τελευταία νέα σε τίτλους

Η απεργία στον ΟΤΕ και τα Grundrisse του Μαρξ

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,861 other followers

Τοιχογραφία του Ντιέγκο Ριβέρα που απεικονίζει τον Μαρξ ν΄ αγορεύει υποκινώντας το προλεταριάτο. πηγή: wikipedia

Γράφει ο Γιώργος Κρανιδιώτης

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η ΟΜΕ-ΟΤΕ κατά την πρόσφατη απεργία στον Όμιλο [1], η παραγωγικότητα των εργαζομένων στη σταθερή τηλεφωνία του ΟΤΕ αυξήθηκε μεταξύ των ετών 2012 και 2018 κατά 55%. Ειδικότερα για το 2018, η αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με το 2017 ήταν της τάξης του 19%. Ωστόσο, αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας κάθε άλλο παρά συνοδεύθηκε από αύξηση των μισθών. Μάλιστα, μεταξύ των ετών 2012 και 2019, το συνολικό μισθολογικό κόστος μειώθηκε κατά 55%, και ως ποσοστό επί των εσόδων κατά 56%. Την ίδια επταετία, τα λειτουργικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 88%, ενώ ο λόγος των κερδών προς το συνολικό μισθολογικό κόστος αυξήθηκε κατά 300%! Τα δεδομένα αυτά προκαλούν τον κοινό νου, στον οποίο φαίνονται σαν παραλογισμός. Όπως, επίσης, σαν παραλογισμός φαίνονται τα ευρήματα της ετήσιας έκθεσης της μη-κυβερνητικής οργάνωσης Oxfam [2]: Οι 2.153 δισεκατομμυριούχοι της υφηλίου διαθέτουν περισσότερα χρήματα από ό,τι οι 4,6 δισεκατομμύρια φτωχότεροι κάτοικοι του πλανήτη, οι οποίοι αναλογούν στο 60% του παγκόσμιου πληθυσμού!

Όμως, οι παραλογισμοί αυτοί, παρά τη δικαιολογημένη ηθική αγανάκτηση που προξενούν, είναι φαινομενικώς μόνον παραλογισμοί. Στην πραγματικότητα, αποτελούν απολύτως λογικά επακόλουθα της δομής και της λειτουργίας του καπιταλισμού. Σε φιλοσοφική ορολογία, δεν συνιστούν «συμβεβηκότα», αλλά σχετίζονται με αυτή τούτη την «ουσία» του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να τεκμηριώσουμε αυτή τη θέση, στηριζόμενοι στη μαρξική θεωρία.

Όταν αυξάνει η παραγωγική δύναμη της εργασίας, η ίδια εργασία στον ίδιο χρόνο παράγει περισσότερη αξία χρήσης. Κατά συνέπεια, μειώνεται ο χρόνος της «αναγκαίας εργασίας», δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίον ο εργάτης παράγει την αξία των μέσων συντήρησής του, ενώ, αντιθέτως, αυξάνει ο χρόνος της «υπερ-εργασίας», δηλαδή το τμήμα εκείνο της εργάσιμης ημέρας, κατά το οποίον ο εργάτης παράγει το «υπερ-προϊόν» που σφετερίζεται ο κεφαλαιοκράτης. Γιατί, όμως, ο κεφαλαιοκράτης δεν βάζει τον εργάτη να δουλεύει λιγότερες ώρες, αφού αυτές οι λιγότερες ώρες θα του δώσουν την ίδια υπεραξία με προηγουμένως, αλλά τον βάζει να δουλεύει τις ίδιες ώρες, ώστε ιδιοποιείται περισσότερη υπεραξία από πριν; Ο κεφαλαιοκράτης πράττει αυτό που πράττει όχι επειδή είναι «κακός», αλλά απλώς και μόνο γιατί είναι κεφαλαιοκράτης. Δεν πρόκειται εδώ για ζήτημα ηθικής τάξης ή προαίρεσης. Ας δούμε γιατί:

Στα Grundrisse [3], ο Μαρξ διδάσκει ότι το χρήμα, ως ανεξαρτητοποιημένη αξία, δεν είναι ικανό για καμία άλλη κίνηση πέραν της ποσοτικής αύξησης. Ως εκ της φύσεώς του, τείνει να ξεπερνά ολοένα το ίδιο του το όριο, προσανατολίζεται στο άπειρο. Ένα καθορισμένο χρηματικό ποσό μπορεί να είναι πέρα για πέρα αρκετό για μια ορισμένη κατανάλωση, αλλά, ως αντιπρόσωπος του γενικού πλούτου, δεν μπορεί να είναι ποτέ αρκετό. Η ζωτικότητα του χρήματος βρίσκεται στον αδιάκοπο πολλαπλασιασμό του. Όλα δε τούτα που χαρακτηρίζουν το χρήμα ισχύουν ακόμη περισσότερο για το κεφάλαιο, τον ολοκληρωμένο προσδιορισμό του χρήματος: «Το κεφάλαιο, όμως, σαν αντιπρόσωπος της γενικής μορφής του πλούτου – του χρήματος – είναι η απεριόριστη και άμετρη τάση να ξεπερνά τον εαυτό του. Κάθε όριο είναι – είναι αναγκαστικά – γι’ αυτό φραγμός. Αλλιώς θα έπαυε να είναι κεφάλαιο – χρήμα που αναπαράγει τον εαυτό του… Το κεφάλαιο σαν τέτοιο δημιουργεί μια καθορισμένη υπεραξία, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει μονομιάς μια άπειρη· αποτελεί όμως την αδιάκοπη κίνηση να δημιουργήσει περισσότερη. Το ποσοτικό όριο της υπεραξίας φαίνεται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν φυσικός φραγμός, σαν αναγκαιότητα που προσπαθεί αδιάκοπα να την κυριαρχήσει και να την ξεπεράσει» [4].

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το κεφάλαιο διακατέχεται από μια ακόρεστη δίψα για πλουτισμό, μια ανειρήνευτη ροπή προς τη γενική μορφή του πλούτου, το χρήμα. Αλλά, ο πλούτος, στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία, έχει αξία καθ’ εαυτόν και όχι μονάχα ως απόλαυση, όπως συμβαίνει στη δουλοκτητική κοινωνία. Στην τελευταία, ο πλούτος δεν υπάρχει σαν κεφάλαιο, αλλά ως σχέση κυριαρχίας, η οποία αναπαράγεται στη βάση της άμεσης καταναγκαστικής εργασίας, της δουλείας [5]. Αντιθέτως, στον καπιταλισμό, ο πλουτισμός είναι αυτοσκοπός: «Η στοχοκαθοριστική δραστηριότητα του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι άλλη από τον πλουτισμό, δηλαδή την μεγέθυνση, την αύξηση του εαυτού του» [6].

Στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ διδάσκει ότι ο άμεσος σκοπός και το καθοριστικό κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι η παραγωγή υπεραξίας και η επαναμετατροπή ενός μέρους αυτής σε κεφάλαιο, τουτέστιν η συσσώρευση. «Γι΄ αυτό, γράφει, δεν πρέπει ποτέ να παρουσιάζεται η κεφαλαιοκρατική παραγωγή σαν κάτι που δεν είναι, δηλαδή σαν παραγωγή, που έχει σαν άμεσο σκοπό την κατανάλωση ή την παραγωγή ειδών κατανάλωσης για τον κεφαλαιοκράτη» [7]. Κοντολογίς, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν αποσκοπεί στην καλοπέραση του εκάστοτε κεφαλαιοκράτη, αλλά στην αέναη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Το κέρδος – ή ακριβέστερα το ποσοστό του κέρδους – καθ’ εαυτό συνιστά την «εσωτερική ουσία» της.

Βέβαια, όπως αποδεικνύει ο Μαρξ, πάλι στα Grundrisse [8], «η αυτο-αξιοποίηση του κεφαλαίου γίνεται δυσκολότερη όσο περισσότερο το κεφάλαιο έχει ήδη αξιοποιηθεί», με άλλα λόγια το περαιτέρω ξεζούμισμα του εργάτη γίνεται δυσκολότερο όσο περισσότερο αυτός έχει ήδη ξεζουμιστεί. Τούτο συμβαίνει διότι, όσο μικρότερο είναι ήδη το κλάσμα της αναγκαίας εργασίας προς την υπερεργασία, τόσο μικρότερη είναι και η αύξηση της υπεραξίας που η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας αποφέρει στο κεφάλαιο. Από τα παραπάνω, συνάγεται το εξής πρακτικό συμπέρασμα: Με νουθεσίες, παραινέσεις και ηθικολογικού τύπου εκκλήσεις προς το κεφάλαιο, είναι εξ αντικειμένου αδύνατον να αποσπασθεί και η παραμικρή παραχώρηση. Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει το κεφάλαιο είναι η ταξική πάλη. Μία πάλη, όμως, που δεν διεκδικεί απλώς μισθολογικές αυξήσεις ή ακόμη και μειώσεις του χρόνου εργασίας, αλλά προσβλέπει στην επαναστατική ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και την αντικατάστασή του από τον κοινωνικό – συνεταιριστικό. Τούτο ουδόλως σημαίνει ότι τα ενδιάμεσα αιτήματα ή οι επιμέρους νίκες του εργατικού κινήματος δεν έχουν αξία. Κάθε άλλο! Μόνο που πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο ενός «επαναστατικού πολέμου θέσεων» [9], με απώτερο στόχο τον ολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Σημειώσεις:

[1] Ένωση Πληροφορικών Ελλάδος, «Σχετικά με την απεργία της ΟΜΕ-ΟΤΕ». https://www.epe.org.gr/index.php?id=19&tx_ttnews%5Btt_news%5D=11836&cHash=040d2f0fa94102320d788fb1418eba7b

[2] https://tvxs.gr/news/kosmos/molis-2000-anthropoi-exoyn-perissotera-xrimata-apo-60-toy-pagkosmioy-plithysmoy

[3] Καρλ Μαρξ, «Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» (Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie), τόμος Β΄, μετάφραση Διονύση Διβάρη, Στοχαστής, Αθήνα, 1989, σ. 198-199.

[4] Στο ίδιο, σ. 248.

[5] Στο ίδιο, σ. 241.

[6] Στο ίδιο, σ. 198.

[7] Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος ΙΙΙ, μετάφραση Παναγιώτη Μαυρομμάτη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2013, σ. 308.

[8] Μαρξ, Grundrisse…, ό.π., σσ. 249-253.

[9] Για την αναγόμενη στον Αντόνιο Γκράμσι έννοια του «επαναστατικού πολέμου θέσεων», βλ. Γιώργος Ρούσης, «Ο ελεύθερος χρόνος μέτρο του πλούτου», Γκοβόστης, Αθήνα, 2017, σσ. 156-161.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: