τελευταία νέα σε τίτλους

συντελεστές εργασιακού προτσές, ποσότητα εργάσιακού χρόνου, περιστροφή μεταβλητού κεφαλαίου

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 5,979 other followers

Δύο είναι οι κεντρικοί συντελεστές του εργασιακού προτσές αναφορικά με την μορφοποίηση και τον σχηματισμό της αξίας του προϊόντος: από την μια τα μέσα παραγωγής, και από την άλλη η εργατική δύναμη, τα οποία αμφότερα είναι απλά (σε αυτό το σημείο θέασης) διαφορετικοί τρόποι ύπαρξης της κεφαλαιακής αξίας.

Το πρώτο, εκπροσωπούμενο από τα μέσα παραγωγής, καλείται σταθερό κεφάλαιο, το δεύτερο, εκπροσωπούμενο από την εργατική δύναμη, μεταβλητό κεφάλαιο. Το μεταβλητό κεφάλαιο στο προτσές της παραγωγής υπόκειται μια εναλλαγή της αξίας του: αναπαράγει το ισοδύναμο της δικής του αξίας και επίσης παράγει ένα υπερβάλλον, μια πρόσθετη αξία. Το σταθερό κεφάλαιο συνιστά την αντικειμενικότητα του προτσές, ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο την υποκειμενικότητα.

Έχει να κάνει με την στριφνότητα του προτσές της κεφαλαιακής παραγωγής ότι παρά το γεγονός ότι το μεταβλητό κεφάλαιο έχει σχεδόν πάντα λιγότερη και χαμηλότερη τιμή από εκείνην του σταθερού το οποίο είναι δεσμευμένο στην παραγωγή, εντούτοις η αξία του είναι πάντα μεγαλύτερη και υψηλότερη, διότι επειδή εναλλάσσεται, παράγει μια υπερβάλλουσα αξία, την πρόσθετη αξία, την υπεραξία, αφού πρώτα αναπαράγει την δική του αξία. Επομένως, με μια απλή σχεδόν μαθηματική λογική, όσο μεγαλύτερη είναι αξία του μεταβλητού κεφαλαίου, το ίδιο θα ισχύει και με την αξία του παραγόμενου προϊόντος.

Όμως, στις περιπτώσεις όπου ένας καπιταλιστικός σχηματισμός αναδύεται με ειδικό τρόπο, επιστρατεύοντας την κλασική ανάλυση του Ρικάρντο, προκειμένου να οξύνει και να βελτιώσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του, θα χρειαστεί το φτήνεμα των παραγόμενων προϊόντων, κάτι που περνάει μέσα από την μείωση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου. Από την άλλη, ιδιαίτερα στις σύγχρονες συνθήκες, αυτή η κλασική συνταγή, πάλι για λόγους οι οποίοι έχουν κάνουν με τον λόγο (ratio) μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου (δηλαδή με την αξιακή και οργανική σύνθεση) είναι εφήμερη και ευκαιριακή, διότι ακόμα και σε μια ειδική περίπτωση καπιταλιστικού σχηματισμού, αυτή η κλασική συνταγή έρχεται σε ευθεία αντίφαση με την γενική ανάγκη του γενικού κεφαλαιακού συστήματος για πραγματική υπαγωγή.

Αλλά, αυτές οι συνταγές μπορούν να προσφέρονται σε συγχρονισμένες μορφές. Έτσι, πχ. χρειάζεται κριτική εννοιολόγηση η νομοθετική ρύθμιση του τυπικού εργασιακού χρόνου λχ. στην Αυστρία. Και τούτο διότι πολλές φορές η αλήθεια στο μέτρο σύμφωνα με το οποίο αναδύεται μερικώς από την διαλεκτική των πραγμάτων, δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που φαίνεται. Δεν πρόκειται για ζήτημα φετίχ, αλλά για ζήτημα τι αληθώς και πραγματικά συμφέρει την εργατική τάξη.

Κατά την εποχή της νεοφιλελεύθερης αντεπαναστατικής διαχείρισης, ο καπιταλισμός είχε βρει τρόπους μέσω της υπαγωγής της «άυλης εργασίας» για την ποσοτική και εντατική αύξηση της πρόσθετης εργασίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τους εργάτες του λεγόμενου «τριτογενούς τομέα». Τότε, τα όρια μεταξύ ελεύθερου και εργασιακού χρόνου πράγματι γινόταν δυσδιάκριτα, διότι ακόμα και μετά το 8ωρο, η εργασία έδινε την θέση της στην δουλειά είτε μπροστά στις ιδιωτικές οθόνες, είτε ακόμα και με παράπλευρους κεκαλυμμένους τρόπους στις pubs, στα καφενεία, και φυσικά στους δρόμους. Αυτό εντάθηκε πιο πολύ εξ αιτίας του miserabilism, όπως ακόμα πιο πολύ εξ αιτίας της τηλε-εργασίας, η οποία έχει και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα υπαγωγής του private χτισμένου χώρου.

Άρα, δεν μπορεί να υπάρξει νικηφόρα πάλη για το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψη ως κομβικά την λειτουργία του κοινωνικού/μητροπολιτικού εργοστασίου, το ζήτημα των γνωσιοπληροφοριακών ροών, τους παράπλευρους μηχανισμούς εκμετάλλευσης, την ένταση της πραγματικής υπαγωγής μέσω των διαδικτύων και των cyber-περιβαλλόντων και μηχανισμών.

Φυσικά, πάντα τα μάχιμα, μαχητικά, πρωτοπόρα κομμάτια της εργατικής τάξης δύνανται με αυτοαξιοποιητικές και μειωτικές πρακτικές να συνιδιοποιούν αυτές τις γραμμές ταξικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης, ανοίγοντας μέτωπα διεκδίκησης τόσο μέσα στους χώρους εργασίας, όσο και στα μητροπολιτικά πεδία, δραστηριότητες οι οποίες επιβάλλουν μερικά την εργατική υποκειμενικότητα επί της σταθεροκεφαλαιακής αντικειμενικότητας, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να κάνει αλλιώς, παρά να δεχθεί την μείωση του συνολικού εργάσιμου-εργασιακού χρόνου, αλλιώς θα προκύψει πρόβλημα στην ομαλότητα της καπιταλιστικής εμπορευματικής κυκλοφορίας.

Από την άλλη, η όποια νομοθετική ρύθμιση του τυπικού εργασιακού χρόνου, δεν αποκρίνεται στην καθ’ εαυτή κίνηση του παραγωγικού προτσές. Δηλαδή πχ. το θεσμοθετημένο 8ωρο δεν είναι πραγματικός χρόνος υποτιθέμενης αναπαραγωγής της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου, και οι υπερωρίες δεν είναι χρόνος παραγωγής της πρόσθετης αξίας, με τον ίδιο τρόπο που ο τυπικός εργατικός μισθός

ουδέποτε αποκρίνεται στην αξία της εργατικής δύναμης.

-Όποιος το πιστεύει αυτό, δηλαδή όποιος πιστεύει ότι το 8ωρο είναι το χρονικό διάστημα αναπαραγωγής της αξίας της εργατικής δύναμης και οι υπερωρίες το χρονικό διάστημα παραγωγής της πρόσθετης αξίας, είναι στην καλύτερη περίπτωση Λασσαλικός ή ίσως κι ο ίδιος ο Λασσάλ, ή οπαδός του «λαϊκού κράτους» (volkstaat), είτε απλά είναι αφελής ή χαζός (βλ. την κριτική στα προγράμματα της Γκότα και της Ερφούρτης).

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι εργάτες σχόλαγαν πχ. από το τουβλοποιείο και ξεχύνονταν στις pubs ή στα διαμερίσματά τους για ύπνο, κατεβάζοντας τα νοητικά και φαινομενολογικά ρολά της βιομηχανικής εργασίας. Από την 3η Βιομηχανική Επανάσταση και εντεύθεν δεν συμβαίνει το ίδιο.

Άρα, πρέπει οι (α)σύγχρονες γενιές και φουρνιές εργατών να περάσουν το σχολειό της προλεταριακής αυτοαξιοποίησης, ώστε να αποκτήσουν την πείρα και την τεχνογνωσία τι σημαίνει και στον ίδιο χρόνο τι προϋποθέτει και τι συνεπάγεται η πραγματική πάλη για την μείωση του συνολικού εργάσιμου χρόνου.

Βέβαια, οι καπιταλιστικές ιδεολογίες, ιδιαίτερα, όταν εμφανίζονται μέσα στα εργοστάσια με πολεμικοπατριωτική, φασίζουσα, σοσιαλφασίζουσα, συντεχνιακή μορφές, στόχο έχουν την ένταση της τυπικής υπαγωγής μέσα από την ένταση και αύξηση του εργασιακού χρόνου: το εθνικοπατριωτικό, συνήθως αντιεβραϊκό-αντιδιεθνιστικό, συνομωσιολογικό κήρυγμα του επιστάτη, του φερέφωνου της εργοδοσίας, και του χαφιέ των αφεντικών, επιδιώκει να μείνει μέσα στα αυτιά των εργατών, ώστε να συνεχίσουν να επιτελούν το «καθήκον» τους, «να κάνουν την δουλειά τους» και μετά το σχόλασμα: η κάθε μικρή ή μεγάλη οικογενειακή καπιταλιστική επιχείρηση προβάλλει τον εαυτό της ως το έθνος. Σε αυτήν την οπτική ο κάθε λογής εθνικοπατριωτισμός είναι μόνο η διαμεσολάβηση και η αφαιρετική ανασύνθεση των εκμεταλλευτικών-καταπιεστικών σχέσεων, και η μυστικοποίηση της έντασης της τυπικής υπαγωγής: το συγκριτικό πλεονέκτημα γίνεται η ίδια η εθνικοπατριωτική γραμμή, και η εθνικοπατριωτική γραμμή δίνει αναφορά στα μεγάλα κατ’ αυτήν αφεντικά.

Αλλά, ενάντια στον εθνικοπατριωτικό ζουρλομανδύα οι εργάτες επιβάλλουν: ΤΑ ΒΙΕΤΝΑΜ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΒΙΕΤΝΑΜ. Βιετκόνγκ ή πεζοναύτες, nevermind, ο σκοπός έχει επιτευχθεί.

Μπορεί να πει κάποιος ότι αυτά τα τερτίπια σε μια χώρα, ιδιαίτερα εν τω μέσω της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, είναι καρικατουρικά δείγματα καθυστέρησης της μέσης κοινωνικής συνείδησης, εμπόδια τα οποία θα σαρωθούν (και σε κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις θα ισοπεδωθούν) από τις ανηλεείς παραγωγικές δυνάμεις. Χωρίς καμία υπερβολή, έρχεται η διαβολοβδομάδα που όλα αυτά θα προβάλλουν ως προβλεπόμενα στιγμιότυπα του προτσές απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών.

Στα πιο σοβαρά, εν τη πλήρη ανάπτυξη της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, καθώς αυτή προσέγγιζε το σημείο της πραγματικής ολοκλήρωσής της, όλες οι προβληματικές και συζητήσεις για το NHS ήλθαν στην επιφάνεια και απέκτησαν κρισιμότητα.

Η εργατική ή ακόμα και η κοινωνική ιστορία πρέπει να παρουσιάζει την ίδρυση και θεμελίωσή του ως άμεσο προϊόν της ανάπτυξης της ταξικής πάλης, της εργατικής διεκδίκησης κλπ. Όμως, εδώ πρέπει να δειχθεί ο ιδιαίτερος και ειδικός τρόπος ένταξης και προσαρμογής του στο προτσές, κι αυτό γίνεται εννοιολογικά.

Το μεταβλητό κεφάλαιο, εκπροσωπούμενο στην εργατική δύναμη, περιστρέφεται στο προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Κάθε μέρα σύμφωνα με την οποία ο εργάτης εξέρχεται της πύλης του εργοστασίου, του χώρου του εργοταξίου, της εισόδου της επιχείρησης, της πόρτας του γραφείου κλπ., δεν φεύγει μόνος του, δηλαδή μόνο με την ενσώματη υποκειμενικότητά του, αλλά μαζί του εξέρχεται και η ημερήσια αξία της εργατικής δύναμής, εκπεφρασμένη όλως συμβατικά σε εγχρήματη ποσότητα, στην μορφή του εργατικού εισοδήματος. Το ίδιο ισχύει και αν πληρώνεται με βδομαδιάτικο, με μηνιαίες αποδοχές, με το κομμάτι, κατ’ αποκοπή, με μπλοκάκι κοκ., μόνο τα χρονικά διαστήματα πληρωμής αλλάζουν. Επομένως, από αυτήν την σκοπιά ο τυπικός εργατικός μισθός, είναι dominantly η χρηματική όψη και μορφή του περιστρεφόμενου κυκλοφορούντος μεταβλητού κεφαλαίου. Από την άλλη, το μεταβλητό κεφάλαιο περιστρέφεται και μέσα από το εμπόρευμα το οποίο παρήχθη:

Το μεταβλητό κυκλοφορούν κεφάλαιο επεκταθέν στην παραγωγή μπορεί να υπηρετήσει φρεσκαρισμένο και ανανεωμένο στο προτσές της κυκλοφορίας, μόνο στο εύρος σύμφωνα με το οποίο το προϊόν στο οποίο η αξία του αναπαράγεται, έχει πωληθεί, μετατραπέν από εμπόρευμα-κεφάλαιο σε χρήμα-κεφάλαιο, προκειμένου να απλωθεί στην μορφή του εργατικού μισθού, στην πληρωμή της εργατική δύναμης. Η ποσοτική αναλογία του χρήματος το οποίο πραγματώθηκε από την πώληση του εμπορεύματος και αναμένει στην μορφή της χρηματικής παροχής, προκειμένου να αναλωθεί προοδευτικά στην πληρωμή της εργατικής δύναμης, η οποία εντάσσεται στο προτσές της παραγωγής, συνιστά το μεταβλητό κυκλοφορούν κεφάλαιο.

Έτσι λοιπόν, η εργατική δύναμη και η πληρωμή της αποκτά μια ιδιαίτερη καπιταλιστική όψη, από την σκοπιά της περιστροφής του μεταβλητού κεφαλαίου στο προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου, και ειδικότερα στην πραγμάτωση της πρόσθετης αξίας, δηλαδή της μετατροπής του εμπορεύματος-κεφαλαίου σε χρήμα-κεφάλαιο.

Ώστε, το σύστημα της κεφαλαιακής παραγωγής ιδιαίτερα στις αυτοκρατορικές συγκροτήσεις του, συνειδητοποίησε ότι η αναπαραγωγή του εμπορεύματος εργατική δύναμη έχει να κάνει όχι μόνο γενικά με την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, αλλά και ειδικά με την περιστροφή του μεταβλητού κεφαλαίου, την πραγμάτωση της πρόσθετης αξίας, την χρηματοποίηση του κεφαλαίου-εμπόρευμα. Δεν επρόκειτο, όμως, για κάτι το οποίο απλά προήλθε ως αποτέλεσμα μαθηματικολογικών ακολουθιών σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της ταξικής πάλης, αλλά για πραγματικότητα την οποία ο ίδιος ο εργατικός ανταγωνισμός και οι ταξικές συγκρούσεις επέβαλλαν στο σύστημα της κεφαλαιακής παραγωγής, ιδιαίτερα στις αυτοκρατορικές συγκροτήσεις του.

Τo NHS που ιδρύθηκε στις 5 Ιουλίου 1948, είναι η πιο κεντρική έκφραση της παραπάνω πραγματικότητας. Ομοίως, κάθε εθνικό σύστημα υγείας είναι η καρδιά της ειδικής αναπαραγωγής του εμπορεύματος εργατική δύναμη, υλοποιώντας κομβικούς ρόλους στην περιστροφή του μεταβλητού κεφαλαίου. Είναι βαρβαρισμοί διάφοροι τρόποι υπό τους οποίους πολλές φορές κυβερνήσεις προσεγγίζουν το ζήτημα των συστημάτων υγείας.

Εν αντιθέσει, εδώ, ο στόχος και το πλάνο επιβάλλεται από την ίδια την ειδική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, και η υγειονομία, αν ιδωθεί φουκοϊκά, δηλαδή ως υψηλά επιστημονικά οργανωμένη μορφή βιοπολιτικής, πρέπει να υποταχθεί (to be subordinated). Η εξουσία των ειδικών παραλύει μπροστά στο απέραντο εργοστάσιο ειδικής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, οι επαϊόντες τουρτουρίζουν μπροστά στα θαύματα της ταξικής συνειδητότητας.

O.N

About furdenkommunismus (524 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: