τελευταία νέα σε τίτλους

Friedrich pollock “ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ” Οι δυνατότητες και οι περιορισμοί του [πρώτο μέρος]

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,111 other followers

Το παρόν δοκίμιο του Φρίντριχ Πόλοκ, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Studies in Philosophy and Social Sciences» το 1941, είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη πραγμάτευση ενός μοντέλου κρατικά διευθυνόμενου καπιταλισμού. Ο συγγραφέας του, οικονομολόγος και μέλος του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης, ο οποίος μελέτησε ήδη από τη δεκαετία του 1930 τις επιπτώσεις της σχεδιοποιημένης οικονομίας στη Σοβιετική Ένωση, είναι ένας από τους πιο διεισδυτικούς αναλυτές των μορφών κεντρικής οικονομικής ρύθμισης και των κινδύνων που αυτές συνεπιφέρουν. Παρά την ανυποχώρητα αντικρατική θεώρηση που βρίσκουμε σε άλλα κείμενα των μελών του Ινστιτούτου αλλά και του ίδιου του Πόλοκ, σε αυτό το κείμενο επιλέγεται ένα ιδιαιτέρως ακαδημαϊκό ύφος, παραμένοντας λιγότερο αιχμηρό και περισσότερο ουδέτερο ως προς τα συμπεράσματά του. Αποφασίσαμε να το εντάξουμε στον διάλογο περί των σύγχρονων μορφών κράτους, καθώς θεωρούμε πως, πέρα από την ιστορική του διάσταση, η αναλυτική του προσέγγιση παραμένει επίκαιρη, συμβάλλοντας στον ορίζοντα κάθε αντικρατικής προβληματικής.

Μετάφραση: Ισιδώρα Στανιμεράκη

Οι υπογραμμίσεις με έντονα γράμματα είναι του shades.

Σε τούτο το άρθρο δεν επιχειρείται τίποτα ουσιωδώς καινούργιο. Κάθε σκέψη που διατυπώνεται εδώ έχει βρει την έκφρασή της και αλλού. Σκοπός μας είναι να συνοψίσουμε συγκροτημένα κάποιες διάσπαρτες και, συχνά, αντιφατικές ιδέες, ούτως ώστε να αποτελέσουν το αρχιμήδειο σημείο για μια συζήτηση περί της λειτουργικότητας του κρατικού καπιταλισμού.

Ως προς τη μέθοδο αυτής της μελέτης, θα πρέπει να δώσουμε έμφαση στα ακόλουθα σημεία. Εάν αυτό που αποκαλείται κρατικός καπιταλισμός υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει, υπόκειται σε σοβαρή αμφισβήτηση. Εδώ, αναφερόμαστε σε ένα μοντέλο [1] το οποίο μπορεί να συσταθεί από στοιχεία προ πολλού εμφανή στην Ευρώπη και, μέχρις ενός σημείου, ακόμα και στην Αμερική. Οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ευρώπη από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα, ερμηνεύονται ως μεταβατικές διαδικασίες μετασχηματισμού του ιδιωτικού καπιταλισμού σε κρατικό καπιταλισμό. Η εγγύτερη προσέγγιση στην ολοκληρωτική μορφή του τελευταίου πραγματοποιήθηκε στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Θεωρητικά, η ολοκληρωτική μορφή του κρατικού καπιταλισμού δεν είναι το μόνο δυνατό αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας μετασχηματισμού. Ωστόσο, είναι πιο εύκολο να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο γι’ αυτόν παρά για τη δημοκρατική του μορφή, για την οποία η εμπειρία δεν μας προσφέρει παρά ελάχιστα ίχνη. Ένας από τους βασικούς μας ισχυρισμούς είναι ότι το ελεύθερο εμπόριο του 19ου αιώνα και η ελεύθερη επιχείρηση πνέουν τα λοίσθια. Η επαναφορά τους είναι καταδικασμένη να αποτύχει για τους ίδιους περίπου λόγους που απέτυχε η απόπειρα επαναφοράς του φεουδαλισμού στη μεταναπολεόντειο Γαλλία. Η ολοκληρωτική μορφή του κρατικού καπιταλισμού αποτελεί μια θανάσιμη απειλή για όλες τις αξίες του δυτικού πολιτισμού. Όσοι επιθυμούν να διατηρήσουν αυτές τις αξίες, εφόσον θέλουν η αντίστασή τους να στεφθεί με επιτυχία, πρέπει να κατανοήσουν στο έπακρο τις δυνατότητες και τα όρια του επιτιθέμενου. Συν τοις άλλοις, πρέπει να είναι σε θέση να δείξουν με ποιο τρόπο μπορούν να διατηρηθούν οι δημοκρατικές αξίες εντός των μεταβαλλόμενων συνθηκών. Εάν η εικασία μας για το επικείμενο τέλος της εποχής του ιδιωτικού καπιταλισμού είναι σωστή, η πιο ηρωική μάχη για μια επιστροφή στην αρχική του κατάσταση μπορεί μονάχα να οδηγήσει σε σπατάλη ενέργειας και, εν τέλει, να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος του ολοκληρωτισμού.

Η Έννοια «Κρατικός Καπιταλισμός»

Στην ταχέως αναπτυσσόμενη φιλολογία περί της επερχόμενης κοινωνικής τάξης, οι περισσότεροι συγγραφείς αποφεύγουν τον όρο «κρατικός καπιταλισμός», αντικαθιστώντας τον με άλλους.

«Κρατικά οργανωμένη ιδιωτική ιδιοκτησία μονοπωλιακού καπιταλισμού», «διευθυνόμενη κοινωνία», «διοικούμενος καπιταλισμός», «γραφειοκρατικός κολλεκτιβισμός», «ολοκληρωτική κρατική οικονομία», «θεσπισμένος καπιταλισμός», «νεομερκαντιλισμός», «οικονομία της δύναμης», «κρατικός σοσιαλισμός», είναι λίγες μόνον από τις εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν για να προσδιορίσουν το ίδιο φαινόμενο. Ο όρος κρατικός καπιταλισμός (όπως ισχυριζόμαστε) είναι πιθανώς παραπλανητικός, δεδομένου ότι θα μπορούσε να κατανοηθεί για να υπονοήσει μια κοινωνία εντός της οποίας το κράτος είναι ο μόνος κάτοχος του συνολικού κεφαλαίου, πράγμα που δεν εννοούν κατ’ ανάγκη όσοι τον χρησιμοποιούν. Μολαταύτα, υποδεικνύει τέσσερα σημεία καλύτερα από τους λοιπούς προτεινόμενους ορισμούς: ότι ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο διάδοχος του ιδιωτικού καπιταλισμού, ότι το κράτος αναλαμβάνει σημαντικές λειτουργίες του καπιταλιστή ιδιώτη, ότι τα κερδοσκοπικά συμφέροντα εξακολουθούν να επιτελούν έναν κρίσιμο ρόλο, και ότι δεν είναι σοσιαλισμός. Ορίζουμε τον όρο «κρατικός καπιταλισμός» στις δύο πιο τυπικές του εκδοχές, την ολοκληρωτική και τη δημοκρατική του μορφή, ως μια κοινωνική τάξη που διαφέρει από τον «ιδιωτικό καπιταλισμό», εκ του οποίου απορρέει ιστορικά, στα εξής σημεία:

(1) Η αγορά καθαίρεται από τη ρυθμιστική λειτουργία του συντονισμού της παραγωγής και της διανομής. Τούτη η λειτουργία περνάει στα χέρια ενός συστήματος άμεσου ελέγχου. Το ελεύθερο εμπόριο, η επιχείρηση και η εργασία υπόκεινται σε τέτοιο βαθμό στην κυβερνητική παρέμβαση που, εμπράκτως, καταργούνται. Με την αυτόνομη αγορά, οι επονομαζόμενοι οικονομικοί νόμοι εξαφανίζονται.

(2) Τούτος ο έλεγχος εκχωρείται στο κράτος, το οποίο χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό παλαιών και νέων μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένης της «ψευδοαγοράς», προκειμένου να ρυθμίσει και να επεκτείνει την παραγωγή, συντονίζοντάς τη με την κατανάλωση. Η πλήρης χρήση όλων των πόρων [2] θεωρείται το βασικότερο επίτευγμα στο οικονομικό πεδίο. Το κράτος παραβαίνει όλα τα προδιαγεγραμμένα όρια για τις κρατικές δραστηριότητες εν καιρώ ειρήνης.

(3) Υπό μια ολοκληρωτική μορφή κρατικού καπιταλισμού, το κράτος αποτελεί εργαλείο εξουσίας μιας νέας κυρίαρχης ομάδας, η οποία έχει προκύψει από τη συγχώνευση των πιο ισχυρών ιδιοτελών συμφερόντων, των ανώτερων στελεχών στη βιομηχανική και επιχειρηματική διεύθυνση, του υψηλότερου στρώματος της κρατικής γραφειοκρατίας (συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής) και των ηγετικών μορφών του νικηφόρου γραφειοκρατικού κόμματος. Όποιος δεν ανήκει σε αυτή την ομάδα είναι απλό αντικείμενο κυριαρχίας.

Υπό μια δημοκρατική μορφή κρατικού καπιταλισμού, το κράτος έχει τις ίδιες ρυθμιστικές λειτουργίες, αλλά ελέγχεται το ίδιο από τον λαό. Βασίζεται σε θεσμούς που αποτρέπουν τη γραφειοκρατία απ’ το να μετασχηματίσει τη διοικητική της θέση σε όργανο εξουσίας και, ως εκ τούτου, να θέσει τα θεμέλια για τον μετασχηματισμό του δημοκρατικού συστήματος σε ολοκληρωτικό.

Η Κληρονομιά του Συστήματος Αγοράς

Εκκινούμε από την υπόθεση ότι, όταν η οικονομία της αγοράς καθίσταται ένα εντελώς ακατάλληλο εργαλείο χρήσης των διαθέσιμων πόρων, επίκειται η ώρα του κρατικού καπιταλισμού. Οι μικρομεσαίες ιδιωτικές επιχειρήσεις και το ελεύθερο εμπόριο, η βάση για τη γιγαντιαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπου κατά τον 19ο αιώνα, σταδιακά καταστρέφονται από τα τέκνα του φιλελευθερισμού, των ιδιωτικών μονοπωλίων και του κρατικού παρεμβατισμού. Η συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε τεράστιες επιχειρήσεις με συνέπεια ανελαστικές τιμές, η αυτοχρηματοδότηση και η ολοένα αυξανόμενη συσσώρευση, ο κυβερνητικός έλεγχος του πιστωτικού συστήματος και του διεθνούς εμπορίου, οι ημι-μονοπωλιακές θέσεις των συνδικάτων και η συνακόλουθη ανελαστικότητα της αγοράς εργασίας, η ευρείας κλίμακας αναξιοποίητη εργασία και κεφαλαίου, καθώς και τα τεράστια κυβερνητικά έξοδα πρόνοιας για τους ανέργους, είναι κάποια από τα πολυάριθμα συμπτώματα φθοράς του συστήματος αγοράς. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν χαρακτηριστικά όλων των βιομηχανοποιημένων χωρών σε διάφορα επίπεδα. [3]

Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν πρόσφατα από διάφορους κυβερνητικούς φορείς, δείχνουν πόσο έχει προχωρήσει μια παρεμφερής εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αναταράξεις που προκλήθηκαν στον μηχανισμό της αγοράς από τα μονοπώλια, οξύνθηκαν από την τεχνολογική επανάσταση στη σύγχρονη γεωργία. Από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η δραματική μετατόπιση της παγκόσμιας αγοράς μπλόκαρε τα κανάλια των εξαγωγών, που ήταν ζωτικά για την υπέρβαση των δυσκολιών της αγοράς κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ο κίνδυνος που ελλόχευε σε μια τέτοια κατάσταση αναγνωρίστηκε και καταβάλλονται τεράστιες προσπάθειες για να λυθεί το πρόβλημα της δημιουργίας πλήρους απασχόλησης, ενόσω το αμερικανικό σύστημα αγοράς απελευθερώνεται από τις δυνάμεις που το στραγγαλίζουν. Ανάλογες εξελίξεις μπορεί να φτάσουν στο σημείο όπου κανένα μέτρο αναδιοργάνωσης του οικονομικού συστήματος δεν θα μπορεί να αποτρέψει την απόλυτη διάλυση της κοινωνικής δομής. Μια τέτοια αναδιοργάνωση θα μπορούσε να συμβεί μέσω μιας μακράς διαδοχής προσωρινών μέτρων, πολλά εκ των οποίων θα είναι αντιφατικά μεταξύ τους, δίχως καταρτισμένο σχέδιο και, πολύ συχνά, ενάντια στις αρχικές προθέσεις των δημιουργών τους. Θεωρητικά, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ενοποιημένο μοντέλο της νέας οργάνωσης, το οποίο θα αντικαθιστούσε το φθαρμένο σύστημα, με την υπόσχεση να πετύχει δύο στόχους: να εγγυηθεί την πλήρη απασχόληση και να διατηρήσει τα βασικά στοιχεία της παλαιάς κοινωνικής δομής.

Εάν το σύστημα αγοράς πρόκειται να αντικατασταθεί από μια άλλη οργανωτική μορφή, το νέο σύστημα πρέπει να επιτελεί ορισμένες λειτουργίες που συνδέονται, κατ’ ανάγκη, με τον καταμερισμό εργασίας. Σε αδρές γραμμές, αυτές οι «αναγκαίες» [4] λειτουργίες χωρίζονται σε τρεις ομάδες: συντονισμός των αναγκών και των πόρων· διεύθυνση της παραγωγής· διεύθυνση της διανομής· προτείνοντας:

(1) έναν τρόπο ορισμού των κοινωνικών αναγκών με όρους καταναλωτικών αγαθών, αναπαραγωγής της βιομηχανίας, των μηχανών και των πρώτων υλών, και επέκτασης [5]

(2) τον καταμερισμό όλων των διαθέσιμων πόρων με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση και η «μέγιστη» ικανοποίηση των διαπιστωμένων αναγκών

(3) τον συντονισμό και τον έλεγχο όλων των παραγωγικών διαδικασιών, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή απόδοση και

(4) τη διανομή του κοινωνικού προϊόντος.

Οι βασικές αδυναμίες του συστήματος αγοράς ως προς την εκτέλεση των «αναγκαίων» λειτουργιών έχουν πολλάκις συζητηθεί, καθώς οι ζημίες και η μη αποδοτικότητά του ανέτρεψαν, βαθμηδόν, τα προηγούμενα επιτεύγματά του. Η κριτική αρθρώθηκε, ως επί το πλείστον, ενάντια στις ανεπάρκειες του μηχανισμού των τιμών σε μια διευθυνόμενη παραγωγή, στην αντιφατική απόδοση του κινήτρου για κέρδος που εμποδίζει τη χρήση των διαθέσιμων πόρων, και στους δολοφονικούς μηχανισμούς συντονισμού της αποσταθεροποιημένης οικονομίας, ήτοι των επιχειρηματικών κύκλων και των σωρευτικών διαδικασιών καταστροφής τους. Ωστόσο, ενώ πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο μηχανισμός της αγοράς ήταν ακόμη λειτουργικός, παρόλο που πάντοτε απείχε παρασάγγας από το να εφαρμόζει στην πράξη όσα υποτίθεται πως πρέσβευε στη θεωρία, η εισβολή των μονοπωλίων και οι συνεπαγόμενες ανελαστικές τιμές προκάλεσαν, σταδιακά, την κατάρρευση του συστήματος αγοράς σε μια ολοένα διευρυνόμενη σφαίρα.

Ένα Νέο Σύνολο Κανόνων

Ο κρατικός καπιταλισμός αντικαθιστά τις μεθόδους της αγοράς με ένα νέο σύνολο κανόνων, βάσει ενός συνδυασμού παλαιών και νέων μέσων.

(1) Ένα γενικό σχέδιο διευθύνει την παραγωγή, την κατανάλωση, την αποταμίευση και τις επενδύσεις. Η εισαγωγή της αρχής του σχεδιασμού στην οικονομική διαδικασία σημαίνει ότι πρόκειται να συγκροτηθεί ένα σχέδιο ώστε να επιτευχθούν σε εθνική κλίμακα ορισμένοι επιλεγμένοι σκοποί με τη χρήση όλων των διαθέσιμων πόρων. Τούτο, δεν υπονοεί, κατ’ ανάγκη, ότι όλες οι λεπτομέρειες έχουν εκ των προτέρων σχεδιαστεί, ούτε ότι δεν δίνεται καμιά ελευθερία επιλογής στον καταναλωτή. Ωστόσο, έρχεται σε οξεία αντίθεση με το σύστημα αγοράς, καθώς η τελευταία λέξη ως προς το ποιες ανάγκες θα ικανοποιηθούν και με ποιο τρόπο δεν ανήκει στις ανώνυμες και αναξιόπιστες σφυγμομετρήσεις της αγοράς που εκπονούνται κατόπιν εορτής, αλλά σε μια συνειδητή απόφαση σχετικά με τους σκοπούς και τα μέσα, τουλάχιστον σε ένα γενικό πλαίσιο, προτού ξεκινήσει η παραγωγή. Η συζήτηση περί του σχεδιασμού έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, που φαίνεται πως τα επιχειρήματα κατά της τεχνικής λειτουργικότητας ενός παρόμοιου γενικού σχεδίου θα μπορούσαν να απορριφθούν. [6] Το πραγματικό πρόβλημα μιας σχεδιοποιημένης κοινωνίας δεν έγκειται στην οικονομική αλλά στην πολιτική σφαίρα, στις αρχές που θα εφαρμοστούν ενόσω θα αποφασίζονται οι ανάγκες που θα προτιμηθούν, ο χρόνος που θα δαπανηθεί για εργασία, η ποσότητα του κοινωνικού προϊόντος που θα καταναλωθεί, η ποσότητα που θα χρησιμοποιηθεί για περαιτέρω επέκταση, και ούτω καθεξής. Προφανώς, τέτοιου είδους αποφάσεις δεν μπορούν να είναι εντελώς αυθαίρετες, ωστόσο εξαρτώνται, σε μεγάλο βαθμό, από τους διαθέσιμους πόρους.

(2) Οι τιμές δεν επιτρέπεται πλέον να συμπεριφέρονται ως οι κύριοι της οικονομικής διαδικασίας, αλλά διευθύνονται σε όλους τους μείζονες τομείς της. Τούτο, απορρέει από την αρχή του σχεδιασμού και των μέσων που, προς όφελος μιας σχεδιοποιημένης οικονομίας, στερούν από την αγορά τη βασική της λειτουργία. Δεν σημαίνει ότι οι τιμές δεν υφίστανται πια, αλλά ότι, αν υφίστανται, έχουν αλλάξει ριζικά χαρακτήρα. Στην επιφάνεια, τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει· οι τιμές καθορίζονται, τα αγαθά και οι υπηρεσίες πληρώνονται με χρήμα· η άνοδος και η πτώση των μεμονωμένων τιμών μπορεί να είναι αρκετά συνηθισμένη. Όμως, οι σχέσεις μεταξύ των τιμών και του κόστους παραγωγής αφενός, και της προσφοράς και της ζήτησης αφετέρου, ενώ είναι αυστηρά συνδεδεμένες εντός της ολότητάς τους, χάνουν τη σύνδεσή τους σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου τείνουν να παρέμβουν στον γενικό σχεδιασμό. Τα υπολείμματα του συστήματος της αγοράς συμπεριφέρονται όπως ο προκάτοχός τους· ωστόσο, η λειτουργία της αγοράς ως γενικού διευθυντή της οικονομικής διαδικασίας έχει μετατραπεί σε ένα στενά ελεγχόμενο εργαλείο. [7]

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι ελεγχόμενες τιμές έχουν συμβάλει τα πλείστα στην κατεύθυνση διάλυσης του αυτοματισμού της αγοράς, δίχως να δημιουργούν νέα εργαλεία που θα αναλάβουν τις «αναγκαίες» λειτουργίες της. Χρησιμοποιήθηκαν για να διασφαλίσουν τα μονοπωλιακά κέρδη εις βάρος των μη μονοπωλιακών τιμών της αγοράς.

Υπό τον κρατικό καπιταλισμό, χρησιμοποιούνται ως συμπληρωματικός μηχανισμός για την ενσωμάτωση της παραγωγής και της κατανάλωσης στο γενικό σχέδιο.

(3) Τα κερδοσκοπικά συμφέροντα τόσο των ατόμων όσο και των ομάδων, καθώς επίσης και το σύνολο των λοιπών ειδικών συμφερόντων, πρόκειται να υπαχθούν στον γενικό σχεδιασμό ή σε ό,τι τον αντικαθιστά. Το να καταλάβουμε τις συνέπειες τούτης της αρχής, μας οδηγεί στην κατανόηση της ολοκληρωτικής, συντριπτικής εξουσίας. Υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ερμηνείες για τον ρόλο που επιτέλεσαν τα κερδοσκοπικά συμφέροντα στη Ναζιστική Γερμανία. Η πρώτη, ισχυρίζεται ότι το κίνητρο για κέρδος εξακολουθεί να κατέχει τον ίδιο ρόλο με πριν· η άλλη, υποστηρίζει ότι οι καπιταλιστές έχουν στερηθεί την κοινωνική τους θέση και ότι το κέρδος, με την παλαιά έννοια του όρου, δεν υφίσταται πια. Θεωρούμε ότι αμφότερες τείνουν να παραβλέπουν τον μετασχηματισμό μιας τέτοιας κατηγορίας, όπως είναι το «κέρδος», στη σύγχρονη κοινωνία. Τα κερδοσκοπικά συμφέροντα μπορεί να έχουν εξέχουσα σημασία στις ολοκληρωτικές μορφές μιας κρατικοκαπιταλιστικής κοινωνίας. Μα ακόμη και τα πιο ισχυρά κερδοσκοπικά συμφέροντα υπάγονται βαθμηδόν στο γενικό «σχέδιο». Καμιά κρατικοκαπιταλιστική κυβέρνηση δεν μπορεί ή δεν πρόκειται να απολέσει τα κίνητρα κέρδους για δύο λόγους. Πρώτον, η εξάλειψη του κινήτρου για κέρδος θα κατέστρεφε τον χαρακτήρα ολάκερου του συστήματος και, δεύτερον, το κίνητρο για κέρδος παραμένει από πολλές απόψεις ένα αποτελεσματικό κίνητρο. Στην περίπτωση, όμως, που τα συμφέροντα μεμονωμένων ομάδων ή ατόμων συγκρούονται με το γενικό σχέδιο ή με ό,τι λειτουργεί ως υποκατάστατό του, το ατομικό συμφέρον οφείλει να παραμεριστεί. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της ιδεολογίας του Gemeinnutz geht vor Eigennutz (Το Κοινό καλό προηγείται του Ατομικού). Καθοριστική σημασία έχει το συμφέρον της κυρίαρχης ομάδας εν συνόλω και όχι τα ατομικά συμφέροντα όσων τη συναποτελούν. [8]

Η σημασία αυτής της αρχής του κρατικού καπιταλισμού μπορεί πλήρως να κατανοηθεί όταν συγκριθεί με τις πρόσφατες εμπειρίες χωρών όπου εξακολουθεί να κυριαρχεί ο ιδιωτικός καπιταλισμός, καθώς και εκεί όπου ισχυρές ομάδες συμφερόντων αποτρέπουν την εφαρμογή πολλών επιτακτικών έργων αναγκαίων για το «κοινό καλό». Τούτο, δεν είναι απαραίτητο να εξηγηθεί υπό το πρίσμα κάποιων κακών προθέσεων ή μιας ορισμένης εξαιρετικής απληστίας. Σε ένα σύστημα που ερείδεται στο ιδιωτικό συμφέρον του κάθε ατόμου, μπορεί ενίοτε να περιμένουμε ότι αυτή η αρχή θα έρθει στο προσκήνιο με μια μορφή που θα αντικρούει τον οπτιμισμό της υποβόσκουσας φιλοσοφίας της. Εάν ποτέ επαληθευόταν η φράση ότι «τα ιδιωτικά μειονεκτήματα είναι δημόσια οφέλη», τούτο θα μπορούσε να συμβεί μονάχα υπό συνθήκες κατά τις οποίες η τυπική οικονομική μονάδα ήταν συγκριτικά μικρή και η ελεύθερη αγορά λειτουργική.

Η πολιτική του κρατικού καπιταλισμού που εναντιώνεται στον φιλελευθερισμό, έχει κατανοήσει ότι υπάρχουν κάποια στενά όρια, πέραν των οποίων το κυνήγι των ιδιωτικών συμφερόντων δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με έναν αποτελεσματικό γενικό σχεδιασμό, περιγράφοντας τις συνέπειές τους. [9]

(4) Σε όλες τις σφαίρες της κρατικής δραστηριότητας (και στον κρατικό καπιταλισμό τούτο σημαίνει σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής εν γένει), το εικάζειν και ο αυτοσχεδιασμός παραχωρούν τη θέση τους στις αρχές μιας επιστημονικής διεύθυνσης. Τούτος ο κανόνας είναι σύμφωνος με τη βασική κρατικοκαπιταλιστική σύλληψη της κοινωνίας ως ενοποιημένης μονάδας, συγκρίσιμης με τους σύγχρονους γίγαντες της μεταλλουργικής, χημικής ή αυτοκινητιστικής παραγωγής. Μια ευρείας κλίμακας παραγωγή δεν προϋποθέτει μονάχα έναν προσεκτικό γενικό σχεδιασμό, αλλά και μια συστηματική ανάπτυξη όλων των μεμονωμένων διαδικασιών. Κάθε ζημία ή σφάλμα κατά την προετοιμασία των υλών και του εξοπλισμού, καθώς επίσης και κατά τον σχεδιασμό των στοιχείων της παραγωγής, πολλαπλασιάζεται έτι περισσότερο, θέτοντας ίσως σε κίνδυνο το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας. Αφ’ ης στιγμής η πρότερη διαφοροποίηση μεταξύ της ιδιωτικής δαπάνης (φερ’ ειπείν των μισθών) και της κοινωνικής δαπάνης (φερ’ ειπείν της ανεργίας) αντικατασταθεί από την αξιολόγηση της μεμονωμένης διαδικασίας σύμφωνα με την ικανότητά της να επιτυγχάνει ό,τι ο σχεδιαστής θεωρεί ως το πλέον επιθυμητό κοινωνικό προϊόν, το ίδιο θα ισχύσει και για την κοινωνία. Εντούτοις, άπαξ και η αρχή του «εξορθολογισμού» καταστεί υποχρεωτική για όλες τις δημόσιες δραστηριότητες, θα εφαρμοστεί στις σφαίρες που, προηγουμένως, αποτελούσαν το άβατο των εικασιών, της ρουτίνας και της προχειροδουλειάς: στη στρατιωτική προετοιμασία, τη διεξαγωγή του πολέμου, τη στάση απέναντι στην κοινή γνώμη, την άσκηση της καταναγκαστικής εξουσίας του κράτους, το διεθνές εμπόριο, την εξωτερική πολιτική, και ούτω καθεξής. [10]

(5) Εφαρμογή του σχεδίου που επιβάλλεται από την κρατική εξουσία, ούτως ώστε να μην απομείνει τίποτα ουσιώδες στη λειτουργία των νόμων της αγοράς ή άλλων οικονομικών «νόμων».[11]

Τούτο, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένας συμπληρωματικός κανόνας, ο οποίος θέτει την αρχή αντιμετώπισης όλων των οικονομικών προβλημάτων, όπως και στην προηγούμενη ανάλυση, ως πολιτικά. Η δημιουργία μιας οικονομικής σφαίρας εντός της οποίας το κράτος δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει, και η οποία ήταν ζωτικής σημασίας κατά την περίοδο του ιδιωτικού καπιταλισμού, απορρίπτεται ριζικά. Η αντικατάσταση των μηχανισμών του laissez faire από την κυβερνητική εντολή δεν υπονοεί το τέλος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ατομικής ευθύνης, οι οποίες θα μπορούσαν να τεθούν αμφότερες σε μια ευρύτερη βάση ενόσω θα ενσωματώνονταν στο πλαίσιο του γενικού σχεδίου. Κατά τη διάρκεια της μη μονοπωλιακής φάσης του ιδιωτικού καπιταλισμού, ο καπιταλιστής (είτε ως άτομο είτε ως ομάδα μετόχων που εκπροσωπείται από τον διευθυντή της) διέθετε μια δύναμη πάνω στην ιδιοκτησία του εντός των ορίων των νόμων της αγοράς. Υπό τον κρατικό καπιταλισμό, τούτη η εξουσία μεταβιβάζεται στην κυβέρνηση, η οποία εξακολουθεί να τελεί υπό το καθεστώς ορισμένων «φυσικών» περιορισμών, όντας ωστόσο απελευθερωμένη από την τυραννία μιας μη ελεγχόμενης αγοράς. Η αντικατάσταση των οικονομικών μέσων από πολιτικά ως η τελευταία εγγύηση αναπαραγωγής της οικονομικής ζωής, μεταβάλλει τον χαρακτήρα ολάκερης της ιστορικής περιόδου. Σηματοδοτεί τη μετάβαση από μια, κατά κύριο λόγο, οικονομική εποχή σε μια ουσιωδώς πολιτική.[12]

Υπό τον ιδιωτικό καπιταλισμό, όλες οι κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβούνται από την αγορά· οι άνθρωποι συναναστρέφονται μεταξύ τους ως φορείς της ανταλλακτικής διαδικασίας, ως αγοραστές ή πωλητές. Η πηγή του εισοδήματος κάποιου και το μέγεθος της ιδιοκτησίας του είναι καθοριστικά για την κοινωνική του θέση. Το κίνητρο για κέρδος διατηρεί τον οικονομικό μηχανισμό της κοινωνίας εν κινήσει. Υπό τον κρατικό καπιταλισμό, οι άνθρωποι συναντώνται ως διευθυντές ή διευθυνόμενοι· ο βαθμός στον οποίο μπορεί κανείς να διευθύνει ή να υπακούει, εξαρτάται πρωτίστως από τη θέση του στην πολιτική σκηνή και, μόνον δευτερευόντως, από το μέγεθος της ιδιοκτησίας του. Η εργασία, αντί να καθορίζεται έμμεσα από την αγορά, ελέγχεται άμεσα. Μια άλλη όψη της μεταβληθείσας κατάστασης στον κρατικό καπιταλισμό είναι ότι το κίνητρο για κέρδος αντικαθίσταται από το κίνητρο για εξουσία. Υπό τον ιδιωτικό καπιταλισμό, μεγαλύτερα κέρδη σημαίνουν μεγαλύτερη εξουσία και λιγότερη εξάρτηση από αλλότριες εντολές. Η διαφορά, εντούτοις, δεν είναι μόνον ότι το κίνητρο για κέρδος αποτελεί μια διαμεσολαβημένη μορφή του κινήτρου για εξουσία, αλλά ότι το τελευταίο είναι άρρηκτα δεμένο με τη θέση εξουσίας της κυρίαρχης ομάδας, ενώ το πρώτο αφορά μόνον το άτομο.

Έλεγχος της Παραγωγής

Μια συζήτηση για τα μέσα με τα οποία ο κρατικός καπιταλισμός θα μπορούσε να φέρει εις πέρας το πρόγραμμά του, πρέπει να εγκύψει προσεκτικά στις τεχνολογικές και οργανωτικές δυνατότητες που είναι διαθέσιμες σήμερα σε όλες τις χώρες υψηλής εκβιομηχάνισης. Δεν αναφερόμαστε σε κάποιες μελλοντικές εξελίξεις, αλλά στη χρήση των διαθέσιμων πόρων που αφορούν το εδώ και το τώρα. Εάν, ωστόσο, μπορέσει να καταδειχθεί ότι ένα κρατικοκαπιταλιστικό σύστημα είναι σε θέση να επιτελεί με μεγαλύτερη επιτυχία από την αγορά τις «αναγκαίες» λειτουργίες που προϋποθέτει ο καταμερισμός της εργασίας, φαίνεται εύλογο να περιμένουμε ότι θα μπορούσαν να καταστούν διαθέσιμοι πολύ μεγαλύτεροι πόροι σε μικρό χρονικό διάστημα. Ο κρατικός καπιταλισμός οφείλει να λύσει τα ακόλουθα προβλήματα στη σφαίρα της παραγωγής, εάν θέλει να προκύψει ένα αυξανόμενο κοινωνικό προϊόν: τη δημιουργία θέσεων πλήρους απασχόλησης βάσει του συντονισμού όλων των παραγωγικών μονάδων· την αναπαραγωγή των ήδη υπαρχόντων πόρων της βιομηχανίας, των πρώτων υλών, της διοίκησης και της εργασίας σε ένα επίπεδο ανάλογο της τεχνολογικής προόδου· την επέκταση της υπάρχουσας βιομηχανίας. Όλα αυτά πρέπει να ενταχθούν στο γενικό σχέδιο. Εφόσον το σχέδιο είναι δεδομένο, η εκτέλεση, αντί να εξαρτάται από το οικονομικό έργο της παραγωγής προς όφελος μιας άγνωστης και αρκούντως απρόβλεπτης αγοράς, εξαρτάται από τη λύση απλών, τεχνικών και διαχειριστικών υποθέσεων. Η παραγωγή έχει σαφώς καθορισμένη χρήση· δεν είναι παραγωγή «εμπορευμάτων» με την έννοια του συστήματος της αγοράς.[13]

Οι εμπειρίες που έχουν συσσωρευτεί από τις σύγχρονες γιγάντιες επιχειρήσεις και τους συνεταιρισμούς των επιχειρήσεων για τη διεκπεραίωση μεγαλεπήβολων σχεδίων, καθιστούν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της παραγωγής τεχνικώς αδύνατο. Τα εξειδικευμένα μέσα ελέγχου συμπεριλαμβάνουν σύγχρονες στατιστικές και λογιστικές μεθόδους, τακτικές αναφορές όλων των αλλαγών στη βιομηχανία και τις προμήθειες, συστηματική εκπαίδευση των εργατών για μελλοντικές απαιτήσεις, εξορθολογισμό του συνόλου των τεχνικών και διοικητικών διαδικασιών και όλων των λοιπών στρατηγικών που διαμορφώνονται στις σύγχρονες τεράστιες επιχειρήσεις και τα καρτέλ. Εκτός από τις εν λόγω παραδοσιακές μεθόδους, που παραμέρισαν τη απόκρυφη επιχειρηματική τέχνη της επιτυχούς πρόβλεψης των μελλοντικών απαιτήσεων της αγοράς, το κράτος αποκτά μια πρόσθετη δύναμη ελέγχου, η οποία υπονοείται στον πλήρη έλεγχο του χρήματος και της πίστωσης. Οι τράπεζες μετατρέπονται σε απλά κυβερνητικά πρακτορεία.[14]

Κάθε επένδυση, είτε εξυπηρετεί την αντικατάσταση είτε την επέκταση, υπόκειται στο σχέδιο, και ούτε η υπεραποταμίευση ούτε η υπερεπεκτάση, ούτε ένα «επενδυτικό χτύπημα» ούτε μια «Fehlinvestitionen» (κακή επένδυση) μπορούν να δημιουργήσουν ευρείας κλίμακας αναταράξεις. Τα λάθη που είναι καταδικασμένα να συμβούν, μπορούν να εντοπιστούν με συγκριτική ευκολία χάρη στην κεντρική θέση του επιτελείου σχεδιασμού. Παρόλο που λογίζονται ως καθαρή ζημία, οι καταστρεπτικές τους συνέπειες ίσως θα μπορούσαν να ελαχιστοποιηθούν, χρεώνοντάς τα στην οικονομία εν γένει και όχι σε μια μεμονωμένη επιχείρηση. Πέραν των τραπεζών, ένα πλήθος οργανισμών που δημιουργούνται από τα επιχειρηματικά συμφέροντα (εμπορικοί συνεταιρισμοί, καρτέλ, εμπορικά επιμελητήρια κ.λπ.) λειτουργούν ως, ή μετασχηματίζονται σε, κυβερνητικές υπηρεσίες για τον έλεγχο της παραγωγής. Ο αυστηρός έλεγχος του κεφαλαίου, είτε στην μονεταριστική του μορφή είτε υπό τη μορφή της βιομηχανίας, των μηχανημάτων και των εμπορευμάτων, μετασχηματίζει θεμελιωδώς την ποιότητα της ατομικής ιδιοκτησίας ως προς τα μέσα παραγωγής, και του κατόχου της, ήτοι του «καπιταλιστή». Ενώ πολλά από τα ρίσκα (όχι όλα) που παίρνει ο ιδιοκτήτης υπό τον ιδιωτικό καπιταλισμό ίσως έχουν εξαλειφθεί, του απομένει τόσο κέρδος όσο του επιτρέπει η κυβέρνηση. Η ρύθμιση των τιμών, ο περιορισμός των διανεμημένων κερδών, η υποχρεωτική επένδυση του πλεονασματικού κέρδους σε κυβερνητικά ομόλογα ή σε επενδύσεις που ο καπιταλιστής δεν θα επέλεγε οικειοθελώς και, τέλος, η δραστική φορολόγηση – όλα αυτά τα μέτρα συγκλίνουν στον ίδιο σκοπό, ήτοι, στη μετατροπή του καπιταλιστή σε απλό εισοδηματία, του οποίου το εισόδημα καθορίζεται από τα κυβερνητικά θέσμια στον βαθμό που οι επενδύσεις του είναι επιτυχείς, και ο οποίος, ωστόσο, δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποσύρει το κεφάλαιό του εάν δεν αποπληρώσει «τόκους».

Τα τελευταία χρόνια, η τάση προς μια κατάσταση όπως αυτή που περιγράφεται στο μοντέλο μας έχει συζητηθεί διεξοδικά. Ο E. F. M. Durbin προέβη κάποτε σε μια ακραία δήλωση: «Η ιδιοκτησία στον βιομηχανικό καπιταλισμό έχει απολέσει εντελώς τις κοινωνικές λειτουργίες που θα έπρεπε να θεμελιώνονται σ’ αυτόν. Έπαψε να αποτελεί ανταμοιβή για τη διεύθυνση και, ως επί το πλείστον, έπαψε να λειτουργεί ως ανταμοιβή για την ατομική αποταμίευση. Στο κεφάλαιο, η ιδιοκτησία μετατράπηκε σε ένα μη λειτουργικό δικαίωμα πάνω στο μέρισμα του βιομηχανικού προϊόντος. Ο θεσμός είναι χειρότερα από ανυπεράσπιστος – είναι άχρηστος».[15]

Στο ακόλουθο σχόλιο ασκείται κριτική στο ίδιο φαινόμενο: «Σήμερα, η έμφαση στη διεύθυνση δεν αφορά στις επιχειρήσεις, στο να αναλαμβάνει κανείς ρίσκα όπως προϋποθέτει ο καπιταλισμός, αλλά αφορά στον έλεγχο των τιμών, στη διεύθυνση της αγοράς, στην αποφυγή του ρίσκου. Τούτο, μπορεί να αποτελεί μια σωστή βραχυπρόθεσμη τακτική. Ωστόσο: εάν οι επιχειρήσεις δεν είναι πρόθυμες να αναλάβουν το ρίσκο, σύντομα κάποιος θα διερωτηθεί γιατί θα πρέπει αυτές να χαίρουν των κερδών, γιατί δεν μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση η Κυβέρνηση, η οποία καλείται να πάρει όλα τα ρίσκα και, ίσως, θέλει να διευθύνει τη βιομηχανία».[16]

Η εν λόγω τάση απώλειας της κοινωνικής λειτουργίας του ιδιώτη κατόχου κεφαλαίου εκφράστηκε στην απώλεια ελέγχου του μετόχου πάνω στη διεύθυνση. Στην καινούργια γερμανική νομοθεσία, τούτο κορυφώθηκε στις μετοχικές εταιρείες, όπου οι μέτοχοι στερούνται δια νόμου κάθε δικαίωμα να παρέμβουν στη διεύθυνση.

Κοντολογίς, το στάτους του ιδιώτη καπιταλιστή στον κρατικό καπιταλισμό παίρνει τρεις μορφές:

(1) Η επιχειρηματική και η καπιταλιστική λειτουργία, δηλαδή η διεύθυνση της παραγωγής και η διακριτική ευχέρεια ως προς την επένδυση του κεφαλαίου, διαχωρίζονται. Η διεύθυνση σχεδόν ανεξαρτητοποιείται από το «κεφάλαιο» δίχως να έχει, κατ’ ανάγκη, κάποιο σημαντικό μερίδιο στην εταιρική ιδιοκτησία.

(2) Οι επιχειρηματικές και καπιταλιστικές λειτουργίες καθίστανται αντικείμενα παρέμβασης ή αναλαμβάνονται από την Κυβέρνηση.

(3) Ο καπιταλιστής (στον βαθμό που δεν γίνεται αποδεκτός ως επιχειρηματίας χάρη στις διευθυντικές του ικανότητες) υπάγεται σε απλό εισοδηματία.

Εδώ, ανακύπτει το ζήτημα του κινήτρου. Στον ιδιωτικό καπιταλισμό, τα καθοριστικά κίνητρα του καπιταλιστή για να διατηρήσει, να επεκτείνει και να βελτιώσει την παραγωγή, είναι τα κερδοσκοπικά συμφέροντα και η διαρκής απειλή μιας οικονομικής κατάρρευσης, εφόσον οι προσπάθειες απο-εντατικοποιηθούν. Οι μη καπιταλιστές ωθούνται σε μια αποτελεσματική σύμπραξη, αγόμενοι από τη δίψα και τον πόθο για καλύτερη ζωή και ασφάλεια. Υπό τον κρατικό καπιταλισμό, αμφότερες οι ομάδες χάνουν ουσιαστικές πτυχές των κινήτρων τους. Ποιοι είναι οι νέοι μηχανισμοί που θα αναλάβουν τις πλέον «αναγκαίες» λειτουργίες; Τι θα αποτρέψει τη στασιμότητα, και ίσως την οπισθοδρόμηση, σε όλες τις σφαίρες της κρατικοκαπιταλιστικής κοινωνίας; Ως προς την πλειονότητα του πληθυσμού, για εκείνους που, ούτε κατέχουν ούτε διευθύνουν τα μέσα παραγωγής, η απάντηση είναι απλή. Η μάστιγα της ανεργίας αντικαθίσταται από την πολιτική τρομοκρατία και η υπόσχεση για υλικές και ιδεολογικές απολαβές συνεχίζει να εντείνει την ατομική προσπάθεια. Το κίνητρο για κέρδος εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο για τους καπιταλιστές και τη διευθυντική γραφειοκρατία, καθώς χορηγούνται μεγάλες αποζημιώσεις για τις αποδοτικές επενδύσεις και τη διαχείριση. Η προσωπική πρωτοβουλία απελευθερώνεται από την τροχοπέδη των ιδιοκτησιακών συμφερόντων και ενθαρρύνεται συστηματικά. [17]

Εντός της ομάδας που ασκεί τον έλεγχο, ωστόσο, η βούληση για πολιτική εξουσία γίνεται το κέντρο του κινήτρου. Κάθε απόφαση, στο βάθος, προσανατολίζεται στον στόχο διατήρησης και διεύρυνσης της εξουσίας της ομάδας εν συνόλω, άλλα και στο κάθε μέλος της ξεχωριστά. Με αυτόν τον στόχο κατά νου, χτίζονται νέες βιομηχανικές αυτοκρατορίες και οι παλιές επεκτείνονται. Όμως, εδώ βρίσκουμε, επίσης, την καταγωγή της αρχής ότι τα ατομικά συμφέροντα οφείλουν πάντοτε να υπάγονται στο κοινό συμφέρον (το συμφέρον της ομάδας). Τούτη η αρχή, με τη σειρά της, συμβάλει αποφασιστικά στην ενίσχυση του κυβερνητικού ελέγχου, καθώς μόνο μια ισχυρή κυβέρνηση μπορεί να ενοποιήσει τα αντικρουόμενα συμφέροντα ενόσω υπηρετεί τα συμφέροντα εξουσίας σύνολης της ομάδας.

Έλεγχος της Διανομής

«Έχουμε μάθει πώς να παράγουμε τα πάντα σε πρακτικά απεριόριστες ποσότητες, αλλά δεν ξέρουμε πώς να διανείμουμε τα αγαθά». Αυτή είναι η πιο κοινή διατύπωση για να περιγράψουμε τον γρίφο του ιδιωτικού καπιταλισμού κατά την ύστερη φάση του.

Δεδομένων ενός γενικού σχεδίου και της πολιτικής εξουσίας που το ενισχύει, ο κρατικός καπιταλισμός βρίσκει μια πληθώρα τεχνικών μέσων για να διανείμει οτιδήποτε μπορεί να παραχθεί με βάση τους διαθέσιμους πόρους. Η βασική δυσκολία του ιδιωτικού καπιταλισμού εξαλείφεται από το γεγονός ότι, υπό τον κρατικό καπιταλισμό, η επιτυχία της παραγωγής δεν εξαρτάται κατ’ ανάγκη από την εύρεση αγοραστών του προϊόντος σε επικερδείς τιμές εντός μιας αποσταθεροποιημένης αγοράς, αλλά προσανατολίζεται συνειδητά στο να ικανοποιεί τις δημόσιες και ιδιωτικές ανάγκες, οι οποίες προσδιορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, εκ των προτέρων. Οι ρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν, συνεπεία των τεχνικών λαθών στο γενικό σχέδιο ή των απρόβλεπτων συμπεριφορών στην καταναλωτική ζήτηση, δεν είναι απαραίτητο ότι θα ζημιώσουν τον ατομικό παραγωγό ή, ακόμη λιγότερο, ότι θα τον οδηγήσουν στην οικονομική καταστροφή. Οι απώλειες μπορούν εύκολα να συγχωνευτούν από τη διοίκηση. Τα μέσα που είναι διαθέσιμα για τη διεξαγωγή της «αναγκαίας» λειτουργίας διανομής μιας ανταγωνιστικής αγοράς, μπορούν εύκολα να ταξινομηθούν στον άμεσο καταμερισμό (προτεραιότητες, ποσοστώσεις κ.λ.π.) και σε ελεγχόμενες τιμές. Το πρώτο ισχύει, πρωτίστως, για τη διανομή των αγαθών στους παραγωγούς, και το δεύτερο αναφέρεται, κυρίως, στη σφαίρα της κατανάλωσης. Δεν υπάρχει, εντούτοις, κάποια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των πεδίων εφαρμογής των μέσων. [18]

Η εργασία είναι το κατ’ εξοχήν παράδειγμα όπου εφαρμόζεται ένας συνδυασμός των δύο μεθόδων.

Κατά τη δημιουργία ενός σκληρού μοντέλου μηχανισμού διανομής υπό τον κρατικό καπιταλισμό, πρέπει πάντοτε να λαμβάνουμε υπόψιν ότι, η παραγωγή και η κατανάλωση αυτών που παράγουν, είναι οι δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας. Από τότε που, εντός των σύγχρονων συνθηκών, ο παραγωγός και ο καταναλωτής δεν είναι, κατά κανόνα, το ίδιο άτομο, η διανομή λειτουργεί ως μέσο ενοποίησής τους. Το σχέδιο παραγωγής βασίζεται σε μια σχετικά αυθαίρετη απόφαση ως προς την ποσότητα του διαθέσιμου κοινωνικού προϊόντος προς κατανάλωση και ως προς την ποσότητα που θα χρησιμοποιηθεί για επέκταση.

Όλα τα μείζονα προβλήματα της διανομής υπό τον κρατικό καπιταλισμό έχουν συζητηθεί εξονυχιστικά στη φιλολογία του σοσιαλιστικού σχεδιασμού που έχει δημοσιευτεί την τελευταία δεκαετία. [19] Ενώ όλοι οι συγγραφείς που τάσσονται υπέρ μιας σχεδιοποιημένης κοινωνίας συμφωνούν ότι η τυραννία της αγοράς πρέπει να εξαλειφθεί, εγείρονται διαφωνίες ως προς τα όρια χρήσης της ψευδοαγοράς. Ορισμένοι προτείνουν πως οι διευθυντές της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας θα πρέπει να «συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται εντός ενός ανταγωνιστικού καπιταλισμού». Θα πρέπει να «παίζουν ανταγωνιστικά». [20]

Ένα μοντέλο που έχει, εν μέρει, κατασκευαστεί επί των συμπερασμάτων αυτών των συζητήσεων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καταδείξει τη λειτουργία της διανομής υπό τον κρατικό καπιταλισμό. Η διανομή των αγαθών στους παραγωγούς εκκινεί από την ακόλουθη κατάσταση:

(1) Οι πλέον παραγωγικές μονάδες ανήκουν σε ιδιώτες, αλλά ελέγχονται από την κυβέρνηση·

(2) κάθε βιομηχανία είναι οργανωμένη σε καρτέλ·

(3) οι τιμές αντιδρούν στις αλλαγές στην προσφορά και τη ζήτηση, καθώς επίσης και στις αλλαγές στη δομή του κόστους, εντός των ορίων που επιτρέπει το σχέδιο της εξουσίας και των μονοπωλίων·

(4) υπάρχει ένα γενικό σχέδιο για τη δομή του κοινωνικού προϊόντος.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα σύστημα προτεραιοτήτων και ποσοστώσεων θα εγγυηθεί την εκτέλεση του σχεδίου στις πιο αδρές του γραμμές. Οι εν λόγω καταμερισμοί καλύπτουν την αναπαραγωγή των υπαρχόντων πόρων, την επέκταση (συμπεριλαμβανομένης της άμυνας) και τη συνολική παραγόμενη ποσότητα καταναλωτικών αγαθών, που κάθε βιομηχανία θα παράξει. Μέσα σε κάθε βιομηχανία, ένα σύστημα ποσοστώσεων θα στηρίζει οικονομικά τη διανομή σύμφωνα με ένα λεπτομερέστερο σχέδιο ή σύμφωνα με τις εκφράσεις των καταναλωτικών επιλογών. Εντός ενός τέτοιου πλαισίου, δεν υπάρχει χώρος για ελαστικές τιμές. Η μερική επιβίωση του κινήτρου για κέρδος θα ωθήσει τους κατασκευαστές, στους οποίους προσφέρονται ψηλότερες τιμές για τα προϊόντα τους, να χτυπήσουν με τη σειρά τους τις τιμές των δικών τους «τομέων». Αλλά το «γραφείο ελέγχου των τιμών» δεν θα επιτρέψει μια άνοδο τιμών που θα είναι ασύμβατη με το γενικό σχέδιο. Εφόσον όλες οι μείζονες μονάδες παραγωγής υπόκεινται στον έλεγχο των καρτέλ, η τάση διατήρησης της ελαστικότητας των τιμών δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Ο κυβερνητικός έλεγχος θα διευκολυνθεί απεριόριστα από την τεράστια σημασία των δημόσιων έργων που, υπό οιεσδήποτε συνθήκες, είναι αναγκαία για τη διατήρηση της πλήρους απασχόλησης.

Η πλήρης απασχόληση, με την αυστηρή έννοια του όρου, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε ό,τι αφορά την εργασία. Εξαιτίας των τεχνολογικών δεδομένων, τούτο δεν είναι δυνατό στην περίπτωση της βιομηχανίας και του εξοπλισμού. Η νέα βιομηχανία και τα καινούργια μηχανήματα, τα οποία έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις, προϋποθέτουν έναν ελάχιστο βαθμό εκβιομηχάνισης που οδηγεί, κατά κανόνα, σε μια προσωρινή, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα τη στιγμή της αποπεράτωσής τους. Εάν δεν μπορέσουν να βρεθούν γρήγορα τρόποι για να αξιοποιηθεί αυτή η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, θα προκύψει ένα αδρανές κεφάλαιο. Τούτο, μπορεί να συμβεί σε ολόκληρες ανθεκτικές βιομηχανίες προϊόντων (π.χ. εργαλεία μηχανημάτων), εφόσον η ανάγκη για το προϊόν τους έχει προσωρινά κορεστεί. Ούτε αυτό ούτε άλλες «δυσλειτουργίες» [21] μπορούν να παράξουν αθροιστικά τόσο ζοφερές συνέπειες εντός του συστήματος της ελεύθερης αγοράς, καθώς ο κάτοχος του κεφαλαίου μπορεί να αποζημιωθεί από τα μερισμένα κέρδη ή τους δημόσιους πόρους, και η πρόβλεψη για ένα σταθερό απόθεμα κατά τον σχεδιασμό της εργασίας θα φροντίσει για τους απολυμένους εργάτες. Έχει αποδειχθεί ότι η αντίθετη περίπτωση, ήτοι η περιοδική έλλειψη κεφαλαίου, είναι εφικτό να αποφευχθεί σε μια σχεδιοποιημένη κοινωνία.[22]

Υπό τον κρατικό καπιταλισμό, το εργατικό δυναμικό κατανέμεται σε διάφορους τομείς της παραγωγής όπως και οι λοιποί πόροι. Τούτο, δεν αποτρέπει τις αρχές σχεδιασμού απ’ το να διαφοροποιούν τους μισθούς. Απεναντίας, κάθε φορά που απαιτούνται ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες, τα μπόνους υπό τη μορφή ψηλότερων πραγματικών μισθών θεωρούνται δεδομένα. Το μαστίγιο του αφεντικού δεν είναι πια το κατάλληλο μέσο για την απόσπαση ποιοτικών προϊόντων από εξειδικευμένους εργάτες που χρησιμοποιούν ακριβά μηχανήματα. Αυτή η διαφοροποίηση στο μισθολογικό σχέδιο, εντούτοις, δεν είναι αποτέλεσμα των συνθηκών της αγοράς, αλλά των αποφάσεων της διοίκησης για τους μισθούς. Κανένας επιχειρηματίας δεν επιτρέπεται να πληρώνει ψηλότερους μισθούς από εκείνους που ορίζει ο φορέας του.

Με τον απόλυτο έλεγχο των μισθών, η κυβέρνηση είναι σε θέση να διαχειρίζεται τη διανομή των καταναλωτικών αγαθών με σχετική ευκολία. Σε συνθήκες ακραίας σπάνης, όπως στον πόλεμο, η άμεση κατανομή των καταναλωτικών αγαθών ίσως είναι το μόνο επαρκές μέσο διανομής τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επιλογή του καταναλωτή είναι πολύ περιορισμένη, αλλά όχι εντελώς αποκλεισμένη.[23]

Εάν, ωστόσο, ένα ελαφρώς επαρκέστερο απόθεμα καταναλωτικών αγαθών είναι διαθέσιμο, τότε ο καταναλωτής μπορεί να είναι εξίσου ελεύθερος ή -με τη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη που δημιουργεί η πλήρης απασχόληση- ακόμη πιο ελεύθερος να επιλέξει εντός του κρατικού καπιταλισμού απ’ όσο είναι τώρα. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος με τα μέσα που είναι ήδη διαθέσιμα, θα εγκαθιδρυθεί μια ψευδοαγορά καταναλωτικών αγαθών. Το εναρκτήριο λάκτισμα για τη λειτουργία της είναι μια σαφώς ορισμένη σχέση μεταξύ της αγοραστικής δύναμης που θα δαπανηθεί για κατανάλωση, και του αθροίσματος των τιμών όλων των διαθέσιμων καταναλωτικών αγαθών. Τα δύο αθροίσματα πρέπει να είναι ίσα. Με άλλα λόγια, το συνολικό εισόδημα που διανέμεται στους καταναλωτές, πλην τους φόρους και τις υποχρεωτικές ή προαιρετικές αποταμιεύσεις, πρέπει να είναι ίδιο με το άθροισμα της τιμής όλων των καταναλωτικών αγαθών που είναι προς πώληση. Εάν το «καθαρό» εισόδημα του καταναλωτή ήταν υψηλότερο, θα προέκυπτε μεγαλύτερη ζήτηση των αγαθών και άνοδος των τιμών (σύμφωνα με τον ορισμό μας, αυτό το «καθαρό» εισόδημα αποκλείει τις αποταμιεύσεις). Εάν αυτό ήταν χαμηλότερο, θα μπορούσε να διανεμηθεί μόνον ένα μέρος των προϊόντων. Το πρώτο βήμα, επομένως, προς την κατεύθυνση της διανομής των καταναλωτικών αγαθών, είναι να ισοσκελίσει κανείς το «καθαρό» εισόδημα όλων των καταναλωτών σε μια δεδομένη περίοδο, με το άθροισμα της παραγόμενης ποσότητας καταναλωτικών αγαθών, όπως έχει αποφασιστεί από το γενικό σχέδιο και το διαθέσιμο απόθεμα. Αυτό το πρώτο βήμα θα αποδειχτεί ανεπαρκές για δύο λόγους:

(1) Οι οικειοθελείς αποταμιεύσεις των καταναλωτών μπορεί να παρεκκλίνουν από το σχέδιο – μπορεί να αποταμιεύουν είτε περισσότερα είτε λιγότερα από τον αναμενόμενο υπολογισμό του ισοζυγίου. Και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να υπάρξει εξισορρόπηση μέσω των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, οι οποίοι θα δημιουργήσουν πληθωριστική ή αποπληθωριστική κίνηση των τιμών για να «καθαρίσουν την αγορά» – εφόσον αυτό επιτραπεί από τους φορείς που ελέγχουν τις τιμές.

(2) Οι επιλογές των καταναλωτών μπορεί να παρεκκλίνουν από τους υπολογισμούς των σχεδιαστών – μπορεί να προτιμούν κάποια αγαθά και να απορρίπτουν άλλα. Και πάλι εδώ μπορεί να επιτραπεί στον παλιό μηχανισμό της αγοράς να μπει στο παιχνίδι, ούτως ώστε να επιβάλει ψηλότερες τιμές στα αγαθά με μεγαλύτερη ζήτηση και να κατεβάσει τις τιμές όπου και για όσο υπάρχει υπερπροσφορά. Ένα σύστημα επιχορηγήσεων και επιπρόσθετων φόρων θα εξαλείψει τις σοβαρές ζημίες, καθώς επίσης και τα πλεονασματικά κέρδη που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη λειτουργία του σχεδίου. Ο φορέας διανομής θα μπορούσε να «ακυρώσει» εντελώς τις καταναλωτικές επιλογές για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, είτε παγιώνοντας τις τιμές υπερβολικά ψηλά είτε δυσανάλογα χαμηλά. Μέχρι στιγμής, ο μηχανισμός των τιμών υπακούει στους ίδιους νόμους με το σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Η διαφορά φαίνεται στις συνέπειες που επιφέρουν οι μεταβαλλόμενες τιμές στην παραγωγή. Οι τιμές επηρεάζουν την παραγωγή μόνον στον βαθμό που αυτή είναι συμβατή με το γενικό σχέδιο και την υπάρχουσα δημόσια πολιτική στην κατανάλωση. Οι κινήσεις των τιμών χρησιμοποιούνται ως το πολυτιμότερο εργαλείο για τη γνωστοποίηση των διαφορών μεταξύ των καταναλωτικών προτιμήσεων και του σχεδίου παραγωγής. Δεν μπορούν, ωστόσο, να υποχρεώσουν την αρχή σχεδιασμού να ακολουθήσει τις εκδηλώσεις της καταναλωτικής επιθυμίας με τον ίδιο τρόπο που μπορούν να εξαναγκάσουν κάθε μη μονοπωλιακό παραγωγό εντός της ελεύθερης αγοράς. [24]

Υπό τον ιδιωτικό καπιταλισμό, αυτός που κατέχει το μονοπώλιο, αντιστεκόμενος στα μηνύματα της αγοράς, διαταράσσει ολόκληρο το σύστημα, εις βάρος όλων των μη μονοπωλιακών ομάδων της αγοράς. Υπό τον κρατικό καπιταλισμό, η αποσύνδεση μεταξύ τιμής και παραγωγής δεν μπορεί να προκαλέσει προβλήματα, καθώς η λειτουργία του συντονισμού της παραγωγής και της κατανάλωσης έχει μεταφερθεί από την αγορά στην αρχή σχεδιασμού. Έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στο ερώτημα του πώς μπορεί να υπολογιστεί εκ των προτέρων η επιλογή των καταναλωτών. Το επιτελείο σχεδιασμού δεν χρειάζεται να έχει «θεϊκές» ιδιότητες. Έχει καταδειχθεί [25] ότι η ελευθερία επιλογής των καταναλωτών είναι πράγματι πολύ περιορισμένη. Εξετάζοντας ένα μεγάλο πλήθος καταναλωτών, κατέστη προφανές ότι το μέγεθος του εισοδήματος, η παράδοση και η προπαγάνδα εξαλείφουν σε μεγάλο βαθμό τα προγράμματα των ατομικών προτιμήσεων. Οι εμπειρίες των μεγάλων κατασκευαστικών και διανεμητικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και των καρτέλ, προσφέρουν ένα εξαιρετικά πολύτιμο συμπλήρωμα στην ειδική φιλολογία του σχεδιασμού.

Σημειώσεις στο πρώτο μέρος

1 Ο όρος «μοντέλο» χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του «ιδεότυπου» του Μαξ Βέμπερ.
2 Εδώ, την κατανοούμε απλώς ως απουσία της τεχνικά αποφευχθείσας «ανεργίας» όλων των συντελεστών της παραγωγής. Για μια συζήτηση αυτής της έννοιας, βλ. John Maynard Keynes, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, Λονδίνο, 1936.
3 Η καλύτερη και πιο σύντομη δήλωση για την «Κατάρρευση του Μηχανισμού Αγοράς» εξακολουθεί να είναι το Παράρτημα Ι στο δέκατο τρίτο έγγραφο της Γερουσίας (74ο Συνέδριο, 1η Συνεδρίαση) για τις «Βιομηχανικές Τιμές και τη Σχετική Ανελαστικότητά τους» (από τον Gardiner C. Means, 1935). Βλ., επίσης, τα πρόσφατα βιβλία για τη μείωση του ανταγωνισμού, από τους Arthur Burns, Edward H., Chamberlin, Joan Robinson).
4 Τούτες, μπορούν να οριστούν ως εκείνες δίχως τις οποίες ακόμα και τα πιο στοιχειώδη μέσα επιβίωσης αδυνατούν να αναπαραχθούν. Η περιγραφή που ακολουθεί, ωστόσο, αντιλαμβάνεται ως «αναγκαίες» τις λειτουργίες που επιτυγχάνουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα υπό τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες. Αυτό αξιώνει και η φιλελεύθερη θεωρία για το σύστημα της αγοράς.
5 Σε αυτό το απλό περίγραμμα, τα είδη πολυτελείας συμπεριλαμβάνονται στα καταναλωτικά αγαθά και τα αμυντικά εφόδια στον μηχανικό εξοπλισμό.
6 Για μια συζήτηση της πιο πρόσφατης εργογραφίας για τη θεωρία του σχεδιασμού: Eduard Heimann, «Μελέτες για τη Θεωρία μιας Σοσιαλιστικής Οικονομίας» στο Social Research, τεύχος VI, σελ. 87· Carl Landauer «Μελέτες για τον Οικονομικό Σχεδιασμό» στο: Social Research, τεύχος VII, σελ. 498· H. D. Dickinson, Η Σοσιαλιστική Οικονομία, Λονδίνο, 1939.
Δεν υπαινισσόμαστε ότι ένα τέτοιο γενικό σχέδιο υπάρχει ή υπήρξε ποτέ στη Ναζιστική Γερμανία. Αντ’ αυτού, υφίσταται ο στόχος του ταχύτερου δυνατού και αποτελεσματικότερου εξοπλισμού μέσω της πλήρους χρήσης όλων των πόρων. Κάποια στοιχεία σχεδιασμού εμφανίστηκαν, ενώ η αρχή του σχεδιασμού, χρησιμοποιούμενη αρχικά ως προπαγανδιστικό όπλο στη Γερμανία, εξαπλώνεται ταχύτατα.
7 Για μια εξαιρετική ανάλυση των νέων λειτουργιών και την εφαρμογή της «ψευδοαγοράς» βλ. A. Lowe,
«Οικονομική Ανάλυση και Κοινωνική Δομή» στο The Manchester School, τεύχος VII (1936), σελ. 30. Η επιχειρηματολογία του Lowe αναφέρεται «στη διαδικασία τιμολόγησης υπό δημόσια ιδιοκτησία». Ο δημόσιος έλεγχος των μέσων παραγωγής, εντούτοις, έχει τις ίδιες οικονομικές συνέπειες με αυτές της κρατικής ιδιοκτησίας.
8 Προφανώς, ο πρώτος που θα επωμιστεί το κύριο βάρος της υπαγωγής του ατομικού συμφέροντος στο «κοινό», σε όλες τις κοινωνικές σφαίρες, είναι ο «ανθρωπάκος».
9 Ένα παράδειγμα των εν λόγω συνεπειών είναι η εκπληκτική ελαστικότητα και αποτελεσματικότητα κατά την ανάπτυξη της τεράστιας πολεμικής μηχανής στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Τούτο, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα ιδιοκτησίας στη Γερμανία δεν επιχείρησαν να πάρουν το προβάδισμα. Στην τυποποίηση της αυτοκινητοβιομηχανίας, λόγου χάρη, τα ιδιωτικά συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων προκαθορίζουν όλα τα μέτρα που θα παρθούν. Από τη στιγμή που ουδέποτε δημοσιεύθηκε στη Γερμανία ένα γενικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής, είναι αδύνατο να αποφανθούμε σε ποιο βαθμό τα ιδιωτικά συμφέροντα όντως ευνοήθηκαν.
10 Φαίνεται πως ένα μέρος της επιτυχίας των Ναζί μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα ως ορθολογική εφαρμογή των καλύτερων διαθέσιμων μεθόδων σε όλα τα πεδία (από την εξάλειψη σημαντικών βιταμινών στη διατροφή των κατακτημένων εθνών έως το πραγματικό μονοπώλιο στη διεθνή προπαγάνδα), παρά από κάποιες εγγενείς ποιότητες στρατιωτικού ή οργανωτικού χαρακτήρα. Θα ήταν καλό να μη λησμονούμε ότι η βιομηχανία της Γερμανίας έμαθε πολλά για την επιστημονική διαχείριση από την Αμερική.
11 Λόγου χάρη, οι νέες επενδύσεις δεν διοχετεύονται πλέον αυτόματα στα οικονομικά πεδία απ’ όπου αντλούνται τα μεγαλύτερα κέρδη, αλλά κατευθύνονται από το επιτελείο σχεδιασμού. Κατά συνέπεια, ο επονομαζόμενος μηχανισμός εξισορρόπησης του ποσοστού κέρδους πλέον δεν λειτουργεί.
12 Frank Munk, Η Οικονομία της Δύναμης, Νέα Υόρκη, 1940, Lawrence Dennis, Η Δυναμική του Πολέμου και της Επανάστασης, Νέα Υόρκη, 1940.
13 Βλ. Rudolf Hilferding, «Κρατικός Καπιταλισμός ή Ολοκληρωτική Κρατική Οικονομία» στο: Socialistichesky
Vestnik, Παρίσι, 1940 (στα ρώσικα). Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η «παραγωγή προς χρήση» δεν σημαίνει
«χρήση προς όφελος των ελεύθερων ανθρώπων σε μια αρμονική κοινωνία», αλλά απλώς το αντίθετο της παραγωγής για την αγορά.
14 Για μια εντυπωσιακή πραγμάτευση αυτής της τάσης στη Ναζιστική Γερμανία βλ. Dal Hitchcock, «Η Γερμανική Οικονομική Επανάσταση» στο Harpers Monthly, Φεβρουάριος, 1941.
15 E. F. M. Durbin, Οι Πολιτικές του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, Λονδίνο 1940, σελ. 135.
16 Παρατίθεται στο «Report for the Business Executive», 28 Νοεμβρίου, 1940.
17 Βλ. Carl Dreher, «Γιατί ο Χίτλερ κερδίζει» στο Harpers Monthly, Οκτώβριος, 1940.
18 Μέχρι στιγμής, η πιο κοντινή προσέγγιση στο κρατικο-καπιταλιστικό μοντέλο διανομής επιχειρήθηκε στη Σοβιετική Ρωσία. Βλ. L. E. Hubbard, Σοβιετικό Εμπόριο και Διανομή, Λονδίνο, 1938. Η τάση στη Γερμανία δείχνει να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση.
19 Βλ. υποσημείωση έξι. Η πιο πρόσφατη σημαντική δημοσίευση είναι αυτή του E. F. M. Durbin. Οι περισσότεροι εξ αυτών που συνηγορούν υπέρ της ανωτερότητας μιας σκοπίμως «χειραγωγούμενης» αγοράς, τυλιγμένης «στον ζουρλομανδύα των σχεδιασμένων αντικειμενικών στόχων», δεν έδωσαν τη δέουσα προσοχή στο γεγονός ότι ο σχεδιασμός απέχει παρασάγγας απ’ το να είναι ταυτόσημος με τον σοσιαλισμό. Εξ ου, το έργο τους, παρά τη σημασία του, μοιάζει περισσότερο με συνεισφορά στη θεωρία του κρατικού καπιταλισμού.
20 L. Robbins, Οικονομικός Σχεδιασμός και Παγκόσμια Τάξη, Λονδίνο, 1937, σελ. 208.
21 Βλ. Gottfried von Haberler, Ευημερία και Ύφεση, Γενεύη, 1937.
22 Βλ. Carl Landauer, Planwireschaft und Verkehrswirtschaft, Μόναχο, 1931.
23 Βλ. για παράδειγμα, το «point system» για τη διανομή των προϊόντων ύφανσης στη Γερμανία και την Αγγλία.
24 Για το σύνολο αυτών των προβλημάτων βλ. Oskar Lange, Περί της Οικονομικής Θεωρίας του Σοσιαλισμού, επιμ. Ε. Lippincolt, Μινεάπολις, 1938.
25 Βλ. τις μελέτες του National Resources Planning Board για τα «Καταναλωτικά Εισοδήματα και τα Σχέδια Χρήσης των Πόρων», στο Studies in Philosophy and Social Science, 1940, σελ. 483-490.

1 Trackback / Pingback

  1. Friedrich pollock “ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ” Οι δυνατότητες και οι περιορισμοί του [πρώτο μέρος] | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: