τελευταία νέα σε τίτλους

«Βιβλιοαναγνώσεις #62» Λευτέρης Τσικουράκης: Το θυμητάρι ενός ελασίτη πολεμιστή (διαδικτυακή έκδοση)

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 5,706 other followers

του Κ.Π.Δ.

Το έφερε η περίπτωση να διαβάσω την εξιστόρηση του Λευτέρη Τσικουράκη στην περίοδο της πανδημίας, την ώρα που η ανθρωπότητα δίνει τη μάχη εναντίον ενός θανατηφόρου Ιού. Οι αναμνήσεις, το θυμητάρι, όπως το λέει ο ίδιος, ξετυλίγονται την εποχή που η ανθρωπότητα πολεμούσε τον χειρότερο ίσως εχθρό της ιστορίας της, που όμοιός του να ευχηθούμε να μην εμφανιστεί ξανά τόσο δυνατός μπροστά της, το Ναζισμό και τον Φασισμό, που στην Ελλάδα είχαν πέσει πάνω της με τρία πρόσωπα το γερμανικό, το ιταλικό και το ελληνικό. Ο συγγραφέας βρέθηκε αντιμέτωπος και με τα τρία, ιδιαίτερα με το πρώτο και με το τρίτο που κράτησε χρονικά πολύ περισσότερο από τα άλλα.

Όποιος αναζητήσει το όνομα του συγγραφέα στο διαδίκτυο θα το βρει μόνο, εγώ τουλάχιστον εκεί το βρήκα, στην ηλεκτρονική έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών σε δημοσίευμα του Σταύρου Μαλαγκονιάρη (28.04.2017, 15:18), αναδημοσιευμένο ευτυχώς σε πολλούς ιστότοπους, με τον τίτλο «Δεν ήταν κάστρο, μ’ άντεξε σαν κάστρο», που αναφέρεται στο «Κάστρο του Υμηττού» και καταγράφει τη μαρτυρία του Τσικουράκη, παρμένη από την ομώνυμη έκδοση του Δήμου Υμηττού (1997-σελ.28): «…Εκεί ήτανε που μπήκα εγώ μέσα», διηγείται ο Υμηττιώτης αντιστασιακός Λευτέρης Τσικουράκης».

Όταν διαβάσεις το βιβλίο του Τσικουράκη αυθόρμητα σου έρχεται το ερώτημα γιατί αυτή η απουσία αναφορών στο όνομα ενός τέτοιου αγωνιστή. Νομίζω πως την απάντηση τη δίνουν η κριτική του σε συντρόφους του και έμμεσα προς την ηγεσία του ΚΚΕ. Ενδεικτικά παίρνω ένα απόσπασμα που αναφέρεται στο 1965: «Ένας χρόνος μετά την αποφυλάκιση μου. Στο κίνημα έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα. Έχει κρυφοαρχίσει μια διαδικασία ανακατατάξεων. Τώρα κύριο όργανο της αριστεράς είναι η Ε.Δ.Α. Πρόεδρος της ο παλαίμαχος δημοκράτης Η. ΗΛΙΟΥ, μα παρασκηνιακά άλλοι κινούν τα νήματα». Αναφέρεται σε μια εκλογική συνέλευση στην πλατεία Καλογήρων της Δάφνης, για την ανάδειξη νέων περιφερειακών οργάνων, όπου μεταξύ των υποψηφίων είναι κι ο αδελφός του, Ντίνος. Εκεί περιγράφεται με θυμοσοφική διάθεση αλλά και με πίκρα, μια παρωδία διαδικασιών, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η ακύρωση της θριαμβευτικής εκλογής του, εκλογής που προέκυψε μετά από αναπάντεχη πρόταση του Γιώργου Αργυρίου. Νομίζω πως αυτό εξηγεί πολλά, υπάρχουν και άλλες απαξιωτικές αναφορές για κομματικούς συντρόφους του και δεν έχει νόημα να επεκταθώ διότι χωρίς να αμφιβάλω στο ελάχιστο για την εντιμότητα των κρίσεων τις οποίες κάνει, δεν είμαι σε θέση να ξέρω όλες τις παραμέτρους αυτών των τόσο λυπηρών καταστάσεων που τόσο συχνά έχουν καταγγελθεί από διάφορες μεριές.

Πριν πιάσω από την αρχή το πολύ μακρύ νήμα της εξιστόρησης που ξετυλίγεται σε πάνω από 350 σελίδες, οφείλω μια αναφορά στον εξαιρετικό πρόλογο που έγραψε η κόρη του συναγωνιστή του Γιώργου Αργυρίου Σοφία Αργυρίου Κυρίτση (Αθήνα 2020) η οποία αφιερώνει την έκδοση στον πατέρα της για τον οποίο υπάρχουν πολλές τιμητικές αναφορές στην εξιστόρηση. Η ίδια θυμάται, όπως αναφέρει, τον συγγραφέα να τους επισκέπτεται στο σπίτι τους. Σε αυτούς κατέληξαν εν είδει παρακαταθήκης σαν μια απαιτητική κραυγή του αδικαίωτου περιθώριου της Ιστορίας που πρέπει να ακουστεί και οι γραμμένες σε γραφομηχανή σελίδες των διηγήσεων του Τσικουράκη, που έγιναν τώρα βιβλίο και οι οποίες είχαν στην αρχή τους ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα προς «την οικογένεια του ατρόμητου αγωνιστή Γιώργου Αργυρίου». Στην κατάληξή του πρόλογου γίνεται μια πολύ σοβαρή επισήμανση με διαχρονική και οικουμενική ματιά: «…Πέρα από την καταστροφή και τη φτώχεια, που πάντα φέρνει ένας πόλεμος, λαοί κι εθνότητες που ζούσαν στην Ελλάδα πριν τον πόλεμο παύουν να υπάρχουν, τουλάχιστον σε σχέση με την δύναμη και την θέση που είχαν πριν. Κι αυτό δυστυχώς δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, 2020. Υπάρχει μια τέτοια καλλιεργούμενη κι ελεγχόμενη, ψευτοπαιδεία, με τόσο γκροτέσκα και ηλίθια χαρακτηριστικά, κι εκδηλώσεις ακόμη πιο γελοίες έως επικίνδυνες, που ο ρατσισμός γίνεται αξία, η αρπαγή κανόνας, η πειθαρχία στις προσταγές της οποιασδήποτε εξουσίας τρόπος ζωής. Μια τέτοια κοινωνία είναι αυτή που οικοδομήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Φυσικά πάντα θα υπάρχουν οι πιο ελεύθερες φωνές κι αυτή είναι η μόνη ελπίδα, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την ανθρωπότητα..».

Ξεκινώντας ο Τσικουράκης μια ιστορία αντίστασης που την οριοθετεί χρονικά από το 1940 έως το 1974, γράφει με κεφαλαία γράμματα «ΕΑΝ ΘΕΣ ΝΑ ’ΣΑΙ ΑΡΕΣΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΟΥΣ ΓΡΑΨΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥΣ ΑΝ ΘΕΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΣΕΒΕΣΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΣΕΒΟΝΤΑΙ ΓΡΑΨΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ». Προσωπικά με έπεισε πως έγραψε με καθαρή συνείδηση τα γεγονότα όπως τα είδε και τις κρίσεις του σε αυτά, όπως τις πίστευε. Αξίζει λοιπόν τον σεβασμό κάθε δημοκράτη και πατριώτη, με τις πραγματικές σημασίες αυτών των λέξεων. Ο ίδιος αξιώνει και την αναγνώριση των πεσόντων αγωνιστών που η επίσημη Ιστορία τους πέρασε στα «ψιλά» της ή στην ανυπαρξία, ένα πρόβλημα που ακολουθεί την Ιστορία σε όλα τα βήματά της από την εποχή του Ηρόδοτου μέχρι σήμερα, αφού πάντα υπάρχουν ηρωισμοί και θυσίες που δεν διασώθηκαν, πράγμα κατανοητό όταν δεν γίνεται από πονηρή σκοπιμότητα, όπως κατά μέγα μέρος έχει γίνει σε αυτό το μακροχρόνιο αγωνιστικό έπος. Στη δική του εισαγωγή ξεκαθαρίζει πως περιγράφει τους αγώνες και τους ανθρώπους τους που ο ίδιος τους έζησε στην περιοχή Υμηττού, Κοπανά, Χαραυγής, Ηλιούπολης. Ο Κοπανάς μου ήταν άγνωστος όπως νομίζω και στους περισσότερους και ανακάλυψα πως ήταν μικρός οικισμός προσφύγων μεταξύ Βύρωνα και Ηλιούπολης. Ο συγγραφέας εξηγεί πως το όνομα το πήρε από τα ξύλα με τα οποία οι γυναίκες κοπανούσαν τα ρούχα για να καθαρίσουν, στο ρέμα.

Το θυμητάρι δεν αφορά αντάρτικο βουνών αλλά της πόλης. Ο Τσικουράκης εξηγεί τις διαφορές μεταξύ αυτών των δυο, τις ιδιαιτερότητες του δεύτερου, όπου οι αγωνιστές χάνονται στα δρομάκια, στα υπόγεια, στις κρυψώνες χωρίς να έχουν μπροστά τους την εικόνα του πεδίου της μάχης, αποκομμένοι κατά κανόνα, ακόμη και ανά ένας, χωρίς οπτική ή άλλη επικοινωνία με συντρόφους, με συνεχές το ενδεχόμενο να πέσουν σε κακό συναπάντημα με εχθρικούς στρατιώτες, με ρουφιάνους, χαφιέδες, δειλούς ή αδιάφορους περαστικούς. «Στις μάχες των πόλεων και ειδικά των συνοικιών με τα πολλά στενά και καλντερίμια, έπρεπε ο κάθε μαχητής να βασίζεται περισσότερο στην δική του παλληκαριά και πείρα παρά στη βοήθεια του διπλανού…ο μαχητής ή οι μαχητές που ξεκόβονταν, έπρεπε πολλές φορές να τα βγάλουν πέρα μόνοι και να μη περιμένουν βοήθεια τις περισσότερες φορές από κανέναν…Κι όταν παγιδεύονταν, ΕΝΑΣ ήταν ο δρόμος, ΕΝΑΣ και μοναδικός: Μάχη μέχρι την προτελευταία σφαίρα και μετά θάνατος….». Διευκρινίζει πως οι όροι τάγμα, λόχος ή σύνταγμα δεν ανταποκρίνονταν στην αριθμητική πραγματικότητα, είχαν μόνο σχετική και ενδεικτική αξία, αν μη τι άλλο και λόγω της στενότητας του χώρου. Υπήρχαν και οι εφεδροελασίτες που και στα σπίτια τους κοιμόντουσαν και στις δουλειές τους πήγαιναν, έτοιμοι όμως να κινδυνεύσουν όταν και όπου τους καλούσαν. Η μεγάλη ανάπτυξη, και το πέρασμα των εφέδρων στο ένοπλο δυναμικό του Ε.Λ.Α.Σ., άρχισε τον Σεπτέμβρη του 1944. Η οικογένεια του Τσικουράκη έδωσε πολλά μέλη της στον αγώνα αυτό, κάποια έχασαν και τη ζωή τους, όπως τον Αύγουστο του ‘44 ο αδελφός του Στέλιος σε μπλόκο Γερμανοτσολιάδων.

Ο Τσικουράκης διευκρινίζει από την αρχή πως φλεγόταν από πατριωτικό αίσθημα, αγνό χωρίς μίσος παρά μόνο για εισβολείς και για ντόπιους τυράννους και συνεργάτες τους. Στην έναρξη του πολέμου αν και είχε εργασία, επιδίωξε να στρατευτεί στο μέτωπο ως εθελοντής και έφτασε μέχρι τον Μεταξά για αυτό. Παρ’ ότι δεν πληρούσε την ηλικιακή προϋπόθεση βρίσκεται τελικά στην αεράμυνα όπου αντιλαμβάνεται πως την προόριζαν για εσωτερική καταστολή. Γερμανοί προελαύνουν προς την πρωτεύουσα. Όταν άρχισε η υποχώρηση του ελληνικού στρατού από το μέτωπο περιπολεί στα Πατήσια και εκεί μαζεύουν λιποτάκτες αξιωματικούς που παράτησαν τους στρατιώτες «στο έλεος των Γερμανοϊταλών και κοιτάνε να σώσουν τα τομάρια τους».

Το Μάη του ’41 αρχίζει ο αγώνας της οικογένειάς του για επιβίωση. Γίνονται ξυλάδες, κόβοντας ξύλα από το βουνό για θέρμανση δική τους και για πούλημα. Οι δυσκολίες είναι πάρα πολλές. Τον χειμώνα του ’42 αποκτά το πρώτο του πιστόλι που έκλεψε στο τραίνο του ηλεκτρικού από Γερμανό στρατιώτη. Μέσα από διαρκείς περιπέτειες, κλοπές βενζίνης από Γερμανούς, συλλήψεις, άγρια κυνηγητά πυροβολεί και σκοτώνει έναν Γερμανό για να σώσει έναν φίλο του για τον οποίο το 44 έμαθε πως είχε στρατευθεί στα προδοτικά τάγματα ασφαλείας στο Αγρίνιο. O ίδιος στρατεύεται στον ΕΛΑΣ διακινδυνεύει συνεχώς τη ζωή του και την ελευθερία του μέσα από περιπέτειες που εξιστορεί αναλυτικά, πολλές από αυτές τόσο τραγικές και βασανιστικές που ρίχνουν τον αναγνώστη σε βαθιά μελαγχολία αλλά και αγανάκτηση για τους φασίστες και τους μέχρι και σήμερα νοσταλγούς αυτών των καταστάσεων, περιπέτειες στις οποίες μπλέχτηκαν μια σειρά πρόσωπα, η μάνα του, φίλοι, αδέλφια, γείτονες, μικροί ήρωες, ρουφιάνοι και δωσίλογοι κάθε λογής και αστυνομικοί διαφόρων διαβαθμίσεων από πατριώτες μέχρι προδότες. Φυλακίσεις σε παγωμένα κελιά χωρίς παράθυρο, ακόμη και σε βρώμικες τουαλέτες, άγρια βασανιστήρια, καταδιώξεις μέσα στην κρύα και βροχερή νύχτα μισόγυμνων δραπετών, διαφυγές με άλματα θανάτου ξυπόλητων αγωνιστών πάνω σε γυαλιά, εκβιασμοί σε γέρους γονείς, κρύψιμο πληγωμένων ανθρώπων μέσα σε υπόνομους και σε λακκούβες χειρότερες κι από τάφους. Ο συγγραφέας κατονομάζει ήρωες και καθάρματα, που τώρα πια δεν ενδιαφέρουν κανέναν έξω από τους απογόνους τους, όσοι άφησαν απογόνους, που κουβαλούν την τιμή ή το βάρος των ονομάτων τους. Ανάμεσά τους «η Φλιφλί, μια πορνοελληνίδα…μεγάλη γκεσταπίτισα …στο μεγάλο μπλόκο της Γούβας, αυτή με το μασκοφόρο Μαρίνο, τον κουλοχέρη και τον πατέρα του, διάλεξαν αρκετά παλληκάρια του Ε.Λ.Α.Σ. για εκτέλεση. Φορώντας γερμανική στολή και κρατώντας μαστίγιο, περιερχόταν τους γονατιστούς Έλληνες πατριώτες και διάλεγε ποιοι να εκτελεστούν. Σε λίγο καιρό όμως πιάστηκε από μας και στάλθηκε στη πολιτοφυλακή και πλήρωσε τις προδοσίες της σε βάρος του λαού».

Μια επιγραμματική περιγραφή της φρίκης που ζει η Αθήνα και τα περίχωρα δείχνει την κατάσταση: «Ο ελληνικός λαός πεινάει και οι μόνοι που διαθέτουν λεφτά είναι οι κάθε λογής συνεργάτες των Γερμανών, οι μαυραγορίτες και οι ριψοκίνδυνοι σαλταδόροι, όλος ο άλλος κόσμος πεινάει. Τρέφεται με λαχανίδες, σταφίδα, άγρια χόρτα χωρίς λάδι και ότι άλλο μπορεί να γεμίσει ένα άδειο στομάχι. Τα λούπινα που τα έτρωγαν μόνο τα ζώα κι αυτά με το ζόρι, έγιναν κι αυτά τώρα το προσφιλές έδεσμα των πεινασμένων κατοίκων της πρωτεύουσας. Παιδάκια σκελετωμένα και παραμορφωμένα οργώνουν τους σκουπιδότοπους για κάτι φαγώσιμο. Τα ταβερνίδια που προσφέρουν διασκέδαση και κάτι για φαΐ στις κλίκες των μαυραγοριτών και των σαλταδόρων, είναι κάθε βράδυ γεμάτα, ορχήστρες χαμηλής ποιοτικής στάθμης δημιουργούν ατμόσφαιρα κεφιού με αυτοσχέδια τραγούδια ή παλιές ρεμπέτικες επιτυχίες. Οι κάθε λογής Γκεσταπίτες μπαινοβγαίνουν επιδειχτικά, συνοδευόμενοι από διαφόρους όψιμους σωματέμπορους και αμφιβόλου ηθικής γυναίκες. Ύποπτοι τύποι, άνθρωποι που είναι έτοιμοι να πουλήσουν και την ψυχή τους ακόμα, κυκλοφορούν από το ένα μαγαζί στο άλλο σαν βρωμερά ερπετά. Κοπελίτσες που σε καλές και ειρηνικές εποχές θα ήταν νοικοκυρούλες με φαμίλια, τρέχουν έξω από τα άντρα αυτά, για να οικονομήσουν ένα πιάτο φαΐ για να επιζήσουν».

Πλησιάζοντας το τέλος του πολέμου, ο Τσικουράκης εξιστορεί γλαφυρά: τις αποχρώσεις της προδοσίας και της δειλίας: «Χίτες, ελληνικά ESES, ΕΕΕ, ESD, ΟΜΑΔΑ 3000 του Παντελέωνα, Παπαγιώργηδες, τσολιάδες, ειδικοασφαλίτες, Μπουραντάδες και ό,τι άλλο κατακάθι της ελληνικής προδοσίας βάλει ο νους σου,… Άλλοι που ήταν απλώς Γερμανόφιλοι, βλέποντας τις αγριότητες των Γερμανών και των χαφιέδων και προβλέποντας ότι πολύ γρήγορα ο κόκκινος στρατός και οι σύμμαχοι θα σαρώσουν τους Γερμανούς, προτίμησαν να κάτσουν φρόνιμα και καμιά φορά μας βοηθούσαν, λέγοντας μας για μερικούς που ήταν κρυφά «καρφιά» των Γερμανών». Τον Απρίλη του ’44 διεξάγεται ένας δημοκρατικός άθλος, η διαδικασία των εκλογών της ΠΕΑΕΑ. Ακολουθούν ένοπλες συγκρούσεις με Γερμανούς που ωριμάζουν τον συγγραφέα και τον οδηγούν σε μια πολύ σοβαρή διαπίστωση, που μακάρι να την είχαν και άλλοι στο μυαλό τους: «Καλός ηγέτης είναι εκείνος που δίνει την μάχη όταν πρέπει κι εκεί που πρέπει. Εγώ από τότε αυτό το τήρησα σαν θεϊκή εντολή».

Βρίσκω πολύ συγκινητική την περιγραφή του γάμου του: «Τον καιρό εκείνο είχα αποφασίσει να μείνω κοντά στο σπίτι του πεθερού μου, στον Σταυρό Αγίας Παρασκευής, και για τον λόγο αυτό, αποφάσισα να πάω να βγάλω άδεια να παντρευτώ κιόλας, μια κι ο κίνδυνος να σκοτωθώ όλο και με πλησίαζε και δεν θα ’ταν σωστό να μείνει η κοπέλα που σχετιζόμαστε ανύπαντρη χήρα. Πήγα λοιπόν τη νύχτα και βρήκα τον παπά Νικόλα και του ζήτησα να μου βγάλει άδειες αλλά χωρίς να μάθει κανείς, κι εγώ εκ των υστέρων θα συμπλήρωνα το μέρος που θα έκανα τον γάμο μου. Ο παπά Νικόλας στην αρχή έφερε αντίρρηση, μα σε λίγο, αφού τα είπαμε, δέχθηκε να μου βγάλει άδειες. Αφού τις έβγαλε, έστειλα και τις πήρανε κι έφυγα κρυφά το βράδυ για την Κάντζα, 2 χιλιόμετρα έξω από το Σταυρό Αγίας Παρασκευής. Το πρωί έφυγα και πήγα στο Λιόπεσι και βρήκα ένα παπά και είπα πως βιάζομαι να παντρευτώ, γιατί η «νύφη» σε λίγο θα γεννήσει και είναι κρίμα να γεννήσει αστεφάνωτη. Ο παπάς, ένας καλός άνθρωπος και λίγο του ποτηριού, δέχθηκε να έρθει το πρωί της Κυριακής να με παντρέψει. Έτσι κι έγινε. Βρήκα έναν αγροφύλακα, σχεδόν άγνωστο, και τον έκανα κουμπάρο κι επειδή ο πατέρας μου ήταν στο Χαϊδάρι, έφερα για πατέρα μου έναν γείτονα. Στο γάμο είμαστε γύρω στα 10 άτομα…».

Ο Τσικουράκης είναι πολύ ψύχραιμος και αντικειμενικός στις περιγραφές του, όπου δεν τσουβαλιάζει δικαίους και αδίκους: «ΜΠΟΥΡΑΝΤΑΔΕΣ Μηχανοκίνητο της αστυνομίας που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς στις επιχειρήσεις εναντίον του Ε.Λ.Α.Σ. Το όνομα το πήραν από το επίθετο του διοικητή τους Μπουραντά. Αυτοί δεν είχαν καμιά σχέση με τα αστυνομικά τμήματα των συνοικιών που στην πλειοψηφία τους ή μας βοηθούσαν ή τουλάχιστον δεν ήταν εναντίον μας. Εννοώ τα τμήματα τάξεως κι όχι ασφαλείας, γιατί αυτά ήταν πάντα εναντίον μας. Αργότερα οι «δημοκράτες» της Δεξιάς και του Κέντρου τον έκαναν αρχηγό της πυροσβεστικής».

Η απελευθέρωση πλησιάζει. Έχει ενδιαφέρον το πώς βλέπει μια πτυχή των κινήσεων της ηγεσίας του ΕΛΑΣ: «Μας καλούν στο τάγμα και μας λένε ότι μπορεί να γίνει συμφωνία για την παράδοση των Γερμανοτσολιάδων και την προσχώρηση τους στο πατριωτικό μέτωπο ενάντια στους Γερμανούς. Πάμε προς το Παγκράτι και παρατασσόμαστε … Εγώ ούτε θέλω να ακούσω για συμφωνία με αυτούς, που μαζί με τους Γερμανούς δολοφόνησαν τα καλύτερα μου παλληκάρια, προτιμάω να μετρηθούμε μαζί τους. Το λέω στον Παύλο κι αυτός, παρ’ όλο που συμφωνάει μαζί μου, μου λέει πως υπάρχει συμφωνία μεταξύ Ε.Λ.Α.Σ. και κυβέρνησης Καΐρου Εθνικής Ενότητας και πρέπει να υπακούσουμε…Στα γύρω στενά, οι Ελασίτες έχουν πιάσει κουβέντα με διάφορους τσολιάδες γνωστούς τους. Εγώ, μόνο που τους βλέπω, με πιάνει σύγκρυο απ’ το μίσος που τους έχω..».

Την ώρα της φυγής των Ναζιστών ο Τσικουράκης επικεφαλής μερικών ανδρών τρέχει στο Τατόι αλλά καθ’ οδόν τραυματίζεται και χειρουργείται από τον Κόκκαλη σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Βγαίνοντας παρατηρεί τη μεταβάπτιση των δωσίλογων σε πατριώτες και χρεώνει στην ηγεσία του ΕΑΜ την εθελοτυφλία και το αυτοξεγέλασμα με δυο Υπουργεία που της δόθηκαν. Το κίνημα αφοπλίζεται ενώ «ο φον Αριστείδης γίνεται σερ Αριστείδης», «δίχως ίχνος αντίδρασης από μέρος των στελεχών του μεγαλύτερου σε συμμετοχή και σε θυσίες Κ.Κ.Ε., του οργανωτή του εαμικού Κινήματος». Τραυματισμένος ο συγγραφέας συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται, δραπετεύει, ενώ έχει ήδη αρχίσει ο Εμφύλιος. Ξανασυλλαμβάνεται, οδηγείται στου Αβέρωφ στο ίδιο κελί με το ζωγράφο Μπαχαριάν και το Σεπτέμβρη του ’46 μαθαίνει στο κελί του πως πέθανε η μητέρα του Γεωργία, μόλις 48 χρονών.

Καταλήγει στο ίδιο κελί όπου είχε κλειστεί κι ο πατέρας του, καταδικασμένος σε θάνατο από τη βασιλική κυβέρνηση Γούναρη το 1922. «Κατηγορία η ίδια: ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ». Μεταφέρεται στις φυλακές Αργοστολίου. Τον Οκτώβρη του ’47 τον καταδικάζουν σε ισόβια με ψευδομαρτυρίες για φόνο. Μετά από επεισόδια τον στέλνουν πειθαρχικά τιμωρημένο στη Γυάρο. Διοικητής ο γνωστός «ανθρωπογδάρτης» Γλάστρας. Οι δοκιμασίες και τα μαρτύρια είναι καθημερινά. Καίνε ακόμη και την αλληλογραφία των εξόριστων με τους γονείς τους, αφού πρώτα κλέψουν τα γραμματόσημα για να τα πουλήσουν. Εξιστορεί την υποκρισία του ιερωμένου Προκόπιου Παπαθεοδώρου που ήταν θρησκευτικός διευθυντής της Γιούρας και του υπουργείου Δικαιοσύνης: «Ήταν ανήμερα του Πάσχα 1948. ..μας είχαν μαντρώσει πάνω στο ύψωμα …είχαν στείλει το πρωί 5 από τους τιμωρημένους να κουβαλάνε πέτρες πάνω στον απέναντι λόφο για να τους βασανίσουν. Από κει που είμαστε εμείς τους βλέπαμε καθαρά τους βασανισμένους κι από πίσω ο Ακριβός τους χτυπούσε με το ξύλο αφηνιασμένος. Όταν άρχισε η λειτουργία … μερικοί από μας δεν κρατηθήκαμε και μεγαλοφώνως είπαμε στους παπάδες: «Τότε σταύρωσαν τον Χριστό, τώρα σταυρώνουν και μας» και δείχναμε προς τον λόφο. Ο Προκόπης, κάνοντας δήθεν πως δεν ξέρει τίποτε για τα βασανιστήρια που γινόντουσαν εκεί, γύρισε και είπε στον αρχιφύλακα: «Κύριε αρχιφύλακα σήμερα είναι μέρα της χριστιανοσύνης και δεν πρέπει να εργάζεται κανείς». Κι ο αρχιφύλακας είπε στον Προκόπη: «Πάτερ μου μόνοι τους θέλουν να “εργασθούν”. Εγώ τι να κάνω; Μπορώ να τους το απαγορεύσω; Εδώ ό,τι κάνει ο καθένας το κάνει “εθελοντικά”». Και κείνος λες και δεν γνώριζε τι σημαίνει «εθελοντικά» του είπε: «Το ξέρω τέκνον μου ότι πήγαν εθελοντικώς, εσύ όμως έχεις χριστιανικό καθήκον να τους εμποδίσεις». Κάποια στιγμή τους επισκέπτεται και ο δεσπότης της Σύρου. Του διεκτραγωδούν τα συνεχή μαρτύριά τους: «Καλά σας κάνουν, διότι κι εσείς τα ίδια κάνετε. Τώρα τί παραπονιέστε; Εδώ σκοτώνονται οι άλλοι κι εσάς σας ταΐζουν τζάμπα κι έχετε και παράπονο; Κι αν πέφτει και λίγο ξύλο δεν χάλασε ο κόσμος, πόλεμος γίνεται, τι θέλετε να σας χαϊδεύουν»;

Το 1949 τον πάνε πίσω στις φυλακές Αβέρωφ: «Υπεύθυνος επικεφαλής της συνοδείας, ο περιβόητος Μόρφης. Ο ειδικός ασφαλίτης που μέσα στα κρατητήρια της ειδικής ασφάλειας (Γκεστάπο) είχε βασανίσει, μαζί με τον Παρθενίου, εκατοντάδες Έλληνες πατριώτες, που βαρύνονταν με δεκάδες εκτελέσεις πατριωτών και που ήταν ο κύριος βασανιστής κι εκτελεστής της Ηλέκτρας Αποστόλου». Το 1954 τον μεταφέρουν στην Αίγινα, από όπου αποφυλακίζεται το Νοέμβρη του 1963 από τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Έν. Κέντρου Δ. Παπασπύρου με τον όρο όμως της μη παραμονής του για 5 χρόνια στην περιφέρεια της πρωτεύουσας. Παραβιάζει τον όρο, κρύβεται στο Φάληρο, η Ασφάλεια πιέζει τον πατέρα του. Δουλεύει σκληρά στην οικοδομή, φορτώνει μπάζα σε φορτηγά, καταφέρνει και βρίσκει δουλειά σε καλούς εργολάβους. Το 1966 ο Παπασπύρου πάλι, ως Υπουργός της Αποστασίας, καταργεί την απαγόρευση διαμονής του στην Αθήνα. Έρχεται η Χούντα, βρίσκεται ξανά στη Γυάρο, τραυματίζεται και τον μεταφέρουν το Νοσοκομείο της Σύρου, όπου ο διευθυντής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, τον βάζει στον κατάλογο των αναπήρων, παίρνει άδεια κατ’ οίκον νοσηλείας και επιστρέφει στην Αθήνα, δουλεύει οικοδόμος, προάγεται σε εργοδηγό, όμως δεν έχει σπίτι και κοιμάται στην οικοδομή. Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον μεταφέρει ο Φώτης Κουβέλης με αυτοκίνητο εκεί. Η Χούντα πέφτει. Το 1981 έρχεται το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία: «Επιτέλους, ύστερα από 38 χρόνια, η πρώτη Δημοκρατική κυβέρνηση της χώρας με τον νόμο 1285/82 αναγνώρισε την Εθνική μας Αντίσταση και με τον νόμο 1534/85 αποφάσισε την συνταξιοδότηση των αναπήρων αντιστασιακών…. Το πρώτο βήμα έγινε, τώρα μένει το δεύτερο και ουσιαστικότερο. Ο ΚΟΛΑΣΜΟΣ και το ΑΝΑΘΕΜΑ στους προδότες και σφαγείς του Λαού μας, που εξακολουθούν και σήμερα να συνταξιοδοτούνται από το επίσημο κράτος. ΔΕΝ ΖΗΤΑΜΕ ΕΚΔΙΚΗΣΗ, ΖΗΤΑΜΕ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ….. Ακούστε λοιπόν «μεγαλοσυγγραφείς» και «ιστορικοί», πρέπει να μάθετε κάτι έστω κι εκ των υστέρων: Το μεγαλείο του Ελασίτη πολεμιστή οφείλεται στο γεγονός ότι: ένας ολιγάριθμος και κακώς εξοπλισμένος στρατός με ηγέτες που στην πλειοψηφία τους ήταν αγράμματα παιδιά του λαού, πάλεψε κάτω από τέτοιες σκληρές συνθήκες και ΝΙΚΗΣΕ.»…..

Ο σύνδεσμος για την ανάγνωση του βιβλίου στο διαδίκτυο:

https://www.scribd.com/document/485099443/%CE%A4%CE%9F-%CE%98%CE%A5%CE%9C%CE%97%CE%A4%CE%91%CE%A1%CE%99-%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3-%CE%95%CE%9B%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%A4%CE%97-%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%95%CE%9C%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%97

About furdenkommunismus (450 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: