τελευταία νέα σε τίτλους

Robert Kurz: Γυναικείες αρετές – Η κρίση του φεμινισμού και η μεταμοντέρνα διαχείριση (2000)

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,698 other followers

Τη μετάφραση από τα αγγλικά επιμελήθηκαν οι becoming minority

https://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=transnationales&index=3&posnr=71&backtext1=text1.php

——————————————————————————————————

Σύμφωνα με τον βιβλικό μύθο της δημιουργίας, η γυναίκα δημιουργήθηκε όταν ο Θεός αφαίρεσε ένα από τα πλευρά του άνδρα. Αυτή η πατριαρχική εικόνα είναι διφορούμενη· αφενός η γυναίκα εμφανίζεται απλώς ως παράγωγο του ανδρός, αφετέρου ο ίδιος ο άνδρας πλήττεται -υποφέροντας μια απώλεια- καθώς διαχωρίζεται από τη γυναίκα. Το πρόβλημα προφανώς, δεν βρίσκεται σε ανατομικό επίπεδο. Η «μικρή διαφορά» που τα παιδιά ανακαλύπτουν από νωρίς στο σώμα τους, δεν λέει ουσιαστικά τίποτα για τους τρόπους κατανομής των έμφυλων πολιτιστικών και κοινωνικών καθηκόντων. Η αρσενική κυριαρχία (πατριαρχία) δεν προκύπτει από βιολογικά χαρακτηριστικά αλλά αποτελεί κεντρικό στοιχείο, τύπο-μορφή κοινωνίας, και είναι συνεπώς το αποτέλεσμα ιστορικών διαδικασιών.

Η πατριαρχία επομένως, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι εξίσου παρατηρήσιμη σε όλους τους πολιτισμούς. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας, έχουν υπάρξει κοινωνίες που γνώρισαν μια μάλλον ισότιμη σχέση μεταξύ των φύλων. Επιπλέον, οι διαπολιτισμικές συγκρίσεις υποδεικνύουν ότι ακόμη και εκείνα τα κοινωνικά ή φυσικά χαρακτηριστικά τα οποία προφανώς θεωρούνται αντιστοίχως ως «τυπικώς θηλυκά» ή «τυπικώς αρσενικά», μπορούν να παρουσιαστούν εντελώς διαφορετικά σε διαφορετικές περιόδους, σε διαφορετικές κοινωνικές δομές και τρόπους παραγωγής.

Η αφηρημένη καθολικότητα των σύγχρονων εμπορευματο-παραγωγικών κοινωνιών, έχει με έναν τρόπο, εξ αρχής δώσει την εντύπωση ότι είναι ουδέτερη ως προς το φύλο (gender). Το εμπόρευμα είναι εμπόρευμα και τα χρήματα είναι χρήματα – πού βρίσκεται η εκτίμηση ως προς το φύλο; Στην επιφάνεια, η συνέχεια των πατριαρχικών δομών στην οικογένεια και στην κοινωνία θεωρήθηκε ως ένα απλό απομεινάρι ενός προ-νεωτερικού παρελθόντος. Υπό αυτή την έννοια, ο φεμινισμός απαιτούσε «ισότητα» από την αρχή της Γαλλικής Επανάστασης, όπως προτάθηκε ως υπόσχεση από την καθολική μορφή της σύγχρονης χρηματικής οικονομίας. Από αυτή την άποψη, η αρρενωπή αναγωγή του σλόγκαν «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη!» (Liberté, Egalité, Fraternité!) ήταν μια απόλυτα υποκειμενική αυθαιρεσία προερχόμενη από την παραδοθείσα ανδρική κυριαρχία και η οποία έπρεπε να επεκταθεί στη διάσταση της «γυναικείας αδελφοσύνης» (sisterhood).

Έως σήμερα, αυτού του είδους ο φεμινισμός, ως πολιτική, δεν προχώρησε πέρα από την απαίτηση συμμετοχής των γυναικών στην καθολικότητα του σύγχρονου εμπορευματο-παραγωγικού συστήματος. Ο «αφηρημένος άνθρωπος», το μεμονωμένο άτομο της κοινωνίας, θα μπορούσε εξίσου εύκολα να είναι γυναίκα ή άνδρας. Ωστόσο, η φεμινιστική ιστορική και κοινωνική έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η διάκριση και η αξιολόγηση μιας κοινωνικής θέσης ως κατώτερης, ούτε εκφράζει ένα «απομεινάρι» προ-νεωτερικών συνθηκών ούτε μια υποκειμενική αρσενική διεκδίκηση της εξουσίας, αντιθέτως, είναι βαθιά ριζωμένη στις ίδιες τις σημερινές συνθήκες. Γιατί το σύγχρονο σύστημα εμπορευματο-παραγωγής, φαίνεται πως δεν είναι τελικά και «τόσο» καθολικό. Έχει μάλλον και μια ακόμη πλευρά που παραμένει σκοτεινή στην επίσημη κοινωνική θεωρία: είναι όλες οι περιοχές και όλοι οι παράγοντες της ζωής που δεν μπορούν να εκφραστούν με χρήματα. Βέβαια, η πλευρά αυτή του συστήματος, δεν εμφανίζεται ανεξάρτητη από το φύλο (gender), αφού για αυτήν, η ευθύνη προσάπτεται στις γυναίκες.

Από τη μία πλευρά, σχετίζεται με πραγματικές δραστηριότητες που πρέπει να γίνουν εντός του νοικοκυριού πέρα ​​από την παραγωγή εμπορευμάτων: το μαγείρεμα, το πλύσιμο και η καθαριότητα, η φροντίδα των παιδιών κλπ. Από την άλλη πλευρά, το καθήκον αυτό που ορίζεται ως «γυναικείο» είναι κάτι περισσότερο από μια μηχανική δραστηριότητα· η γυναίκα υπάρχει για να δημιουργεί μια ευχάριστη και στοργική ατμόσφαιρα στην οποία ο διαπεραστικός ήχος του ανταγωνισμού δεν κυβερνά όπως «έξω, στην πραγματική ζωή» της δημόσιας καπιταλιστικής οικονομίας, της πολιτικής και της επιστήμης. Μια γυναίκα είναι επιπλέον υπεύθυνη για την «τρυφερή φροντίδα» ώστε να εκφέρει έναν λόγο «καλλιέργειας της αγάπης» προς τον άνδρα και τα παιδιά. Υπό αυτή την έννοια, η ικανότητα ανάπτυξης προσωπικών σχέσεων ανήκει στις γυναικείες αρετές, η ικανότητα του να είναι συναισθηματική και «απαλή»· αντιθέτως, ο άνδρας πρέπει να παρουσιάζεται ως διανοούμενος, σκληρός και ανταγωνιστικός. Για να το πετύχει αυτό δεν χρειάζεται να είναι όμορφος, αυτό είναι το κύριο καθήκον της γυναίκας.

Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη, ο εκμοντερνισμός δεν περιόρισε την πατριαρχία, την ενέτεινε. Ήταν εξ αρχής η καπιταλιστική οικονομία που μεγάλωσε τόσο την απόσταση μεταξύ ανδρός και γυναικός, ωσάν να ήταν όντα από διαφορετικούς πλανήτες. Στις προ-νεωτερικές κοινωνίες δεν υπήρχε ακόμη κανένας αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ εμπορευματο-παραγωγής και ιδιωτικού νοικοκυριού. Ως εκ τούτου, τα καθήκοντα που αναθέτονταν με βάση το φύλο δεν ήταν τόσο μονόπλευρα· οι γυναίκες είχαν τη δική τους θέση στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή. Ο σύγχρονος καπιταλισμός ωστόσο, μετέτρεψε την παραγωγή αγαθών σε μια αυτόνομη σφαίρα αφηρημένης επιχειρηματικής οικονομίας με στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας και συνεπώς σε ένα κεντρικό στοιχείο του ανδροκρατούμενου αστικού πληθυσμού. Όπως είναι γνωστό, οι καπιταλιστές και οι διευθυντές είναι πρωτίστως άνδρες.

Αυτή η νέα και εντατικοποιημένη έμφυλη κατανομή των λειτουργιών στη σύγχρονη εποχή δεν θα μπορούσε να υποστηρίζει την ισότητα και την ισονομία (egalité). Είναι αλήθεια πως δραστηριότητες και συμπεριφορές που ορίζονται ως «γυναικείες» θεωρούνται εξίσου απαραίτητες για την επιβίωση της κοινωνίας όπως είναι και η παραγωγή εμπορευμάτων η οποία ανατέθηκε στον «ανδρικό» λειτουργικό τομέα της επιχειρηματικής οικονομίας. Ωστόσο, κανείς δεν ευχαρίστησε τη γυναίκα για το ρόλο της στην συνολική κοινωνική αναπαραγωγή. Και αυτό, ακριβώς επειδή κατηγορήθηκε ως υπεύθυνη για όλα όσα από τη φύση τους δεν μπορούν να εκφραστούν σε χρήμα και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα καπιταλιστικά κριτήρια, «χωρίς αξία», η γυναίκα και τα πεδία δράσης της καθώς και τα χαρακτηριστικά και οι αρετές που της προσάπτονται, θεωρήθηκαν ακόμα περισσότερο ως κατώτερα και δευτέρας διαλογής.

Φυσικά, στη σύγχρονη εποχή οι γυναίκες πάντα βρίσκονταν στον δημόσιο τομέα, στην οικονομική σφαίρα της απασχόλησης, όπως και στην πολιτική, στον πολιτισμό κλπ. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα της έμφυλης υποτίμησής τους τις ακολούθησε σε κάθε τομέα. Μια μισθωτή εργάτρια ή μια πολιτικά ενεργή γυναίκα δεν «απελευθερώνεται» από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που της έχει αποδώσει ο ανδροκρατούμενος πολιτισμός. Εξακολουθεί να θεωρείται υπεύθυνη για την κουζίνα, τα παιδιά, την «αγάπη» και ως εκ τούτου δεν έχει ληφθεί σοβαρά από οικονομικής και πολιτικής άποψης. Και αυτό δεν πρόκειται μόνο για ένα εξωτερικά επιβαλλόμενο ιδεώδες, αλλά πρόκειται για έναν ψυχολογικά εσωτερικευμένο παράγοντα που αποκτήθηκε μέσω μιας γυναικείας κοινωνικοποίησης. Όπως είναι γνωστό μέχρι και σήμερα, επαγγελματικά αλλά και δημοσίως, οι γυναίκες δραστηριοποιούνται λιγότερο σε σχέση με τους άνδρες· σπάνια φτάνουν σε υψηλές θέσεις και κατά κανόνα, αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς.

Εδώ φανερώνεται το δίλημμα του φεμινιστικού κινήματος: Για να ξεπεραστεί πραγματικά η πατριαρχία, θα έπρεπε να αμφισβητηθεί ριζικά ο συνολικός σύγχρονος τρόπος παραγωγής· βέβαια όχι με την έννοια της οπισθοδρομικής εξιδανίκευσης των αγροτικών συνθηκών, αλλά απαιτώντας μια εντελώς διαφορετική μορφή οργάνωσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων. Όσο ο καταστρεπτικός και «ανδρικός» ορθολογισμός της επιχειρηματικής οικονομίας δε διαρρηγνύεται, οι «θηλυκές» μορφές δραστηριότητας και τα ψευδο-χαρακτηριστικά που τους προσάπτουν ως κατώτερα -απομονωμένα στην ιδιωτική σφαίρα- επίσης θα διατηρούνται. Μόνο πέρα ​​από τη δομική διαίρεση και τη «λογική του χρήματος» από τη μία και από τον «παραλογισμό» της οικιακής εργασίας, της προσωπικής τρυφερότητας από την άλλη, μπορεί να κερδηθεί μια νέα χειραφετητική σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Ένας φεμινισμός όμως, ο οποίος αντί αυτού περιορίζεται στην απαίτηση ενός «ίσου δικαιώματος» εντός του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, πρέπει απαραιτήτως να παραμείνει αβοήθητος λαμβάνοντας υπόψη τη διαιρεμένη μορφή της κοινωνικής ζωής. Ακόμα και η ελάχιστη ηθική έκκληση σύμφωνα με οποία οι άνδρες πρέπει να συμμετάσχουν ισομερώς στις διαιρεμένες δραστηριότητες και στις συμπεριφορές της προσωπικής και της οικογενειακής ζωής, πρέπει να πεθάνει αναπάντητη. Αντιστρόφως, η φεμινιστική οπτική όλο και περισσότερο στριμώχνεται στην οικονομικο-πολιτική σφαίρα. Η γυναικεία χειραφέτηση δεν μετράται σύμφωνα με την αλλαγή της ανδρικής στάσης στον ιδιωτικό τομέα, αλλά με την αλλαγή της γυναικείας στον δημόσιο τομέα. Το μεταμοντέρνο ιδανικό δεν είναι πλέον η ανορθολογική αγαπησιάρα γυναίκα, αλλά μάλλον ένας ανδρογονικός (androgen) τύπος, η «γυναίκα-καριερίστας». Δίπλα στο ζωντανό ξανθό αστείο, την ντίβα και την αφιερωμένη νεαρή μητέρα, εμφανίζεται και η τραπεζίτης που τρέχει και σέρνει το Διαδίκτυο, που ταξιδεύει σε έναν δρόμο στρωμένο-με-κορμιά ως εργένισσα γυναίκα, ακριβώς όπως ο άντρας.

Τουλάχιστον στις μητροπόλεις του οικονομικού κεφαλαίου, φαίνεται να υπάρχει μια ασυνήθιστη σύγκλιση μεταξύ των φύλων και του καταμερισμού τους. Ενώ η εργαζόμενη γυναίκα πρέπει να επιδεικνύει μεγαλύτερη σκληρότητα και μια αναισθητοποιημένη «αντικειμενικότητα» για να κάνει καριέρα, η μεταμοντέρνα διοίκηση ανακάλυψε αντίστροφα τη λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» ενσωματώνοντάς την στον υπολογισμό και σχεδιασμό της επιχειρησιακής οικονομίας και του ατομικού πλάνου για επιτυχία εντός του ανταγωνισμού. Είναι επομένως ζήτημα λειτουργικού χειρισμού των υποκειμενικών αντιλήψεων και των συναισθημάτων. Τον τελευταίο καιρό, μια «συναισθηματική διαχείριση» προσφέρεται ως εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε βιβλία και σεμινάρια. Οι «συναισθηματικοί εμπειρογνώμονες» και οι «συναισθηματικοί επιστήμονες» εμφανίζονται σε κοπάδια. Γίνεται λόγος για μια «συναισθηματική κουλτούρα» καθώς και για μια συναισθηματική «διαχείριση άγχους». Η συναισθηματικότητα, η οποία έως τώρα είχε απομονωθεί στον ιδιωτικό τομέα και είχε ανατεθεί στις γυναίκες, προορίζεται πλέον μέσω του καπιταλισμού, να βρεθεί υπό έλεγχο ώστε να μεταμορφωθεί σε τεχνική με σκοπό την επιτυχία.

Η διαστροφή αυτής της πρόθεσης καθίσταται ιδιαίτερα σαφής όταν αυτή η «συναισθηματική τεχνολογία» εμφανίζεται ως στοιχείο διοίκησης επιχειρήσεων ή πολιτικής διαχείρισης προσωπικού. Ο γερμανός οικονομολόγος Hans Haumer για παράδειγμα, μιλάει κατ’ ουσίαν για ένα «συναισθηματικό κεφάλαιο» που πρέπει να αποφέρει επαρκή κέρδη. Ένας «συντελεστής συναισθηματικού κεφαλαίου» χρησιμοποιείται ως δείκτης για τη μέτρηση του βαθμού κατά τον οποίο η «ανθρώπινη τεχνολογία» της στοργής οδηγεί σε αποδοτικότερη διοίκηση επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι η συμμόρφωση των μισθωτών εργατών στις απαιτήσεις της επιχειρηματικής οικονομικής ευελιξίας, η αποδοχή παράλογων απαιτήσεων πάσης φύσεως και η κινητοποίηση της ατομικής επίδοσης, κατά μία έννοια, υποβοηθούνται από ένα «συναισθηματικό εξορθολογισμό». Το «συναισθηματικά έξυπνο» αφεντικό αποφεύγει τις προσωπικές τριβές και δίνει στους εργαζόμενους την αίσθηση ότι τους αγαπούν και τους εκτιμούν, ακόμα και αν τους αντιμετωπίζει απλώς ως ανθρώπινο υλικό. Η χρήση του «συναισθηματικού κεφαλαίου» θα άγγιζε τη μέγιστη αποτελεσματικότητά της όταν οι άνθρωποι θα ευχαριστούν τη διοίκηση, με δάκρυα στα μάτια γεμάτα συγκίνηση, καθώς τους πετάνε στο δρόμο.

Είναι εμφανές ότι λαμβάνει χώρα μια επανασυναρμολόγηση των διαιρεμένων μορφών ζωής και συμπεριφορών, αλλά προς λάθος κατεύθυνση. Το αυτόνομο οικονομικό σύστημα έχει αρχίσει να καταβροχθίζει τα πρότυπα, τα ιδανικά και τα «χαρακτηριστικά» που μέχρι τώρα ανήκαν στην ιδιωτική σφαίρα του νοικοκυριού και του οικείου προκειμένου να τα εργαλειοποιήσει σε συμφωνία με τη λογική των χρημάτων. Μόνο σε αυτό το βαθμό, οι μεταμοντέρνοι άνδρες γίνονται πιο συναισθηματικοί σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η μεταμοντέρνα γυναίκα μπορεί τώρα να χρησιμοποιήσει με λειτουργικό τρόπο τις οικονομικά κοινωνικοποιημένες «γυναικείες αρετές» της. Όταν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης υποδεικνύουν ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο, το ανδρικό στριπτίζ ή οι λεσβιακοί και ομοφυλοφιλικοί γάμοι χαλαρώνουν τις εντάσεις στη μάχη των φύλων, είναι στην πραγματικότητα μια οικονομικά λειτουργική-αποδοτική κατανομή της συναισθηματικής οικονομίας (emotionale haushalt). Ο ανδρογυνισμός (androgyny) συνίσταται εξίσου από ανδρικές και γυναικείες ατομικότητες που κινητοποιούν «ευαισθησία και σκληρότητα» στην υπηρεσία του ανταγωνισμού, ενοποιώντας την αντικειμενική ικανότητα με τη συναισθηματική ικανότητα των σχέσεων προκειμένου να προωθήσουν την κερδοφορία.

Εάν η συναισθηματική οικονομία της καπιταλιστικής κοινωνίας κατανεμημόταν μονόπλευρα στο παρελθόν, τώρα καταστρέφεται διαρκώς. Ειδικά για το θέμα αυτό, ο νόμος της έλλειψης (Gesetz der Knappheit) είναι ειρωνικά εφαρμόσιμος. Η προσωπική τρυφερότητα και τα συναισθήματα που χρησιμοποιήθηκαν διοικητικο-οικονομικά ως λίπανση της οικονομικής μηχανής, αντλούνται και αποχωρούν από την αποσυνδεδεμένη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και της οικειότητας. Εάν οι «γυναικείες» δραστηριότητες και συμπεριφορές, ως η αντίθετη πλευρά της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν διαλυθούν ταυτόχρονα με την καπιταλιστική οικονομία, αλλά, αντί αυτού, απορροφηθούν από την ίδια την οικονομία, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μόνο μια νέα διάσταση της κρίσης. Τα απαραίτητα στοιχεία της κοινωνικής ζωής, που δεν δύναται να εκφραστούν σε χρήμα, θα πάψουν να αφορούν τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες, θα αποσυντίθενται προς την ερείπωσή τους.

Πράγματι, όπως προβάλλεται και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως ιδανικό, είναι σήμερα της μόδας η «γυναίκα που τα θέλει όλα», που συμβιβάζει την καριέρα με την οικογένεια και επιπλέον μέρα με τη μέρα ομορφαίνει και ντύνεται σαγηνευτικά ως «αντικείμενο επιθυμίας». Αλλά για την πλειοψηφία, αυτό είναι απλώς εξαιρετικά απαιτητικό και καθόλου βιώσιμο. Το ποσοστό των γυναικών που καταφέρνουν αυτή την στυλάτη εξισορρόπηση, είναι εξαιρετικά μικρό. Μόνο μια μικρή μειοψηφία από «γυναίκες καριερίστες» μπορεί να αντέξει μια τέτοια ψευδαίσθηση μεταβιβάζοντας τις δουλειές της ιδιωτικής οικιακής εργασίας, της φροντίδας των παιδιών, σε γυναίκες-οικεικακούς βοηθούς (μετανάστριες, μαύρες γυναίκες, μη προνομιούχες) οι οποίες δεν έχουν πλέον χρόνο για τα δικά τους παιδιά. Στη μεταμοντέρνα εποχή η πατριαρχία δεν εξαφανίζεται, γίνεται «θυελλώδης» και χωρίζεται σε μορφές βαρβαρότητας, όπως γράφει η Γερμανίδα φεμινίστρια Roswitha Scholz. Είναι ένας κόσμος αυτός, που μετατρέπει τα παιδιά σε δολοφόνους και μανιακούς.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: