our news

Ο Τζακ Λόντον στις ελληνικές εκδόσεις των «Κλασσικών Εικονογραφημένων».

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 2,878 other followers

άρθρο άποψης του Λ

 

Χαίρομαι ιδιαίτερα που το shades magazine έχει ασχοληθεί τουλάχιστον δυο φορές, με τον Λόντον [«Στη Μνήμη του Jack London», «Jack London, Ο Αλκοολικός (απόσπασμα)»], έναν συγγραφέα, που παρ’ότι θα μπορούσαμε να τον πούμε κι αυτόν «καταραμένο», μπορούσε να συγκινήσει βαθύτατα όποιο παιδί τη δεκαετία του ’60, αγόραζε ανελλιπώς όλη την εξαιρετική σειρά των «Κλασσικών» του οίκου Πεχλιβανίδη, που τροφοδότησε κυριολεκτικά με υλικό της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όσους είχαν την τύχη να τα διαβάσουν. Ο Λόντον παρά την αναγκαστική του πρόωρη ωρίμανση λόγω της πολύ δύσκολης οικογενειακής του κατάστασης (φτώχια, πατριός χήρος με προβλήματα υγείας, μάνα που είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει), είχε σε όλη τη σύντομη ζωή του (πέθανε 40 ετών) την αθωότητα και τον αυθορμητισμό ενός άτακτου και πανέξυπνου αγοριού. Άλλωστε το παραδέχεται και το ερμηνεύει και ο ίδιος: Στο πρώτο από τα τρία αυτοβιογραφικά του βιβλία (‘The Road’-1907) ο Λόντον γράφει: «Στα 15 ήμουν κανονικός άνδρας και αν μου περίσσευαν χρήματα, αγόραζα μπύρα κι όχι γλυκά. Τώρα που βρίσκομαι στα διπλάσια χρόνια, κυνηγάω τα παιδικά χρόνια που δεν είχα, γι’ αυτό θέλω περιπέτειες». Στα πρώτα του νιάτα, όντας δυνατός και υγιής ήταν εγωκεντρικός, απότομα στα 20, μεταστράφηκε σε μαχητικό σοσιαλιστή όταν αντελήφθη τον βαθύ πόνο των φτωχών και των ανήμπορων, μια κατάσταση στην οποία και ο ίδιος ήταν εύκολο να περιπέσει. Έκφραση αυτών των ιδεών του ήταν το εργατικό-επαναστατικό «Σιδερένιο Τακούνι» (‘Iron Heel’) που είχε την τύχη να το μεταφράσει στα ελληνικά στα 1943-46 ο 21χρονος Άρης Αλεξάνδρου, για τον οίκο Γκοβόστη, όπου κάπου παράπεσε και ξαναβρέθηκε για να εκδοθεί το 2011! Κάλιο αργά βεβαίως παρά ποτέ.

Ο Λόντον 21 χρόνων πήγε στην περιοχή του Κλοντάικ της Αλάσκας σαν χρυσοθήρας, ακολουθώντας τον ρεύμα της εποχής, εκεί η υγεία του υποσκάφθηκε, αλλά τον έσωσε ένας εκπληκτικός Καθολικός παπάς ο William Judge, γνωστός ως «ο άγιος της Ντόσον Σίτυ», που είχε στήσει ένα νοσοκομείο-ξενώνα για όσους είχαν ανάγκη. Έκανε δυο γάμους, ήταν όμως επιρρεπής στις απιστίες. Το πάθος του για τη φύση τον οδήγησε στο να αγοράσει ένα ράντσο το οποίο υπήρξε μια τεράστια επιχειρηματική αποτυχία, αναπόφευκτη νομίζω, για έναν ρομαντικό άνθρωπο, πολύ δοτικό και ανίκανο να προνοήσει και να ενεργήσει με πρώτο σκοπό το ατομικό κέρδος. Να πω και κάτι για το πρόωρο τέλος του. Με κίνδυνο να μπω στα επικίνδυνα χωράφια της Μεταφυσικής, έχω δει κι έχω ακούσει κι έχω διαβάσει για πολλούς καλούς που πεθαίνουν νέοι. Δεν αντέχουν την κακία αυτού του κόσμου, «ον γαρ οι Θεοί φιλούσιν, αποθνήσκει νέος», όπως λέει ο Μένανδρος κι ο Λόντον ήταν ένας παθιασμένα καλός άνθρωπος, που ήξερε να αγαπά. Αυτό βέβαια είναι μια δική μου αίσθηση ή παραίσθηση, που οφείλεται στη βαθύτερη σκέψη πως οι καλοί ξέρουν να προστατεύουν τους άλλους, αλλά όχι τον εαυτό τους. Αυτό το αίσθημα τον ενέπνευσε στα γεμάτα φιλοζωία έργα του, που καλλιέργησαν γενιές ανθρώπων, κάνοντάς τα να βλέπουν τα ζώα ως σεβαστές οντότητες και όχι ως άψυχα εργαλεία του σκληρόκαρδου ανθρώπου.

Στην σειρά των «Κλασσικών», χρόνο να ψάξω στις συλλογές μου δεν έχω, από όσο μπορώ να θυμηθώ, αν και τα είχα διαβάσει πολλές φορές, είχαμε τρία τεύχη: Τον «Θαλασσόλυκο», το  «Λυκόσκυλο» (μαζί με άλλες ιστορίες) και τον «Ασπροδόντη».

 

 

Το Λυκόσκυλο ήταν νομίζω ένα σπονδυλωτό κλασσικό, στην ουσία ήταν αυτό που στα αγγλικά τιτλοφορείτο «Το κάλεσμα της άγριας φύσης» με κεντρική υπόθεση αυτή του σκύλου Μπακ.  Η υπόθεση εξελίσσεται στην περιοχή Γιούκον τον καιρό του «Πυρετού του Χρυσού» (1897-1899) οπότε με την ανακάλυψη του πολύτιμου μέταλλου στις όχθες του ομώνυμου ποταμού και του παραπόταμού του, του Κλοντάικ,  χρυσοθήρες άρχισαν να συρρέουν στην περιοχή. Οχήματα μετακίνησης ήταν τα έλκηθρα που τα τραβούσαν εύρωστα σκυλιά, ανάμεσά τους ο Μπακ, ένα καλό κατοικίδιο που το είχαν απαγάγει δυο κτηνάνθρωποι  από ένα ράντσο στην Καλιφόρνια, όπου ζούσε ευτυχισμένο με τα αφεντικά του. Στην ουσία ήταν μια αλληγορία, σαν να λέμε ένα πλουσιόπαιδο που όταν η ζωή το ρίχνει από απροσδόκητη ατυχία στην ανάγκη, βρίσκει δυνάμεις, παλεύει και βγαίνει νικητής. Ο Μπακ θα επιβληθεί στα άλλα σκυλιά, θα μπει επικεφαλής τους και θα κατακτήσει τον σεβασμό όλων, ανταποκρινόμενος στο «κάλεσμα της φύσης». Το έργο αυτό (1903) καθιέρωσε τον Λόντον και ήταν μια μακρόσυρτη επιτυχία που ξεκίνησε ως σειρά στο περιοδικό «Saturday Evening Post», το οποίο εκδίδεται από το 1821 μέχρι σήμερα.

Ανάλογη ιστορία είναι και «ο Θαλασσόλυκος», μόνο που εδώ έχουμε έναν καλομαθημένο άνθρωπο τον διανοούμενο Humphrey Van Weyden, που κακοπέφτει ως ναυαγός στα χέρια του θηριώδη και συμπλεγματικού με τα βουτυρόπαιδα καπετάνιου ενός πλοίου, θηρικού φώκιας, κάποιου Wolf Larsen. Η συμπάθεια για αυτό το άκακο ζώο με τα μάτια σαν δακρυσμένα, που αμείλικτα έχει καταδιωχτεί από τον άνθρωπο, υπήρξε πιθανότατα το κίνητρο αυτής της συγγραφής. Μια γυναίκα ναυαγός ενός άλλου καραβιού θα γίνει αργότερα το μήλο της έριδος των δυο ανδρών με τον Λάρσεν να ηττάται κατά κράτος και να πεθαίνει θύμα της κακίας του και των διαδοχικών ατυχιών του ενώ ο γενναιόφρων και συγχωρητικός διανοούμενος σώζεται τελικά μαζί με την καλή του, μετά από μεγάλες περιπέτειες. Να σημειωθεί πως το «Κλασσικό» είχε στην ελληνική του έκδοση, όπως και ο «Ασπροδόντης», το ίδιο εξώφυλλο με αυτό της αμερικάνικης πρώτης κυκλοφορίας.

 

 

Στον Ασπροδόντη έχουμε την αντίστροφη πορεία από το «Λυκόσκυλο». Πεντάχρονος φτάνει με το αφεντικό του στο Οχυρό Γιούκον. Πιωμένος αυτός τον πουλά σε έναν κακούργο διοργανωτή σκυλομαχιών. Ο Ασπροδόντης διαπρέπει σε μια σειρά μεγάλων νικών κατά ισχυρών αντιπάλων μέχρι που τον φέρνουν αντιμέτωπο με ένα δολοφονικό μπουλντόγκ. Τότε επεμβαίνει το καλόκαρδο πλουσιόπαιδο Weedon Scott, που τον σώζει από βέβαιο θάνατο αναγκάζοντας το άθλιο αφεντικό του να του τον πουλήσει. O Σκοτ με τα καλά του αισθήματα εξημερώνει υπομονετικά τον Ασπροδόντη και τον φέρνει στο πατρικό του στη Σιέρρα Βίστα της Αριζόνα. Εκεί ζει μέσα στην ευτυχία και στην καλοσύνη μέχρι που ένας δραπέτης κατάδικος μπαίνει νύχτα στο σπίτι για να εκδικηθεί τον δικαστή πατέρα του Σκοτ. Ο Ασπροδόντης βαριά τραυματισμένος κατορθώνει να τον σκοτώσει και να σωθεί και ο ίδιος. Το βιβλίο τελειώνει με μια σκηνή μεγάλης ευτυχίας. Όλη η ανθρώπινη οικογένεια λιάζεται στη βεράντα μαζί με τον Ασπροδόντη, πατέρα ήδη κουταβιών που τα γέννησε η χαριτωμένη Collie, ένα αγαθό τσοπανόσκυλο.

Νομίζω πως το μεγαλείο των έργων του Λόντον, όπου δεσπόζει η αέναη σύγκρουση του Καλού με το Κακό, δεν είναι τόσο η φιλοζωία τους, αφού από την αρχαιότητα έχουμε τέτοιες ιστορίες (σκύλος Οδυσσέα, λιοντάρι του Ανδροκλής κλπ). Είναι η θεώρηση των σκύλων ως οντοτήτων με ανθρώπινα χαρακτηριστικά ή καλύτερα η ανάδειξή τους, πράγμα που αν δεν υποδεικνύει μια κοινή καταγωγή (θέλετε από θεό, θέλετε από άλλη μορφή ζωής) με διαφορετική εξέλιξη, αναδεικνύει μια υποχρέωση κατανόησης και στοργής. Τα σκυλιά φέρνουν ευτυχία σε ένα σπίτι, υιοθετήστε, αν υπάρχουν οι δυνατότητες, τουλάχιστον ένα αδέσποτο και αγαπήστε το. Η αμοιβή σας θα είναι ανεκτίμητη. Δεν ζούμε μόνοι μας, χρωστάμε στη φύση, ιδιαίτερα σε αυτό της το κομμάτι που διαθέτει αισθήματα και δυνατότητα έστω και υποτυπώδους σκέψης. Η ανθρώπινη συνείδηση είναι ενιαία και ηθικά αδιαπραγμάτευτη. Αγαπώ τους ανθρώπους αλλά αδιαφορώ για τα ζώα (τα τρώω βεβαίως, τα εκμεταλλεύομαι, τα σκοτώνω από ευχαρίστηση) είναι κλασσική κατάσταση μεγάλης υποκρισίας. Η περίπτωση του ψηφοθήρα υμνητή των Ελλήνων κυνηγών Παναγιώτη Λαφαζάνη, που συνέχισε μετά την πτώση του κλείνοντας  επίμονα το αριστερό του μάτι στην ελληνική, ρωσική (και όχι μόνο) Ακροδεξιά, είναι εύγλωττη. Το βάζω σαν κλασσικό παράδειγμα πως στη ζωή όποιος έχει κεραίες ευαισθησίας, μπορεί να μυριστεί την παλιανθρωπιά από πολύ μακριά. Η φιλία προς τα ζώα είναι ένα καλό μέτρο ανθρώπινης ποιότητας.

Advertisements

1 Comment on Ο Τζακ Λόντον στις ελληνικές εκδόσεις των «Κλασσικών Εικονογραφημένων».

  1. Oι χρυσοθήρες του Κλοντάικ, το αγαπημένο περιβάλλον εξιστορήσεων του Λόντον, στο οποίο έζησε και ο ίδιος. Στο κείμενο υπάρχει και εκτενής αναφορά στον ανθρωπιστή παπά που βοήθησε πολλούς απόκληρους και ενδιαφέρουσες φωτογραφίες

    https://www.mysteriesofcanada.com/yukon/klondike-gold-rush-dawson-city/

    Klondike Gold Rush – Part 6: Dawson City

    Liked by 1 person

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: