our news

Κριτικές παρατηρήσεις πάνω στον αντι-κρατικό αντιφασισμό

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 1,703 other followers

Γράφει η Κομμουνιστική Παρεμβολή

«Η ουσία του σύγχρονου κόσμου των γυρολόγων, το χρήμα, είναι η πραγματοποιημένη ουσία του χριστιανισμού. Το κράτος των γυρολόγων, το λεγόμενο «ελεύθερο» κράτος, είναι το υποσχόμενο βασίλειο του Θεού, ο κόσμος των γυρολόγων είναι η υποσχόμενη βασιλεία των ουρανών –όπως αντιστρόφως ο Θεός είναι μόνο το εξιδανικευμένο κεφάλαιο, ο ουρανός είναι μόνο ο θεωρητικός κόσμος των γυρολόγων»

(Μωυσής Χες, Περί του Χρήματος, στο 1840 Karl Marx, Kείμενα από τη δεκαετία του 1840, μία ανθολογία, μτφ. Θανάσης Γκιούρας, ΚΨΜ (εκδ.), Αθήνα 2014, σ. 640).

Το κράτος είναι η πολιτική μορφή του κεφαλαίου ως κινούμενης αντίφασης. Το κράτος από τη μια συνιστά την ανασύνθεση και την μετάθεση της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο σε ένα αφηρημένο επίπεδο μυστικοποίησης, και από την άλλη μέσα από την φαντασμαγορία του ως πολιτική μορφή επιδιώκει να προβάλει ως κάτι δήθεν αυτοτελές από το κεφάλαιο.

Το κράτος της αστικής κοινωνίας (Bürgerliche Gesellschaft)1 απέρρευσε ως ιστορικό προϊόν από το εσωτερικό της τελευταίας (ως η βασική προϋπόθεση για την πολιτική της κυριάρχηση), φέροντας εντός του όλες τις αντιφάσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν την κίνηση του κεφαλαίου.

Δεν υπάρχει κάποια υπερ-αιώνια κρυμμένη ουσία στον κρατικό φορμαλισμό. Η νομικοτυπική συγκρότηση της κρατικής μορφής η οποία σε πρώτο χρόνο έχει να κάνει με τον «Λεβιάθαν» κρατικό χαρακτήρα (δηλαδή το οργανωμένο μονοπώλιο της βίας και του δικαίου)2, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναχθεί στο επίπεδο της κρατικής ουσίας.

Ο κρατικός φορμαλισμός ο οποίος αποκρυσταλλώνεται κυρίαρχα στο γραφειοκρατικό σύμπλεγμα στρατού, αστυνομίας, δικαστηρίων, φυλακών, σχολείων, νοσοκομείων, φορολογίας κλπ λειτουργεί ως φετίχ: αντικαθιστά μία καθορισμένη πραγματική σχέση μεταξύ συλλογικών κοινωνικών υποκειμένων με μία φανταστική σχέση μεταξύ κρατικής εξουσίας και διοικούμενου ιδιώτη, η οποία (φανταστική σχέση) ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο.3 Έτσι με αυτόν τον σχεδόν ταχυδακτυλουργικό τρόπο η ιστορικά προσδιορισμένη φαινομενολογία της κρατικής μορφής δίνει την θέση της σε μία αμετάβλητη, αδιαφοροποίητη και αναλλοίωτη γραφειοκρατική-εξουσιαστική ουσία. Εδώ έγκεινται τα «arcana imperii» (τα μυστικά της εξουσίας) για τα οποία έκανε λόγο ο Τάκιτος: στο ότι δηλαδή το κράτος μέσω της νομικοτυπικής συγκρότησής του μυστικοποιεί το ίδιο το εναργές περιεχόμενό του. Το κράτος εγκαθιδρύεται ταυτόχρονα με την θεολογία/ιδεολογία η οποία προσήκει σε αυτό, επειδή το μυστικοποιεί.

Και εδώ ακριβώς είναι που πολλοί/-ές αυτόνομοι/-ες αντιφασίστες/-ριες «μαγεύονται» από την μεταφυσική της γραφειοκρατίας και έτσι αδυνατούν να αναγνωρίσουν την φαινομενολογία της κρατικής μορφής όχι ως μία νομικοτυπική παγίωση, αλλά ως αντιφατική κίνηση η οποία τελεί σε διαλεκτική με το κοινωνικό. Με τον ίδιο τρόπο, ο αριστερός στο όνομα της αντι-δογματικής στάσης προσκολλάται στα επιμέρους χαρακτηριστικά της κρατικής λειτουργίας, από τα οποία επιλέγει εντελώς ευκαιριακά εκείνο το οποίο μπορεί να εξυπηρετήσει τις μανούβρες του στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία (βλ. πχ αντίληψη για «επιχειρηματικό κράτος»).

Η αντι-κρατική κριτική στο κράτος είναι αφηρημένη: προσβλέπει στην στατικότητα της κρατικής μορφής και όχι στον αρνητικό-κριτικό μετασχηματισμό της ο οποίος αξιώνει να κινητοποιήσει την διαδικασία της απονέκρωσής της. Επειδή ακριβώς αυτού του είδους η κριτική βλέπει μόνο την στατικότητα, γι’ αυτό και σε τελική ανάλυση συνιστά μία κριτική η οποία αναπτύσσεται μόνο σε ηθικό και ιδεολογικό επίπεδο. Ο αντι-κρατιστής βλέπει ένα κράτος-Ιδέα απέναντι στο οποίο τοποθετεί μία Ιδέα-μη κράτους. Ο αντι-κρατισμός είναι με απλουστευτικούς όρους το αντεστραμμένο φανταστικό είδωλο της (ανύπαρκτης) κρατικής ουσίας.

Πώς, όμως, συνδέεται το ζήτημα του κράτους με την αντιφασιστική πάλη; Το πρόβλημα έχει τεθεί με επιτακτικό τρόπο από την ίδια την ιστορική εμπειρία: από το ότι στον 20ο αιώνα ο φασισμός έγινε κράτος, όπως και από το ότι την ίδια στιγμή υπήρξαν κράτη τα οποία διεξήγαγαν με υλικούς-πραγματικούς όρους αντιφασιστικό αγώνα.

Υπό το φως των παραπάνω ο πόλεμος πχ του κράτους των ΗΠΑ εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας εκδηλώνει το βαθμό ανάπτυξης της ίδιας της αστικής κοινωνίας στις ΗΠΑ, όπως αντίστοιχα ο αντιφασιστικός αγώνας του Κόκκινου Στρατού εκδηλώνει το βαθμό ανάπτυξης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δεν επρόκειτο επομένως για κάποια κρατική «πονηριά», ούτε για μία εργαλειοποίηση του αντιφασισμού εκ μέρους της κρατικής πολιτικής. Το ότι το βρετανικό κράτος διεξήγαγε πόλεμο κατά του κρατικού φασισμού είχε να κάνει με τις ίδιες τις ιστορικές4 συνθήκες ανάδυσης και εδραίωσης της αστικής κοινωνίας στον αγγλικό χώρο, όπως αντίστροφα το ότι το γερμανικό κράτος έγινε ναζιστικό, είχε να κάνει με τις ίδιες τις αξεδιάλυτες αντιφάσεις ανάπτυξης της γερμανικής αστικής κοινωνίας η οποία στον 19ο αιώνα, αντί να τραβήξει τον δρόμο της δημοκρατικής επανάστασης, επέλεξε τόσο να αναθέσει στην πρωσική γραφειοκρατία τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, όσο και να χτίσει την εθνική της μυθολογία πάνω στον ρομαντισμό και όχι πάνω στην εθνικοδημοκρατική ιδεολογία.

Η βασική υλική και διανοητική συνθήκη του φασισμού, όμως, ο αντισημιτισμός, είναι εγγενής ως δυναμική σε κάθε μορφή αστικής κοινωνίας. Κι αυτό γιατί η τελευταία βασίζεται πάνω στην αξεδιάλυτη αντίφαση ότι η χριστιανική της μήτρα αντιμετωπίζει την κυκλοφορία του χρήματος μόνο ως το ανεπιθύμητο, τερατόμορφο, μπάσταρδο και τρισκατάρατο τέκνο της.5 Το κυκλοφορούν-τοκοφόρο χρήμα (Χ-Χ΄) το οποίο στο χριστιανικό λεξιλόγιο αναπαρίσταται ως τοκογλυφία και φιλαργυρία, είναι ανεκτό από τον εκκοσμικευμένο-απομαγευμένο6 χριστιανισμό της αστικής κοινωνίας μόνο στο μέτρο που στο φαντασιακό του το τελευταίο προβάλλει ως κρυπτο-περιτετμημένος μεν, αφομοιωμένος δε Εβραίος (κι αυτό είναι ένα από τα κομβικά στοιχεία της «διαλεκτικής του διαφωτισμού»7).8

Αν η όλη προβληματική μετατεθεί στη σφαίρα του πολιτικού, τότε πρόκειται για την προβληματική του «πολιτικού-δημοκρατικού κράτους» (politischer Staat), σε αντιδιαστολή με το «χριστιανικό κράτος», την οποία έθεσε ο Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζήτημα», διαπιστώνοντας ότι στην εποχή του, σε αντίθεση με την Ευρώπη, μόνο οι ΗΠΑ είχαν λύσει με πολιτικό-δημοκρατικό τρόπο το εν λόγω ζήτημα.9 Αν, όμως, οι ΗΠΑ στην εποχή του Μαρξ προέβαλλαν ως η «φωτισμένη» αστική κοινωνία, ο Μαρξ αναγνώρισε έναν καθολικό-οικουμενικό δρόμο επίλυσης του ζητήματος: τον πλήρη επαναστατικό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας στην υλιστική αντιστροφή της, δηλαδή στον κομμουνισμό. Αυτή είναι, σε αντίθεση με την «διαλεκτική του διαφωτισμού», η διαλεκτική αστικής κοινωνίας-κομμουνισμού.

Από αυτήν την άποψη υπάρχει ένα κομμουνιστικό κριτήριο για τα κράτη. Το κριτήριο αυτό είναι συγκεκριμένο, εμμενές και διαθέτει οντολογική ισχύ. Κι αυτό γιατί έχει να κάνει με την κριτική ερμηνεία της κοινωνικοϊστορικής κίνησης. Το κριτήριο αυτό είναι αυτόνομο από την διάκριση «καλό-κακό», επειδή ακριβώς είναι υλιστικό και συνεπώς αντι-ιδεολογικό. Συνίσταται στην ενεργοποίηση ή μη της διαλεκτικής αστικής κοινωνίας-κομμουνισμού, όπως εκτέθηκε από την μαρξική κριτική.

Αυτά, όμως, δεν τα βλέπει ο αντι-κρατιστής. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη σύγχρονη αξίωση των βρυκολακιασμένων μορφών πολιτικής θεολογίας να καταστούν κράτος, από την ιστορικά παρωχημένη δυναμική του πολιτικού-δημοκρατικού κράτους. Γι’ αυτό και απέναντι στην τελευταία ο αντι-κρατιστής αντι-προτάσσει φενακισμένες-αφηρημένες μορφές «μη αναγνωρισιμότητας», «κοινοτισμού», «νομαδισμού» και «πολεμικής μηχανής».

Εγκλωβισμένος σε αυτά τα ιδεολογικά όρια ο αντι-κρατιστής στο ζήτημα της πάλης ενάντια στον αντι-σημιτισμό ισοπεδώνει-εξομοιώνει νοητικά όλα τα κράτη, παραγνωρίζοντας συγχρόνως τις σήμερα υπάρχουσες λοιπές ιστορικές δυναμικές οι οποίες τείνουν προς την κρατική μορφή. Με αυτόν τον τρόπο (και όταν οι εκδοχές του αντι-κρατισμού δεν ουρλιάζουν για την αντι-σιωνιστική διάλυση) ο αντι-κρατιστής ανέχεται την ύπαρξη του «εβραϊκού» κράτος και της αντίστοιχης αστικής κοινωνίας, μόνο στο μέτρο που το εβραϊκό κράτος θα είναι στενά και ασφυκτικά εργαλειοποιημένο και περιορισμένο αποκλειστικά και μόνο ως «κράτος-καταφύγιο». Συνεπώς ο αντι-κρατιστής αποδίδει στους Εβραίους το «προνόμιο» της εβραϊκής κρατικής υπόστασης μόνο ως μία κατά τύχη εξαίρεση η οποία δημιουργήθηκε μέσα από τις εντελώς ακατανόητες σε αυτόν σχιζο-παρανοϊκές ιστορικές καμπές του 20ου αιώνα.

Ωστόσο, όσο ο αντικρατιστής καταδύεται στον αντι-κρατισμό του, πηγαίνει πίσω ακόμα και από αυτήν την ορισμένη ανοχή του στο «κράτος των Εβραίων», διακηρύττοντας ότι «όλα τα κράτη είναι σκατά» και συνεπώς η «αντίληψη για κράτος-καταφύγιο (την οποία ο ίδιος έχει πλασάρει) είναι εθνικισμός».  Με αυτόν τον τρόπο ο αντι-κρατιστής όχι μόνο δεν μπορεί να ξεχωρίσει μεταξύ πολιτικού και θρησκευτικού κράτους, όχι μόνο δεν μπορεί να κατανοήσει την διαλεκτική αστικής κοινωνίας-κομμουνισμού, αλλά πολύ περισσότερο, ευρισκόμενος μέσα σε νοητική ισοπέδωση και γενίκευση, αδυνατεί να αναγνωρίσει την ιστορική μοναδικότητα του κράτους του Ισραήλ.

Η μοναδικότητα αυτή συνίσταται στο ότι το εν λόγω κράτος είναι αποτέλεσμα του Ολοκαυτώματος και της στρατιωτικής ήττας του φασισμού και δεν προήλθε ως άμεσο ιστορικό προϊόν των μηχανισμών οι οποίοι οδηγούν στην πολιτική κυριαρχία της αστικής κοινωνίας (ενιαία εσωτερική εθνική αγορά κόντρα στους φεουδαλικούς και συντεχνιακούς κατακερματισμούς και δεσμά, ομοιογενής εθνική συνείδηση κατασκευασμένη από τα πάνω κλπ).

Συνεπώς, αφού o αντι-κρατιστής απέρριψε και το «κράτος-καταφύγιο», τσουβαλιάζοντας το με όλα τα υπόλοιπα, το μόνο που του απέμεινε, είναι να αναδιπλωθεί μέσα στην μερικότητα του περιβάλλοντος που τον περικλείει, δηλαδή του εθνικού του σχηματισμού. Mετά από όλα αυτά το μόνο καταφύγιο που έχει ο αντι-κρατιστής, είναι να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα, επικαλούμενος εντελώς αλυσιτελώς και προσχηματικά το σύνθημα «ο εχθρός είναι εδώ», όχι για να έλθει σε πραγματική αντιπαράθεση με τον εχθρό, αλλά για να βρει μία δίοδο διαφυγής από το σκληρό (γι’ αυτόν) καθήκον ότι πρέπει να πάρει ξεκάθαρη θέση ενώπιον εχθρών και φίλων.

Αν, όμως, το πολιτικο-δημοκρατικό κράτος της αστικής κοινωνίας είναι ζήτημα τυπικά λυμένο για τον λευκό χριστιανό του ηπειρωτικού και αγγλοσαξονικού χώρου, τότε θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα με ποιόν τρόπο οι λοιπές μονοθεϊστικές πλην χριστιανικών κοινωνίες (και κοινότητες) θα περάσουν στον κομμουνισμό (και ειδικά όσον αφορά τους Εβραίους/-ες πώς θα περάσουν ζωντανοί/-ες). Σε αυτό το ζήτημα κανένας αντι-κρατιστής δεν απαντά κάτι. Κι αυτό γιατί αφενός ταυτίζει ισοπεδωτικά το «δυτικό» πολιτικο-δημοκρατικό κράτος με την ίδια την φαντασμαγορική ουσία του κρατικού φορμαλισμού και αφετέρου ζει την νέο-φιλελεύθερης κοπής μεταμοντέρνα αυταπάτη ότι ο καπιταλιστικός κόσμος έχει γίνει ή τείνει να γίνει μη θρησκευτικός.

Στην κομμουνιστική αντίληψη η κριτική της θρησκείας είναι προϋπόθεση για την κριτική του κράτους και της πολιτικής οικονομίας.10 Η κομμουνιστική κριτική δεν τοποθετεί απέναντι στο κράτος ένα αντι-κράτος ή ένα μη-κράτος, αλλά μία διαλεκτική-αρνητική διαδικασία απονέκρωσής του η οποία έχει τις δικές της αντιφάσεις (ανάμεσα στις οποίες και η μεταβατική ύπαρξη της κρατικής μορφής), επειδή ακριβώς προέρχεται από την υλιστική αντιστροφή της αστικής κοινωνίας.

Σημειώσεις

1Για την διαλεκτική της αστικής κοινωνίας ως μίας μη ανταγωνιστικής σχέσης με τον ίδιο της τον εαυτό βλ. Γκέοργκ Χέγκελ, Βασικές Κατευθύνσεις της Φιλοσοφίας Δικαίου ή Φυσικό Δίκαιο και Πολιτειακή Επιστήμη, μτφ. Σταμάτης Γιακουμής, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Ιωάννινα 2004.

2Βλ. Τομας Χομπς, Λεβιάθαν ή Ύλη, Μορφή και Εξουσία μίας Εκκλησιαστικής και Λαϊκής Κοινότητας, μτφ. Γρηγόρης Πασχαλίδης-Αιμίλιος Μεταξόπουλος, εκδ. Γνώση, Αθήνα 2006.

3Βλ. Καρλ Μαρξ, Για το Εβραϊκό Ζήτημα στο Κarl Marx οπ. σ. 168: «Όλες οι προϋποθέσεις του εγωιστικού βίου διατηρούνται εκτός της σφαίρας του κράτους στην αστική κοινωνία, ως ιδιότητες της αστικής κοινωνίας. Εκεί όπου το πολιτικό κράτος έχει επιτύχει την αληθινή διαμόρφωσή του, ο άνθρωπος διάγει όχι μόνο στην σκέψη, στη συνείδηση, αλλά και στην πραγματικότητα, στον βίο, έναν βίο διπλό, έναν ουράνιο και έναν επίγειο βίο, τον βίο στην πολιτική κοινότητα όπου ισχύει ο ίδιος ως κοινότητα, και τον βίο στην αστική κοινωνία όπου είναι δραστήριος ως ιδιώτης, θεωρεί τους άλλους ανθρώπους μέσα, υποβιβάζεται αυτός ο ίδιος σε μέσο και γίνεται παίγνιο ξένων δυνάμεων. Το πολιτικό κράτος συμπεριφέρεται με τον ίδιο πνευματικοκρατικό τρόπο στην αστική κοινωνία όπως ο ουρανός στην γη. Βρίσκεται στην ίδια αντίθεση προς αυτήν, την υπερβαίνει με τον ίδιο τρόπο όπως η θρησκεία υπερβαίνει την περιοριστικότητα του κοσμικού (profanen) κόσμου, δηλαδή αναγνωρίζοντάς την και αποκαθιστώντας την εκ νέου, αφήνοντας τον εαυτό του να κυριαρχηθεί από αυτή. Στην αμεσότερη πραγματικότητά του, στην αστική κοινωνία, ο άνθρωπος είναι ένα κοσμικό ον. Εδώ, όπου ισχύει για τον εαυτό του και για άλλους ως πραγματικό άτομο, είναι ένα αναληθές φαινόμενο. Απεναντίας, στο κράτος, όπου ο άνθρωπος ισχύει ως ον γένους, είναι το φανταστικό μέλος μιας εικαζόμενης κυριαρχίας, είναι στερημένος από τον πραγματικό ατομικό βίο του και πληρούται με μια εξωπραγματική γενικότητα»

4Βλ. Jürgen Habermas, H Aλλαγή δομής της δημοσιότητας, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ.Νησος, Αθήνα 1997.

5Παράβαλε Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία στο Πανοπτικόν, τεύχος 7, Ιανουάριος 2005, σ. 183-186.

6Βλ. Μαξ Βέμπερ, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μτφ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Αlter-Ego, Aθήνα 2010.

7Βλ. Τεοντόρ Αντόρνο-Μαξ Χορκχάιμερ, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, μτφ. Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1986, σ. 195: «Η διαλεκτική διαπλοκή διαφωτισμού με την κυριαρχία, η διπλή σχέση της προόδου με την ωμότητα και την απελευθέρωση, την οποία έμαθαν οι Εβραίοι από τους μεγάλους φιλοσόφους του Διαφωτισμού και από τα δημοκρατικά λαϊκά κινήματα, αντανακλώνται και στην ίδια την ουσία των αφομοιωμένων. Η φωτισμένη αυτοσυγκράτηση, με την οποία οι αφομοιωμένοι Εβραίοι ξεπερνούν την οδυνηρή ανάμνηση της καταδυνάστευσής τους από άλλους (αυτοσυγκράτηση που μοιάζει με δεύτερη περιτομή), τους έχει φέρει κατευθείαν από τη δική τους, λιωμένη κοινότητα στη σύγχρονη αστική τάξη, η οποία επιστρέφει αμετάκλητα στην ψυχρή καταπίεση, στην αναδιοργάνωσή της σε αμιγή φυλή».

8Βλ. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Α΄, μτφ. Παναγιώτης Μαυρομμάτης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2013, σ. 167: «Ο κεφαλαιοκράτης ξέρει ότι όλα τα εμπορεύματα, όσο ψωραλέα όψη και αν έχουν ή όσο άσχημα κι αν βρωμάνε, είναι «εν πίστει και αληθεία» χρήμα, κρυπτοπεριτετμημένοι Εβραίοι και επιπρόσθετα θαυματουργά μέσα για να φτιάχνουν από χρήμα περισσότερο χρήμα».

9Βλ. Καρλ Μαρξ, Για το Εβραϊκό Ζήτημα στο Κarl Marx οπ. σ. 165: «Μόνο στις Βορειοαμερικανικές ανεξάρτητες Πολιτείες –τουλάχιστον σε ένα τμήμα τους- χάνει το εβραϊκό ζήτημα τη θεολογική σημασία του και καθίσταται ένα πραγματικά κοσμικό (wirklich weltlichen) ζήτημα. Μόνο εκεί όπου το πολιτικό κράτος υπάρχει στην πλήρη διαμόρφωσή του μπορεί η σχέση του Εβραίου, εν γένει (η σχέση) του θρησκευτικού ανθρώπου προς το πολιτικό κράτος, δηλαδή η σχέση της θρησκείας προς το κράτος, να αναδειχθεί στην ιδιομορφία και στην καθαρότητά της. Η κριτική αυτής της σχέσης παύει να είναι θεολογική κριτική από τη στιγμή που το κράτος παύει να συμπεριφέρεται στην θρησκεία ως κράτος, δηλαδή πολιτικά. Η κριτική γίνεται τότε κριτική του πολιτικού κράτους».

10Βλ. Καρλ Μαρξ, Για την Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου στο Karl Marx οπ. σ. 147-159.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: