τελευταία νέα σε τίτλους

Karl Marx ” Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας”

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,808 other followers

(Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας)
To  παρακάτω κείμενο γράφτηκε από τον Μαρξ το 1857. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1902 και σήμερα περιέχεται στην εισαγωγή των Grunrdisse. Πρώτη δημοσίευση: http://kainashmainonta.blogspot.com/2016/01/karl-marx-1857.html

Όταν εξετάζουμε μία συγκεκριμένη χώρα από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας, τότε ξεκινάμε με τον πληθυσμό της, τη διαίρεση της σε τάξεις, σε πόλη, ύπαιθρο, θάλασσα, τους διαφορετικούς κλάδους της παραγωγής, τις εξαγωγές και τις εισαγωγές, την ετήσια παραγωγή και κατανάλωση, τις εμπορευματικές τιμές κλπ.

Το σωστό φαίνεται να είναι να ξεκινάμε με το πραγματικό και συγκεκριμένο, με τις πραγματικές προϋποθέσεις, στην οικονομία, π.χ., με τον πληθυσμό ο οποίος αποτελεί τη βάση και το υποκείμενο της όλης πράξης της κοινωνικής παραγωγής. Ωστόσο, με μια προσεκτικότερη εξέταση αυτό αποδεικνύεται λάθος. Ο πληθυσμός αποτελεί μία αφαίρεση, αν δε λάβω υπόψη, π.χ., τις τάξεις από τις οποίες αποτελείται. Αυτές οι τάξεις είναι κι αυτές με τη σειρά τους κενές λέξεις, αν δε γνωρίζω τα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζονται, π.χ., μισθωτή εργασία, κεφάλαιο κλπ. Τα στοιχεία αυτά προϋποθέτουν την ανταλλαγή, τον καταμερισμό της εργασίας, τις τιμές κλπ. Το κεφάλαιο, π.χ., δεν είναι τίποτα χωρίς τη μισθωτή εργασία, χωρίς αξία, χρήμα, τιμή κλπ. Αν, λοιπόν, ξεκινούσα με τον πληθυσμό, τότε θα έφτανα σε μια χαοτική παράσταση του όλου και, μέσω του ακριβέστερου προσδιορισμού, θα έφτανα αναλυτικά σε όλο και πιο απλές έννοιες από την παράσταση του συγκεκριμένου σε όλο και πιο ισχνές αφαιρέσεις, μέχρι να φτάσω τους πιο απλούς προσδιορισμούς. Από εκεί θα έπρεπε να ξεκινήσω το ταξίδι προς την αντίθετη κατεύθυνση, μέχρι να φτάσω πάλι στον πληθυσμό, αυτήν τη φορά όμως όχι σα μια χαοτική παράσταση ενός όλου, αλλά σα μια πλούσια ολότητα πολλών προσδιορισμών και σχέσεων. Ο πρώτος δρόμος είναι ο δρόμος που διέτρεξε ιστορικά η πολιτική οικονομία κατά την εμφάνιση της. Οι οικονομολόγοι του 17ου αιώνα ξεκινούν πάντα με το ζωντανό όλο, τον πληθυσμό, το έθνος, το κράτος, τα περισσότερα κράτη κλπ.· τελειώνουν όμως πάντα ξεχωρίζοντας κάποιες καθορισμένες αφηρημένες, γενικές σχέσεις, όπως καταμερισμός της εργασίας, χρήμα, αξία κλπ. Από τη στιγμή που αυτά τα μεμονωμένα στοιχεία παγιώθηκαν και απομονώθηκαν με την αφαίρεση, ξεκίνησαν τα οικονομικά συστήματα τα οποία από το απλό, όπως η εργασία, ο καταμερισμός της εργασίας, η ανάγκη, η ανταλλακτική αξία, ανέρχονταν μέχρι το κράτος, την ανταλλαγή μεταξύ εθνών και την παγκόσμια αγορά.

Η τελευταία είναι φανερό ότι αποτελεί την επιστημονικά σωστή μέθοδο. Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο γιατί αποτελεί τη συνόψιση πολλών καθορισμών, αποτελεί δηλαδή ενότητα του πολλαπλού. Στη σκέψη το συγκεκριμένο εμφανίζεται επομένως σα διαδικασία της συνόψισης, σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία, παρόλο που αποτελεί την πραγματική αφετηρία, άρα και τη νοητή αφετηρία, δηλαδή την αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Στον πρώτο δρόμο, η όλη παράσταση εξαϋλώθηκε σε αφηρημένους προσδιορισμούς. Στο δεύτερο δρόμο, οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου με τη σκέψη. Ο Hegel έπεσε επομένως στην αυταπάτη να αντιλαμβάνεται το πραγματικό σαν αποτέλεσμα της σκέψης που η ίδια συνθέτει τον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της και αναπτύσσει τον εαυτό της, ενώ η μέθοδος της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αποτελεί μόνο τον τρόπο με τον οποίο η σκέψη οικειοποιείται το συγκεκριμένο, το αναπαράγει ως ένα πνευματικό συγκεκριμένο. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί, όμως, τη διαδικασία γέννησης του ίδιου του συγκεκριμένου. Π.χ., η πιο απλή οικονομική κατηγορία, ας πούμε π.χ. η ανταλλακτική αξία, προϋποθέτει τον πληθυσμό, ακόμα περισσότερο τον πληθυσμό που παράγει κάτω από συγκεκριμένες σχέσεις· επίσης, προϋποθέτει ένα ορισμένο είδος οικογένειας, κοινότητας, κράτους κλπ. Δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ αλλιώς, παρά μόνο ως αφηρημένη, μονόπλευρη σχέση στο πλαίσιο ενός ήδη δεδομένου, συγκεκριμένου ζωντανού όλου. Ως κατηγορία, αντίθετα, η ανταλλακτική αξία έχει προκατακλυσμιαία ύπαρξη. Επομένως για τη συνείδηση -και συγκεκριμένα για τη φιλοσοφική συνείδηση, για την οποία η σκέψη που κατανοεί αποτελεί τον πραγματικό άνθρωπο και επομένως μόνο ο κόσμος, όπως κατανοείται, αποτελεί ως τέτοιος τον πραγματικό κόσμο-, γι’ αυτήν τη συνείδηση, λοιπόν, η κίνηση των κατηγοριών εμφανίζεται σαν η πραγματική πράξη της παραγωγής -που λαμβάνει δυστυχώς μια ώθηση από τα έξω- και της οποίας το αποτέλεσμα είναι ο κόσμος. Αυτό είναι σωστό μόνο στο ότι -εδώ έχουμε όμως πάλι ταυτολογία- η συγκεκριμένη ολότητα ως ολότητα της σκέψης, ως κάτι νοητικά συγκεκριμένο, είναι in fact (στην πραγματικότητα) ένα προϊόν της σκέψης, της νόησης. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν είναι προϊόν της έννοιας που γεννά τον εαυτό της και σκέφτεται έξω και πάνω από την αντίληψη και την παράσταση, αλλά αντίθετα προϊόν της επεξεργασίας της αντίληψης και της παράστασης σε έννοιες. Το όλο, όπως εμφανίζεται στο κεφάλι σαν ένα σύνολο από σκέψεις, είναι ένα προϊόν του σκεπτόμενου νου ο οποίος οικειοποιείται τον κόσμο με το μοναδικό δυνατό τρόπο, έναν τρόπο που είναι διαφορετικός από την τεχνητή, θρησκευτική, πρακτικο-πνευματική οικειοποίηση αυτού του κόσμου. Κατά το διάστημα που ο νους εργάζεται αφηρημένα, μόνο θεωρητικά, το πραγματικό υποκείμενο συνεχίζει να υπάρχει, όπως πριν, έξω από το νου, στην αυτοτέλεια του. Κατά συνέπεια, και για τη θεωρητική μέθοδο το υποκείμενο, η κοινωνία πρέπει να θεωρείται πάντα προϋπόθεση της παράστασης.

Αλλά αυτές οι απλές κατηγορίες δεν έχουν κι αυτές μια ανεξάρτητη ιστορική ή φυσική ύπαρξη πριν τις πιο συγκεκριμένες κατηγορίες; Ca depend (εξαρτάται). Π.χ., ο Hegel σωστά αρχίζει τη Φιλοσοφία τον Δικαίου με την κατοχή ως την πιο απλή σχέση δικαίου του υποκειμένου. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία κατοχή πριν την οικογένεια ή πριν τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, οι οποίες είναι πολύ πιο συγκεκριμένες σχέσεις. Αντίθετα, θα ήταν σωστό να λέγαμε ότι υπάρχουν οικογένειες και φυλές που απλώς κατέχουν χωρίς να έχουν ιδιοκτησία. Έτσι, η πιο απλή κατηγορία εμφανίζεται σε σχέση με την ιδιοκτησία σα σχέση απλών οικογενειών και ομάδων φυλών. Στην πιο αναπτυγμένη κοινωνία, αυτή η σχέση εμφανίζεται σαν η πιο απλή σχέση ενός πιο αναπτυγμένου οργανισμού. Πάντα, όμως, προϋποτίθεται το πιο συγκεκριμένο υπόστρωμα του οποίου σχέση είναι η κατοχή. Μπορούμε να φανταστούμε ότι ένας μεμονωμένος άγριος άνθρωπος έχει κατοχή. Σε αυτήν την περίπτωση όμως, η κατοχή δεν είναι σχέση δικαίου. Είναι λαθεμένη η άποψη σύμφωνα με την οποία η κατοχή αναπτύχθηκε ιστορικά στην οικογένεια. Αντίθετα, η κατοχή προϋποθέτει πάντα αυτήν την «πιο συγκεκριμένη κατηγορία δικαίου». Πάντα θα ισχύει ότι οι απλές κατηγορίες αποτελούν έκφραση σχέσεων στις οποίες μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί το λιγότερο αναπτυγμένο συγκεκριμένο, χωρίς όμως ακόμα να έχει διαμορφωθεί η πιο πολύπλευρη σχέση και διασύνδεση η οποία εκφράζεται νοητικά στην πιο συγκεκριμένη κατηγορία· ενώ το πιο αναπτυγμένο συγκεκριμένο κρατά την ίδια κατηγορία σαν υποταγμένη σε αυτό σχέση. Το χρήμα μπορεί να υπάρχει και έχει υπάρξει ιστορικά πριν υπάρξει το κεφάλαιο, πριν υπάρξουν οι τράπεζες, πριν υπάρξει η μισθωτή εργασία κλπ. Από αυτήν την άποψη, μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι η πιο απλή κατηγορία μπορεί να εκφράζει κυρίαρχες σχέσεις ενός μη αναπτυγμένου όλου ή υποταγμένες σχέσεις ενός πιο αναπτυγμένου όλου, σχέσεις που υπήρχαν ήδη ιστορικά πριν αναπτυχθεί το όλο ως προς την πλευρά που εκφράζεται με μία πιο συγκεκριμένη κατηγορία. Σε αυτόν το βαθμό, η πορεία της αφηρημένης σκέψης, η οποία ανέρχεται από το πιο απλό στο πιο σύνθετο, αντιστοιχεί στην πραγματική ιστορική διαδικασία.

Από την άλλη μεριά, μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχουν πολύ αναπτυγμένες, αλλά ιστορικά λιγότερο ώριμες μορφές κοινωνίας στις οποίες υπάρχουν οι ανώτερες μορφές της οικονομίας, π.χ., η συνεργασία, ο αναπτυγμένος καταμερισμός της εργασίας κλπ., χωρίς να υπάρχει καν χρήμα, π.χ., στο Περού. Και στις σλαβικές κοινότητες, τόσο το χρήμα όσο και η ανταλλαγή που το καθορίζει είτε δεν εμφανίστηκαν καθόλου είτε εμφανίστηκαν ελάχιστα στο εσωτερικό των ξεχωριστών κοινοτήτων. Αντίθετα, εμφανίστηκαν στα σύνορα τους, στην ανταλλαγή μεταξύ τους. Έτσι, είναι γενικά λάθος να θεωρείται η ανταλλαγή εντός της κοινότητας σαν το αρχικό συστατικό της στοιχείο. Αντίθετα, η ανταλλαγή εμφανίστηκε αρχικά στις σχέσεις μεταξύ των διάφορων κοινοτήτων και όχι στις σχέσεις μεταξύ των μελών μίας και της αυτής κοινότητας. Παραπέρα: Παρόλο που το χρήμα παίζει παντού ένα ρόλο από πολύ νωρίς, ωστόσο στην αρχαιότητα κυρίαρχο στοιχείο έγινε μόνο σε συγκεκριμένα μονόπλευρα αναπτυγμένα έθνη, στα εμπορικά έθνη. Ακόμα και στους πιο πολιτισμένους λαούς της αρχαιότητας, στους Έλληνες και τους Ρωμαίους, η πλήρης ανάπτυξη του, η οποία προϋποτίθεται στη σύγχρονη αστική κοινωνία, εμφανίζεται μόνο στην περίοδο της αποσύνθεσής τους. Κατά συνέπεια, αυτή η τελείως απλή κατηγορία δεν εμφανίζεται ιστορικά σε όλη της την ένταση, παρά μόνο στις πιο αναπτυγμένες βαθμίδες της κοινωνίας. Σε καμία περίπτωση δε διαπερνά όλες τις οικονομικές σχέσεις. Π.χ., ακόμα και στο απόγειο της ανάπτυξης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τη βάση της την αποτελούσαν ο φόρος και η παροχή σε είδος. Το χρηματικό σύστημα είχε αναπτυχθεί εκεί πραγματικά μόνο στο στρατό. Ποτέ δεν αγκάλιασε το σύνολο της εργασίας. Έτσι, παρόλο που η πιο απλή κατηγορία μπορεί να υπήρξε ιστορικά πριν την πιο συγκεκριμένη, μπορεί στην πιο πλήρη εντατική και εκτατική της ανάπτυξη να ανήκει ακριβώς σε μια πιο σύνθετη μορφή κοινωνίας, ενώ η πιο συγκεκριμένη κατηγορία μπορεί να έχει αναπτυχθεί σε μια λιγότερο αναπτυγμένη μορφή κοινωνίας.

Η εργασία φαίνεται να είναι μια εντελώς απλή κατηγορία. Ακόμα και η αντίληψη της σε αυτήν τη γενική μορφή -ως εργασία γενικά- είναι πανάρχαια. Ωστόσο, στην οικονομική της αντίληψη σε αυτήν την απλότητα, η «εργασία» είναι μία εξίσου σύγχρονη κατηγορία, όπως και οι σχέσεις που παράγουν αυτήν την απλή αφαίρεση. Το μονεταριστικό σύστημα, π.χ., αντιλαμβάνεται ακόμα τον πλούτο εντελώς αντικειμενικά, σαν πράγμα έξω από τον εαυτό του, σα χρήμα. Σε σύγκριση με αυτήν την οπτική, αποτέλεσε μεγάλο βήμα προόδου το γεγονός ότι το σύστημα της μανιφακτούρας ή το εμπορικό σύστημα μετατοπίζει την πηγή του πλούτου από το αντικείμενο στην υποκειμενική δραστηριότητα -την εμπορική και μεταποιητική εργασία, αν και συνεχίζει να αντιλαμβάνεται περιορισμένα αυτήν τη δραστηριότητα απλώς σα δραστηριότητα με σκοπό την απόκτηση χρήματος. Σε σύγκριση με αυτήν την οπτική, τώρα, αποτέλεσε μεγάλο βήμα προόδου το γεγονός ότι το φυσιοκρατικό σύστημα καθόρισε μια καθορισμένη μορφή της εργασίας -τη γεωργική εργασία- ως πηγή του πλούτου και αντιλήφθηκε το ίδιο το αντικείμενο όχι πια μέσα στο χρηματικό του περίβλημα, αλλά ως προϊόν γενικά, ως γενικό αποτέλεσμα της εργασίας. Αυτό το προϊόν το αντιλαμβάνεται ακόμα, λόγω της στενότητας της δραστηριότητας, ως φυσικά καθορισμένο προϊόν -ως γεωργικό προϊόν, ως par excellence (κατεξοχήν) προϊόν της γης.

Η απόρριψη από τον Adam Smith κάθε συγκεκριμένου προσδιορισμού της δραστηριότητας που παράγει πλούτο αποτέλεσε τεράστια πρόοδο -εργασία γενικά, ούτε μεταποιητική, ούτε εμπορική, ούτε γεωργική εργασία, αλλά εξίσου η μία όσο και η άλλη. Η αφηρημένη γενικότητα της δραστηριότητας εκείνης που παράγει πλούτο συνοδεύεται από τη γενικότητα του αντικειμένου που καθορίζεται ως πλούτος, προϊόν γενικά ή πάλι εργασία γενικά, αλλά ως περασμένη, αντικειμενοποιημένη εργασία. Πόσο δύσκολη και σημαντική ήταν αυτή η μετάβαση το δείχνουν τα περιστασιακά πισωγυρίσματα του ίδιου του Adam Smith προς το φυσιοκρατικό σύστημα. Τώρα θα μπορούσε να φανεί ότι με αυτόν τον τρόπο βρέθηκε η αφηρημένη έκφραση για την πιο απλή και την πιο παλιά σχέση στην οποία εισέρχονται οι άνθρωποι -ανεξάρτητα από τη μορφή της κοινωνίας- ως παραγωγοί. Από μια άποψη αυτό είναι σωστό. Από μια άλλη, όμως, όχι. Η αδιαφορία απέναντι σε ένα συγκεκριμένο είδος εργασίας προϋποθέτει μια πολύ αναπτυγμένη ολότητα πραγματικών ειδών εργασίας, χωρίς την κυριαρχία κανενός από αυτά πάνω στα άλλα. Έτσι, οι πιο γενικές αφαιρέσεις δημιουργούνται πάντα μόνο με την πιο πλούσια ανάπτυξη του συγκεκριμένου, όταν μία ιδιότητα εμφανίζεται κοινή σε πολλά, κοινή σε όλα. Τότε παύει να γίνεται αντιληπτό σε μία αποκλειστική μορφή. Από την άλλη μεριά, αυτή η αφαίρεση της εργασίας ως εργασίας γενικά δεν είναι μόνο το πνευματικό αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ολότητας εργασιών. Η αδιαφορία έναντι της ιδιαίτερης εργασίας αντιστοιχεί σε μία κοινωνική μορφή όπου τα άτομα μπορούν με ευκολία να περνούν από τη μία εργασία στην άλλη και όπου το ιδιαίτερο είδος της εργασίας τους είναι τυχαίο και επομένως αδιάφορο. Η εργασία εδώ μετατρέπεται όχι μόνο σαν κατηγορία, αλλά και στην πραγματικότητα σε μέσο για τη δημιουργία του πλούτου γενικά. Και παύει, σαν ορισμός, να συνδέεται σαν ιδιαίτερη μορφή με ιδιαίτερα άτομα. Μια τέτοια κατάσταση υπάρχει στην πιο αναπτυγμένη της μορφή στην πιο σύγχρονη μορφή ύπαρξης της αστικής κοινωνίας -στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδώ, λοιπόν, η αφαίρεση της κατηγορίας «εργασία» γίνεται «εργασία γενικά», εργασία sans phrase [σ.τ.μ. χωρίς εξαιρέσεις και διαφοροποιήσεις], η αφετηρία της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας μόλις τώρα γίνεται και στην πράξη αληθινή. Κατά συνέπεια, η πιο απλή αφαίρεση την οποία η σύγχρονη πολιτική οικονομία ιεραρχεί στην πρώτη γραμμή και η οποία εκφράζει μια πανάρχαια και για όλες τις κοινωνικές μορφές ισχύουσα σχέση, εμφανίζεται τώρα σε αυτήν την αφαίρεση πρακτικά αληθινή μόνο ως κατηγορία της πιο σύγχρονης κοινωνίας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό που εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες ως ιστορικό προϊόν -η αδιαφορία, δηλαδή, έναντι της ιδιαίτερης εργασίας- εμφανίζεται, π.χ., στους Ρώσους ως αυτοφυής προδιάθεση. Ωστόσο, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε βαρβάρους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάθε είδους εργασία και σε πολιτισμένους που προσαρμόζονται μόνοι τους σε κάθε είδους εργασία. Επίσης, σε αυτήν την αδιαφορία των Ρώσων έναντι κάθε ιδιαίτερης εργασίας αντιστοιχεί πρακτικά η παραδοσιακή προσκόλληση τους σε μια εντελώς ιδιαίτερη εργασία, από την οποία μπορεί να τους αποσπάσει μόνο κάποια εξωτερική επίδραση.

Αυτό το παράδειγμα της εργασίας δείχνει καθαρά ότι ακόμα και οι πιο αφηρημένες κατηγορίες, παρά το γεγονός ότι -ακριβώς λόγω του αφηρημένου χαρακτήρα τους- ισχύουν για όλες τις εποχές, αποτελούν ωστόσο και οι ίδιες, στον καθορισμένο χαρακτήρα της αφαίρεσης, προϊόν ιστορικών συνθηκών διατηρώντας την πλήρη τους ισχύ μόνο μέσα στο πλαίσιο αυτών των συνθηκών.

Η αστική κοινωνία αποτελεί την πιο αναπτυγμένη και σύνθετη ιστορική οργάνωση της παραγωγής. Κατά συνέπεια, οι κατηγορίες οι οποίες εκφράζουν τις σχέσεις αυτής της κοινωνίας και η κατανόηση της διάρθρωσης της καθιστούν ταυτόχρονα δυνατή και την κατανόηση τόσο της διάρθρωσης όσο και των σχέσεων παραγωγής όλων των προηγούμενων κοινωνικών μορφών, από τα συντρίμμια και τα στοιχεία των οποίων οικοδομήθηκε η αστική κοινωνία που σε κάποιο βαθμό ακόμα κουβαλάει μέσα της κάποια αξεπέραστα υπολείμματα αυτών των κοινωνικών μορφών. Οι απλές νύξεις, οι οποίες απλά διαφαίνονταν στις παλαιότερες κοινωνίες, έχουν αναπτυχθεί στην αστική κοινωνία σε όλη τους την έκταση και τη σημασία κλπ. Η ανατομία του ανθρώπου είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου. Οι ενδείξεις της ύπαρξης στοιχείων ανώτερης ζωής στα κατώτερα ζωικά είδη μπορούν να γίνουν αντιληπτές μόνο όταν αυτά τα ανώτερα ζωικά είδη ήδη έχουν κάνει την εμφάνιση τους. Η αστική οικονομία μάς δίνει, λοιπόν, το κλειδί για την κατανόηση της αρχαίας οικονομίας. Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση με την έννοια των οικονομολόγων οι οποίοι εξαφανίζουν όλες τις ιστορικές διαφορές και σε όλες τις κοινωνικές μορφές βλέπουν την αστική κοινωνία. Μπορούμε να κατανοήσουμε το φόρο υποτέλειας, τη δεκάτη κλπ., αν έχουμε κατανοήσει τη γαιοπρόσοδο. Ωστόσο, δεν πρέπει όλα αυτά να τα ταυτίζουμε.

Επιπλέον, επειδή και η ίδια η αστική κοινωνία αποτελεί απλώς μια αντιθετική μορφή της εξέλιξης, γι’ αυτό οι σχέσεις προηγούμενων κοινωνικών μορφών βρίσκονται συχνά μέσα στην αστική κοινωνία, αλλά μόνο σε εντελώς εκφυλισμένη μορφή ή ακόμα και σαν παρωδία. Για παράδειγμα, η κοινοτική ιδιοκτησία. Επομένως, αν και είναι αλήθεια ότι οι κατηγορίες της αστικής οικονομίας διαθέτουν ένα μερίδιο αλήθειας για όλες τις κοινωνικές μορφές, αυτό θα πρέπει να κατανοείται μόνο cum grano salis (όχι κατά γράμμα, αλλά με συγκεκριμένη έννοια). Μπορεί να περιέχουν αυτές τις μορφές αναπτυγμένες, εκφυλισμένες, παραποιημένες κλπ., σε κάθε περίπτωση όμως διαφοροποιημένες. Και γενικότερα η αποκαλούμενη ιστορική εξέλιξη στηρίζεται στο γεγονός ότι η τελευταία μορφή προσεγγίζει τις προηγούμενες σα βαθμίδες που οδηγούν σε αυτήν. Και επειδή σπάνια και μόνο κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες είναι ικανή να ασκήσει κριτική στον εαυτό της -φυσικά εδώ δεν αναφερόμαστε σ’ εκείνες τις ιστορικές περιόδους που κατανοούν τον εαυτό τους σαν εποχή παρακμής- αυτές τις προηγούμενες βαθμίδες τις κατανοεί πάντα μονόπλευρα. Η χριστιανική θρησκεία ήταν σε θέση να συμβάλει στην αντικειμενική κατανόηση των προηγούμενων μυθολογιών μόνο όταν η δική της αυτοκριτική ήταν σε ένα ορισμένο βαθμό, ας πούμε, δυνάμει [σ.τ.μ. στο πρωτότυπο γερμανικό κείμενο παρατίθεται η ελληνική λέξη] έτοιμη. Με τον ίδιο τρόπο, η αστική πολιτική οικονομία έφτασε στην κατανόηση της φεουδαρχικής, της αρχαίας και της ασιατικής κοινωνίας, μόνο όταν άρχισε την αυτοκριτική της αστικής κοινωνίας. Στο βαθμό που η αστική οικονομία δεν ταύτιζε μυθολογικά τον εαυτό της με τις περασμένες κοινωνίες, η κριτική που ασκούσε στην παλιά, δηλαδή τη φεουδαρχική κοινωνία εναντίον της οποίας έπρεπε άμεσα ακόμα να παλεύει, έμοιαζε με την κριτική που ασκούσε ο χριστιανισμός στην ειδωλολατρία ή ακόμα και με την κριτική που ασκούσε ο προτεσταντισμός στον καθολικισμό.

Όπως και γενικά σε κάθε ιστορική, κοινωνική επιστήμη, έτσι και στην πορεία διαμόρφωσης των οικονομικών κατηγοριών πρέπει πάντα να έχουμε στο νου μας ότι, όπως στην πραγματικότητα, έτσι και στη σκέψη το υποκείμενο, εδώ η σύγχρονη αστική κοινωνία, είναι δεδομένο και επομένως οι κατηγορίες εκφράζουν μορφές ύπαρξης, προσδιορισμούς ύπαρξης, πολλές φορές μάλιστα μεμονωμένων μόνο πλευρών αυτής της συγκεκριμένης κοινωνίας, αυτού του υποκειμένου. Κατά συνέπεια, η κοινωνία αυτή σε καμία περίπτωση δεν ξεκινά μόνο από τη στιγμή που γίνεται λόγος γι’ αυτήν σαν τέτοια. Το ίδιο ισχύει και για την επιστήμη. Αυτό πρέπει να το κρατήσουμε γιατί είναι καθοριστικό κριτήριο για τη διάταξη του υλικού μας. Π.χ., τίποτα δε φαίνεται πιο φυσικό από το να ξεκινήσουμε με τη γαιοπρόσοδο και τη γαιοκτησία, αφού συνδέονται με τη γη, την πηγή κάθε παραγωγής και κάθε ύπαρξης, και με την πρώτη μορφή παραγωγής όλων των σχετικά συγκροτημένων κοινωνιών, τη γεωργία. Αλλά τίποτα δε θα ήταν πιο εσφαλμένο. Σε όλες τις κοινωνικές μορφές υπάρχει μια καθορισμένη παραγωγή που καθορίζει όλες τις υπόλοιπες και επομένως οι σχέσεις της καθορίζουν τη διάταξη και την επιρροή όλων των υπολοίπων. Είναι το γενικό φως στο οποίο βαφτίζονται όλα τα χρώματα, τροποποιώντας έτσι τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο κάθε χρώμα εμφανίζεται. Είναι ένας ιδιαίτερος αιθέρας που καθορίζει το ειδικό βάρος όλων των υπάρξεων που προβάλλονται μέσα σε αυτόν. Π.χ., στους ποιμενικούς λαούς. (Οι λαοί των απλών κυνηγών και ψαράδων βρίσκονται πέρα από το σημείο που αρχίζει η πραγματική ανάπτυξη.) Σε αυτούς τους λαούς εμφανίζεται μια ορισμένη μορφή γεωργίας, αν και σποραδικά. Η γαιοκτησία καθορίζεται μέσω αυτής. Είναι κοινή και διατηρεί λιγότερο ή περισσότερο αυτήν τη μορφή, στο βαθμό που αυτοί οι λαοί τηρούσαν λιγότερο ή περισσότερο τις παραδόσεις τους, π.χ., η κοινοτική ιδιοκτησία στους Σλάβους. Σε λαούς με εδραιωμένη γεωργία -και αυτή η εδραίωση αποτελεί από μόνη της μεγάλο βήμα προόδου- όπου αυτή κυριαρχεί όπως στους αρχαίους και στη φεουδαρχία, εκεί ακόμα και η ίδια η βιομηχανία, αλλά και η οργάνωση της και οι μορφές ιδιοκτησίας που αντιστοιχούν σε αυτήν, αποκτούν περισσότερο ή λιγότερο γαιοκτητικό χαρακτήρα. Αυτό μπορεί να ισχύει είτε με την έννοια ότι είναι εντελώς εξαρτημένη από τη γεωργία, όπως στους αρχαίους Ρωμαίους, είτε με την έννοια ότι η οργάνωση και οι σχέσεις της πόλης μιμούνται την οργάνωση του χωριού. Ακόμα και το κεφάλαιο στο Μεσαίωνα -στο βαθμό που δεν ήταν καθαρό χρηματικό κεφάλαιο- έχει αυτόν το γαιοκτητικό χαρακτήρα σαν παραδοσιακό χειροτεχνικό εργοστάσιο κλπ. Στην αστική κοινωνία ισχύει το αντίστροφο. Η γεωργία μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε έναν απλό βιομηχανικό κλάδο και κυριαρχείται ολοκληρωτικά από το κεφάλαιο. Το ίδιο ισχύει και για τη γαιοπρόσοδο. Σε όλες τις μορφές όπου κυριαρχεί η γαιοπρόσοδος, η φυσική σχέση είναι ακόμα κυρίαρχη. Σ’ εκείνες τις μορφές όπου κυριαρχεί το κεφάλαιο, κυριαρχεί το κοινωνικό, το ιστορικά διαμορφωμένο στοιχείο. Η γαιοπρόσοδος δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο, όμως, μπορεί οπωσδήποτε να κατανοηθεί χωρίς τη γαιοπρόσοδο. Το κεφάλαιο είναι εκείνη η οικονομική δύναμη της αστικής κοινωνίας η οποία κυριαρχεί πάνω σε όλα. Πρέπει να αποτελεί τόσο την αφετηρία όσο και το τέλος. Γι’ αυτό πρέπει να αναλυθεί πριν τη γαιοπρόσοδο. Αφού εξεταστεί το κάθε ένα από τα δύο ξεχωριστά, πρέπει να ακολουθήσει η μελέτη της αμοιβαίας σχέσης τους.

Κατά συνέπεια, θα ήταν ακατόρθωτο και λανθασμένο να ακολουθήσουμε στην ανάλυση μας τις οικονομικές κατηγορίες με τη σειρά που υπήρξαν καθοριστικές ιστορικά. Αντίθετα, η διαδοχή της ανάλυσης τους καθορίζεται από τη σχέση που έχουν η μία με την άλλη στη σύγχρονη αστική κοινωνία, η οποία είναι ακριβώς η αντίστροφη από εκείνη που εμφανίζεται σαν η φυσική τους σχέση ή από εκείνη που αντιστοιχεί στην ιστορική εξέλιξη. Δεν πρόκειται για τη θέση που παίρνουν ιστορικά οι οικονομικές σχέσεις στη διαδοχή των διάφορων κοινωνικών μορφών. Ακόμα λιγότερο πρόκειται για τη διαδοχή τους «στην ιδέα» (Proudhon) (μια θολή παράσταση της ιστορικής κίνησης). Πρόκειται για τη διάρθρωση τους μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.

Η καθαρότητα (ο αφηρημένος προσδιορισμός) με την οποία εμφανίστηκαν τα εμπορικά έθνη -Φοίνικες, Καρχηδόνιοι- στον αρχαίο κόσμο οφείλεται ακριβώς στην υπεροχή των γεωργικών λαών. Το κεφάλαιο, ως εμπορικό και χρηματικό κεφάλαιο, εμφανίζεται σε αυτήν την αφαίρεση ακριβώς εκεί όπου το κεφάλαιο δεν είναι ακόμα το κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνίας. Οι Λομβαρδοί και οι Εβραίοι έχουν την ίδια θέση απέναντι στις γεωργικές μεσαιωνικές κοινωνίες.

Άλλο ένα παράδειγμα της διαφορετικής θέσης που έχουν οι ίδιες κατηγορίες σε διαφορετικές βαθμίδες ανάπτυξης της κοινωνίας είναι: Οι joint-stock-companies (μετοχικές εταιρίες), μία από τις πιο πρόσφατες μορφές της αστικής κοινωνίας. Όμως αυτές εμφανίζονται και στα πρώτα βήματα της αστικής κοινωνίας με τη μορφή των μεγάλων προνομιούχων εμπορικών εταιριών με μονοπωλιακό χαρακτήρα.

Η ίδια η έννοια του εθνικού πλούτου υπεισέρχεται στους οικονομολόγους του 17ου αιώνα με της μορφή της αντίληψης -που σε κάποιο βαθμό διατηρείται και στους οικονομολόγους του 18ου αιώνα- ότι ο πλούτος παράγεται μόνο για το κράτος, του οποίου η δύναμη όμως εξαρτάται από αυτόν τον πλούτο. Πρόκειται για εκείνη την ασυνείδητα υποκριτική μορφή με την οποία ο ίδιος ο πλούτος ανακηρύσσει τον εαυτό του και την παραγωγή του σκοπό του σύγχρονου κράτους και τα κράτη αυτά προσεγγίζονται με τη σειρά τους μόνο σα μέσα της παραγωγής του πλούτου. Είναι φανερό ότι η διάταξη πρέπει να γίνει με την ακόλουθη σειρά:

  1. Οι γενικοί αφηρημένοι προσδιορισμοί, οι οποίοι ανήκουν λιγότερο ή περισσότερο σε όλες τις κοινωνικές μορφές, αλλά μόνο με την έννοια που αναφέραμε πιο πάνω.

  1. Οι κατηγορίες, οι οποίες αποτελούν την εσωτερική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας και πάνω στις οποίες στηρίζονται οι βασικές τάξεις: Κεφάλαιο, μισθωτή εργασία, γαιοκτησία. Η σχέση της μίας με την άλλη. Πόλη και χωριό. Οι τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις. Ανταλλαγή μεταξύ τους. Κυκλοφορία. Πιστωτικό σύστημα (ιδιωτικό).

  1. Συνόψιση της αστικής κοινωνίας στη μορφή του κράτους. Το κράτος εξεταζόμενο σε σχέση με τον εαυτό του. Οι «μη παραγωγικές» τάξεις. Φόροι. Δημόσιο χρέος. Δημόσια πίστη. Ο πληθυσμός. Οι αποικίες. Μετανάστευση.

  1. Διεθνείς σχέσεις παραγωγής. Διεθνής καταμερισμός της εργασίας. Διεθνής ανταλλαγή. Εξαγωγές-Εισαγωγές. Συναλλαγματική ισοτιμία.

  1. Η παγκόσμια αγορά και οι κρίσεις.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: