στους πεινασμένους αδελφούς τους. Τα τρόφιμα αυτά όμως δεν έφτασαν ποτέ στους παραλήπτες τους. Αντί γι’ αυτό, οι δεσμοφύλακες των εβραίων της Θράκης έκαναν ένα πλούσιο γλέντι! Στις 18 και 19 Μαρτίου φορτώνονται σε βαγόνια για να πάνε σιδηροδρομικώς στο Λομ, πόλη της βόρειας Βουλγαρίας, στις όχθες του Δούναβη. Στις 20-21 Μαρτίου επιβιβάζονται σε τέσσερις μαούνες, για να διαπλεύσουν με αυτές το ποτάμι, με προορισμό τη Βιέννη.

Παραμένει μυστήριο ανεξερεύνητο ακόμη, η συνέχεια της ιστορίας. Όμως έτσι κι αλλιώς, λίγη σημασία έχει. Οι άνθρωποι εκείνοι ήταν προγραμμένοι από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους. Κάποια από τα ποταμόπλοια βούλιαξαν και ο επιβάτες τους πνίγηκαν στα νερά του Δούναβη. Ήδη άλλωστε αρκετοί είχαν πεθάνει στη διαδρομή από τις κακουχίες και την εξάντληση. Κι όσοι έφτασαν εν τέλει στη Βιέννη, οδηγήθηκαν σιδηροδρομικώς στην Τρεμπλίνκα, στο φοβερό στρατόπεδο της οποίας εξοντώθηκαν πάραυτα μέχρι ενός. Από τους Κομοτηναίους, αλλά και από τους υπόλοιπους ελληνοεβραίους της βουλγαρικής ζώνης που συνελήφθησαν, δεν επέστρεψε πίσω κανείς , ούτε έδωσε ίχνη ζωής.

Ας δούμε όμως το χρονικό της εκτόπισης για την ιστορία, αφού η ιστορία και η μνήμη είναι το μόνο που απέμεινε από τους ανθρώπους εκείνους. Τα ποταμόπλοια στα οποία επιβιβάστηκαν ήταν το Karageorgi, το Voivoda Mishich, το Saturnus, και το Tsar Dushan. Το Karageorgi που ξεκίνησε πρώτο από το Λομ στις 2 μ.μ. της 20ης Μαρτίου 1943 δεν έφτασε ποτέ στη Βιέννη και οι 1.100 εβραίοι όμηροι που επέβαιναν σε αυτό κατέληξαν στα νερά του ποταμού. Πιθανότατα πνίγηκαν άπαντες, αφού δεν μεταφέρονταν ως συνηθισμένοι επιβάτες, αλλά στην κυριολεξία ως πρόβατα για σφαγή. Τα υπόλοιπα τρία πλοία έφτασαν στη Βιέννη στις 25, 26 και 31 Μαρτίου 1943, μετά από πολυήμερο ταξίδι, οπότε και τη φρούρηση των ομήρων ανέλαβαν γερμανοί αστυνομικοί, οι οποίοι οδήγησαν τα θύματα σιδηροδρομικώς στο στρατόπεδο του θανάτου της Τρεμπλίνκα.

Οι 877 εβραίοι που επέβαιναν στο Voivoda Mishich μεταφέρθηκαν με την αμαξοστοιχία DA201 και έφτασαν στην Τρεμπλίνκα στις 6:28 π.μ. της 27-3-1943. Οι 1256 επιβάτες του Saturnus φορτώθηκαν στο συρμό DA202 και έφτασαν στην Τρεμπλίνκα την ίδια ώρα της 28ης Μαρτίου, ενώ οι 986 επιβάτες του Tsar Dushan έφυγαν για την Τρεμπλίνκα τη νύχτα της 1-2 Απριλίου και αφίχθησαν στο στρατόπεδο στις 6:28 π.μ. της 3 Απριλίου 1943.

Ο γράφων έχει πάντως την αίσθηση ότι οι Βούλγαροι υπάλληλοι και το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, στο κατώτερο επίπεδο τουλάχιστον, ο οποίοι συμμετείχαν στο ανοσιούργημα της σύλληψης και εκτόπισης των εβραίων της κατεχόμενης ζώνης, καθώς δεν εμφορούνταν από αντισημιτικές αντιλήψεις, καταδίωξαν την ελληνικότητα των εβραίων και όχι το θρήσκευμα τους. Άλλωστε και ο χριστιανικός πληθυσμός των περιοχών που κατέχονταν από τους Βουλγάρους στα 1941-1944 υπέφερε τα πάνδεινα, καταμετρώντας μεγάλο αριθμό νεκρών από εκτελέσεις και βασανιστήρια. Σε κάθε περίπτωση, οι Βούλγαροι γενικώς δεν έκαναν καμία προσπάθεια να προστατέψουν τους Έλληνες εβραίους, και οι όποιες αντιδράσεις εκ μέρους τους ήταν χαλαρές, ενώ αντίθετα προσπάθησαν πολύ και πέτυχαν τελικά, όπως σημειώσαμε παραπάνω, να σώσουν τους Βούλγαρους εβραίους. Η μη αποδοχή της Βουλγαρικής ταυτότητας από τους Ελληνοεβραίους είχε το τίμημα της, αφού κύριος στόχος της πολιτικής των Βουλγάρων ήταν να απαλλαγεί η κατεχόμενη από αυτούς ζώνη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης από τον ελληνικό πληθυσμό της, στον οποίο με σταθερή και ακλόνητη πίστη ανήκαν οι ιουδαϊκού θρησκεύματος κάτοικοι της περιοχής.

Στο σημείο αυτό, και σε επιβεβαίωση των ανωτέρω σκέψεων, αξίζει να δούμε τη στάση μιας άλλης εθνικοθρησκευτικής ομάδας της περιοχής αυτής κατά την περίοδο της Βουλγαροκρατίας. Με λύπη μας πρέπει να σημειώσουμε ότι αρκετοί Αρμένιοι της βουλγαρικής ζώνης, Έλληνες υπήκοοι σε μεγάλο ποσοστό ή πάντως έχοντας απολαύσει στο παρελθόν την ισονομία και την εύνοια του ελληνικού κράτους, συνεργάστηκαν εντούτοις ανοιχτά με τους κατακτητές, προδίδοντας την ελληνική πατρίδα και τους συμπατριώτες τους. Για τη συνεργασία τους αυτή τιμήθηκαν ηθικά και υλικά από τους Βουλγάρους και φυσικά τους ακολούθησαν το 1944, όταν απελευθερώθηκε η περιοχή από το ζυγό των κατακτητών.

Αξιοπρόσεκτο είναι τέλος ότι μεγάλο μέρος των αρχείων της Βουλγαρικής επιτροπής για τα εβραϊκά θέματα καταστράφηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, αμέσως μετά το κίνημα του Πατριωτικού Μετώπου, και η κομμουνιστική κυβέρνηση στη συνέχεια μέσω των Λαϊκών της Δικαστηρίων θεώρησε ως μόνους και αποκλειστικούς υπεύθυνους για την εκτόπιση των εβραίων τους φασίστες προκατόχους της… Άραγε οι καθεστωτικές μεταβολές αλλάζουν και τα ψυχικά αισθήματα των ανθρώπων;

* * *

Σύμφωνα με τις στατιστικές του κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος , οι Κομοτηναίοι εβραίοι που συνελήφθησαν το Μάρτη του 1943 ήταν 878. Κάποιοι από αυτούς πέθαναν στη διαδρομή από τις κακουχίες, το κρύο, τον υποσιτισμό ή τις ασθένειες. Κάποιοι άλλοι πνίγηκαν στο Δούναβη, όταν ανατράπηκε ένα από τα πλοία που τους μετέφεραν. Δεν έχουμε στοιχεία για το πόσοι μπήκαν τελικώς στο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα. Και καθώς όλοι τους θανατώθηκαν αμέσως μετά την έλευση τους εκεί, δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την τύχη τους. Γνωρίζουμε όμως ότι εξοντώθηκαν μέσα σε πρωτόγονους θαλάμους αερίων, πράγμα που σημάνει πως υπέφεραν, αφού καθυστερούσε χρονικά να επέλθει ο θάνατος.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, όταν έφτασαν οι Έλληνες εβραίοι της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης στην Τρεμπλίνκα, θεωρήθηκαν ότι έχουν ασυνήθιστα άθλια φυσική κατάσταση, με συνέπεια να θανατωθεί αμέσως συντριπτικό ποσοστό τους, πλην κάποιοι επέζησαν του μαζικού θανάτου και εισήλθαν στο στρατόπεδο ως “εργάτες”. Σημειώνουμε εδώ, ότι τα ποσοστά εκείνων που απέφευγαν τον άμεσα θάνατο και εισάγονταν στο στρατόπεδο, ποίκιλαν και αυξομειώνονταν σε κάθε αποστολή, και συχνά εξαρτιόνταν από τις ανάγκες των γερμανικών εργοστασίων από άμισθο εργατικό δυναμικό… Όσοι λοιπόν από τους Θρακιώτες επέζησαν της αρχικής επιλογής αλλά και των φρικτών συνθηκών διαβίωσης των επόμενων μηνών, στάλθηκαν τον Οκτώβριο του 1943 για καταναγκαστικά έργα στο κατεστραμμένο μετά την εξέγερση γκέτο της Βαρσοβίας. Έκτοτε χάνονται τα ίχνη τους, και το πιθανότερο είναι ότι εξολοθρεύτηκαν στο σύνολο τους, καθώς οι Γερμανοί δεν ήθελαν να έχουν μάρτυρες των εγκλημάτων τους.

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

Καθώς δεν υπάρχουν μαρτυρίες διασωθέντων – αφού δεν επέζησε κανένας από τους εκτοπισθέντες εβραίους της Κομοτηνής, οι μαρτυρίες των άλλων, των μη Κομοτηναίων για την εικόνα και το τέλος της κοινότητας είναι σημαντικές. Σημειώνει ο Νισήμ Αλκαλάϊ από το Διδυμότειχο: “Υπήρχε… μια μεγάλη κοινότητα στην Κομοτηνή… Η περιοχή, πλούσια σε καπνά, έφερε την ευμάρεια στους εβραίους. Υπήρχαν μεγάλες οικογένειες: οι Ναχμίας, οι Μεβοράχ, οι Αλμποχέρ, οι Κασσάβι, οι Μπεχάρ, οι Ρομανό, ο Μπενουζίλιο, οι Ντάσσα κι άλλες ακόμη. Όλοι χάθηκαν δίχως ν’ αφήσουν ίχνη ούτε και μάτια για να πουν την ιερή προσευχή του Καντίς”.

Καθώς το τρένο με τους ελληνοεβραίους ομήρους περνούσε από τα στενά της Κρέσνας κι έκανε μια σύντομη στάση, οι εβραίοι εργάτες του γειτονικού στρατοπέδου καταναγκαστικών έργων, ξύπνησαν από έναν ήχο που θύμιζε θρήνο πουλιών φυλακισμένων σε κλουβιά. Η Vicki Tamir στη μελέτη της για τους εβραίους της Βουλγαρίας, καταγράφει τη μαρτυρία ενός από αυτούς τους εργάτες: “Νωρίς το επόμενο πρωί αντικρίσαμε μια σκηνή γυμνού τρόμου: σε μια στιγμή είδαμε όλη την τραγωδία των εβραίων της περιοχής του Αιγαίου – ακατέργαστου και άψητου υλικού για τις βιομηχανίες του θανάτου- να ξετυλίγεται μπροστά μας. Ποτέ δε θα σβήσει από τη μνήμη μας η θύμηση ενός σεβάσμιου γέροντα με άσπρα γένια, που μας μίλησε γαλήνια, σαν προφήτης των Γραφών: “No vos spantes, hermanos, la salvacion viene”. Μη φοβάστε αδέλφια, η σωτηρία έρχεται”. Ενώ ο επίσης αυτόπτης μάρτυρας του σκηνικού αυτού της Κολάσεως, ο ποιητής Simcho Isakov αφιέρωσε το ποίημα του Vlakovete (Τα Τρένα) στη μνήμη των Ελλήνων εβραίων…

Σώζεται επίσης η μαρτυρία ενός μη έλληνα εκτοπισμένου στο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα, ο οποίος τελικά επέζησε, του Richard Glazar. Αποτέλεσε λοιπόν γεγονός για τους κρατούμενους του στρατοπέδου αυτού η άφιξη των Ελλήνων εβραίων της Θράκης, κι έκανε αίσθηση ανάμεσα τους. Οι Έλληνες ήταν άνθρωποι με καλή υγεία, καθώς δεν είχαν γνωρίσει την εμπειρία πολύμηνου εγκλεισμού σε γκέτο, παρά την πολυήμερη ταλαιπωρία τους κατά τη μεταφορά τους στο στρατόπεδο. Ήταν καλοντυμένοι κι έμοιαζαν εύποροι. Η άφιξη τους στο στρατόπεδο, όπου οι υπόλοιποι κρατούμενοι μαστιζόταν από υποσιτισμό, σηματοδότησε την προσωρινή σωτηρία των υπολοίπων, μέσα από τα τρόφιμα που έφεραν μαζί τους οι Έλληνες. “Έλαμπαν από δύναμη και υγεία”, διηγείται ο Glazar, και μας μεταφέρει ότι κάποιος άλλος συγκρατούμενος του σχολίασε: “Κοίτα Μακκαβαίοι, Μακκαβαίοι στην Τρεμπλίνκα”, τονίζοντας με τον τρόπο αυτό την αντίθεση ανάμεσα στους υγιείς νεοαφιχθέντες και στους εντελώς εξαντλημένους ήδη κρατούμενους στο στρατόπεδο… Είναι πιθανόν όμως ο Glazar να συγχέει τους εβραίους της Θράκης με μια από τις αποστολές των Θεσσαλονικέων εβραίων που κι αυτοί εκτοπίστηκαν στην Τρεμπλίνκα το ίδιο περίπου διάστημα, και οι οποίοι αφίχθηκαν στο στρατόπεδο στις 26-3-1943, όπου βεβαίως και εξοντώθηκαν όλοι τους.

Αποσπασματικά, ψάχνοντας σκόρπια στοιχεία, μαρτυρίες άλλων επιζώντων και ποικίλες καταγραφές, πληροφορούμαστε την τύχη κάποιων από τους εβραίους της Κομοτηνής, από κείνους βεβαίως που είχαν φύγει από την πόλη, πριν την επιχείρηση σύλληψης του εβραϊκού της πληθυσμού από τους Βουλγάρους. Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της Ντόνα Ροντρίκ – Μωύς, η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του γιατρού Κυριακίδη. Όταν ο τελευταίος κατέφυγε στην Κατερίνη, πήρε μαζί του την Ντόνα, και την έκρυψε στο σπίτι του. Οι εβραίοι της Κατερίνης ήταν από τις σπάνιες περιπτώσεις διασωθέντων, καθώς απέφυγαν όλοι τους τη σύλληψη, χάρη στη βοήθεια της τοπικής χριστιανικής κοινωνίας και των αρχών της πόλης.

Από έγγραφο του Δήμου Μύρινας της Λήμνου μαθαίνουμε ότι από τα 1934 είχε μεταδημότευση στο νησί από στην Κομοτηνή η οικογένεια του Ισαάκ Κομιδή του Ιακώβ. Η οικογένεια του αποτελείτο από τη σύζυγο του Ρένα, που ήταν Σμυρνιά και τα παιδιά τους Ιακώβ. Ματιάς, Σουμπούλα, Ιούδα, Μοσσόν, Κλάρα, Τζούλια και Σολομών. Στο ίδιο έγγραφο του Δήμου Μύρινας, πληροφορούμαστε πως υπήρχαν προσφυγικά δημοτολόγια, όπου καταγράφονταν όσοι φυγάδες προέρχονταν από τη Μακεδονία και τη Θράκη, μετά την είσοδο των Βουλγάρων σε αυτές τις περιοχές. Καταγράφονται εννέα οικογένειες αποτελούμενες από 31 συνολικά άτομα, αλλά δεν διευκρινίζεται αν και ποιοι από αυτούς ήταν Κομοτηναίοι… Δεν ξέρουμε με βεβαιότητα τι απέγιναν οι Κομιδή και οι άλλοι φυγάδες. Το πιθανότερο είναι όμως πως κατέληξαν κι αυτοί στους φούρνους του ναζιστικού Μολλώχ.

Στην έγγραφη κατάσταση της 14ης Αυγούστου 1941 , που συνέταξε ο Αρχιραββίνος Χανίων Ηλίας Σ. Όσμος, καταγράφονται τα μέλη της Ισραηλιτικής κοινότητας Χανίων με πλήρη στοιχεία. Ανάμεσα τους συναντάμε την οικογένεια Ασαγιά. Τον Μόρδο Ασαγιά του Σαμπετάϊ, τη σύζυγο του Ρεγγίνα, και τα παιδιά τους Μωϋσή, Ιακώβ, Μπέλα και Ισάκ. Γεννήθηκαν όλοι τους στην Κομοτηνή ανάμεσα στα 1876 και 1917, εκτός από το μικρότερο γιο, που γεννήθηκε στη Φιλιππούπολη στα 1925 και το χρόνο της καταγραφής ήταν μαθητής. Από τα υπόλοιπα τρία παιδιά ο πρώτος γιος ήταν εργάτης, ο δεύτερος πλανόδιος έμπορος και η κόρη μοδίστρα. Ο πατέρας ήταν άεργος και μη μητέρα νοικοκυρά. Ήταν μια τυπική μικροαστική οικογένεια. Είχαν όλοι τους τη βουλγαρική υπηκοότητα και βρίσκονταν στην Κρήτη από το 1940 “λόγω εξορίας εις Βουλγαρία”. Στην ίδια κατάσταση αναφέρεται και ο Μενασέ Εφραίμ του Αρών , γεννηθείς το 1909 στην Κομοτηνή, ο οποίος ήταν σοφέρ, ήταν τούρκος υπήκοος και βρισκόταν στα Χανιά από τις αρχές του 1941 “δι’ εργασία”. Όλοι οι Κομοτηναίοι έμεναν στην “καρδιά” της εβραϊκής συνοικίας των Χανίων, στον αριθμό 48 της οδού Κονδυλάκη. Ενάμιση χρόνο αργότερα, σε μιαν αντίστοιχη κατάσταση της 17-2-1943, όλοι οι Κομοτηναίοι έχουν φύγει από τα Χανιά. Στην ίδια διεύθυνση, Κονδυλάκη 48, κατοικεί πλέον η οικογένεια του Ιακώβ Μωϋσή Κοέν…

Κομοτηναίος ήταν και ο δημοσιογράφος και εκδότης Ζακ Λεβής. Γεννήθηκε στη Γκιουμουλτζίνα στα 1914 και στα χρόνια του μεσοπολέμου εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 1945 εξέδωσε την ελληνόγλωσση εφημερίδα “Ισραηλιτικόν Βήμα”. Το 1947 μετανάστευσε στη Γαλλία.

Κλείνοντας τον πονεμένο κύκλο των μαρτυριών και των αναμνήσεων, ας δούμε κι ένα είδος Κληρονομητηρίου κάποιων εβραίων της Κομοτηνής. Πρόκειται για μια βεβαίωση της 30ης Μαίου 1962 με αριθμό πρωτοκόλλου 124, με την οποία το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος “βεβαιοί ότι ως προκύπτει εκ της γενομένης ερεύνης και των παρ’ ημίν σχετικών στοιχείων οι Ιωσήφ Ιεουδά Μπαρόκας, Μπολισού σύζυγος Ιωσήφ Μπαρόκα, το γένος Σάββα Μπαχάρ και Ρόζα θυγάτηρ Ιωσήφ Μπαρόκα, κάτοικοι εν ζωή Κομοτηνής, συνελήφθησαν παρά της Βουλγαρικής Αστυνομίας εκτελούσης διαταγάς των Γερμανικών Αρχών κατά τας ομαδικάς συλλήψεις των Ισραηλιτών εν Κομοτηνή το έτος 1943 κατά την εφαρμογήν των ναζιστικών μέτρων εξοντώσεως των εβραίων και μεταφερθέντες εις Λομ παρεδόθησαν εις τας Γερμανικάς Αρχάς, έκτοτε δε και μέχρι σήμερον δεν έδοσαν σημεία ζωής οιαδήποτε ώστε καθίσταται βέβαιον ότι εθανατώθησαν είτε δια πνιγμού εις τον Δούναβιν ποταμόν είτε δια πυροβόλων όπλων. Τα ανωτέρω θύματα κατέλειπον μόνον εγγύτερον συγγενή των εν ζωή κατά τον χρόνον του θανάτου των τον Ιεουδά Ιωσήφ Μπαρόκαν, υιόν των δυο πρώτων ως άνω θυμάτων και αδελφόν του τρίτου ανωτέρω θύματος…”. Ο επίλογος της ιστορίας της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ισραηλιτικής Κοινότητας Κομοτηνής έμελλε να ναι μια βεβαίωση “προς δικαστικήν χρήσιν”, που σε δέκα γραμμές περικλείει τα πέρασμα ενός λαού από τη Θρακική γη και το θλιβερό και ανατριχιαστικό του τέλος…

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ελάχιστα πράγματα θα βρει ο σημερινός επισκέπτης της Κομοτηνής, να τον φέρνουν κοντά στις εβραϊκές μνήμες της πόλης. Στο χώρο της συναγωγής θα συναντήσει ένα χέρσο οικόπεδο που οι περίοικοι χρησιμοποιούν για να σταθμεύουν τα οχήματα τους. Στο χώρο των μνημάτων σύγχρονες οικοδομές έχουν προ πολλού εξαφανίσει κάθε ίχνος του παρελθόντος.

Η οδός Μακκαβαίων λέγεται πια Μιχαήλ Καραολή και τόσο το σχολείο όσο και η Λέσχη αποτελούν μακρινή ανάμνηση. Μόνον ένας παράδρομος της Καραολή λέγεται οδός Καράσσο, με την επεξήγηση “Έλλην Ισραηλίτης Μέλος Συμβουλίου Διασυμμαχικής Θράκης 1920”.

Δυο τρία σπίτια στης Καραολή είναι ότι απέμεινε από την αλλοτινή εβραϊκή παρουσία στην Κομοτηνή. Στο πιο αξιόλογο από αυτά ξεχωρίζει ακόμη στο αέτωμα η χρονολογία 1895.

Οι εβραίοι της Κομοτηνής γίνανε στάχτη στην Πολωνία. Σήμερα, εξήντα χρόνια μετά τη θυσία και το χαμό τους, από την πόλη έχει σβήσει κάθε τους ίχνος, κάθε τους μνήμη. Κι αυτό είναι δυστυχώς η μεγαλύτερη πίκρα. Πίκρα που ετούτη η μελέτη, βγάζοντας στο φως την ιστορία των Κομοτηναίων εβραίων, φιλοδοξεί σ’ ένα βαθμό να απαλύνει…

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Βιλαέτι (τουρκ. vilayet) = O νομός του Οθωμανικού κράτους. Τα γεωγραφικά του όρια θυμίζουν τις σημερινές Περιφέρειες του ελληνικού κράτους. Η Κομοτηνή ανήκε στο Βιλαέτι της Αδριανούπολης.

Καζάς (τουρκ. kaza) = Υποδιαίρεση του σαντζακιού. Η έκταση του θυμίζει τη σημερινή επαρχία, αλλά είχε δικά της διοικητικά όργανα.

Καραβάνσεράϊ (τουρκ. kervansaray) = O ξενώνας. Λειτουργικός χώρος για όσους επισκέπτονταν τα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μπασμάς (τουρκ. basma) = Η γνωστότερη ποικιλία καπνών που παράγονται στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Κατά κυριολεξία η πίεση, η εκτύπωση, το πατημένο. Εν προκειμένω το πατημένο φύλλο καπνού.

Σαλναμέ (τουρκ. Salname) = Επετηρίδα. Διοικητικό εγχειρίδιο. Ειδική έκδοση με στατιστικά και πληθυσμιακά στοιχεία, καθώς και τη διοικητική διάρθρωση της δημόσιας διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προοριζόμενη για χρήση κυρίως των δημοσίων υπαλλήλων. Εκδιδόταν περιοδικά, όχι απαραιτήτως ετήσια, και ήταν ξεχωριστή για κάθε σαντζάκι.

Σαντζάκι (τουρκ. sancak) = Μονάδα διοικητικής διαίρεσης του Οθωμανικού κράτους, μικρότερη από το νομό. Η έκταση της βέβαια προσεγγίζει τα όρια των σημερινών νομών του ελληνικού κράτους. Η Κομοτηνή ήταν πρωτεύουσα του ομωνύμου σαντζακίου.

UNRRA = United Nations Relief and Rehabilitation Agency. Γραφείο Ανακούφισης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών. Φορέας που δραστηριοποιήθηκε και στην Ελλάδα της Κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου και συνέβαλε στην αποκατάσταση των θυμάτων του πολέμου.

Χάνι (τουρκ. han) = Πανδοχείο, ξενώνας, αλλά και κτίριο που στεγάζει εργαστήρια και μικρές βιοτεχνίες.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΒΡΑΪΚΩΝ ΟΡΩΝ

Στο Γλωσσάρι που ακολουθεί ερμηνεύονται οι λέξεις και οι όροι που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου και θα λύσουν τις εύλογες απορίες του. Με αυτό το πρίσμα δεν ερμηνεύονται τα ονόματα των φαγητών και γλυκών καθώς και των εβραϊκών συλλόγων που απαντώνται στο κείμενο.

Αλίγια = H οργανωμένη μεταναστευτική κίνηση προς την τότε Παλαιστίνη, που δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, με στόχο τη δημιουργία εβραϊκού κράτους.

Alliance Israelite Universelle = Παγκόσμια Ισραηλιτική Ένωση. Οργάνωση που ιδρύθηκε το 1860 στη Γαλλία. Σκοπός της ήταν η οργάνωση του εβραϊσμού σε διεθνή βάση, και η αφύπνιση κι ο εκσυγχρονισμός των εβραϊκών κοινοτήτων της Ανατολής. Για να επιτύχει τον τελευταίο αυτό στόχο της ίδρυσε μια σειρά σχολείων σε πόλεις της Βαλκανικής, της Μικράς Ασίας αλλά και της Βόρειας Αφρικής.

Ασκενάζ = Η Βιβλική ονομασία της Γερμανίας. Οι εβραίοι της Γερμανίας, αλλά και γενικότερα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία κλπ) ονομάζονται Ασκεναζίμ. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η χρήση των “γίντις” (από τη γερμανική λέξη jiidisch που σημαίνει εβραίος), διαλέκτου γερμανικής βάσης, με στοιχεία σλαβικά και εβραϊκά. Έχουν επίσης δικό τους λειτουργικό τυπικό, αλλά και πολιτιστική παράδοση που διαφέρει πολύ από εκείνην των Σεφαραδιτών και των εβραίων της Ανατολής.

Beit El = Οίκος του Θεού. Η ονομασία της συναγωγής της Κομοτηνής.

Εχάλ = Το Ιερό της συναγωγής. Ερμάρι στην ανατολική πλευρά της συναγωγής , όπου φυλάσσονται τα “σεφαρείμ” , οι κυλινδρικές περγαμηνές με τον εβραϊκό Νόμο. Οι Ασκεναζίμ το καλούν Αρόν Ακόντες.

Joint = Η οργάνωση American Joint Distribution Committee. Ιδρύθηκε το 1914 στις Η.Π.Α. για να βοηθήσει τα θύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη διάρκεια των Διωγμών προσπάθησε να εξαγοράσει τη ζωή των εβραίων της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας. Μετά τον πόλεμο συνέδραμε στην ανασυγκρότηση των εβραϊκών κοινοτήτων και προώθησε τη μετανάστευση στο Ισραήλ.

Καντίς = Προσευχή, αγιασμός, ευλογία.

Κιπά = Το χαρακτηριστικό μικρό καπέλο που φορούν οι πιστοί μέσα στη συναγωγή και στις θρησκευτικές τελετές, σε ένδειξη σεβασμού στο Θεό. Οι θρησκευόμενοι εβραίοι φορούν το κιπά και στην καθημερινή ζωή τους.

Kosher (ή Kashrut) = Οι τροφές που είναι σύμφωνες με τις θρησκευτικές προδιαγραφές της εβραϊκής θρησκείας. Οι τροφές που έχουν ελεγχθεί ραβινικά από τον σοχέτ. Από τους Έλληνες εβραίους καλείται κασέρ.

Λαδίνο (Ladino) = Η γλώσσα που έφεραν μαζί τους από την Ισπανία οι Σεφαραδίτες. Καστιλιάνικα Ισπανικά με στοιχεία εβραϊκών , τουρκικών και ελληνικών. Λέγεται και τζουντέσμο.

Μακκαβαίοι = Στο κείμενο υπονοούνται οι εύρωστοι. Βλ. παρακάτω την ερμηνεία της Χανουκά.

Μάδρε ντ’ Ίσραελ = H Μητέρα του Ισραήλ στα Λαδίνο-ισπανοεβραϊκά. Έτσι ονομαζόταν η Θεσσαλονίκη από τους εβραίους κατοίκους της και όχι μόνο. Με την τιμητική αυτή ονομασία, εκδηλωνόταν η ευγνωμοσύνη των εβραίων για την πόλη που τους φιλοξένησε επί αιώνες, και όπου έζησαν σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας, τις οποίες οι εβραίοι της Ευρώπης δεν είχαν ποτέ ονειρευτεί. Η Θεσσαλονίκη ονομαζόταν επίσης και νέα Ιερουσαλήμ.

Ματσώθ (πληθυντικός του ματσά) = Τα άζυμα που καταναλώνονται κατά την περίοδο της εορτής του Πέσσαχ.

Μπαρούχ Αδονάη αμεβοράχ λεολάμ βαέντ (= Ευλογητός Κύριε, ευλογημένο αιώνια ας είναι το όνομα Σου), Μπαρούχ ατά Αδονάη, νοτέν Ατορά (=Ευλογητός Συ Κύριε που μας έδωσες την Τορά, το Νόμο) = προσευχές του Σαββάτου.

Περασά = Κήρυγμα με ερμηνείες από περικοπές από την Τορά, την Πεντάτευχο δηλαδή, που διαβάζονται σε εβδομαδιαία βάση.

Πέσσαχ = Το εβραϊκό Πάσχα. Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές του εβραϊσμού. Αρχίζει τη 15η μέρα του μήνα Νισάν, στην αρχή της άνοιξης, και διαρκεί οκτώ ημέρες. Αναφέρεται στην Έξοδο των εβραίων από την Αίγυπτο, όπου βρισκόντουσαν εν αιχμαλωσία επί τέσσερις αιώνες, προς το Σινά. Η λέξη Πέσσαχ, αναγραμματισμός της οποίας είναι το Πάσχα, σημαίνει πέρασμα από πάνω, προσπέραση. Ο Θεός για να τιμωρήσει τους Αιγυπτίους για τα δεινά που προκαλούσαν στους εβραίους, τους έστειλε τις δέκα πληγές. Μια από αυτές τις πληγές ήταν ο θάνατος των πρωτότοκων αγοριών τους, τον οποίο για να αποφύγουν οι εβραίοι έβαψαν τις πόρτες των σπιτιών τους με αίμα αρνιού, ώστε να τις προσπεράσει ο άγγελος του Θανάτου. Αυτό το “πέρασμα” θυμίζει και τιμά η γιορτή του Πέσσαχ. Στο διάστημα της γιορτής αντί για ψωμί, καταναλώνονται άζυμα (ματσώθ) καθώς και ψημένα αυγά (χαμινάδος).

Ρωμανιώτες = Οι ελληνόφωνοι εβραίοι , που εκτός από τη γλώσσα, είχαν ασπαστεί και τον ελληνικό πολιτισμό. Έχουν ιδιαίτερο λειτουργικό τυπικό, και πολλά χωρία της Βίβλου διαβάζονται στα ελληνικά. Ρωμανιωτικές κοινότητες στα νεώτερα χρόνια ήταν αυτές της νότιας Ελλάδας, με σπουδαιότερη αυτή των Ιωαννίνων. Ρωμανιώτες υπήρχαν σ’ όλη τη νότια Βαλκανική πριν την άφιξη των σεφαραδιτών, οι οποίοι αφομοιώθηκαν από τους τελευταίους, λόγω του ότι αυτοί ήταν πολυάριθμοι. Η λέξη Ρωμανιώτης προέρχεται από το Ρωμιός – Ρωμανία, χαρακτηρίζει δηλαδή το ρωμιό – εβραίο.

Σαβουώθ = Η Πεντηκοστή Γιορτάζεται με τη συμπλήρωση πενήντα ημερών ή επτά εβδομάδων από το Πέσαχ. Η γιορτή είναι αφιερωμένη στη μέρα κατά την οποία ο Θεός παρέδωσε τις δέκα εντολές Του στο Μωυσή. Γιορτάζεται στις αρχές του καλοκαιριού, την 6η και 7η μέρα του μήνα Σιβάν και συνηθίζονται τις μέρες αυτές γλυκίσματα με βάση το γάλα και το μέλι.

Σεφαραδίμ, Σεφαραδίτες = Οι ισπανόφωνοι εβραίοι, που εξορίστηκαν από την Ισπανία και την Πορτογαλία ανάμεσα στα 1492 – 1497, και σε μεγάλο ποσοστό τους βρήκαν καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκτός από τη γλώσσα, έχουν δικιά τους ιδιαίτερη κουλτούρα και λειτουργικό τυπικό. Ο όρος προέρχεται από το Σεφαράδ, τη βιβλική ονομασία της Ισπανίας.

Σιωνισμός = Πολιτική κίνησε που προώθησε την εθνική εβραϊκή ιδέα, την ιδέα δηλαδή της επιστροφής των εβραίων της Διασποράς στη γη των πατέρων τους, το Ισραήλ και τη δημιουργία εκεί εθνικής εβραϊκής εστίας. Ο Σιωνισμός απέκτησε θεωρητική θεμελίωση στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Θεόδωρο Έρτσελ, ο οποίος έγραψε το βιβλίο “Το εβραϊκό κράτος”.

Σοχέτ = Θρησκευτικός λειτουργός, επιφορτισμένος με τη σφαγή των ζώων κατά τον θρησκευτικά ενδεδειγμένο τρόπο.

Συναγωγή = Ο ιερός χώρος συγκέντρωσης των πιστών, που προορίζεται για προσευχή και ανάγνωση του Νόμου. Ο Ναός ήταν ένας, ο του Σολόμωντος στην Ιερουσαλήμ. Η καταστροφή του Ναού και η βαβυλωνιακή αιχμαλωσία δημιούργησαν την ανάγκη ίδρυσης ιερών χώρων. Η συναγωγή συμβολίζει επομένως την εβραϊκή διασπορά, την εξορία. Μετά την καταστροφή του δεύτερου Ναού της Ιερουσαλήμ, ο Ιουδαϊκός Νόμος επιβάλλει τη δημιουργία συναγωγής, οπουδήποτε είναι εγκατεστημένοι δέκα τουλάχιστον ενήλικες εβραίοι. Ο όρος συναγωγή είναι μετάφραση των εκφράσεων Moade El , δηλαδή Γιορτές του Θεού και Mikra kadesh, δηλαδή Άγιο κλίτος, και αποδόθηκε έτσι από τη μετάφραση της Βίβλου από τους Εβδομήκοντα.

Ταλέτ (ή ταλέθ) = Είδος σαλιού από μαλλί ή μετάξι, που το φορούν οι παριστάμενοι στη συναγωγή κατά την πρωινή προσευχή.

Χάβρα = Έτσι ονομάζεται η συναγωγή στα τουρκικά, και η λέξη έχει εισαχθεί ως δάνειο και στα ελληνικά. Η ρίζα της βρίσκεται στις εβραϊκές λέξεις “χάβερ” που σημαίνει σύντροφος, φίλος και “χεβρώθ” που σημαίνει συνάθροιση για τη μελέτη ιερών κειμένων.

Χανουκά = Η γιορτή των φώτων και των ηρώων. Εβραϊκή γιορτή αφιερωμένη στους Μακκαβαίους, που επαναστάτησαν το 2ο π.Χ. αιώνα ενάντια στη Συριακή καταπίεση. Ο Ιούδας Μακκαβαίος πολέμησε και νίκησε το στρατό του Αντίοχου, και κατόπιν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, για να εξαγνίσει το ναό από τα είδωλα, που είχαν τοποθετήσει οι Σύριοι. Ανάβοντας την επτάφωτη λυχνία “Μενορά”, διαπίστωσαν πως το ελάχιστο διαθέσιμο λάδι, διήρκεσε για οκτώ ημέρες και το θεώρησαν θαύμα. “Χανουκά” σημαίνει αφιέρωση, δηλαδή απόδοση του Ναού στη λατρεία του Θεού, αφότου απαλλάχθηκε από τα είδωλα. Είναι ηρωική γιορτή, που συμβολίζει τους αγώνες του εβραϊκού λαού ενάντια στους δυνάστες του. Γιορτάζεται στις αρχές του Δεκέμβρη (25 του μήνα Κισλέβ) και διαρκεί οκτώ μέρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αμπατζοπούλου Φραγκίσκη, “Εισαγωγή” στο Ναχόν Μάρκος, Μπιρκενάου: Το στρατόπεδο του θανάτου, Ίδρυμα Ετς Αχαϊμ , Θεσσαλονίκη 1991
Αμπελάς Τιμολέων, Ιστορία του Ελληνοβουλγαρικού πολέμου,
Έκδοσις Ατλαντίδος, Εν Νέα Υόρκη 1914 (Ανατύπωση Οργανισμός Δημητρέλη, Θεσσαλονίκη 1992)
Αστεριάδης Άγις, “Οι Βούλγαροι συναγωνίζονται τους Γερμανούς σε αντιεβραϊκό μένος”, Χρονικά Κ.Ι.Σ. , τ. 48, Αθήνα 1982 B.Χ.,
“Κομοτηνή: Μια κοινότης που έσβησε σαν τόσες άλλες…”, Χρονικά Κ.Ι.Σ., τ. 4, Αθήνα 1977
Βιβλίο Μνήμης, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος, Αθήνα 1979
Γεωργαντζής Πέτρος, Προξενικά Αρχεία Θράκης, Ξάνθη 1998
Γιακουμάκη Πηνελόπη και Μάνος Χαριτάτος, Η ιστορία του ελληνικού τσιγάρου, Ε.Λ.Ι.Α, Αθήνα 1998
Διβάνη Λένα, Ελλάδα και μειονότητες. Το σύστημα Διεθνούς προστασίας
της Κοινωνίας των Εθνών, Νεφέλη, Αθήνα 1995
Ενεπεκίδης Πολυχρόνης, Οι Διωγμοί των Εβραίων εν Ελλάδι 1941-1944, Β’ Έκδοση, Εστία, Αθήνα 1969
Εξάρχου Θωμάς, Οι εβραίοι στην Ξάνθη (Ο κόσμος που χάθηκε αλλά δεν ξεχάστηκε), ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2001
Ερευνίδης Παύλος, Ο παστουρμάς, Στάχυ, Αθήνα 2000
Εσκενάζη Ρόζα, Αυτά που θυμάμαι, Αθήνα Ευαγγελίδης Τρύφων Ε., Μπαίδεκερ Οδηγός Νέας Ελλάδος, Εν Αθήναις 1913
Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941), Πρακτικά Συνεδρίου, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1992
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα, Πρακτικά Συμποσίου, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1990
Θράκη (Συλλογικό έργο), Γ.Γ. Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης, Κομοτηνή 1994
Ιγγλέσης Νικόλαος Γ. (επιμ.), Οδηγός της Ελλάδος, απάσης της Μακεδονίας, της Μικράς Ασίας μετά των νήσων του Αρχιπελάγους και των νήσων Κρήτης- Κύπρου- Σάμου, Έτος Γ’, Αθήνα 1910 (Αναδημοσίευση του τμήματος Γκιουμουλτζίνας: Στέφανος Ιωαννίδης, “Ένας επαγγελματικός οδηγός του 1910. Κομοτηνή”,
Θρακικά Χρονικά, τόμος 39, Ξάνθη 1984) Ιγγλέσης Νικόλαος Γ. (επιμ.), Οδηγός της Ελλάδος, Έτος Ι’, Αθήναι 1925
Ιωαννίδης Ιω. Β., Το καπνικό στην Καβάλα, Δήμος Καβάλας, Καβάλα 1998
Jonchev D., “The Jews from the New Lands in the policy of Tzar Boris III (October 1940-March 1943)”, Annual of the Institute for Jewish Studies, XXVII/1994
Καραδήμου – Γερολύμπου Αλέκα, “Από τη συγκέντρωση στη διάχυση. Οι εβραϊκές συνοικίες στις βορειοελλαδικές πόλεις στο τέλος της Τουρκοκρατίας”, Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 52-53, Αθήνα 1994
Καραδήμου – Γερολύμπου Αλέκα, Μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Τροχαλία, Αθήνα 1997
Κοτζαγεώργη Ξανθίππη, “Έξοδος Ελλήνων και εποικισμός Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής (1941-1944)”, στην Μακεδονία και Θράκη 1941-1944. Κατοχή- Αντίσταση- Απελευθέρωση, Διεθνές Συνέδριο, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998
Κούκος Μόσχος, “Ο ελληνικός τύπος του 1920 για την απελευθέρωση της Θράκης”, Θρακικά Χρονικά, τεύχος 37, Ξάνθη 1982
Κούκος Μόσχος, Στα βήματα του Ορφέα, Αλεξανδρούπολη 1991
Κούνιο-Αμαρίλιο Έρικα και Αλμπέρτος Ναρ, Προφορικές μαρτυρίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα, Επιμέλεια-Επίμετρο Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ίδρυμα Έτς Αχαϊμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998
Κυριακίδης Στίλπων Π., Περί την Ιστορίαν της Θράκης. Ο Ελληνισμός των σύγχρονων Θρακών. Αι πόλεις Ξάνθη και Κομοτηνή, Β’ έκδοση, Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1993
Κυριακίδης Στίλπων Π., Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι, Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Εν Αθήναις 1919
Λιάπης Αντώνης Κ., Η Κομοτηνή και η περιφέρεια της, Μορφωτικός Όμιλος Κομοτηνής, Κομοτηνή 1993
Μαύρη Βίβλος των Βουλγαρικών εγκλημάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην, Αθήναι 1945
Mazower Mark, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994
Μελίρρυτος Μ., Περιγραφή Ιστορική και Γεωγραφική υπ’ εκκλησιαστικήν Έποψιν της Θεοσώστου επαρχίας Μαρωνείας, Εν Κωνσταντινουπόλει 1871 (Αναδημοσίευση στην Θρακική
Επετηρίδα, τόμος 1ος, Κομοτηνή 1980)
Μισέντζης Αλέξανδρος (επιμ.), Γενικός Οδηγός του Νομού Ροδόπης, Κομοτηνή 1934
Μόλχο Μικαέλ και Ιωσήφ Νεχαμά, In Memoriam, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1976
Μόλχο Ρένα, Το πρόβλημα της αφομοιωτικής ιδεολογίας στους Εβραίους, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, Αθήνα 1991
Μόλχο Ρένα, Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης 1856-1919. Μια ιδιαίτερη κοινότητα, Θεμέλιο, Αθήνα 2001
Μουτσόπουλος Νικόλαος Κ., “Ιστορική σκιαγραφία της Κομοτηνής”, Θρακική Επετηρίδα, τόμος 7ος, Κομοτηνή 1991
Μπελιά Ελένη Δ., Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1995
Νόβιτς Μύριαμ, Το πέρασμα των βαρβάρων, Σύνδεσμος Φιλίας Ελλάς-Ισραήλ, Αθήνα 1985
Ochoa Brun Miguel Angel, Διπλωματικά Ισπανο-Ελληνικά γεγονότα κατά τον 19ο αιώνα, 2η έκδοση, Κούριερ Εκδοτική, Αθήνα 1998
Παλλης Α. Α., Σελίδες από τη ζωή της παλιάς γενιτσαρικής Τουρκίας, Εκάτη, Αθήνα 1990
Παπαθανάση-Μουσιοπούλου Καλλιόπη, Η απελευθέρωση της Δ. Θράκης.
Από το Αρχείο του Χ. Βαμβακά, Αθήνα 1975 Παπαθανάση- Μουσιοπούλου Καλλιόπη, “Συμβολή στη Διπλωματική Ιστορία της Θράκης κατά το 1913”, Θρακική Επετηρίδα, τόμος 3ος, Κομοτηνή 1982
Πού έπεσαν οι 7.948 νεκροί του Ελληνοϊταλικού πολέμου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Ειδική Έκδοση, Αθήνα 28-10-1995
Pearl Chaim και Reuben Brookes, Βασικές αρχές του Ιουδαϊσμού, μετάφραση Μάνθος Κρίσπης, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδος, Αθήνα 1997
Ριτζαλέος Βασίλης, “Το τέλος των εβραϊκών κοινοτήτων στη βουλγαρική ζώνη κατοχής”, Χρονικά Κ.Ι.Σ., τ. 162, Αθήνα 1999
Ροσίγιο Μορθίγιο Μ., “Η γερμανική κατοχή και οι διώξεις του εβραϊκού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης μέσα από την ισπανική διπλωματική αλληλογραφία (1943-1946) ”, Θεσσαλονικέων Πόλις, τεύχος 3ο, Θεσσαλονίκη 2000
Σπαθάρης Ι. (Μετάφρ.), “Η Δυτική Θράκη κατά τον Εβλιά Τσελεμπί, περιηγητήν του ΧVII αιώνος”, Θρακικά, τ. 4ος, Αθήνα 1934
Σπένγκλερ – Αξιοπούλου Μπάρμπαρα, “Αλληλεγγύη και βοήθεια προς τους εβραίους της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της Κατοχής: 1941-1944”, στο Οι Εβραίοι της Ελλάδας στην Κατοχή, Πρακτικά Συμποσίου, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998
Σταυρουλάκης Νίκος, “Εισαγωγή” στο Ερρίκος Σεβίλλιας, Αθήνα-Άουσβιτς, Εστία, Αθήνα 1995
Στολίγκας Κώστας, Με αίμα και δάκρυ. Απ’ τη δοκιμασία της Αν. Μακεδονίας-Θράκης, Αθήνα 1956
Sugar Peter F., Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία, μετάφραση Παυλίνα Μπαλουξή, Σμίλη, Αθήνα 1994
Todorov Nikolaj, Η Βαλκανική πόλη 15ος – 19ος αιώνας, Ι-ΙΙ, μετάφραση Έφη Αβδελά και Γεωργία Παπαγεωργίου, Θεμέλιο, Αθήνα 1986
Τσαϊλάς Λυμπέρης, “Αναμνήσεις από την απελευθέρωσιν της Κομοτηνής την 14ην Μαΐου 1929”, Θρακικά, Σειρά 2η, τόμος 1ος, Αθήνα 1978
Τσελεμπί Εβλιά, Ταξίδι στην Ελλάδα, Εκάτη, Αθήνα 1991
Φάϊς Μισέλ (επιμέλεια), “Κομοτηνή: Ο άνθρωπος που μιλούσε με εικόνες.
Ο αισθηματικός ασθματικός λόγος του ΦΩΤΟ Ξ. ΠΑΠΑΖΕΚΟΥ”, Τέταρτο, τ. 27-28, Αθήνα 1987
Φάϊς Μισέλ, Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, Καστανιώτης, Αθήνα 1994
Φάϊς Μισέλ, Από το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες, Καστανιώτης, Αθήνα 1998
Φάϊς Μισέλ, Agrypius monachus, Καστανιώτης, Αθήνα 2001
Φλάισερ Χάγκεν, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, τόμος Β’, Παπαζήσης, Αθήνα 1995
Φρεζής Ραφαήλ, Ο Εβραϊκός Τύπος στην Ελλάδα, Ισραηλιτική Κοινότητα Βόλου, Βόλος 1999
Φρεζής Ραφαήλ, To εκπαιδευτικό έργο των Σχολών Alliance Israelite Universelle, Ισραηλιτική Κοινότητα Βόλου, Βόλος 2000
Χατζηαναστασίου Τάσος, “Η Εθνική Αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Τα προβλήματα των ελληνικών πηγών και της ιστοριογραφίας.”, στο Μακεδονία και Θράκη 1941-1944. Κατοχή- Αντίσταση- Απελευθέρωση, Διεθνές Συνέδριο, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998
Ψάλτης Στ., Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή ελληνικού στοιχείου, Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Εν Αθήναις 1919 (Ανατύπωσις 1997) (ανώνυμου), “Η συναγωγή της Κομοτηνής”, Χρονικά Κ.Ι.Σ., Αθήνα Σεπτ. 1983 (ανώνυμου),
“Οι Εβραίοι της Λήμνου”, Χρονικά Κ.Ι.Σ. , τ. 154, Αθήνα 1998
Arditi Benjamin, Yahudi Bulgariyah Bishanot Hamishpat Hantasi, 1940-1944 (Οι εβραίοι της Βουλγαρίας στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής.1940-1944), Israel Press, Tel Aviv, 1962 (εβραϊκά)
Avni Haim, “Spanish Nationals in Greece and their fate during the Holocaust”, Yad Vashem Studies, No 8, Jerusalem 1970
Benbassa Esther και Aron Rodrigue, Sephardi Jewry , A History of the Judeo-Spanish Community, 14th-20th Centuries, University of California Press, Berkeley – Los Angeles – London 2000
Bowman Steven, “Jews in Wartime Greece”, Jewish Social Studies, No. 48/1986 Bowman Steven, “The Agony of the Greek Jewry”, Introduction στοNahon Marco, Birkenau. The camp of death, The University of Alabama Press , Tuscalosa 1989
Chary Frederick, The Bulgarian Jews and the final solution, 1941-1944, University of Pittsburgh Press, Pittsburgh 1972
Emecen Feridun, “From Selanik to Manisa: Some information about the immigration of the Jewish weavers” στο Zachariadou Elizabeth (ed.): The Via Egnatia under Ottoman rule (1380-
1699), Crete University Press, Rethymnon 1996
Gonzalez – Barba Juan, “El consulado espaòol de Salόnica”, El Sol de Atenas, No 5, Febrero 1998
Hogan David (editor), The Holocaust Chronicle, Publications International, Lincolnwood 2000
Hoppe Hans Joackim, “Germany, Bulgaria, Greece: Their relations and Bulgarian policy in occupied Greece”, Journal of the Hellenic Diaspora, No 11/1984
Karpat Kemal H., Ottoman population 1830-1914, Demographic and social characteristics, University of Wisconsin Press, Madison 1985
Kerem Yitzchak, New finds on Greek Jews in the Sobibor and Treblinka Death Camps in the Holocaust, óôï I.K.Hassiotis (editor), The Jewish Communities of Southeastern Europe from the Fifteenth century to the end of World War II, IMXA, Thessaloniki 1997
Kitroeff Alexander, War-Time Jews. The Case of Athens, ELIANEP, Athens 1995
Lanzmann Claude, Shoah: An Oral History of the Holocaust, New York 1985
Matsas Michael, The Illusion of Safety, Pella Publications, New York 1997
Mazower Mark (Editor), After the War was over. Reconstructing the family, nation, and State in Greece, 1943-1960, Princeton University Press, Princeton and Oxford 2001
Messinas Elias V., “Preserving Jewish Heritage in Greece”, Kol Keila, Vol. 1, No. 1, Jerusalem 1998
Pierron Bernard, Juifs et chretiens de la Grece Moderne. Histoire des relations intercommunautaires de 1821 – 1945, L’Harmattan, Paris 1996
Plaut Joshua Eli, Greek Jewry in the Twentieth Century, 1913-1983, Madison-Teanec, Fairleigh Dickinson University Press 2000
Rivlin Bracha, “Mutual-aid societies in Greek-Jewish communities”, στο Οι Εβραίοι στον ελληνικό χώρο: Ζητήματα στη μακρά διάρκεια, Γαβριηλίδης, Αθήνα 1994
Rodrigue Aron, French Jews, Turkish Jews: The Alliance Israelite Universelle and the Politics of Jewish Schooling in Turkey, 1860-1925, Indiana University Press, 1990
Romero Elena, El teatro entre los Sefardies orientales, Madrid 1979
Sachar Howard M., Farewell Espana. The World of Sephardim Remembered, A. Knoff, New York 1994
Shaw Stanford J., The Jews of the Ottoman Empire and the Turkish Republic, Macmillan Press , London 1989
Stavrulakis N., Cookbook of the Jews of Greece, Lycabettus Press , Αθήνα 1986
Stavrulakis N. êáé T. DeVinney, Jewish sites and Synagogues in Greece, Talos Press, Αθήνα 1993
Stoianovich Traian, “A route type: The Via Egnatia under Ottoman rule” Zachariadou Elizabeth (ed.): The Via Egnatia under Ottoman rule (1380-1699), Crete University Press,
Rethymnon 1996
Tamir Vicki, Bulgaria and Her Jews. The history of a dubius symbiosis, New York 1979
Wiernik Yankiel, A Year in Treblinka, New York 1945

 

http://www.xronos.gr/specials/detail.php?ID=28984

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: