τελευταία νέα σε τίτλους

Με αφορμή ένα θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 3,861 other followers

Γράφει ο D.S

Με αφορμή το θόρυβο που έχει ξεσηκωθεί στο διαδίκτυο με ένα από τα θέματα της Κοινωνιολογίας στις πανελλαδικές, που αφορά τη γνωστή 11η θέση του Μαρξ στον Φόυερμπαχ που σύμφωνα με την ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Gutenberg λέει: “Οι φιλόσοφοι έχουν απλώς εξηγήσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αυτό που έχει σημασία είναι να τον αλλάξουμε” παραθέτω τις παρακάτω σκέψεις.

Όσοι έχουν διαβάσει την “Γερμανική Ιδεολογία” του Μαρξ στην οποία καταγράφεται και η 11η θέση, γνωρίζουν ότι το κείμενο ουσιαστικά συνιστά μια κριτική στους νεοχεγκελιανούς φιλόσοφους της εποχής του. Μια κριτική που σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε και για την κριτική των πιο σύγχρονων κρατικών και καπιταλιστικών κοινωνιών και κυρίως του ιδεολογικού φαινομένου.

Η αντίστοιχη θέση στο βιβλίο της Γ Λυκείου αντικαθίσταται από την πρόταση: Ο Μαρξ “Πίστευε ότι οι κοινωνικές επιστήμες θα πρέπει να στοχεύουν στην αλλαγή του κόσμου και όχι μόνο στη μελέτη του” ενώ στα θέματα των πανελλαδικών η ίδια θέση μεταφέρεται ως: “Σύμφωνα με τον Mαρξ οι κοινωνικές επιστήμες θα πρέπει να στοχεύουν στην αλλαγή του κόσμου και όχι μόνο στην εξήγησή του”. Και οι δύο αποδόσεις της 11ης θέσης στο βιβλίο και στις πανελλαδικές αντίστοιχα απέχουν πολύ από την πρωτότυπη. Και οι δυο όμως θα μπορούσαν να αποδώσουν τη στάση του Μαρξ απέναντι στην επιστήμη γενικά και τις κοινωνικές επιστήμες ειδικά, κάτι που μπορεί κάποιος να το συμπεράνει εύκολα από την κριτική του στον καπιταλισμό και φυσικά από τη ζωή του χωρίς να είναι γνώστης του συνολικού έργου του.

Το πρόβλημα επομένως δεν υπάρχει στη μεταφορά της θέσης του Μαρξ στο βιβλίο ή στις πανελλαδικές εξετάσεις. Το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την ουσία των πανελλαδικών εξετάσεων, στην ίδια τη διαδικασία ετοιμασίας των μαθητριών* μας προς αυτές. Οι πανελλαδικές εξετάσεις ουσιαστικά λειτουργούν πάνω σε δύο αστικούς μύθους ή ιδεολογήματα. Το ένα αφορά την ουσία του ίδιου του κοινωνικού μας συστήματος. Οι πανελλαδικές είναι ο θεσμός που περιφράζει με μια επίφαση αξιοπιστίας και αντικειμενικότητας την ποσότητα κατεκτημένης πληροφορίας που κατέχει η μαθήτρια* από την εκπαιδευτική διαδικασία – κρατική και ιδιωτική. Στην πραγματικότητα οι μαθήτριες έρχονται στην διαδικασία των πανελλαδικών με ένα εμπόρευμα που έχουν προμηθευτεί από τις κρατικές ή ιδιωτικές δομές εκπαίδευσης. Απλά δηλαδή ως κάτοχοι μιας αξίας χρήσης (γνώσης) – που έχει μια ανταλλακτική αξία. Οι πανελλαδικές είναι μια προσομοιωμένη “ελεύθερη” αγορά όπου η μαθήτρια* θα ανταλλάξει τη “γνώση” που κατέχει με μια θέση στο πανεπιστήμιο. Μόνο που αυτή η γνώση-εμπόρευμα που κατέχει, ουσιαστικά έχει προέλθει από μια διαδικασία αντικειμενοποίησης της, δηλαδή μετατροπής της μαθήτριας* σε πράγμα. Οι μαθήτριες* είναι το αντικείμενο μιας δωδεκάχρονης εκπαιδευτικής διαδικασίας στην οποία το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σπουδών, τις έχει μετατρέψει σε άμισθες πειθαρχημένες, υπάκουες, ασκήτριες εργάτριες* έτοιμες να θυσιάσουν ανά πάσα στιγμή τα διανοητικά και σωματικά τους μούσκουλα για μια θέση στην ιεραρχική κοινωνία. Να προσφέρουν δηλαδή τον εαυτό τους ως εμπόρευμα στα δίκτυα του κράτους και του κεφαλαίου.

Κι αυτή η δωδεκάχρονη εκπαιδευτική διαδικασία ντυμένη με όμορφες φιλολογικές κι ενίοτε και θεολογικές διακυρήξεις περί ανθρωπισμού και κριτικής, έχει σαν βάση της το δεύτερο μεγάλο μύθο της κοινωνίας μας. Ο μύθος που λέει ότι όλα μπορούν να σπάσουν σε μικρά ελάχιστα κομμάτια για να μετρηθούν αντικειμενικά ως ποσά εργασίας, γνώσης, δεξιοτήτων, ικανοτήτων, ψυχολογικών χαρακτηριστικών και λοιπά. Όλες οι θεωρίες του διοικητικού επιστημονισμού από τον Τέιλορ και τον Φορντ μέχρι τη Διοίκηση Ολικής Ποιότητας και τις θεωρίες των δικτύων, όλες οι επιστήμες του ανθρώπου (κοινωνιολογία, ψυχολογία, πολιτικές επιστήμες, παιδαγωγική κλπ) έρχονται να υποστηριχθούν από το εργαλειακό τεχνικό πνεύμα αυτής της μέτρησης που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιστημονική διαδικασία της αντικειμενοποίησης της ζωής.

(Ακριβώς οι ίδιες διαδικασίες χρησιμοποιούνται φυσικά και σε κάθε άλλο είδος ζωής. Μόνο που στην περίπτωση της μη-ανθρώπινης ζωής αυτή εντάσσεται στην ιεραρχική κοινωνία ως πρώτη ύλη και όχι ως εργασία, παρόλα αυτά μετατρέπεται σε εμπόρευμα μέσω της αντικειμενοποίησης της ανθρώπινης εργασίας. Στην πραγματικότητα δηλαδή ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης και μετατρέπονται σε εμπορεύματα στα πλαίσια των κοινωνιών μας)

Μέσω της επιστημονικής αντικειμενοποίησης κάθε υποκείμενο μπορεί να εκτιμηθεί κοινωνιοψυχολογικά για να τοποθετηθεί στην κατάλληλη για την ανάπτυξη της “αυθεντικότητας” του θέση, για την εκπλήρωση των ανάλογων καθηκόντων που κάποιος άλλος συνήθως επιστημονικός φορέας της κυρίαρχης μυθολογίας της μέτρησης (κοινωνιολόγος, ψυχολόγος, γιατρός, εκπαιδευτικός κ.α) έχει αποφασίσει. Οι πανελλαδικές είναι ακριβώς ο θεσμός όπου εμπόρευμα, εργασία και διοίκηση συναντιούνται για να επιβεβαιώσουν αυτοαναφορικά την καλή λειτουργία του συστήματος. Μετά το τέλος τους οι ρόλοι παίχτηκαν καλά από όλους, τα καθήκοντα εκτελέστηκαν, οι κατάλληλοι πάνε στις κατάλληλες θέσεις, η κυκλοφορία της εργασίας και του εμπορεύματος συνεχίζεται απρόσκοπτα, η ιεραρχική εμπορευματική κοινωνία θριάμβευσε. Αλληλούια!

Κι έτσι τα ιερατεία της πολιτικής, της οικονομίας και του θεάματος μπορούν να έρθουν να ανοίξουν έναν ανούσιο ιδεολογικό αγώνα στο επίπεδο των φαινομένων και όχι της κοινωνικής ζωής για το πλέον δίκαιο και αξιοπιστο σύστημα, ή θέμα, ή πρόταση που αφορούν την ακόμα αποτελεσματικότερη διαχείριση των ανθρώπινων πόρων από το θεσμό των πανελλαδικών. Κι εδώ, στο επίπεδο της ιδεολογίας αρχίζουν να φαίνονται οι αντιφάσεις των θέσεων των υποστηρικτών του συστήματος. Θέσεις που φυσικά δεν αμφισβητούν στην ουσία το σύστημα αλλά επιχειρούν να το βελτιώσουν. Οι δεξιοί φιλελεύθεροι θα κρίνουν την κοινωνιολογία ως αριστερή μη αντικειμενική επιστήμη, οι αριστεροί φιλελεύθεροι μπορούν αντίστοιχα να ταυτίσουν τα λατινικά με την δεξιά, οι φροντιστηριάρχες και οι ιδιαιτεράκηδες ανάλογα με την επιτυχία ή την αποτυχία των μαθητριών τους να στοχεύσουν στη μία ή στην άλλη πλευρά του συστήματος των πανελλαδικών, οι καθηγητές και καθηγήτριες επίσης, ενώ οι μαθήτριες* βουβές, οργισμένες, εξαντλημένες από το μαρτύριο της δωδεκάχρονης ιδρυματοποίησης τους να τρέχουν απεγνωσμένα σα βατράχια να βγουν από τη λίμνη μην τυχόν κάτσει πάνω τους κανένας από τους κώλους όλων των παραπάνω.

Δεκαετίες τώρα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο φυσικά ως φάρσα το ίδιο έργο. Όσες και όσοι όμως ακόμα θεωρούμε πως το σχολείο θα έπρεπε να είναι θεσμός δημιουργίας και σχόλης, πράγμα που σημαίνει ότι θα έπρεπε να θεσμίζεται ως ελεύθερος χωροχρόνος ελεύθερων ανθρώπων, δεν μπορούμε να μένουμε στη φαινομενικότητα αυτών των άγονων αντιπαραθέσεων για τη χρηστή διαχείριση ενός ταξικότατου συστήματος που αναπαράγει την ιεραρχική κοινωνία. Όσες συνειδητά αρνούμαστε να συνεχίσουμε να ταΐζουμε με τις ψυχές της νεολαίας την ιεραρχική εμπορευματική κοινωνία θα πρέπει επιτέλους να συλλογικοποιήσουμε την κριτική μας ως λόγο και ως πράξη με σκοπό τη ριζική αλλαγή της εκπαίδευσης των “από κάτω”. Και αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να μην συμπεριλαμβάνει ή ακόμα καλύτερα να ξεκινάει από τα ίδια τα υποκείμενα που πρώτιστα βλάπτει το εκπαιδευτικό σύστημα, τις ίδιες τις μαθήτριες* μας.

Παραδείγματα κριτικής υπάρχουν πολλά, παραδείγματα εφαρμογής ακόμα περισσότερα. Είναι προφανές πως αν θέλουμε ως παιδαγωγοί όντως να γίνουμε ο φόβος του εκάστοτε εξουσιομανή διαχειριστή της ιεραρχικής κοινωνίας για την υλοποίηση της 11ης θέσης του Μαρξ, αν δηλαδή θέλουμε να γίνουμε οι φορείς της αλλαγής της κοινωνίας που ερμηνεύουμε, τότε δεν μπορούμε παρά οι συζητήσεις μας να εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικότερης συζήτησης της άρνησης όλων των ιεραρχικών θεσμοποιήσεων της κοινωνίας.

Γιατί όπως επίσης έκρινε ο Μαρξ στην ΙΙΙ του θέση στον Φόυερμπαχ:

“Η υλιστική θεωρία, ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα των περιστάσεων και της παιδείας, και ότι επομένως οι αλλαγμένοι άνθρωποι είναι προϊόντα άλλων περιστάσεων και διαφορετικής παιδείας, ξεχνάει ότι οι άνθρωποι είναι ακριβώς εκείνοι που αλλάζουν τις περιστάσεις και ότι ο παιδαγωγός έχει κι αυτός την ανάγκη να παιδαγωγηθεί. Για αυτό τείνει αναπόφευκτα να διαιρέσει την κοινωνία σε δύο μέρη που το ένα τους βρίσκεται πάνω από την κοινωνία (λ.χ στον Ρόμπερτ Όουεν)

Η περίπτωση της αλλαγής των περιστάσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας ή αυτοαλλαγής μπορεί να εξεταστεί και να κατανοηθεί ορθολογικά μονάχα σαν επαναστατική πρακτική.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: