τελευταία νέα σε τίτλους

Σπαρτιάτες και Εβραίοι: Αβρααμικά ξαδέλφια;

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 5,706 other followers

Εβραϊκός τάφος στο Μυστρά. Ταφόπλακα του Αβραάμ Τωβίλ, ο οποίος έζησε μαζί με την οικογένειά του στο λεγόμενο «Εβραιομαχαλά» του Μυστρά.

Την μετάφραση του κειμένου επιμελήθηκε η σ. Β.Κ.

του

JAN N. BREMMER*

Σε μία μελέτη για τον Αβραάμ και τα έθνη, δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο για την σχέση μεταξύ Σπαρτιατών και Εβραίων και είναι δύσκολο να φανταστούμε πιο παράταιρους συγγενείς των Εβραίων από τους Σπαρτιάτες. Οι δεσμοί μεταξύ των δύο λαών, αυθεντικοί ή μη, αναλύονται συχνά1 και η δική μου συνεισφορά θα εστιάσει και πάλι πάνω τους, περιοριζόμενη, όμως, στη συζήτηση γύρω από την πιο πρόσφατη βιβλιογραφία, πιο συγκεκριμένα γύρω από τις μελέτες των MomiglianoEric Gruen και Christropher Jones2. Δεν έχουν προκύψει νέα αρχεία από τη διαμάχη σχετικά με την σχέση που ξεκίνησε τον 18ο αιώνα3, αλλά μία φρέσκια ματιά μπορεί να προσφέρει νέες προοπτικές, όπως ευελπιστώ να αναδείξω.

Η πλέον πρώιμη, αν και έμμεση, πηγή για μία Εβραιο-σπαρτιατική σχέση μπορεί να εντοπιστεί στην πραγματεία του Εκαταίου του Αβδηρίτη «Αιγυπτιακά». Αυτό είναι επίσης το παλαιότερο σωζόμενο έργο για τους Εβραίους στην ελληνική γραμματεία, ακόμα κι αν γνώση γι αυτούς μπορούσε να εντοπιστεί και στους Περιπατητικούς κύκλους4. Πιθανόν ο Εκαταίος να έγραψε την πραγματεία του για την Αίγυπτο γύρω στο 315 πΧ5. Προφανώς και υπήρχαν Εβραίοι στην Αίγυπτο για πολλούς αιώνες, αλλά μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου από τον Μεγάλο Αλέξανδρο και η παγίωση της ισχύος του από τον Πτολεμαίο Α’ παρατηρήθηκε μία μεγάλη εισροή Εβραίων μεταναστών, στρατιωτική και όχι μόνο. Ο Εκαταίος, ο οποίος μετέβη στην Αίγυπτο μετά από προτροπή του Πτολεμαίου, πρέπει να συνάντησε κάποιους από αυτούς τους Εβραίους στην Αλεξάνδρεια. Θα πρέπει να ξεχώριζαν μέσα στην αιγυπτιακή κοινωνία ως άνθρωποι που ήταν ξεκάθαρα μη-Αιγύπτιοι και μη-Έλληνες. Ο Shaye Cohen έχει εγείρει την ερώτηση: «Πώς καταλαβαίνεις έναν αρχαίο Εβραίο από την όψη του;» Η απάντηση σίγουρα θα ποικίλει από τη γεωγραφία, όμως είναι ξεκάθαρο από πάπυρους ότι οι Εβραίοι στην Αίγυπτο συχνά περιγραφόταν ως «μελί»6, πράγμα το οποίο δεν προκαλεί έκπληξη αφού οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι δεν είχαν ασυνήθιστα σκουρόχρωμη όψη7.

Παρόλα αυτά, ο Εκαταίος δεν ξεχώρισε φυσικά χαρακτηριστικά ούτε περιέγραψε τι είδε στην Αίγυπτο, αλλά επικεντρώθηκε περισσότερο στην κατάσταση στην Παλαιστίνη. Στη συζήτηση του, η οποία έφτασε στα χέρια μας χάρη σε ένα απόσπασμα του Διόδωρου Σικελιώτη (40.3)8, περιγράφει πώς οι Εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Αίγυπτο, αλλά επανοργανώθηκαν στην Παλαιστίνη κάτω από τις εντολές του Μωυσή, στη σοφία και το κουράγιο του οποίου αποδίδει την τρέχουσα κατάσταση της χώρας και της νομοθεσίας. Για τον σκοπό μας, ακολουθεί η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση.

Ο νομοθέτης (Μωυσής) άφησε πολλούς κανόνες σχετικά με την στρατιωτική εκπαίδευση, την εξάσκηση του θάρρους των νέων, την αντοχή και, εν συντομία, την ανοχή κάθε είδους κακουχίας. Επιπλέον ηγήθηκε επιδρομών ενάντια σε γειτονικές φυλές και χώρισε τις μεγάλες εκτάσεις γης που είχε κερδίσει σε οικόπεδα. Έδωσε πολλά ισομερή σε συνηθισμένους ανθρώπους, αλλά μεγαλύτερα στους ιερείς, ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν μεγαλύτερα εισοδήματα και, κατά συνέπεια, να εκτελούν την υπηρεσία του Θεού χωρίς διακοπές και περισπασμούς. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι απαγορευόταν να πουλήσουν τα οικόπεδα τους σε περίπτωση που κάποιος οδηγούταν από την απληστία στην αγορά πολλών, καταπίεζε τους φτωχούς και προκαλούσε μείωση του πληθυσμού (Διοδ. Σικ. 40.30.6-7, μτφ. JonesLoeb, ελαφρώς προσαρμοσμένο)

Τα διάφορα χαρακτηριστικά προσομοιάζουν έντονα στην κατάσταση στη Σπάρτη, ακόμα και αν δεν αναφέρεται το όνομα. Η ομοιότητα δεν μπορεί να είναι τυχαία και έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές9, όμως ο λόγος αυτής της σύγκρισης έχει μελετηθεί ανεπαρκώς μέχρι σήμερα. Η πηγή του Εκαταίου για τους Εβραίους πρέπει να είναι διττή. Από τη μία, μπορούμε να διακρίνουμε την επιρροή των Αιγυπτίων, πιθανότατα των ιερέων10, που ήταν υπεύθυνοι για την αρχή της καταγραφής του Εκαταίου, όπου αφηγείται την εκδίωξη των Εβραίων από την Αίγυπτο. Από την άλλη, πρέπει να υπάρχουν Εβραίοι με μία πολύ πιο συμπονετική προοπτική στην ιστορία τους. Αυτό είναι ξεκάθαρο από το γεγονός ότι ο Εκαταίος παραπέμπει στην Τόρα, όπως λέει στο τέλος της ανάλυσης του: «Στο τέλος των Νόμων τους υπάρχει ακόμα καταγεγραμμένο ότι ο Μωυσής απηύθυνε αυτά τα λόγια στους Εβραίους αφότου τα άκουσε από τον Θεό» (Διοδ. Σικ. 40.3.6). Η ρήση αυτή δεν είναι κυριολεκτική, αν και φαίνεται να υπάρχει στο Δευτερονομικό (29:1), είναι όμως δύσκολο να φανταστούμε έναν Αιγύπτιο ιερέα να εφευρίσκει κάτι τέτοιο. Αναφορικά με αυτό μπορούμε να πούμε ότι εδώ έχουμε ένα από να παλαιότερα αποσπάσματα της μετά-Αλεξανδρινής γραμματείας όπου το Πεντάτευχο αναφέρεται συνολικά. Σε μία βάση σύγκρισης της Σοφία Σειράχ 39:1-3 και του Προλόγου του ίδιο βιβλίου, ο Arie van der Kooij παρατήρησε μία τριμερή διαίρεση του «Νόμου, των προφητών και των άλλων βιβλίων των προγόνων μας»11, αλλά το απόσπασμα που είδαμε υπονοεί ήδη την ύπαρξη του Πεντάτευχου ως μία ξεχωριστή ολότητα στα τέλη του τετάρτου αιώνα π.Χ12. Ο Momigliano θεώρησε πως «μία εκτίμηση πως υπήρξε μετάφραση κάποιων εδαφίων της Τόρα πριν την Μετάφραση των Εβδομίκοντα δεν είναι τελείως αναξιόπιστη»13, αλλά το να προϋποθέσει κανείς τέτοιες μεταφράσεις μέσα σε μόλις δύο δεκαετίες από την ίδρυση της Αλεξάνδρειας είναι τουλάχιστον τολμηρό.

Οι πρώτοι Αλεξανδρινοί Εβραίοι πρέπει να αντιμετώπισαν σύντομα το πρόβλημα της εξήγησης και δικαιολόγησης του διαφορετικού τρόπου ζωής τους, τόσο της θρησκευτικής όσο και της κοσμικής. Ο Εκαταίος, λέγοντας ότι ο Μωυσής «ως αποτέλεσμα της εκδίωξης τους (ξενηλασίαν) είχε εισαγάγει ένα είδος ζωής κάπως ακοινώνητο (απάνθρωπον τινά) και ξενοφοβικό (μισόξενον)» (Διοδ. Σικ. 40.3.4) υποδεικνύει ότι ήδη από ένα πολύ αρχικό στάδιο της ζωής στην Αλεξάνδρεια οι Εβραίοι ερχόταν αντιμέτωποι με τις κατηγορίες των Ελλήνων ότι δεν συναναστρεφόταν με άλλους λαούς και κρατούνταν σε απόσταση. Προκειμένου να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, ανέπτυξαν την ενδιαφέρουσα στρατηγική του να συγκρίνουν τον τρόπο ζωής τους με εκείνον των Σπαρτιατών. Οι τελευταίοι είχαν έναν διάσημο νομοθέτη, τον Λυκούργο14 και ήταν γνωστοί στην Ελλάδα για το ότι δεν συμπαθούσαν τους ξένους, φτάνοντας σε σημείο ακόμα και να τους απελαύνουν15. Μέσα από την σύγκριση των ίδιων με τους ξενοφοβικούς αλλά ένδοξους Σπαρτιάτες, οι Εβραίοι προσπάθησαν, ομολογουμένως έξυπνα, αν όχι πετυχημένα, να νομιμοποιήσουν τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο ζωής. Από την περιγραφή της στρατιωτικής εκπαίδευσης του Μωυσή από τον Εκαταίο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κάποιοι Εβραίοι πρέπει να ουσιοποίησαν αυτή την σύγκριση υπερβολικά πολύ, ακόμα και υπό μία ιστορική προοπτική.

Παρόλα αυτά η σύγκριση πρέπει να ήταν επιτυχημένη και διατηρήθηκε από τις συνεχείς κατηγορίες των Ελλήνων απέναντι στη μισανθρωπία των Εβραίων. Ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι δύσκολο να αποφευχθεί από την παρατήρηση στο Β’ Μακκ 5:0 ότι ο αρχιερέας Ιάσων (175-172 π.Χ, μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες να καταφύγει στους Ναβαταίους και τους Αιγυπτίους, τελικά ξεκίνησε για την Σπάρτη «λόγω της συνεργείας τους» και φαίνεται πως απεβίωσε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Δεν μπορούμε να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι ότι τα λόγια που αναφέρθηκαν ανήκουν στην πηγή του παρόντος κειμένου, του αυθεντικού του Ιάσωνα της Κυρήνης που γράφτηκε πιθανότατα γύρω στο 150 π.Χ, αλλά δεν φαίνεται απίθανο. Ο Martin Hengel, τον οποίο ακολούθησε ο Habicht, στην περίφημη μετάφραση και σχολιασμό στο Β’ Μακκ, θεωρεί ότι ο μύθος προέρχεται από την εποχή του Ιάσωνα και από τους κύκλους του Reformjudentum (Ιουδαϊκή Μεταρρύθμιση)16, όμως αυτό είναι στην παρούσα συζήτηση. Αν ο μύθος έλκει μία τόσο πρόσφατη καταγωγή, ο Ιάσωνας δεν θα την είχε λάβει σοβαρά υπόψη του. Το γεγονός ότι ο διάδοχος του στο αξίωμα του αρχιερέα ονομαζόταν Μενέλαος (171-161 π.Χ), φέροντας το όνομα του μυθικού βασιλιά της Σπάρτης κατά τον Τρωικό Πόλεμο, πιθανόν να αποτελεί ακόμα ένα μία ένδειξη του μύθου17.

Οι επόμενες μαρτυρίες είναι τρεις επιστολές, για τις οποίες θα μιλήσω με χρονολογική σειρά, από το Α’ Μακκ, ένα βιβλίο που χρονολογείται στις δεκαετίες γύρω από το 100 π.Χ18. Οι δύο παλαιότερες επιστολές εμφανίζονται στο Κεφάλαιο 12, συνδεδεμένες με μία (πρεσβεία), αποτελούμενη από τον Νούμενο και τον Αντίπατρο (12:16), εστάλησαν από τον Γιοχανάν (161-143 π.Χ) γύρω στο 143 π.Χ στους Ρωμαίους και στους Σπαρτιάτες. Τα ονόματα των πρεσβευτών είναι ενδεικτικά της πρώιμης διαδικασίας εξελληνισμού της Παλαιστίνης19. «Αντίπατρος» είναι ένα τυπικό Μακεδονικό όνομα, σε αυτή την περίπτωση μάλλον εμπνευσμένο από τον πρώτο διάδοχο του Αλεξάνδρου, τον Αντίπατρο20. Από την άλλη, το όνομα «Νούμενος» ήταν ένα αρκούντως ελληνικό, εμπνευσμένο από τους εορτασμούς της νέας σελήνης, αλλά επίσης κι ένα ελληνικό όνομα που έφεραν πολλοί Σύριοι και Φοίνικες, όπου μεταφράζει το επιχώριο όνομα (Μπεν-) Χοντές21. Όπως εντοπίζουμε το όνομα Χοντές στο Α’ Χρον (8:9), μία παρόμοια διαδικασία πρέπει να ακολουθήθηκε και στην Παλαιστίνη.

Ακολούθως το περιεχόμενο της επιστολής που ο Γιοχανάν έστειλε επίτηδες στους Σπαρτιάτες, βρίσκουμε μία δεύτερη επιστολή από τον Σπαρτιάτη βασιλιά Αρέα. Η επιστολή παρατίθεται επίσης από τον Ιώσηπο, ο οποίος δεν προσαρμόζει απλά το ύφος στη φρασεολογία μίας αυθεντικής ελληνικής επιστολής22, αλλά προσθέτει και ένα νέο τέλος23. Θα παραθέσω πρώτα το κείμενο όπως το βρίσκουμε στο Α’ Μακκ και θα προσθέσω στο τέλος το τέλος που βρίσκουμε στο έργο του Ιώσηπου.

Τον Ονία, τον αρχιερέα, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρεύς χαιρετίζει. Έχει βρεθεί σε ένα έγγραφο που αφορά τους Σπαρτιάτες και τους Εβραίους ότι είναι αδερφοί, σπορά (γένος) του Αβραάμ. Τώρα που γνωρίζουμε αυτά, θα πράττατε ορθά αν μας γράφατε για θέματα σχετικά με την ειρήνη. Με τη σειρά μας θα σας γράψουμε: τα ζώα και τα αποκτήματα σας είναι δικά μας και τα δικά μας είναι δικά σας. Για αυτό διατάσσουμε αυτούς (τους αγγελιοφόρους), να σας ενημερώσουν επί τούτω. Ο αγγελιοφόρος Δημοτέλης θα μεταφέρει αυτή την επιστολή. Το κείμενο είναι κυκλικό: η σφραγίδα είναι ένας αετός που κρατά στο στόμα ένα ερπετό (Ιωσ. AJ12.237, μτφ. Jones).

Οι πρωταγωνιστές αυτής της επιστολής είναι ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αρεύς (309/8-265 π.Χ) και, πιθανότατα, ο αρχιερέας Ονίας. Ο IGruen θεωρεί το Ονία τον Β’ λήπτη, όμως η αρνητική εικόνα του τελευταίου στον Ιώσηπο (AJ 12.157-67) το κάνει λιγότερο πιθανό24. Σε κάθε περίπτωση, είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι αυτή η επιστολή δεν είναι αυθεντική25. Πρώτον, υπάρχουν τυπικοί σημιτικοί τρόποι, όπως η τοποθέτηση του ονόματος του παραλήπτη στην αρχή (20)26, η αναφορά στην ειρήνη και (22:Γεν. 37:14, 43:27, Εξ 18:7 κλπ.) και η προσφορά του ζωικού κεφαλαίου (23:1, Kg 22Q4, 2 Kg 3:7), λες και η Σπάρτη ήταν ακόμη μία νομαδική κοινωνία, όπως το Ισραήλ τον καιρό του Αβραάμ. Δεύτερον, είναι αδιανόητο ότι ένας Σπαρτιάτης βασιλιάς θα υποστήριζε πως είναι απόγονος του Αβραάμ. Η έλλειψη αυθεντικότητα επιβεβαιώνεται, παραδόξως, κατά μία έννοια, από το τέλος του Ιώσηπου. Όπως ο Cardauns έχει ορθώς παρατηρήσει, τέτοια λεπτομερής καταγραφή δεν είναι απόδειξη αυθεντικότητας αλλά πλαστογραφίας. Επιπρόσθετα, ο αγγελιοφόρος, το σπαρτιατικό του όνομα όπως και ορισμένες εκφράσεις του Ιώσηπου έχουν αντιγραφεί απευθείας από τον Ξενοφώντα (Ελλ. 7.1.32, 39)27. Ακόμα και το μοτίβο του αετού με το ερπετό στο στόμα προέρχεται πιθανότατα από την Ελλάδα, αν και έχει επίσης βρεθεί σε υπέρθυρα της ύστερης αρχαιότητας σε συναγωγές του Γκόλαν28.

Παρόλα αυτά, υπάρχει μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στην επιστολή του Αρέα στο Α’ Μακκ και του Ιώσηπου που δεν έχει λάβει ακόμη την προσοχή που αξίζει. Στην Μακκάβεια εκδοχή ο Αρεύς υποστηρίζει πως έχει διαβάσει σε ένα έγγραφο, το οποίο προφανώς και δεν αναφέρει συγκεκριμένα, ότι οι Σπαρτιάτες και οι Εβραίοι έχουν τον Αβραάμ ως κοινό πρόγονο. Κανονικά ο πλαστογράφος δεν θα μπορούσε να επιτρέψει στον Αρέα να πει ότι ήταν λαϊκή γνώση, αλλά η έλλειψη έκπληξης από μεριάς του Αρέα, όταν βρίσκει ξαφνικά έναν νέο πρόγονο είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή: οι συμμετέχοντες σε τηλεοπτικά προγράμματα όπως το «Ποιος νομίζεις πως είσαι;» δεν θα την έβγαζαν καθαρή με μία τέτοια διστακτική στάση! Παρόλα αυτά το ανήκειν στο γένος του Αβραάμ ταιριάζει ιδανικά με την παρατήρηση ότι ο Ιάσων πήγε στη Σπάρτη λόγω της συγγένειας τους. Αυτός ήταν ένας διαδεδομένος μύθος για την εβραϊκή ανώτατη τάξη του δεύτερου αιώνα π.Χ. Όμως, ο Ιώσηπος μιλά για μία στενή σχέση (οικειότης: AJ 10.226). Στον ελλαδικό χώρο οι δύο όροι συγγένεια και οικειότης αναφερόταν σε σχέσεις μεταξύ πόλεων ή ατόμων. Αλλά, η συγγένεια χρησιμοποιούταν σε περίπτωση συγγένειας αίματος ή κοινής καταγωγής, ενώ η οικειότης χρησιμοποιούταν μόνο για στενές σχέσεις29. Ο Ιώσηπος ζούσε σε έναν διαφορετικό κόσμο από τον Ιάσωνα, ξεκάθαρα, και αυτό το γνώριζε. Στον καιρό του, ισχυρισμοί περί συγγένειας δεν θα γινόταν αποδεκτοί, γι αυτό και προσέγγισε τον ελληνικό όρο οικειότης, πολύ πιο επιδέξια.

Ας προχωρήσουμε τώρα στη δεύτερη επιστολή. Δεδομένου ότι η επιστολή του Αρέα είναι πλαστή, παρότι ενδιαφέρουσα, κάθε επιστολή που αναφέρεται σε αυτή πρέπει, αναγκαστικά, να αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Συμβαίνει το ίδιο και στην υπόθεση της επιστολής του Γιοχανάν; Ας ρίξουμε μία πιο αναλυτική ματιά:

Ο Γιοχανάν ο αρχιερέας, η γερουσία του έθνους30, οι ιερείς και οι εναπομείναντες Εβραίοι και οι αδελφοί τους Σπαρτιάτες, χαιρετίζουν. Σε περασμένο χρόνο είχε σταλεί μία επιστολή στο αρχιερέα Ονία από τον Αρέα, τον βασιλιά σας, και έγραφε ότι είστε αδελφοί μας, όπως αποδεικνύει το επισυναπτόμενο αντίγραφο. Ο Ονίας υποδέχτηκε την αποστολή με τιμές και έλαβε την επιστολή, η οποία περιείχε μία ξεκάθαρη διακήρυξη συνεργασίας και φιλίας. Συνεπώς, αν και δεν έχουμε ανάγκη τέτοιους δεσμούς, καθώς λαμβάνουμε υποστήριξη από τα ιερά βιβλία που έχουμε στα χέρια μας31, προχωρήσαμε στην αποστολή αυτής της επιστολής προκειμένου να ανανεώσουμε την αδελφότητα και τη φιλία μας, προκειμένου να μην αποξενωθούμε, αφού έχει περάσει μεγάλο διάστημα από τότε που μας στείλατε τη σχετική επιστολή. Σας σκεφτόμαστε συνεχώς σε κάθε περίσταση, τόσο στις γιορτές μας και στις υπόλοιπες αρμόζουσες μέρες, όσο και στις θυσίες που προσφέρουμε και στις προσευχές μας, όπως είναι ορθό και πρέπον να θυμόμαστε τους αδελφούς μας. Και χαιρόμαστε για τη δόξα σας. Όμως, αναφορικά με εμάς, μας έχουν κυκλώσει πολλές συμφορές και πολλοί πόλεμοι και οι βασιλιάδες γύρω μας έχουν κηρύξει πόλεμο εναντίον μας. Δεν θα θέλαμε να σας ενοχλήσουμε, τους σύμμαχους και φίλους σε τέτοιους πολέμους, αφού η βοήθεια από τον ουρανό ήρθε για να μας συνδράμει και σωθήκαμε από τους εχθρούς μας και οι εχθροί μας ταπεινώθηκα. Για αυτό έχουμε επιλέξει τον Νούμενο, γιο του Αντίοχου και τον Αντίπατρο, τον γιο του Ιάσωνος και τους έχουμε στείλει στη Ρώμη για να ανανεώσουμε την πρότερη φιλία και συνεργασία μαζί τους. Τους διατάξαμε να έλθουν και σε εσάς, να σας φέρουν χαιρετισμούς και να σας παραδώσουν αυτή την επιστολή από μέρους μας αναφορικά με την ανανέωση και την αδελφότητα μας. Θα το εκτιμούσαμε πάρα πολύ εάν μας αποστέλλατε μία απάντηση πάνω σε αυτά (Α’ Μακκ 12:6-18).

Όπως και με την αναφορά του στην αποστολή του Αρέα, ο Ιώσηπος μας προσφέρει μία εκδοχή που είναι πολύ πιο κοντινή στις αποφάσεις των ελληνικών πόλεων κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και δεν περιλαμβάνει αμήχανες εκφράσεις (AJ 13.166-70). Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με τον Christopher Jones, δεν θα κατέληγα πως η εκδοχή του Ιώσηπου είναι πιο αυθεντική32 από αυτή την πιο διακριτική σύνθεση. Όπως και στην επιστολή του Αρέα, ήταν απλά καλύτερα ενημερωμένος και σε στενότερη σχέση με τον κόσμο γύρω του.

Για την ακρίβεια, όπως υποστήριξε ειδικότερα ο Gruen, μία τέτοια ιδέα είναι δύσκολο να διατηρηθεί μιας και είναι αμφίβολο κατά πόσο οι Εβραίοι θα είχαν κάποιο όφελος από την προσέγγιση της Σπάρτης εκείνη τη δεδομένη στιγμή33. Είναι εξίσου δύσκολο να φανταστούμε ότι ο συγγραφέας του Α’ Μακκ θα είχε συγκεντρωθεί αποκλειστικά στους Σπαρτιάτες και δεν θα είχε αναφέρει τίποτα από την επιστολή προς τους Ρωμαίους, εφόσον ήταν και οι δύο επιστολές διαθέσιμες στα αρχεία της Ιερουσαλήμ. Επιπλέον, η επιστολή είναι περίπλοκη και από μία πιο πρακτική οπτική, αφού ο Γιοχανάν, που δεν απαιτεί καμία συγκεκριμένη βοήθεια, είναι εξόφθαλμα ανειλικρινής, καθώς είναι αδιανόητο να υποστηρίζει ότι οι Εβραίοι θυμόταν τους Σπαρτιάτες κατά τη διάρκεια των θυσιών και των εορτών και παρουσιάζει μία έλλειψη επίγνωσης γύρω από τη σπαρτιατική θέση μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ34. Τέλος, η επιστολή αρθρώνεται με όρους που απέχουν πολύ από όσα συμβαίνουν στις σύγχρονες διπλωματικές σχέσεις. Προφανώς εάν κάποιος αποζητά καλές διπλωματικές επαφές, το τελευταίο πράγμα που θα γράψει είναι: δεν χρειαζόμαστε τη βοήθεια σας γιατί έχουμε έναν πολύ καλύτερο, μεταφυσικό σύμμαχο!

Τι γίνεται με την τρίτη επιστολή; Σύμφωνα με το συγγραφέα του Α’ Μακκ (14:16) οι Ρωμαίοι και «μέχρι και οι Σπαρτιάτες» ήταν ιδιαίτερα λυπημένοι όταν πληροφορήθηκαν για τον θάνατο του Γιοχανάν. Ακόμα μία φορά η αναφορά στη Σπάρτη φαίνεται να έχει προστεθεί στην πορεία, αφού η θέση στην πρόταση και το ότι τα ρήματα στις δύο προηγούμενες παραγράφους υποδεικνύει πως αφορά μόνο τους Ρωμαίους35. Για την ακρίβεια, αφού έγραψε σε χάλκινες πλάκες την επιστολή που έστειλαν οι Ρωμαίοι για να ανανεώσουν τη φιλία και τη συμμαχία με τους Εβραίους, πληροφορία η οποία είναι αρκετά απίθανη από μόνη της, η μετάβαση στην επιστολή των Σπαρτιατών είναι σχετικά απότομη:

Και αυτό είναι αντίγραφο της επιστολής που έστειλαν οι Σπαρτιάτες: «Οι άρχοντες και η πόλη των Σπαρτιατών χαιρετίζουν τον αρχιερέα Σημαιών, τους γέροντες, τους ιερείς και τον υπόλοιπο εβραϊκό λαό, τα αδέρφια μας. Οι αποστολές που εστάλησαν μας ενημέρωσαν για τη δόξα και την τιμή σας και χαρήκαμε με την άφιξη τους. «Ο Νούμενος, ο γιος του Αντίοχου και ο Αντίπατρος, ο γιος του Ιάσωνα, απεσταλμένοι των Εβραίων, έφτασαν για να ανανεώσουν την φιλία τους με εμάς. Ο λαός ευχαριστήθηκε με την υποδοχή τέτοιων τίμιων ανδρών και με την τοποθέτηση αντιγράφου των λόγων τους στο Κρατικό Αρχείο, ώστε οι κάτοικοι της Σπάρτης να έχουν μία καταγραφή αυτών». Και έστειλαν ένα αντίγραφο στον αρχιερέα Συμεών (Α’ Μακκ 14:20-23).

Αν και κάποιοι σύγχρονοι ερευνητές ακόμα τείνουν προς την αποδοχή της αυθεντικότητας αυτής της επιστολής36, κάτι τέτοιο είναι σχετικά απίθανο: όταν οι δύο πρώτες επιστολές δεν είναι αυθεντικές, και η τρίτη δύσκολα θα είναι αυθεντική, όπως παρατηρεί ορθά ο Gruen37. Σαφώς, υπάρχει ένας αριθμός αμφισβητούμενων εκφράσεων στην επιστολή. Αν γίνεται λόγος για τις αποστολές του Γιοχανάν, η επιστολή απευθύνεται στον Συμεών. Ο Goldstein θεωρεί ότι ένας ιδιώτης Εβραίος ταξιδιώτης μετέδωσε την είδηση της εκτέλεσης του Γιοχανάν ενώ οι αποστολές βρισκόταν στην Σπάρτη, αν και αυτή η ευρηματική πρόταση αποτελεί ξεκάθαρα ειδική έκκληση (λογική πλάνη), όπως και η προηγούμενη φανταστική υπόθεση ότι ο Αρεύς μίσθωσε έναν γραφέα Αραμαϊκών για να μεταφράσει την επιστολή του στα αραμαϊκά38. Αυτή η πρόταση προσπερνά επίσης και το γεγονός ότι το λεξιλόγιο της επιστολής δεν μοιάζει καθόλου με εκείνο των Σπαρτιατών και δεν περιλαμβάνει καμία χαρακτηριστική σπαρτιατική έκφραση. Επιπλέον, τα ελληνικά είναι αρκετά περίπλοκα και χρησιμοποιούνται τυπικές Εβραιο-ελληνικές εκφράσεις39. Αρχικά, ο συνδυασμός των λέξεων άρχοντες και πόλις (20) είναι μοναδικός στη Σπάρτη, όπου θα περιμέναμε κάποια αναφορά στους εφόρους αλλά ο συνδυασμός προκύπτει πράγματι σε βασιλικές επιστολές των Σελευκιδών, στις αρχές του δευτέρου αιώνα40. Το ίδιο ισχύει και για τον συνδυασμό «δόξα και τιμή» (21) που συναντάται συνεχώς σε βασιλικές επιστολές των Σελευκιδών στα μέσα του τρίτου αιώνα π.Χ41. Η εβραϊκή επιρροή μπορεί να ιδωθεί και στον όρο που χρησιμοποιείται για τον αρχιερέα, αφού βρίσκουμε την εβραϊκή έκφραση ιερεύς μεγάλος (20) αντί για τον συνήθη διπλωματικό όρο αρχιερεύς42. Η χαρά (21) των Σπαρτιατών για «δόξα και τιμή» είναι επίσης αδιαμφισβήτητη, μιας και ο συγγραφέας του Α’ Μακκ εκφράζει τέτοιου είδους χαρά σε πολλά σημεία του βιβλίου43. Τέλος, η επιστολή περιέχει πολλές ασαφείς ή μη διπλωματικές εκφράσεις όπως αι βουλαί του δήμου (22: όχι τόσο καθαρό), επιδέξασθαι (23) αντί για το σύνηθες αποδέξασθαι44 και το αξιοπερίεργο τα αποδεδειγμένα τοι δήμοι βιβλία (23), που πρέπει να σημαίνει κάτι σαν «Κρατικά Αρχεία». Εν συντομία, η επιστολή είναι ένα κράμα ορολογίας των Σελευκιδών, Εβραϊκού λεξιλογίου και κακών ελληνικών- όχι και τόσο τα χαρακτηριστικά που θα περιμέναμε να βρούμε σε μία επιστολή από τη Σπάρτη.

Με αυτές τις επιστολές φτάνουμε στο τέλος της Εβραιο-σπαρτιατικής αλληλογραφίας. Το συμπέρασμα μας πρέπει να είναι ότι πραγματικές διπλωματικές επαφές δεν υπήρξαν ποτέ κατά τη Μακκαβαϊκή και τη Ασμοναϊκή περίοδο, παρότι ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό ακόμα και από ερευνητές που έχουν αμφισβητήσει την αυθεντικότητα των επιστολών45. Οι Εσσαίοι μπορεί να επηρεάστηκαν από τα Σπαρτιατικά ιδεώδη46 αλλά πραγματικές επαφές μεταξύ των δύο λαών πιθανόν προέκυψαν πολύ αργότερα, την περίοδο του Αυγούστου, όταν ο Σπαρτιάτης δυνάστης Ευρυκλής επισκέφτηκε τον Μεγάλο Ηρώδη για λόγους αγνώστους σε εμάς, καθώς έχουμε μόνο την εχθρική καταγραφή του Ιώσηπο (BJ 1.513-31, AJ 16.300-10). Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία για να γράψουμε όπως ο Cartledge και ο Spawforth σε μία πρόσφατη έρευνα τους για τον Ευρυκλή: «Η συγγένεια μεταξύ Σπαρτιατών και Εβραίων ήταν, μέχρι τώρα, ένα αποκύημα της φαντασίας»47. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά για μία οικογένεια ραβίνων στο Ισραήλ της ύστερης αρχαιότητας που είχαν το όνομα «Μπεν-Λακωνία»48. Και πάλι, δεν γίνεται να συνδεθούν με το θέμα του βιβλίου μας, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επεξήγηση του ονόματος. Σε κάθε περίπτωση, εκείνη την εποχή οι εικασίες για την συγγένεια Σπαρτιατών και Εβραίων ανήκαν στο παρελθόν.

Όμως, εάν οι επιστολές είναι χαλκευμένες, είναι άξιο απορίας ποιος τις χάλκεψε, πότε γράφτηκαν και τι ενθάρρυνε τη σύνθεση τους. Προφανώς και τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορούν να απαντηθούν εύκολα και δεν έχουν λάβει την προσοχή που αξίζουν. Φυσικά, οι ερευνητές που υπεραμύνθηκαν την αυθεντικότητα δεν χρειάστηκε να δώσουν απαντήσεις, αλλά ακόμα και αυτοί που αμφισβητούσαν σχολαστικά την αυθεντικότητα των επιστολών, όπως ο Gruen49, δεν έχουν ασχοληθεί με το εν λόγω ζήτημα. Αλλά ο Cardauns, όπως οι περισσότεροι σχολιαστές (AbelNelis50Schunck), έχει ορθώς επισημάνει ότι το κομμάτι των επιστολών στο Α’ Μακκ είναι σχετικά αμφίβολο. Οι πρώτες δύο επιστολές ταιριάζουν, ελαφρώς μόνο, στο πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται και στην περίπτωση της τελευταίας επιστολής δεν υπάρχει καμία αντιστοίχιση. Αυτό είναι ξεκάθαρο από το ότι μετά την απάντηση των Σπαρτιατών στην επιστολή του Γιοχανάν, το συγγραφέας αναφέρει πως ο Συμεών έστειλε τον Νούμενο στη Ρώμη (14:24), του οποίου ο πρόξενος Λούσιος υποτίθεται πως έδωσε επιστολές για προστασία ώστε να περάσει από όλα τα κράτη, από την Αίγυπτο των Πτολεμαίων μέχρι την Παρθία των Αρσακιδών, συμπεριλαμβανομένης και της Σπάρτης (15:23): περιττό να ειπωθεί ότι κι αυτά τα γράμματα είναι επίπλαστα51. Για την ακρίβεια, ο Goldstein (από Α’ Μακκ 14:16-24k) και ο Schunch (από Α’ Μακκ 14:24) προσπαθούν να επιλύσουν το πρόβλημα μέσω της αναδιάταξης του κειμένου με διαφορετικούς τρόπους. Για τον δικό μου σκοπό αρκεί να σημειώσω ότι μία ανησυχία τέτοιου βαθμού για το κείμενο υποδεικνύει την ξεχωριστή ύπαρξη αυτών των επιστολών, ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Cardaus και άλλοι52.

Μία συλλογή επιστολών τέτοιου είδους δεν ήταν μοναδική. Την ίδια περίπου εποχή, στα μέσα του δεύτερου αιώνα π.Χ, ο Εβραίος συγγραφέας Ευπόλεμος (FGrH 723 F 2) ήταν σε θέση να επικαλεστεί επιστολές από τον Σολωμόντα μέχρι τον Φαραώ Βαφρή και τον βασιλιά των Φοινίκων Σουρόν (τον βιβλικό Χιράμ)53. Αυτές οι επιστολές χρησιμοποιούν τη βιβλική γραφή αλλά και μέτρα της σύγχρονης βασιλικής ελληνιστικής αλληλογραφίας54, ακριβώς όπως σημειώσαμε αναφορικά με την επιστολή του Αρέα (παραπάνω). Με άλλα λόγια, στα μέσα του δεύτερου αιώνα π.Χ κυκλοφορούσαν στην Ιερουσαλήμ συλλογές επιστολών, με απώτερο στόχο την απόδειξη της σημασίας των Εβραίων για τον ευρύτερο κόσμο- επιστολές που επιστράτευαν τη βιβλική παράδοση όμως, πιθανόν και επιστολές Σελευκιδών που βρισκόταν σε αρχεία της Ιερουσαλήμ.

Αντέγραψε, άραγε, ο συγγραφέας του Α’ Μακκ αυτές τις επιστολές χωρίς να τις εξετάσει; Αυτό ξεκάθαρα δεν συμβαίνει, όπως υποδεικνύει μία λεπτομέρεια στη δεύτερη επιλογή. Σε αντίθεση με το Β’ Μακκ, όπου ο Θεός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, στο Α’ Μακκ γίνονται αναφορές μόνο στον «ουρανό» όταν εννοείται ο Θεός55. Το γεγονός ότι κάτι παρόμοιο εντοπίζεται και στην επιστολή του Γιοχανάν παραπέμπει σε μία υφολογική προσαρμογή από τον συγγραφέα της επιστολής. Μία ενδελεχής έρευνα του λεξιλογίου του Α’ Μακκ από τον Nelis δείχνει πως η επιστολή του Γιοχανάν περιέχει τόσο έναν αριθμό λέξεων που δεν συναντώνται σε άλλο σημείο στο βιβλίο όσο και λέξεις και εκφράσεις που είναι στερεοτυπικές του Α’ Μακκ. Επομένως, ο Nelis καταλήγει, με αρκετά πειστικό τρόπο, ότι ο συγγραφέας παράλλαξε μία υπάρχουσα επιστολή56. Επιπλέον, όπως τονίζει ο Nelis, το 8ο Κεφάλαιο αναφορικά με τις επαφές του Ιούδα με τους Ρωμαίους ακολουθείται από το 9ο Κεφάλαιο που περιλαμβάνει τον θάνατο του. Ομοίως, αμέσως μετά την αντιπροσωπεία του Γιοχανάν στη Ρώμη και την επιστολή προς τους Σπαρτιάτες, ακολουθεί κι ο δικός του θάνατος (12:39-53, 13:23) και οι επαφές του Συμεών με τους Ρωμαίους λαμβάνουν χώρα αμέσως μετά την κατάληψη του φρουρίου της Ιερουσαλήμ (14:16-19, 24). Οι επιστολές, όπως προτείνει ο Nelis, ενσωματώθηκαν σε εδάφια σχετικά με τις συνθήκες των Ρωμαίων και την πρόθεση να σχετικοποιηθεί η αξία αυτών των συνθηκών και να δοθεί έμφαση στη δύναμη της θεϊκής βοήθειας57.

Ακόμα κι αν δεν είναι αυθεντικό, το πρώτο γράμμα των Σπαρτιατών παραμένει πολύ σημαντικό για το θέμα του βιβλίου, καθώς ο Αρεύς τοποθετεί των Αβραάμ ως κοινό πρόγονο Σπαρτιατών και Εβραίων. Μία τέτοια θέση απηχεί στην θεϊκή υπόσχεση σχετικά με την ευλογία όλων των εθνών από τον Αβραάμ (Γεν 12:3, 17:5). Τέτοιου είδους ισχυρισμοί συγγένειας μεταξύ των Εβραίων και άλλων λαών πρέπει να έχει λειτουργήσει ως τόπος για τον σύγχρονο Ιουδαϊσμό, με εξόφθαλμο στόχο την εξύψωση του κύρους του Αβραάμ, ο οποίος μετατράπηκε σε ένα είδος πολιτισμικού ήρωα από τον Ευπόλεμο. Η ίδια πρόθεση εντοπίζεται και σε ένα κείμενο του «Κλεόδημου, του προφήτη που λέγεται και Μάλχος» (FGrH 727 F 1)58, μία παραπομπή του Ευσέβιου (PE 9.20) που παραθέτει τον Ιώσηπο (ΑΞ 1.240) που παραπέμπει στον Αλέξανδρο τον Πολυίστορα (FGrH 273 F 102), τον σπουδαίο Έλληνα μεταφραστή εβραϊκών γραπτών του πρώτου αιώνα π.Χ. Η φύση της θέσης του Κλεόδημου ως «προφήτη» δεν έχει εξηγηθεί ακόμα με σαφήνεια, όπως επίσης δεν γνωρίζουμε και την εθνική καταγωγή του. Παρόλα αυτά είναι συνετό να δεχτούμε ότι ήταν Εβραίος, όπως είναι το συμπέρασμα του Martin Goodman59. Το όνομα του, Κλεόδημος … ο και Μάλχος, παρουσιάζει τα συνήθη διπλά ονόματα των Εβραίων της Διασποράς, τα οποία συνήθως ξεκινούσαν με ένα ελληνικό όνομα και έπειτα ακολουθούσε το εβραϊκό60. Το Μάλχος, «Βασιλιάς», είναι ένα τυπικό συρο-φοινικικό όνομα, το οποίο ήταν ευρέως γνωστό στη Ρώμη (πχ: ο Τριμαλχίων του Πετρόνιου)61 και όχι τόσο στην Παλαιστίνη, όπου ο μόνος γνωστός φορέας αυτού του ονόματος είναι ο (Σύριος; ) σκλάβος του οποίου το αυτί έκοψε ο Πέτρος (Ιωάννης 18:10). Καθώς η γενεαλογία περιλαμβάνει την αφρικανική και ασσυριακή καταγωγή του Αβραάμ, θα μπορούσε επίσης να υπάρχει και ένας Φοίνικας Εβραίος με επαφές στη Βόρεια Αφρική ή το αντίστροφο62. Το κείμενο του Κλεόδημου είναι ακόμα μία εξόφθαλμη ένδειξη της τάσης των Εβραίων να εντάσσονται σε ολόκληρο τον κόσμο.

Καταληκτικά, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι οι Σπαρτιάτες έχουν κάποια συγγένεια με τους Εβραίους. Κι όμως έχουμε κάποιο όφελος από όλο αυτό. Μπορούμε να δούμε ότι αυτές οι «σπαρτιατικές» επιστολές πρέπει να είχαν κάποιο ρόλο στην πολιτισμική και θρησκευτική διαμάχη στα μέσα του δεύτερου αιώνα π.Χ, μεταξύ των ελληνοποιημένων Εβραίων και εκείνων που προήγαγαν μία αυστηρή προσήλωση στον Νόμο. Με άλλα λόγια, τονίζεται η σύγκρουση μεταξύ οικουμενιστών και τοπικιστών. Μπορούμε να δούμε αυτή τη διαμάχη συσκοτισμένα, μόνο μέσα από ένα τζάμι, αλλά τα ζητήματα που διακυβεύονται δεν έχουν χάσει τη σημασία τους για τους Εβραίους του σήμερα63.

Ο JAN N. BREMMER είναι καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του  Groningen.

Παραπομπές

1 Για την παλαιότερη γραμματείαδείτε τη βιβλιογραφίαR. Katzoff, ‘Jonathan and Late Sparta’, American Journal of Philology 106 (1985) 485-9 at 485 note 1

2 A. Momiglano, Alien Wisdom, Cambridge 1975; E. Gruen, Heritage and Hellenism, Berkeley/Los Angeles/London 1998; C.P. Jones, Kinship Diplomacy in the Ancient World, Cambridge MA 1999.

3 P.E. Jablonski, Opuscula III, Leiden 1810, 261-86 (‘De Lacedaemoniorum cum Iudaeis cognatione’).

4 F. Dirlmeier, review of Jaeger (note 8), Deutsche Literaturzeitung 59 (1938) 1830-36 at 1836.

5 P.M. Fraser, Ptolemaic Alexandria, 3 vols, Oxford 1972, II.719f.

6 S.J.D. Cohen, The Beginnings of Jewishness, Berkeley/Los Angeles/London 1999, 25-68 at 29-30.

7Για το (μαύροχρώμα των Αιγυπτίωνδείτε τα πιο πρόσφατα: A. Cameron, Callimachus and His Critics, Princeton 1995, 233-6; J. den Boeft et al., Philological and Historical Commentary on Ammianus Marcellinus XXII, Groningen 1995, 310; S. Walker & M. Bierbrier, Ancient Faces. Mummy Portraits from Roman Egypt, London 1997.

8Κάποιες φορές μπορούμε να συμπληρώσουμε το απόσπασμα του Διόδωρου. Για παράδειγμα, ο Θεόφραστος (fr. 584A Fortenbaugh = PorphyryAbst. 2.26) φαίνεται να έχει πάρει τις πληροφορίες του για την εβραϊκή πρακτική της θυσίας από τον Εκατάιο, cfWJaegerDiokles von KarystosBerlin 1938, 134-53, αν και αυτό αμφισβητείται από τον Dirlmeier (σημείωση 4).

9 Πιο πρόσφαταM. Hengel, Judentum und Hellenismus, Tübingen 19732, 465 (hesitatingly); Momiglano, Alien Wisdom, 84; Gruen, Heritage and Hellenism, 261: ‘the parallel … seems quite incontestable’; Jones, Kinship Diplomacy, 73-74.

10 Jacoby για τον Εκαταίο F 6 (σ. 50).

11A. van der Kooij, ‘The Canonization of Ancient Books Kept in the Temple of Jerusalem’, in: idem and K. van der Toorn (eds), Canonization and Decanonization, Leiden 1998, 17-40 and ‘Canonization of Ancient Hebrew Books and Hasmonean Politics’, in: J.-M. Auwers and H.J. de Jonge (eds), The Biblical Canons, Leuven 2003, 27-38.

12Αυτό το εδάφιο εντοπίζεται: K. De Troyer, ‘When Did the Pentateuch Come into Existence? An Uncomfortable Perspective’, στο: M. Karrer and W. Kraus (eds), Die Septuaginta: Texte, Kontexte, Lebenswelten, Tübingen 2007, 269–86.

13 Momiglano, Alien Wisdom, 84.

14Για περισσότερα για τον Μωυσή ως νομοθέτη δείτε: D. Timpe, ‘Moses als Gesetzgeber’, Saeculum 21 (1980) 66-77; L. Feldman, ‘Parallel Lives of Two Lawgivers: Josephus’ Moses and Plutarch’s Lycurgus’, in: J. Edmondson et al. (eds), Flavius Josephus and Flavian Rome, Oxford 2005, 209-43.

15 Όλες οι πηγές για την σπαρτιατική ξενηλασία: T. Figueira, ‘Xenelasia and social control in classical Sparta’, Classical Quarterly 53 (2003) 44-74 at 45 note 6.

16 Hengel, Judentum und Hellenismus, 134, 410 σημείωση 682; C. Habicht, 2. Makkabäerbuch = Jüdische Schriften in Hellenistisch-römischer Zeit (JSHRZ) I.3, Gütersloh 1976, 226 σημείωση 9a, ο οποίος ορθά απορρίπτει την ιδέα ότι το τελευταίο ταξίδι του Ιάσωνα υποδεικνύει την ύπαρξη μίας εβραϊκής αποικίας στη Σπάρτηόπως ήταν ακόμα αποδεκτή από τον Momigliano, Alien Wisdom, 89.

17 Hengel, Judentum und Hellenismus, 139; Jones, Kinship Diplomacy, 77.

18 Για διαφορετικές ημερομηνίες σε ένα εύρος από το 120 έως το 80 π.Χ, δείτε: K.-DSchunck1. Makkabäerbuch = JSHRZ I.4, Gütersloh 1980, 292 (c. 120 BC); F. Millar in: E. Schürer, The history of the Jewish people in the age of Jesus Christ III.1, Edinburgh 1985, 181 (‘the first decades of the first century B.C.’); Gruen, Heritage, 265 note 86 (‘probably at the end of the second century BCE’).

19 Για πρώιμα ελληνικά ονόματα σε Εβραίουςδείτε επίσης: Hengel, Judentum und Hellenismus, 118-20, 139; L. Grabbe, A History of the Jews and Judaism in the Second Temple Period, vol. 2, London and New York 2008, 144-6.

20 T. Ilan, Lexicon of Jewish names in late antiquity, Tübingen 2002, 264f.

21 O. Masson, Onomastica Graeca Selecta III, Geneva 2000, 173-4, overlooked by Ilan, Lexicon, 300.

22 T. Nisula, ‘‘Time has passed since you sent your letter’: Letter Phraseology in 1 and 2 Maccabees’, J. Stud. Pseudepigr. 14 (2005) 201-22 at 212-5.

23 Για μία χρήσιμη παράθεση επιστολών από το Α’ Μακκ στην Εβραϊκή Αρχαιολογία του Ιώσηπου, δείτε FFrancis, ‘The Parallel letters of Josephus’ Antiquities and 1 Maccabees’, στο: idem and RWallace (eds), Tradition as Openness to the FutureLanhamNew York and London 1984, 161-74, αν και συνοδεύεται από μία επιφανειακή ανάλυση.

24 Αρεύς: G. Marasco, Sparta agli inizi dell’età ellenistica: il regno di Areo I, Florence 1980; P. Cartledge and A.J. Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, London 1989, 28-37; Gruen, Heritage, 254-6. Onias I/II: Gruen, Heritage, 254 note 32 and the detailed discussion by J. Vanderkam, From Joshua to Caiaphas: High Priests after the Exile, Minneapolis 2004, 124-37, με μία μη πειστική συζήτηση για τις επιστολές του Αρέα.

25 Η καλύτερη ανάλυση είναι του: BCardauns, ‘Juden und Spartaner’, Hermes 95 (1967) 317-24 at 317-19, με προηγούμενη βιβλιογραφία. U. von Wilamowitz-Moellendorff, Hellenistische Dichtung in der Zeit des Kallimachos, 2 vols, Berlin 1924, I.43 σημείωση 1: ‘eine freche Fälschung’; M. Goodman, Rome and Jerusalem, London 2007, 104.

26 Αυτό παρατηρείται καλά στο J. Goldstein, 1 Maccabees, New York 1976, 460, που αναφέρεται στο J.A. Fitzmeyer, ‘Some Notes on Aramaic Epistolography’, Journal of Biblical Literature 93 (1974) 201-25 at 211.

27 Cardauns, ‘Juden und Spartaner’, 319; η σύνδεση με τον Ξενοφώντα παρατηρήθηκε ήδη από τον F.-M. Abel, Les Livres des Maccabées, Paris 1949, 222.

28 M. Schmidt, ‘Adler und Schlange. Ein griechisches Bildzeichen für die Dimension der Zukunft’, Boreas 6 (1983) 61-71; Y. Turnheim, ‘The Eagle and the Snake on Synagogue Lintels in the Golan’, Rivista di Archeologia 24 (2000) 10613.

29 Για τους όρους δείτε τα πιο πρόσφατα: E. Will, ‘Syngeneia, oikeiotès, philia’, Revue de philologie, de littérature et d’histoire anciennes 69 (1995) 299-325; O. Curty, ‘La parenté légendaire à l’époque hellénistique: précisions méthodologiques’, Kernos 12 (1999) 167-94 and ‘Les parentés entre cités chez Polybe, Strabon, Plutarque et Pausanias’, in: V. Fromentin & S. Gotteland (eds), Origines gentium, Paris 2001, 49-56; D. Musti, ‘La “syngheneia” e la “oikeiotes”: sinonimi o nuances?’, in: M.G. Angeli Bertinelli & L. Piccirilli (eds), Antiqua et mediaevalia. 4, Linguaggio e terminologia diplomatica dall’Antico Oriente all’Impero Bizantino, Rome 2001, 43-63.

30 Για τη γερουσία δείτε: Hengel, Judentum und Hellenismus, 48-51.

31 Για την έκφραση «ιερά βιβλία» βλέπετε: J.N. Bremmer, ‘From Holy Books to Holy Bible: an Itinerary from Ancient Greece to Modern Islam via Second Temple Judaism and Early Christianity, στοM. Popović (ed.), Authoritative Scriptures in Ancient Judaism, Leiden 2010, 327-60.

32 Jones, Kinship Diplomacy, 77-79.

33 Gruen, Heritage, 257f.

34 J.R. Bartlett, 1 Maccabees, Sheffield 1998, 96.

35 Δείτε επίσης: J.T. Nelis, I Makkabeeën, Roermond 1972, and Schunck, 1. Makkabäerbuch ad loc.

36 Momigliano, Alien Wisdom, 113-4; Jones, Kinship Diplomacy, 78.

37 Gruen, Heritage, 258f.

38 GoldsteinMaccabees, 456-7 (γραφέας Αραμαϊκών), 492 (ταξιδιώτης).

39 Δείτε ειδικότερα τον σχολιασμό του Nelis ad loc.

40 Σύγκριση C.B. Welles, Royal Correspondence in the Hellenistic Period, New Haven 1934, no. 43.2 (Nysa: early second century BC); 45.2 (Pieria: 186 BC), no. 75.1 (Susa: AD 21 = F. Canali de Rossi, Iscrizioni dello Estremo Oriente Greco, Bonn 2004, no. 218.2).

41 Welles, Royal Correspondence, no. 15.12 (after 261 BC: Erythrae = I. Erythrae 31.11); 42.6 (ca. 196 BC: Ilion = I. Ilion 37.6); 44.19-20 (189 BC: Daphne); 52.37 (167/6 BC: Miletus = I. Miletus 306.Ib.37); note also I. Ilion 32.33 (decree for Antiochus I: ca. 280 BC).

42 Welles, Royal Correspondence, 318f.

43 Nelis, 1 Makkabeeën, 214 συγκρίνει A’ Μακκ 3:2, 7; 4:56, 58-9; 5:23, 54; 7:48; 10:66; 11:44; 12:12; 13:52; 14:11.

44 Nelis, 1 Makkabeeën, 214 συγκρίνει Πολύβιος 2.39.4, 33.28.4; ΔιοδΣικ. 1.3.1; see also Welles, Royal Correspondence, 316.

45 Συγκρίνετεγια παράδειγμα, Cardauns, ‘Juden und Spartaner’, 321: ‘Eine tatsächliche diplomatische Beziehung zu Sparta soll aber nicht gänzlich ausgeschlossen werden’, παρότι δεν παραθέτει στοιχεία γι αυτές τις επαφές.

46 Δείτε την εντυπωσιακή ομοιότητα ιδεών και πρακτικών όπως αναφέρονται από τον S. Mason, ‘Essenes and Lurking Spartans in Josephus’ Judean War: from Story to History’, στο: Z. Rodgers (ed.), Making History: Josephus and Historical Method, Leiden 2007, 219–61.

47 Cartledge & Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, 100. For Eurycles, see also H. Lindsay, ‘Augustus and Eurycles’, Rheinisches Museum 135 (1992) 290-97; L. Ullmann & J. Price, ‘Drama and history in Josephus’ “Bellum Judaicum”’, Scripta Classica Israelica 21 (2002) 97-111; J.-S. Balzat, ‘Le pouvoir des Euryclides à Sparte’, Les Études Classiques 73 (2005) 289-301.

48 O. Amitay, ‘Some Ioudaio-Lakonian Rabbis’, Scripta Classica Israelica 26 (2007) 131-4.

49 Gruen, Heritage, 253-68.

50 Δυστυχώς, αυτός ο εξαιρετικός σχολιασμός δεν συμπεριλήφθη από τους GoldsteinSchunck and GoodmanBatava non leguntur.

51 Ωστόσο, ο συγγραφέας του αποσπάσματος πιθανότατα δεν πρέπει να ταυτιστεί με αυτό των σπαρτιατικών επιστολών, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει μετά από λεπτομερή συζήτηση ο J.-DGaugerBeiträge zur jüdischen ApologetikUntersuchungen zur Authentizität von Urkunden bei Flavius Josephus und im 1. Makkabäerbuch, Cologne 1977, 297-306.

52 Cardauns, ‘Juden und Spartaner’, 322; similarly Gauger, Beiträge zur Judischen Apologetik20 note 23.

53 Η ταύτιση με τον Ευπόλεμο, ο οποίος υπηρέτησε ως πρεσβευτής του

Ιούδα του Μακκαβαίου, αμφισβητείται ανεπιτυχώς από τον GruenHeritage, 139f.

54 Έχει ήδη αναδειχτεί από τον JFreudenthalAlexander PolyhistorBreslau 1875, 109-12; δείτε επίσης: GruenHeritage, 142.

55 Α’ Μακκ 3:18-19, 50, 60; 4:10, 24, 40, 55; 9:46; 12:15; 16:3.

56 Nelis, I Makkabeeën, 17-19.

57 Nelis, I Makkabeeën, 157.

58 Σημειώνεται πως αυτό το κομμάτι αποδίδεται εσφαλμένα από FraserPtolemaic AlexandriaII.963.

59 Goodman στο: Schürer, History of the Jewish people III.1, 526-8.

60 W. Ameling, Inscriptiones Judaicae Orientis II: Kleinasien, Tübingen 2004, 103; M.H. Williams, ‘The Use of Alternative Names by Diaspora Jews in Graeco-Roman Antiquity’, Journal for the Study of Judaism 38 (2007) 307-27, που αγνόησε τον Κλεόδημο

61 Γι αυτό και άλλα παραδείγματαδείτε J.N. Bremmer, ‘Malchos ‘King’ and Trimalchio’, Mnemosyne IV 34 (1981) 395-96. Περισσότερα για τη λατινική ρήση που εξηγεί το Μάλχος ως «Βασιλέας»: Hieronymus, Life of Malchus, 2: Erat illic quidam senex nomine Malchus, quem nos Latine ‘regem’ possumus dicere, Syrus natione et lingua.

62 Για τις εβραϊκές γενεαλογικές εικασίες σχετικά με την Αφρικήδείτε: Y. Modéran, ‘Mythe et histoire aux derniers temps de l’Afrique antique: à propos d’un texte d’Ibn Khaldûn’, Revue historique 303 (2001) 315-41.

63 Είμαι πραγματικά ευγνώμων στην Suzanne Lye για την άρτια διόρθωση του κειμένου μου. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τις Albertina Oegema και Marjan Pierhagen και για την προσεκτική ανάγνωση του κειμένου.

About furdenkommunismus (450 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: