τελευταία άρθρα σε τίτλους

Σημειώσεις πάνω στην ανάδυση του καπιταλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 6,463 other followers

Γράφουν οι becoming minority 

Στο Αμάλφι, στην Πίζα, στη Γένοβα, στη Βενετία, δηλαδή στις μεγάλες εμπορικές πόλεις-κράτη της ανατολικής Μεσογείου του ενδέκατου αιώνα, αρχίζει και σπάει η σιωπή των προκαπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αρχίζει και μπαίνει σε ρυθμό η μηχανή που τιτιβίζει. Το θαλάσσιο εμπόριο ενοποιεί την Μεσόγειο, το αραβικό quirad και η ιταλική commenda πλάθουν μια πρώιμη μορφή μισθωτής εργασίας, σχηματίζουν μια νόθα αστική τάξη και μια νόθα προλεταριακή, η μανιφακτουρική κρατική δραστηριότητα της Βενετίας στα μέσα του δεκάτου τέταρτου αιώνα, σφραγίζει και αποκρυσταλλώνει την μισθωτή εργασία ̇ πέραν της περίπτωσης της ιταλικής χερσονήσου, αναπτύσσονται παράλληλα παρόμοιες οικονομικές σχέσεις σε ολόκληρη την μεσογειακή λεκάνη και ειδικότερα στην γεωγραφική περιοχή που συγκροτήθηκε το νεοελληνικό κράτος – ενώ αυτές οι δραστηριότητες δεν ματαιώνονται ούτε από την Οθωμανική κυριαρχία[1]. Σταδιακά, από το 1301 και μετά, η Οθωμανική Αυτοκρατορία επεκτείνεται προς την Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Η προσάρτηση της Μικράς Ασίας ολοκληρώνεται το 1337. Μέσω της διαδοχικής προσάρτησης των περιφερειακών της πόλεων εξασφαλίζεται η Ισταμπούλ το 1453. Από το 1330 τα Ιωάννινα και η Θεσσαλονίκη είναι πλέον ενσωματωμένες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η περιοχή της Αλβανίας προσαρτάται το 1457 και το Δουκάτο των Αθηνών από το 1459. Μετά την Κρήτη (1645) σειρά έχει η Πελοπόννησος που προσαρτάται οριστικά το 1715.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η κυρίαρχη τάξη υποστασιοποιείται στο Κράτος. Πεμπτουσία του Οθωμανικού Κράτους αποτελεί ο Αλλάχ, ο αιώνιος-Απόλυτος, υπερβατική ουσία που μπαίνοντας σε κίνηση, ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Σουλτάνου, φύλακα του Ιερού Νόμου, ανώτερου στρατιωτικού και πολιτικού ηγέτη. Η γη ανήκε στο Θεό και ο Σουλτάνος μπορούσε να την εκχωρήσει κατά το δοκούν. Οι Οθωμανικές κατακτήσεις στην βαλκανική χερσόνησο, μαζί με την περιοχή του σύγχρονου ελληνικού κράτους σχημάτιζαν μια διοικητική ενότητα, το Εγιαλέτι της Ρούμελης το οποίο υποδιαιρούταν σε σαντζάκια και αυτά σε καζάδες. Οι περιοχές της Θράκης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας πέρασαν στην κατοχή των Οθωμανών υπό τη μορφή περεταίρω χωρικών υποδιαιρέσεων είτε ως μούλκικα – πλήρους ιδιοκτησίας κάποιου αξιωματούχου της Αυτοκρατορίας, είτε ως βακούφια – παραχωρημένη σε θρησκευτικά ιδρύματα γη, είτε ως τιμάρια τα οποία χαρακτηρίζονταν από οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ενότητα[2]. Ο Ισλαμικός νόμος διέκρινε τους λαούς με βάση την θρησκεία σε κοινότητες θρησκευτικής ομοιογένειας (μουσουλμανική, ορθόδοξη, εβραϊκή, αρμένικη) οι οποίες συνυπήρχαν σε πόλεις ή χωριά και διατηρούσαν μεταξύ τους μια σχετική αυτοτέλεια. Σύμφωνα με τον Μαρξ στα Grundrisse θεμελιακό δομικό χαρακτηριστικό του ασιατικού τρόπου παραγωγής[3] αποτελούν οι κοινότητες, τόσο στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο όσο και στο οικονομικό ̇ αυτές διοικούνταν από ένα σώμα προεστών-πρόκριτων οι οποίοι συνέδεαν την εκάστοτε κοινότητα με την ανώτερη Οθωμανική διοίκηση συγκεντρώνοντας την δεκάτη, σε είδος, και επιπλέον για τις μη μουσουλμανικές κοινότητες τον κεφαλικό φόρο, σε χρήμα. Η περίπτωση των χριστιανικών κοινοτήτων διατηρούσε επιπλέον μια σχετική στρατιωτική αυτοτέλεια, τις ειδικές πολιτοφυλακές γνωστές και ως martolos – αρματολοί, που κάποιες φορές προσπαθούσαν να υφαρπάξουν την εξουσία από τα χέρια των προεστών. Η παρέμβαση των οθωμανικών αρχών τους ανάγκαζε όμως να εγκαταλείψουν την κοινότητα και καταφεύγοντας στα βουνά ζούσαν μέσω της λεηλασίας και του πλιάτσικου ως «κλέφτες» χωρίς αυτό να σημαίνει πως η επιστροφή στην κατάσταση του αρματολού ήταν αδύνατη αν όχι πολύ συχνό φαινόμενο.

Μετά το 1453, το Πατριαρχείο ενσωματωμένο πλέον στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτέλεσε τον εκπρόσωπο όλων των ορθόδοξων πληθυσμών με επίσημη γλώσσα την ελληνική. Μέχρι και τον 19αι η Οθωμανική Διοίκηση δεν αναγνώριζε τη νομική υπόσταση του Πατριαρχείου αλλά μόνο συγκεκριμένους κληρικούς στους οποίους απένεμε διοικητικές θέσεις – ήταν γενική τάση, ακόμα και πριν από την Άλωση, να τους εντάσσει στα γρανάζια της Οθωμανικής κρατικής μηχανής[4]. Ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα ο ασιατικός κοινωνικός σχηματισμός στα ανατολικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας περιέρχεται σε μια φάση κρίσης, αποσταθεροποίησης και διάλυσης, ενώ στα δυτικά και πιο συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή του σύγχρονου ελλαδικού χώρου και των Βαλκανίων, μετατοπίζεται το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας. Λόγω των θρησκευτικών-ηθικών περιορισμών στους οποίους υπόκεινταν ο μουσουλμανικός πληθυσμός, το εμπόριο αναπτύχθηκε κυρίως από τον ελληνόφωνο ορθόδοξο πληθυσμό υπό την εύνοια του Πατριαρχείου και των χριστιανών που κατείχαν ανώτερα Οθωμανικά αξιώματα, γνωστοί και ως Φαναριώτες. Η θέση των Φαναριωτών κατά τον 17ο αιώνα σταθεροποιείται καθώς εξασφαλίζουν τα αξιώματα των ηγεμόνων των παραδουνάβιων χωρών συγκροτώντας μια κλειστή κάστα με τις δυναστείες των Μαυροκορδάτων και των Υψηλάντηδων να κατέχουν ιθύνουσα θέση. Η σχετική τους αυτοτέλεια από το Οθωμανικό κράτος διακρίνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι είχαν την δικαιοδοσία διορισμού των τοπικών εξουσιαστών των τιμαρίων και πέρα από αυτό κατείχαν τον ρόλο του τραπεζίτη και του κύριου παίχτη στην ανάδυση κεφαλαιακών και διπλωματικών σχέσεων όσον αφορά το εξωτερικό εμπόριο. «Έλληνες και χριστιανοί στην καταγωγή, Οθωμανοί στην πολιτική ταυτότητα αλλά και από συμφέρον, οι Φαναριώτες ήταν «όσο Έλληνες είναι δυνατόν να είναι κανείς», όπως και έλεγε διακριτικά και διφορούμενα ένας από τους πιο διαπρεπείς εκπροσώπους τους (Ν. Μαυροκορδάτος). Γι’ αυτούς το να είναι Έλληνες σήμαινε κύρος, πλούτο και δόξα στην υπηρεσία του Σουλτάνου»[5]. Έχοντας αυτό υπ’ όψιν τους, οι ντόπιοι έμποροι, μη-χριστιανοί και μη-ελληνόφωνοι, λόγω της ελληνοφωνικής ηγεμονίας στον κλάδο του εμπορίου και του ενστίκτου επιβίωσής τους, μάθαιναν ελληνικά προσδίδοντας στο νεογνό ελληνόφωνο εμπορικό κεφάλαιο ιδιαίτερη δυναμική. Καθώς αναπτύσσονταν βιοτεχνίες, εμπορικές συντροφίες και μετοχικές εταιρίες, το εν λόγω κεφάλαιο παραγκώνιζε τους Γάλλους και ανταγωνιζόταν σοβαρά τους Άγγλους. Όπως υπογραμμίζει και ο Hobsbawm: «Με αυτή την έννοια, οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε κι αν ήταν η εθνική καταγωγή τους, είχαν εξελληνιστεί ακριβώς εξαιτίας της φύσης των δραστηριοτήτων τους. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, αυτός ο εξελληνισμός προχώρησε πιο ορμητικά απ’ ό,τι προηγουμένως, εν πολλοίς λόγω της σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης που επεξέτεινε επίσης την εμβέλεια αλλά και αύξησε τις επαφές της ελληνικής διασποράς. Το νέο και ανθηρό σιτεμπόριο της Μαύρης Θάλασσας έφερε τους Έλληνες στα ιταλικά, γαλλικά και βρετανικά επιχειρησιακά κέντρα και ενίσχυσε τους δεσμούς τους με τη Ρωσία. Η ανάπτυξη του βαλκανικού εμπορίου έφερε τους Έλληνες ή τους εξελληνισμένους εμπόρους στην Κεντρική Ευρώπη. Οι πρώτες εφημερίδες στην ελληνική γλώσσα τυπώθηκαν στη Βιέννη (1784- 1812)»[6]. Η γενικευμένη κρίση στα δυτικά της αυτοκρατορίας είναι και αυτή που δημιουργεί την δυνατότητα για την ανάδυση ενός κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού και λειτουργώντας ως υποδοχέας των φιλελεύθερων απαιτήσεων του Διαφωτισμού και της γαλλικής Επανάστασης συνδέεται με την ανάπτυξη του ελληνικού εθνικισμού και το αίτημα για εθνική ολοκλήρωση στο πλαίσιο της ελληνικής. Μεταξύ των μεγάλων αλλαγών που πραγματοποιούνται στον ασιατικό κοινωνικό σχηματισμό της Α. Μεσογείου είναι: η ιδιοποίηση των τιμαρίων από τους τιμαριώτες καθώς αυτά μετατρέπονται σε ιδιωτική ιδιοκτησία και αυτοί σε τσιφλικάδες ̇ από τα τέλη του 18ου αιώνα, η αγροτική παραγωγή στις αγροτικές κοινότητες της σύγχρονης νότιας Ελλάδας υπάγεται σταδιακά στον έλεγχο του εμπορικού κεφαλαίου ̇ η κυριαρχία καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις αρχές του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη του εμπορικού και εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά του Αιγαίου αλλά και η δημιουργία καπιταλιστικών κοινοτήτων στην ενδοχώρα με την ανάπτυξη της μανιφακτούρας[7]. Ένα μετέωρο βήμα στο κενό που βρήκε πάτημα, το «ελληνικό» «εθνικοαπελευθερωτικό» κίνημα υπήρξε η υλική-πολιτική συμπύκνωση της αποσάθρωσης του ασιατικού συστήματος, το ρυμουλκό που έσυρε τον νέο τρόπο παραγωγής αλλά και τη μέγγενη που το σταθεροποίησε ως κοινωνικό σύστημα στο πλαίσιο του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους όπως αποκρυσταλλώθηκε μέσα από το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, σημείο μη επιστροφής.


[1] Γ. Μηλιός, σεμινάριο 2ο: Θεωρία και Ιστορία του Καπιταλισμού 2018-2019, σελ. 2-26 «Οι οικονομικές δραστηριότητες της Βενετικής κυρίαρχης τάξης αποτελούσαν, μια ανολοκλήρωτη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης[…]Μέχρι τα τέλη του 14αι, η Βενετία έχει αναδειχθεί ως ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, εισάγοντας ουσιαστικά τον καπιταλισμό στην Ευρώπη και δημιουργώντας τους όρους για την διάδοσή του σε άλλες περιοχές».

[2] Ν. Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1976, σελ. 40,41.

[3] Στο πλαίσιο του οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού μιλάμε για κυριαρχία ασιατικού και όχι φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής (λάθος που κάνουν οι περισσότεροι έλληνες ιστορικοί) καθώς μεταξύ τους ενυπάρχει μια θεμελιώδης-πρωταρχική διαφορά στις σχέσεις κατοχής και κυριότητας (κυρίαρχων και κυριαρχούμενων) με τα μέσα παραγωγής. Στον ασιατικό τρόπο παραγωγής απουσιάζει πλήρως η ιδιωτική ιδιοκτησία (η γη ανοίκει στον θεό) και οι σχέσεις κατοχής οργανώνονται σε συλλογική βάση. Αντιθέτως στο φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής ο φεουδάρχης διατηρεί την κυριότητα των μέσων παραγωγής υφαρπάζοντας το παραγόμενο υπερπροϊόν ενώ ο κολίγος συγκεντρώνει τις σχέσεις κατοχής και χρήσης τους.

Γράφει ο Μαρξ στα Grundrisse: «Η γη είναι το μεγάλο εργαστήρι, ο ταρσανάς που προμηθεύει τόσο τα μέσα της εργασίας όσο και την έδρα, τη βάση της κοινότητας.[…] Η περιεκτική ενότητα στέκεται πάνω απ’ όλα τα μικρά κοινόβια και εμφανίζεται σαν ο ανώτερος ή ο μοναδικός ιδιοκτήτης […]. Το μεμονωμένο άτομο είναι πραγματικά χωρίς ιδιοκτησία ή όπου αυτή εμφανίζεται μπροστά του εμφανίζεται σα διαμεσολαβούμενη από τη παραχώρηση που γίνεται εκ μέρους της γενικής περιεκτικής ενότητας προς χάρη του μεμονωμένου ατόμου, και με τη διαμεσολάβηση της κάθε μιας επί μέρους κοινότητας. Το υπερπροϊόν ανήκει σε αυτή την υπέρτατη ενότητα. Μέσα στα σπλάχνα του ανατολικού δεσποτισμού με την απουσία της ιδιοκτησίας που φαίνεται να τον χαρακτηρίζει από νομική άποψη, βρίσκουμε κατά συνέπεια να υπάρχει πραγματικά, σα βάση, αυτή η ιδιοκτησία της φύλο-ομάδας ή της κοινότητας, που γίνεται απόλυτα αυτοσυντηρούμενη και περικλείνει μέσα της όλες τις συνθήκες της αναπαραγωγής και της πλεονασματικής παραγωγής. Ένα μέρος της υπερεργασίας της ανήκει στη συνολική οργάνωση του ανώτερου επιπέδου η οποία εν τέλει υπάρχει σαν πρόσωπο, και αυτή η υπερεργασία αξιοποιείται τόσο σαν παρακράτημα, όσο και σε έργα που εκτελούνται από κοινού για την δόξα της ενότητας, κατά ένα μέρος του πραγματικού δεσπότη, κατά ένα μέρος της φανταστικής φύλο-ομαδικής οντότητας, δηλαδή του Θεού. […] Η συλλογικές συνθήκες της πραγματικής οικειοποίησης δια της εργασίας, τα αρδευτικά κανάλια τα μέσα επικοινωνίας κ.λπ. εμφανίζεται λοιπόν σαν το έργο της ανώτερης ενότητας – της δεσποτικής κυβέρνησης που αιωρείται πάνω από τις μικρές κοινότητες» βλ. Μαρξ, Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτική της πολιτικής οικονομίας 1857-1858, τ.2, μτφ. Δ. Δίβαρης, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990, σελ. 358, 359, 360.

[4] Π. Κονορτάς, Ορθόδοξοι Ιεράρχες στην Υπηρεσία της Υψηλής Πύλης, στο Ρωμιοί στην υπηρεσία της Υψηλής Πύλης, εκδ. Εταιρία μελέτης της καθ’ ημάς ανατολής, Αθήνα 2002, σελ. 111, 112, 114.

[5] Μ. Μαζάουερ, Τα Βαλκάνια, μτφ. Κ.Ν. Κουρεμένος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2001, σελ.117.
«Από (δια)φθορά ήξεραν πράγματι οι Φαναριώτες. Η άνοδός τους συνέπεσε με την αύξηση των οικονομικών και ηθικών προβλημάτων μέσα στο Πατριαρχείο. […] Η Εκκλησία ξέπεσε εντελώς, μιας και τα ανώτερα αξιώματά της αγοράζονταν και πουλιόνταν με υπέρογκες δωροδοκίες στους Οθωμανούς αξιωματούχους. Τα χρήματα, τα οποία οι υποψήφιοι για τα αξιώματα συχνά δανείζονταν από πλούσιους Φαναριώτες, μπορούσαν να επιστραφούν μόνο με την φορολόγηση των χριστιανών χωρικών από την Εκκλησία. […] Σύμφωνα με έναν Βρετανό ταξιδιώτη «ένα ρητό πολύ διαδεδομένο στους Έλληνες χωρικούς» ήταν ότι «η χώρα υποφέρει κάτω από τρείς κατάρες: τους παππάδες, τους κοτζαμπάσηδες (προεστοί) και τους Τούρκους, και βάζουν πάντα τα κακά αυτά με τούτη τη σειρά […]». σελ. 117, 118. Όπως λέει και ο υπηρέτης του Βύρωνα: «η εκκλησία μας είναι άγια μα οι παππάδες μας είναι κλέφτες», σελ 101.

[6] E.J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων, 1789 – 1848, μτφ Μ. Οικονομοπούλου κ’ Α. Κασδάγλη, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2015, σελ. 117, 118.

[7] Γ. Μηλιός, Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδ. Κριτική, Αθήνα2000, σελ. 260 – 272, γράφει ο Hobsbawm: «[…]στους κόλπους αυτής της κοσμοπολίτικης διασποράς ρίζωσαν οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης: ο φιλελευθερισμός, ο εθνικισμός και οι μέθοδοι πολιτικής οργάνωσης από τις μασονικές μυστικές εταιρείες. Ο Ρήγας (1760-98), ο ηγέτης ενός πρώιμου, άδηλου και ίσως παμβαλκανικού επαναστατικού κινήματος, μιλούσε γαλλικά και προσάρμοσε τη Μασσαλιώτιδα στα ελληνικά δεδομένα. Η Φιλική Εταιρεία, η μυστική πατριωτική εταιρεία που ήταν κυρίως υπεύθυνη για την επανάσταση του 1821, ιδρύθηκε στο νέο μεγάλο ρωσικό λιμάνιτης Οδησσού το 1814», από E.J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων, ο.π., σελ. 118,119.


(PDF)

Σημειώσεις πάνω στην ανάδυση του καπιταλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο

1 Comment on Σημειώσεις πάνω στην ανάδυση του καπιταλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: