τελευταία νέα σε τίτλους

Norbert Trenkle – Η άνοδος και η πτώση του εργαζόμενου άνδρα: Προς μια κριτική της σύγχρονης αρρενωπότητας (2008)

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 5,979 other followers

Μετάφραση, becoming minority 


Η κρίση της εργασίας είναι επίσης μια κρίση της σύγχρονης αρρενωπότητας. Διότι στην ταυτότητά του, ο σύγχρονος αστός άνδρας συγκροτείται και δομείται με τον πιο θεμελιώδη τρόπο ως εργάτης – ως άνθρωπος που παλεύει και δημιουργεί, που είναι προσανατολισμένος σε έναν στόχο, ορθολογικός, αποτελεσματικός και πρακτικός και που πάντα θέλει να βλέπει ένα μετρήσιμο αποτέλεσμα. Αυτό δεν χρειάζεται πάντα να συμβαίνει χύνοντας τον «ιδρώτα και το αίμα» του. Από αυτή την άποψη, η σύγχρονη αρρενωπή ταυτότητα είναι πολύ ευέλικτη. Ο κατάλληλος άνθρωπος σε θέματα διαχείρισης, συμβουλευτικής ή διακυβέρνησης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κατασκευαστή εξίσου -ή ακόμα περισσότερο- με τον εργαζόμενο στη κατασκευαστική βιομηχανία, στη γραμμή συναρμολόγησης ή στο τιμόνι ενός φορτηγού. Τα τελευταία, σε κάθε περίπτωση, έχουν εδώ και καιρό ξεπεραστεί ως μοντέλα του ανδρικού επαγγελματικού προσανατολισμού και προορίζονται για όσους δεν καταφέρνουν να διέλθουν μέσα από τα κοινωνικά στέφανα στη πορεία τους προς τα γραφεία του τελευταίου ορόφου. Εξυπηρετούν όμως, περισσότερο από πριν, την απεικόνιση της αληθινής αρρενωπότητας στο συμβολικό επίπεδο. Οι ημίγυμνοι μυώδεις άνδρες (ως τύπος-δομή) με τα βαριά γαλλικά κλειδιά ή τις βαριές στο χέρι, διακοσμητικά αλειμμένοι με λίγο λάδι αλλά, πέραν τούτων, σχεδόν ασηπτικώς σκηνοθετημένοι κόντρα στο αισθητικοποιημένο (aestheticized) υπόβαθρο ενός συνεργείου αυτοκινήτων ή μιας καμίνου, είναι τα είδωλα της σύγχρονης αρρενωπότητας.

Όταν αυτοί οι άνδρες χρησιμοποιούνται σε διαφημίσεις για κοστούμια σχεδιαστών και για κολόνιες, ο στόχος είναι να ξυπνήσουν τις φαντασιώσεις και τις ταυτοποιητικές επιθυμίες που είναι ισχυρά αγκυρωμένες στις βαθιές δομές της κατασκευής της αρρενωπής-ανδρικής ταυτότητας. Ακόμη και ο χλωμός, αδύναμος ασφαλιστικός υπάλληλος ή ο παχύσαρκος, λαχανιασμένος διευθυντής πωλήσεων μιας εταιρείας σόδας μπορεί να ταυτιστεί με τον μυώδη άνδρα. Στο σωματικό επίπεδο, αυτά είναι όνειρα ανέφικτα. Αλλά στη ψυχή (νοοτροπία/αντίληψη) κάτι άλλο είναι το καθοριστικό. Γιατί, οι μυώδεις άνδρες και τα αγαλματώδη, σφυρήλατα, καλογυμνασμένα σώματα αντιπροσωπεύουν το δικαίωμα άσκησης εξουσίας – εξουσίας πάνω σε άλλους, σε όλο τον κόσμο και στους εαυτούς τους. Αυτή όμως μπορεί να γίνει για μια μίζερη εξουσία, όπως είναι η ικανότητα διοίκησης μερικών εργαζομένων, η επικράτηση στην αγορά έναντι ενός ανταγωνιστή, εισάγοντας ένα νέο είδος σόδας ή η επίτευξη αύξησης των κερδών σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Αυτή η εξουσία είναι επίσης εξαιρετικά ασταθής καθώς απειλείται συνεχώς και υπόκειται σε άρση. Διότι εξαρτάται όχι μόνο από την αυτοπεποίθηση και έπαρση εντός του ανταγωνισμού, που μπορεί να αποτύχει ανά πάσα στιγμή, αλλά ταυτόχρονα και από επιχειρηματικούς κύκλους που δεν μπορούν να επηρεαστούν από μεμονωμένα άτομα. Ακριβώς λόγω αυτής της αβεβαιότητας απαιτεί σταθερή και επιθετική αυτοπεποίθηση.

Ο σύγχρονος άνδρας επομένως, δεν χαρακτηρίζεται από μια δέσμια-των-μυών σωματικότητα ως τέτοια. Αυτή, περισσότερο συμβολίζει μια σκληρότητα που σε πρώτο βαθμό άπτεται μιας εσωτερικής στάσης και διανοητικής (αυτο-)τιμωρίας. Ένας «αληθινός άνδρας» πρέπει να είναι σκληρός με τον εαυτό του και με τους άλλους. Οι φουσκωμένοι δικέφαλοι είναι το σύμβολο της αυτοπεποίθησης, της πειθαρχίας και της αυτοσυγκράτησης, της δύναμης της θέλησης πάνω στο σώμα. Το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα είναι αδύναμη – και γι ‘αυτό πρέπει πρώτα να εξημερωθεί αν θέλει να έχει τα πάντα υπό έλεγχο. Εις τούτο εντοπίζεται η διαφορά με το αρχαίο γνωμικό, ότι ένα υγιές πνεύμα κατοικεί εντός ενός υγιούς σώματος. Αν και αυτή η ιδέα ανακοινώνει ήδη τον εξωτερικό χωρισμό σε σώμα και μυαλό, ο στόχος είναι μια ισορροπημένη μεταξύ τους σχέση. Στη σύγχρονη σύλληψη, αντίθετα, η κυριαρχία και η καθυπόταξη του σώματος από το μυαλό βρίσκεται στο προσκήνιο. Η «ελεύθερη βούληση» που ψευδώς πιστεύει πως είναι ανεξάρτητη από κάθε αισθητικότητα (sensuousness), την οποία επειδή ακριβώς την αποκηρύσσει πρέπει διαρκώς να τη μάχεται, και που ζει υπό τον τρομερό φόβο της ήττας της σε αυτόν τον αγώνα, ανέρχεται στον κοινωνικο-ψυχολογικό πυρήνα του αστού άνδρα.

Η εργασία της απο-αισθησιοποίησης

Από αυτήν ακριβώς την άποψη, η σύγχρονη αρρενωπή ταυτότητα ανταποκρίνεται επακριβώς στο προφίλ των απαιτήσεων της εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία έχοντας ως βάση την καθολική εμπορευματική παραγωγή. Διότι η εργασία στον καπιταλισμό είναι από τη φύση της μια απο-αισθησιοποιημένη και απο-αισθησιοποιητική μορφή δραστηριότητας – υπό πολλές έννοιες. Πρώτον, ο στόχος της δεν είναι η κατασκευή συγκεκριμένων, χρήσιμων αντικειμένων, αλλά η παραγωγή αγαθών ως μέσο αξιοποίησης της αξίας ή του κεφαλαίου. Έτσι, τα πράγματα που παράγονται κατ’ αυτό τον τρόπο δεν γίνονται αντιληπτά ως τέτοια στην υλική-αισθητή πραγματικότητα, αλλά μόνο στο βαθμό που αντιπροσωπεύουν την αξία και υπό αυτή τη μορφή συμβάλλουν στην παραγωγή περισσότερου χρήματως μέσα από το χρήμα. Από αυτή την άποψη, η υλική πλευρά ενός εμπορεύματος είναι αναγκαίο κακό, από το οποίο δεν μπορεί κάποιος δυστυχώς, να απελευθερωθεί, διότι διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατό να βρεθεί αγοραστής. Κατά δεύτερον, τούτο συνοδεύεται από μια θεμελιώδη αδιαφορία προς τα φυσικά θεμέλια της ζωής τα οποία τελικά μετράνε μόνο ως υλικό για αξιοποίηση και που ακόμη και τότε η εκμετάλλευσή τους είναι αδυσώπητη παρά το γεγονός ότι εδώ και πολύ καιρό είναι γνωστό τοις πάσι ότι αυτό απειλεί την ύπαρξη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων. Τρίτον, η εργασία είναι επίσης μια απο-αισθησιοποιημένη δραστηριότητα, στο βαθμό που λαμβάνει χώρα εντός μιας ειδικής σφαίρας, αποσπασμένης από όλα τα υπόλοιπα πλαίσια της ζωής, μια σφαίρα που αποσκοπεί αποκλειστικά στην οικονομική αποδοτικότητα και την κερδοφορία, και στην οποία απλά δεν υπάρχει χώρος για άλλους στόχους, ανάγκες ή συναισθήματα.

Τέταρτον και τελευταίο, η εργασία υπό αυτή τη μορφή δεν αντιπροσωπεύει μόνο ένα συγκεκριμένο ιστορικό τρόπο παραγωγής, αλλά καθορίζει το σύνολο του κοινωνικού πλαισίου με θεμελιώδη τρόπο – και αυτό, όχι μόνο ποσοτικά μέσω του άμεσου μετασχηματισμού όλο και περισσότερων πεδίων της ζωής σε κλάδους της εμπορευματικής παραγωγής και σε σφαίρες επένδυσης κεφαλαίου. Η εργασία στην καπιταλιστική κοινωνία αντιπροσωπεύει, μάλλον, την βασική αρχή διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων, μιας διαμεσολάβησης που από τη φύση της έχει μια αντικειμενοποιημένη, αποξενωμένη μορφή. Διότι οι άνθρωποι δεν δημιουργούν συνειδητά το περιεχόμενό τους μετά από συμφωνία ή άμεση επικοινωνία, αλλά συνδέονται μεταξύ τους μέσω μιας παράκαμψης, αυτής των προϊόντων εργασίας, είτε πουλώντας τον εαυτό τους ως εργατική δύναμη είτε με την παραγωγή αγαθών που στη συνέχεια ρίχνονται εντός της αγοράς για να πραγματώσουν την αξία τους. Αυτό σημαίνει ότι, κατά κάποιο τρόπο, τα προϊόντα της εργασίας -αντί των ανθώπων- επικοινωνούν μεταξύ τους, με τέτοιο τρόπο ώστε να βρίσκονται σε συμφωνία με τον αντικειμενοποιημένο κώδικα λογικής της αξιοποίησης. Η διαμεσολάβηση μέσω της εργασίας σημαίνει υποταγή των ανθρώπων κάτω από τους προϋποτιθέμενους νόμους της αξιοποίησης που ακολουθούν μια αυτοματοποιημένη εσωτερική δυναμική και που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ως απαραβίαστους φυσικούς νόμους – παρ’ όλο που είναι η ολόδική τους μορφή κοινωνικών σχέσεων.

Ο κόσμος, ένα ξένο αντικείμενο

Η σχεδόν καθολική καθιέρωση αυτής της ιστορικά μοναδικής μορφής κοινωνικής δραστηριότητας και σχέσης δεν ήταν δυνατή χωρίς τη δημιουργία ενός κατ’ αντιστοιχία συγκεκριμένου τύπου ανθρώπου που να εξασφαλίζει την επαρκή λειτουργία της. Διότι ακόμη και μια αντικειμενοποιημένη μορφή σχέσης δεν παράγει τον εαυτό της ανεξάρτητα αλλά μέσω κοινωνικών ατόμων που την παράγουν ενεργά ξανά και ξανά. Αυτός ο ανθρώπινος τύπος είναι το αρσενικώς-εγγεγραμμένο σύγχρονο υποκείμενο εργασίας και εμπορευμάτων, του οποίου κεντρικό ουσιώδες χαρακτηριστικό είναι ότι ολόκληρος ο κόσμος γίνεται ένα ξένο γι’ αυτόν αντικείμενο. Η σχέση του με το κοινωνικό και το φυσικό του περιβάλλον, με άλλους ανθρώπους, ακόμη και με το σώμα του και με τη δική του αισθητικότητα είναι αυτή της σχέσης με τα πράγματα ― πράγματα που προορίζονται για επεξεργασία, οργάνωση και αντιμετώπιση ως πράγματα ― ως αντικείμενα που υπόκεινται στη βούλησή του. Το μοντέρνο υποκείμενο θέλει επιπλέον να διαχειριστεί τα συναισθήματά του και αντίστοιχα να ρυθμίσει τις λειτουργικές του απαιτήσεις. Παρά μια απίστευτη μάζα αυτο-βοηθητικής βιβλιογραφίας αυτό συχνά αποτυγχάνει, αλλά ακόμα και τότε η εν λόγω πρόθεση με κανένα τρόπο δεν εγκαταλείπεται.

Αυτή η μοντέρνα μορφή σχέσης κόσμου-εαυτού καθίσταται πιο προφανής όταν κάποιος πωλεί την εργατική του δύναμη και, ως εκ τούτου, παραιτείται από την εξουσία να καθορίζει τον ίδιο του τον εαυτό και αμέσως υποτάσσεται στη λογική της αξιοποίησης. Ακόμα και όποιος δουλεύει ως ανεξάρτητος (αυτοαπασχολούμενος) με κανένα τρόπο δεν ξεφεύγει από αυτή τη λογική αλλά βρίσκεται επίσης υπό τον εξαναγκασμό να αφαιρέσει τον εαυτό του από τις αισθητικές του ανάγκες και από τα συγκεκριμένα-υλικά χαρακτηριστικά των προϊόντων, που για τον ίδιο πρόκεινται για αδιάφορα και ανταλλάξιμα μέσα για να κερδίσει τα προς το ζην – αντικείμενα αξίας. Αυτό που είναι αποφασιστικής σημασίας, όμως, είναι ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μια πράξη παθητικής υποταγής κάτω από απλά έναν εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά ότι η σύγχρονη υποκειμενικότητα είναι δομημένη σύμφωνα με αυτόν τον καταναγκασμό. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί η υποχρέωση για λειτουργία χωρίς ανάπαυση να εκπληρωθεί, η υποχρέωση για αντικειμενοποίηση και για αυτο-αντικειμενοποίηση καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής διαδικασίας να εκπληρωθεί χωρίς έναν καθοδηγητή-σκλάβων που κραδαίνει το μαστίγιο. Στην εξωτερική πίεση αντιστοιχεί μια εσωτερική πίεση. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το αντικειμενοποιητικό πρότυπο δράσης και συμπεριφοράς δεν περιορίζεται καθόλου εντός των σφαιρών της εργασίας και της οικονομίας αλλά διαμορφώνει ολόκληρο το δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων. Επειδή όμως αυτό είναι ανυπόφορο μακροπρόθεσμα (επειδή το να υποχρεωνόμαστε να ενεργούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο απαιτεί συνεχή καταπόνηση και μόχθο και μονίμως κινδυνεύει να αποτύχει), το σύγχρονο υποκείμενο εργασίας και εμπορεύματος τρέφει ένα τέτοιο θεμελιώδες μίσος απέναντι σε όλους όσους καταρρέουν κάτω από αυτές τις πιέσεις ή ακόμη και τους αρνείται ολοσχερώς.

Ο άνδρας πλάθει τη γυναίκα

Η Προτεσταντική εργατική ηθική πρώτη ανυψώνει αυτόν τον ανθρώπινο τύπο, επιδρώντας αφαιρετικά στην αισθητικότητά του και καθιστώντας τον ένα μέσο για την επίτευξη μιας αντικειμενοποιημένης επιτυχίας, προς κάποιο ιδανικό. Σε μια εποχή που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μόλις εδραιωνόταν σε κάποιες μονάχα νησίδες του φεουδαρχικού ωκεανού, το προφίλ των απαιτήσεων που σχετίζονται με ένα κοινωνικό πλαίσιο διαμεσολαβημένο από την εργασία και τη μορφή του εμπορεύματος ήταν στην ιστορία των ιδεών, ήδη αναμενόμενη, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στη γενική εγκαθίδρυσή της. Στην πραγματικά υπαρκτή ιστορία, ο ανθρώπινος τύπος που αντιστοιχούσε σε αυτές τις απαιτήσεις είχε προ αιώνων σχηματιστεί αποτελώντας τη συνήθη περίπτωση. Ολόκληρη η ιστορία του πρώιμου καπιταλισμού και της εγκαθίδρυσής του είναι αυτή μιας βίαιης εκπαίδευσης και μιας αυτο-εκπαίδευσης των ανθρώπων ώστε να μετατραπούν σε υποκείμενα εργασίας και εμπορεύματος. Μια ιστορία που είναι επίσης αυτή μιας επίμονης αντίστασης σε αυτό τον σχηματισμό η οποία ωστόσο, δεν μπορούσε να αποφευχθεί.

Το γεγονός ότι σε αυτή τη διαδικασία η σύγχρονη μορφή υποκειμένου εγγεγραφόταν ταυτόχρονα σε σχέση με το φύλο – ώστε να βρίσκει ανταπόκριση στην εποχή της σύγχρονης αρρενωπής/ανδρικής ταυτότητας – μπορεί να εξηγηθεί κατ’ αρχάς ιστορικά, μέσω της μακράς προϊστορίας της πατριαρχικής κυριαρχίας στην οποία έχει τις βάσεις της η καπιταλιστική κοινωνία και την οποία επανεγγράφει και μεταμορφώνει με τον δικό της τρόπο. Η ταυτοποίηση του άνδρα με μια αφηρημένη λογική και της γυναίκας με την αισθητικότητα -η οποία (αισθητικότητα) την ίδια στιγμή υποτιμάται, επιθυμείται και στρέφεται ενάντιάς της- ακολουθεί μια μακρά παράδοση που χρονολογείται τουλάχιστον από την ελληνική αρχαιότητα και υιοθετήθηκε από τον Χριστιανισμό όπου επανερμηνεύθηκε και αναπτύχθηκε περαιτέρω σύμφωνα με τις ανάγκες του. Ωστόσο, στην καπιταλιστική κοινωνία, η κατασκευή αυτή αποκτά νέα και κεντρική σημασία στο βαθμό που η αφηρημένη και αντικειμενοποιημένη σχέση με τον κόσμο γίνεται ο γενικός τρόπος κοινωνικοποίησης. Γι’ αυτό το λόγο συνδυάζεται με τη βασική κοινωνική δομή κατά τον πιο θεμελιώδη τρόπο. Η εκπαίδευση των ανδρών σε παράγοντες (agent) αντικειμενοποίησης μπορεί να αξιοποιήσει μια ποικιλία στοιχείων του προηγούμενου μοντέλου της πατριαρχικής αρρενωπότητας· μαζί με την ταύτισή τους με την λογική, υπάρχει εξ’ αρχής ταύτιση με τον πολεμιστή, τον βίαιο υποτάκτη. Ωστόσο, με τη πραγμοποίηση όλων των κοινωνικών σχέσεων, αυτές ανασυνθέτονται σε μια εντόνως συνεκτική και αυτοτελή ταυτότητα του «άνδρα».

Δε θα μπορούσε όμως αυτό να επιτευχθεί χωρίς τη δημιουργία μιας -σε αντιδιαστολή με την ανδρική- γυναικείας ταυτότητας που να ενοποιεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το σύγχρονο υποκείμενο δεν μπορεί να διαχειριστεί ως ασύμβατα με στο σύστημα συντεταγμένων κατασκευής-της-αρρενωπής-ταυτότητας και από τα οποία το υποκείμενο πρέπει, ως εκ τούτου, να αποσχιστεί επιδεικτικά. Αυτό αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία ενός θηλυκού «άλλου», της αισθητικής, συναισθηματικής και παρορμητικής γυναίκας που δεν μπορεί να σκεφτεί λογικά ή να σφυροκοπήσει ένα καρφί στον τοίχο και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνη για την φροντίδα των παιδιών, το νοικοκυριό και την ευημερία του «δικού της» άνδρα. Η εφεύρεση αυτού του «άλλου» όχι μόνο επιφέρει τη σταθεροποίηση της ταυτότητας του ανδρικού/αρρενωπού υποκειμένου ― ταυτόχρονα εγκαθιστά και νομιμοποιεί έναν έμφυλο κατακερματισμό εργασίας κάτι απολύτως λειτουργικό για την καπιταλιστική επιχείρηση (ενσωμάτωση), διότι απαλλάσσει τον εργαζόμενο άνδρα από το φορτίο, επιτρέποντάς του να υποβάλλει πλήρως τον εαυτό του στη σφαίρα της εργασίας και της παραγωγής εμπορευμάτων όπως έχει αυτή διαχωριστεί από το πλαίσιο της καθημερινής ζωής.

Εργαζόμενος άνδρας σε κρίση

Τώρα, ενώ η κατασκευή αυτή, της θηλυκότητας, τίθεται προς αμφισβήτηση αφενός μετά την ευρεία ένταξη των γυναικών στην καπιταλιστική εργατική διαδικασία και αφετέρου από το γυναικείο κίνημα, μολαταύτα, επιμένει με εξαιρετικό πείσμα, διατηρώντας σταθερό τον πυρήνα της έως και σήμερα. Στο βαθμό που οι γυναίκες έχουν καταφέρει να κερδίσουν θέσεις κοινωνικής εξουσίας, αυτό εξ’ αρχής συνέβαινε πάντοτε με κόστος την προσαρμογή τους στις απαιτήσεις των ανδρικών/αρρενωπών κανόνων/αξιών εργασίας, ανταγωνισμού και αφηρημένου επιτεύγματος. Την ίδια στιγμή, παρατηρώντας την κοινωνία ως μια ολότητα, η πρωταρχική ευθύνη τους για τα νοικοκυριά και τα παιδιά διατηρείται και η αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος για τις σεξουαλικές φαντασιώσεις των ανδρών είναι διάχυτη, αρκεί μόνο μια ματιά στη βιτρίνα κάποιου kiosk περιοδικών ή διαφημιστικής πινακίδας.

Η εμμένεια των πολωμένων καπιταλιστικών έμφυλων ταυτοτήτων μπορεί με την πρώτη ματιά να μας προκαλεί έκπληξη. Όσο όμως το κοινωνικό πλαίσιο συνεχίζει να παράγεται εντός των πραγμοποιημένων μορφών συσχέτισης εμπορευμάτων, χρήματος και εργασίας, τόσο θα επιβιώνει η αρσενικά-ορθώς-εγγεγραμμένη μορφή υποκειμένου. Ακόμα και η τρέχουσα διαδικασία της κρίσης, που σε τεράστια κλίμακα εκσφενδονίζει τους ανθρώπους εκτός της εργατικής διαδικασίας ή τους αναγκάζει σε όλο και πιο επισφαλείς συνθήκες εργασίας, δεν εξαλείφει με κανένα τρόπο την ταυτότητα των φύλων. Ενώ είναι αλήθεια ότι η διαδικασία της κρίσης αναστατώνει έναν από τους βασικούς πυλώνες της ανδρικής ταυτότητας, εντούτοις οδηγεί την ίδια στιγμή σε εντατικοποίηση του ανταγωνισμού σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής ζωής. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ωστόσο, τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης αρρενωπότητας όπως η σκληρότητα, η αυτοπεποίθηση και η αναλγησία, είναι πιο περιζήτητες από ποτέ. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι η λατρεία της αρρενωπότητας―συμπεριλαμβανομένης της σεξιστικής και ρατσιστικής βίας―ακμάζει και πάλι σήμερα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι υπό αυτές τις συνθήκες της εκτεταμένης διαδικασίας της κρίσης που μια θεμελιώδης κριτική του σύγχρονου αρσενικά-δομημένου υποκειμένου είναι απαραίτητη ώστε να ανοίξει μια νέα προοπτική κοινωνικής χειραφέτησης.


http://www.mediationsjournal.org/articles/rise-and-fall-of-working-man

becomingminority@riseup.net

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: