τελευταία νέα σε τίτλους

«The Physiocrats» από το βιβλίο Claudio Napoleoni, Smith, Ricardo, Marx, εκδόσεις Halsted Press, 1975.

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 5,852 other followers

Πρώτη δημοσίευση https://alertacomunista.wordpress.com/2021/09/13/napoleoni-physiocrats/
Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφρασή μας του κεφαλαίου «The Physiocrats» από το βιβλίο Claudio Napoleoni, Smith, Ricardo, Marx, εκδόσεις Halsted Press, 1975.

1

Οι φυσιοκράτες έθεσαν ως αντικειμένο της μελέτης τους το οικονομικό σύστημα ως όλον, θεωρώντας το οικονομικό σύστημα ως έναν μοναδιαίο οργανισμό ο οποίος υπόκεινταν σε αναγκαίους νόμους κι ήταν οπότε εφικτή μια επιστημονική ερμηνεία του. Συνεπώς, η υπόθεση που αποτελεί τη θεμέλια λίθο της επιχειρηματολογίας τους είναι η διαβεβαίωση ότι υπάρχει μια «φυσική τάξη πραγμάτων» της κοινωνίας, μια τάξη πραγμάτων ανάλογη μ’ αυτή που κυβερνά τον φυσικό κόσμο. Ωστόσο, η αναλογία αυτή δεν είναι πλήρης. Η τάξη του φυσικού κόσμου[1] είναι αντικειμενικά δοσμένη κι υπάρχει ανεξαρτήτως της βούλησης και της παρέμβασης του ανθρώπου· όμως, σύμφωνα με τους φυσιοκράτες, η τάξη πραγμάτων της κοινωνίας υπάρχει μόνο στον βαθμό που οι άνθρωποι την επιθυμούν και δεν της εναντιώνονται. Οπότε, σ’ αντίθεση μ’ ότι συμβαίνει στον φυσικό κόσμο, η κοινωνία μπορεί ν’ απέχει κατά πολύ απ’ τη «κανονική» της τάξη πραγμάτων. Η κανονική τάξη πραγμάτων της κοινωνίας ορίζεται ως «φυσική» μόνο με την έννοια ότι αν οι άνθρωποι δεν θέσουν εμπόδια στην ελεύθερη ανάπτυξη των διάφορων δυνάμεων που λειτουργούν στην κοινωνία, η κοινωνία θα τείνει ν’ αυτοδιαμορφωθεί σύμφωνα μ’ ένα αναγκαίο σχέδιο και να λειτουργεί σύμφωνα με νόμους που βρίσκονται εν ενεργεία για όλους.

Ωστόσο, για τους φυσιοκράτες δεν είναι αυτή η μόνη διαφορά μεταξύ της τάξης πραγμάτων της κοινωνίας και της τάξης πραγμάτων του φυσικού κόσμου. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα ύπαρξης ή μη-ύπαρξης της τάξης πραγμάτων της κοινωνίας. Η «φυσική τάξη πραγμάτων» της κοινωνίας αποτελεί επίσης την πιο επιθυμητή μορφή κοινωνίας καθώς προσφέρει στους ανθρώπους πλεονεκτήματα τα οποία διαφορετικά δεν θ’ απολάμβαναν. Παρακάτω θα δούμε ποια είναι αυτά τα πλεονεκτήματα. Προς το παρόν, γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η αντίληψη των φυσιοκρατών σημαίνει ότι η οικονομική ανάλυση δεν συνεπάγεται μόνο την παρατήρηση και την περιγραφή της δεδομένης κατάστασης, αλλά ότι επίσης πρέπει να την κρίνει. Έτσι, μια δεδομένη κατάσταση μπορεί να συγκριθεί μ’ ένα παράδειγμα το οποίο αναπαριστά τη βέλτιστη συνθήκη που μπορεί να επιτευχθεί αν οι άνθρωποι δεν την παρεμποδίσουν από λάθος τους.

Η πίστη των φυσιοκρατών σε μια «φυσική τάξη πραγμάτων» της κοινωνίας συνδεόταν αναμφίβολα με την επίγνωσή τους για τη διάδοση της μερκαντιλιστικής ή εμπορικής οικονομίας. Απ’ αυτή την άποψη, είναι σημαντικό να δείξουμε το πως οι φυσιοκράτες ταύτισαν ένα στοιχείο της οικονομικής τάξης πραγμάτων -τον γενικό μετασχηματισμό των προϊόντων σ’ εμπορεύματα- ως τη βάση της «φυσικής τάξης πραγμάτων». Μια ομάδα ανθρώπων αποτελεί μια κοινωνία, ή καλύτερα μια οντότητα που κυβερνάται από αναγκαίους νόμους, μόνο στον βαθμό που οι οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων ολοκληρωθούν και συνενωθούν από μια διαδικασία που μπορεί να πραγματωθεί μόνο απ’ την ανταλλαγή. Η αντίληψη αυτή των φυσιοκρατών αποτελεί σχεδόν μια προοικονομία της μαρξιστικής υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας, μολονότι σε μια ακραία απλή εκδοχή της αν αναλογιστεί κανείς τις διαφορές μεταξύ μιας, ουσιαστικά, διαφωτιστικής διορατικότητας και μιας μεταεγελιανής εμπνεύσεως.

Ωστόσο, είναι αναμφίβολο ότι η αφετηρία των φυσιοκρατών στον τομέα της οικονομικής ανάλυσης είναι το γεγονός της ανταλλαγής. Όπως θα δούμε παρακάτω, η επιστημονική ερμηνεία της «φυσικής τάξης πραγμάτων» που προσφέρουν οι φυσιοκράτες αναφέρεται σε μια καθαρά μερκαντιλιστική οικονομία. Όπως το έθεσε ο Κεναί, σε μια φράση που οδηγεί στην μετέπειτα αντίληψη του Άνταμ Σμιθ, στην μερκαντιλιστική οικονομία «κανένας άνθρωπος που ζει στην κοινωνία δεν μπορεί να ικανοποιήσει το σύνολο των αναγκών του μέσω της δικής του εργασίας· όμως, μπορεί ν’ αποκτήσει αυτό που θέλει μέσω της πώλησης του προϊόντος της εργασίας του»[2], κι όπως οπότε παρατηρεί ο Μιραμπώ, «όλοι εργάζονται για άλλους, αν κι ο καθένας πιστεύει ότι εργάζεται για τον εαυτό του»[3].

Για να καταλάβουμε τα χαρακτηριστικά που αποδίδουν οι φυσιοκράτες στη «φυσική τάξη πραγμάτων» της μερκαντιλιστικής κοινωνίας, χρειάζεται να έχουμε κατά νου την εικόνα της οικονομικής διαδικασίας που αναδύεται απ’ την πραγματική οικονομική δομή της Γαλλίας στα μέσα του 18ου αιώνα. Η οικονομία ήταν κυρίως αγροτική, και η ιδιοκτησία της γης ήταν κυρίως αριστοκρατική ή φεουδαρχική. Οι όροι της παραγωγής στη γεωργία ήταν τυπικά καπιταλιστικοί στις βόρειες επαρχίες όπου υπήρχε μια καλά ορισμένη τάξη καπιταλιστών αγροτών, ενώ στη νότια Γαλλία η γεωργία των χωρικών παρέμενε ο κανόνας. Οι μεταποιητικές κι εμπορικές δραστηριότητες στις πόλεις ήταν πολύ σπάνια καπιταλιστικές, κυριαρχούμενες από τεχνίτες και συντεχνίες. Οι συγκρίσεις της παραγωγικότητας έδειχναν ότι η καπιταλιστική γεωργία είχε μια καθαρή υπεροχή επί της γεωργίας των χωρικών[4]. Έτσι, οι φυσιοκράτες συμπέραναν ότι οι καπιταλιστικού τύπου ενοικιάσεις γης, εμπιστευόμενες τη γη στην υπευθυνότητα και την επιχειρηματική ικανότητα των αστών ενοικιαστών, ήταν η πιο προηγμένη κι επιθυμητή εκ των δύο ειδών αγροτικής ιδιοκτησίας. Συνεπώς, η παρουσία στην οικονομία μη-καπιταλιστικής οργάνωσης κατέληξε να θεωρείται ένα κατάλοιπο που συνδεόταν με τον ερχόμενο θάνατο της φεουδαρχίας: ήταν χαρακτηριστικό μιας μεταβατικής φάσης που αναγκαία θα εξελισσόταν προς μια γενικευμένη καπιταλιστική τάξη πραγμάτων στην ύπαιθρο. Στα φυσιοκρατικά σχήματα πάντα θεωρούνταν ότι αυτή η μεταβατική φάση έχει ολοκληρωθεί κι ότι ο καπιταλισμός έχει καταλάβει το σύνολο της παραγωγικής αγροτικής διαδικασίας. Ωστόσο, όσον αφορά τις δραστηριότητες των κατοίκων των πόλεων, δεν υιοθετούσαν την ίδια υπόθεση: θεωρούσαν ότι η φυσική μορφή της οργάνωσης στις πόλεις βασίζεται στη συντεχνιακή δομή. Συνεπώς, η στάση των φυσιοκρατών προς τον καπιταλισμό είναι αρκετά αξιοσημείωτη – αφενός, λαμβάνουν υπόψη την μεγάλη δυναμή γι’ ανάπτυξη του καπιταλισμού ως μια οργανωτική μορφή της παραγωγικής διαδικασίας, σε σημείο να τη δείχνουν να εκτείνεται στο σύνολο όλων των τομέων στα οποία βρήκε πατήματα· αφετέρου, φαίνεται ότι η ιδιαίτερη οικονομική δομή που αντικρύζαν οι φυσιοκράτες τους απέτρεψε απ’ το να δουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες γι’ ανάπτυξη της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων στην μεταποιητική δραστηριότητα.

Ωστόσο, υπό στενότερη εξέταση, μπορούμε να δούμε ότι η δομή της γαλλικής οικονομίας δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσουμε τους περιορισμούς που έθεσαν οι φυσιοκράτες στην έκταση της καπιταλιστικής οικονομίας. Μολονότι τα παραδείγματα καπιταλιστικής οργάνωσης στην μεταποίηση ήταν πολύ σπάνια στη Γαλλία της εποχής εκείνης, σίγουρα δεν ήταν ανύπαρκτα, και θα έπρεπε να υποδεικνύαν σ’ επεκτάσεις της καπιταλιστικής οργάνωσης παρόμοιες μ’ εκείνες στη γεωργική δραστηριότητα. Υπάρχει στην πραγματικότητα ένας πολύ σημαντικότερος λόγος που εξηγεί τη στάση των φυσιοκρατών. Σύμφωνα με τους φυσιοκράτες, το ιστορικό καθήκον του καπιταλισμού συνίσταται στη διεύρυνση του πλεονάσματος που τον καθιστά εφικτό, κι απ’ αυτή την άποψη η παρουσία του καπιταλισμού έχει σημασία κι αποκτά πραγματική οικονομική σημασία μόνο στις δραστηριότητες εκείνες απ’ τις οποίες εγείρεται το πλεόνασμα κι απ’ τις οποίες συνεπώς μπορεί να διευρυνθεί. Οπότε, το χαρακτηριστικό της θέσης των φυσιοκρατών, σύμφωνα με την οποία το πλεόνασμα εγείρεται μόνο στη γεωργία, αποτελεί το θεμέλιο της άλλης θέσης τους ότι ο καπιταλισμός αποτελεί μια κανονική τάξη πραγμάτων μόνο στη γεωργία. Πρέπει να είναι κανείς εδώ προσεκτικός στη διάκριση μεταξύ των δύο θέσεων: το γεγονός ότι η γεωργία είναι η μοναδική δραστηριότητα που παράγει πλεόνασμα δεν απορρέει απ’ το γεγονός ότι μόνο στη γεωργία έχει εφαρμοστεί καπιταλιστική οργάνωση. Αντ’ αυτού, είναι επειδή το πλεόνασμα υπάρχει μόνο στη γεωργία που ο καπιταλισμός, ως ένα μέσο για τη διεύρυνση του πλεονάσματος, έχει νόημα μόνο στη γεωργία. Συνεπώς, είναι μόνο αναφερόμενοι στη φυσιοκρατική θεωρία του πλεονάσματος που μπορούμε να διακρίνουμε τον λόγο για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους θεωρούσαν οι φυσιοκράτες ότι πρέπει να διαχειριστεί η οικονομική τάξη πραγμάτων.

2

Για τους φυσιοκράτες, όπως και για όλους τους οικονομολόγους που αποδέχτηκαν τον όρο, το πλεόνασμα (καθαρό προϊόν) είναι το μέρος εκείνο του παρηγμένου πλούτου το οποίο ξεπερνά τον πλούτο που καταναλώθηκε στην παραγωγική διαδικασία. Η σημασία του είναι ότι είτε αποτελεί τη βάση μιας ανώτερης, πιο ποικιλόμορφης και πλουσιότερης κατανάλωσης από εκείνη η οποία απλώς αποκαθιστά την εργασία που δαπανήθηκε στην παραγωγή, είτε αποτελεί την πηγή της επένδυσης στην παραγωγή η οποία μπορεί τότε να διεξαχθεί σε μια εσαεί διευρυνόμενη κλίμακα. Η εισαγωγή της έννοιας της υπεραξίας συνεπάγεται 3 προβλήματα: τη σημασία της, την καταγωγή της και την κατανομή της.

Το ζήτημα της σημασίας του «καθαρού προϊόντος» παρουσιάζεται απ’ τους φυσιοκράτες στην πιο πρωτόγονη μορφή του. Δηλαδή, οι φυσιοκράτες δεν αντιλαμβάνονταν το πλεόνασμα ως τη διαφορά μεταξύ δύο αξιακών μεγεθών, αλλά ως τη διαφορά μεταξύ δύο φυσικών μεγεθών. Γενικά, αφού σε οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα ο πλούτος που παράγεται κι ο πλούτος που δαπανάται στην παραγωγή αποτελείται από σύνολα διαφορετικών αγαθών, ο υπολογισμός της διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών «πλούτων» θα συνεπάγονταν αρχικά την αναγωγή τους σ’ ένα ομοιογενές μέγεθος αποδίδοντας αξίες σ’ όλα τα υπό εξέταση αγαθά. Οπότε, γενικά, ο προσδιορισμός του πλεονάσματος μπορεί να γίνει μόνο εντός του πλαισίου μιας αξιακής θεωρίας.

Ωστόσο, στη φυσιοκρατική σκέψη δεν υπάρχει απολύτως καμία αξιακή θεωρία, οπότε οι φυσιοκράτες υπήρξαν ανίκανοι ν’ αντιληφθούν το πλεόνασμα εν γένει -δηλαδή, σε κάθε τομέα- και το εντοπίσαν μόνο σ’ έναν ιδιαίτερο παραγωγικό τομέα, ονομαστικά, τη γεωργία. Αυτό συνέβη επειδή στη γεωργία όλα τ’ αγαθά που δαπανώνται στην παραγωγική διαδικασία (μέσα συντήρησης των εργατών, ζωοτροφές και σπόροι) μπορούν να βρεθούν ξανά σε μεγαλύτερες ποσότητες στο σύνολο των αγαθών που παράγεται σ’ αυτόν τον τομέα[5]. Αν περιοριστεί κανείς, όπως οι φυσιοκράτες, μόνο στις φυσικές πτυχές της παραγωγής αντί να δει την παραγωγή ως δημιουργία αξιών, τότε η παραγωγική δραστηριότητα εκτός της γεωργίας φαίνεται απλώς ως ένας μετασχηματισμός των δοσμένων αντικειμένων σ’ άλλα αντικείμενα. Ωστόσο, η παραγωγική δραστηριότητα στη γεωργία εκδηλώνεται ως μια διαδικασία η οποία, εκκινώντας από δοσμένα αντικείμενα, δημιουργεί μια μεγαλύτερη μάζα αντικειμένων του ίδιου είδους. Συνεπακόλουθα, το σύνολο του πλεονάσματος που βρίσκει η οικονομία στη διάθεσή της αποδίδεται στη γεωργία. Ωστόσο, ακόμη κι εντός αυτού του πλαισίου, είναι ξεκάθαρα αναγκαίο να καταφύγει κανείς σε αξίες αν δεν θέλει να περιοριστεί απλώς στην αναγνώριση του πλεονάσματος αλλά θέλει να προχωρήσει επίσης στον ποσοτικό προσδιορισμό του, στην μέτρησή του. Επειδή, ακόμη και στη γεωργία, δεν μπορεί κανείς γενικά να υποθέσει ότι η αναλογία μεταξύ των διαφορετικών αγαθών είναι ακριβώς η ίδια τόσο στην αρχική επένδυση όσο και στο παρηγμένο προϊόν. Όπως θα δούμε παρακάτω, όταν οι φυσιοκράτες έθεσαν το πρόβλημα της μέτρησης του «καθαρού προϊόντος» ώστε να κατασκευάσουν τα ποσοτικά τους σχήματα, το επέλυσαν εμπειρικά αποδεχόμενοι τις αγοραίες τιμές ως έχουν. Θα δούμε επίσης τα μετέπειτα προβλήματα που προκλήθηκαν απ’ αυτό.

Η λύση στο πρόβλημα της καταγωγής του πλεονάσματος προέκυψε απ’ το γεγονός ότι οι φυσιοκράτες είχαν αναγνωρίσει το πλεόνασμα μόνο στη γεωργία. Αν αληθεύει ότι το πλεόνασμα εγείρεται μόνο στη δραστηριότητα εκείνη στην οποία η γη παρεμβαίνει ως το καθοριστικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας, αυτό σηματοδοτεί ότι η δύναμη δημιουργίας ενός «καθαρού προϊόντος» ενυπάρχει στην ίδια τη γη. Κι η δύναμη αυτή δεν μπορεί παρά να εξαρτάται στη γονιμότητα του εδάφους, ως αποτέλεσμα της οποίας το προϊόν που αποφέρει η γη είναι μεγαλύτερο απ’ το αναγκαίο για επανεπένδυση και για τα μέσα συντήρησης των εργατών. Αν, ακολουθώντας τους φυσιοκράτες, ορίσει κανείς ως παραγωγική την εργασία εκείνη που παράγει ένα πλεόνασμα, θα συμπεράνει τότε ότι μόνο η γεωργική εργασία είναι παραγωγική. Θα συμπεράνει επίσης ότι ο παραγωγικός χαρακτήρας αυτής της εργασίας δεν εξαρτάται σε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τη διακρίνει από άλλα είδη εργασίας, αλλά από το γεγονός ότι πρόκειται για το είδος εκείνο της εργασίας που εκμεταλλεύεται τη φυσική γονιμότητα της γης.

Είναι εμφανείς οι περιορισμοί μιας προσέγγισης η οποία περιορίζει τον σχηματισμό του πλεονάσματος στη γεωργία, και που συνεπακόλουθα θεωρεί τη γεωργική εργασία ως την μόνη παραγωγική εργασία. Ωστόσο, στην ιστορία της οικονομικής σκέψης, η σπουδαία σημασία της φυσιοκρατικής θέσης βασίζεται στη ταυτοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας ως την καταγωγή του «καθαρού προϊόντος». Το επίτευγμα αυτό ξεπερνά όλες τις προηγούμενες αντιλήψεις οι οποίες, στον βαθμό που επιτυγχάναν να διακρίνουν το πλεόνασμα, εντοπίζαν την καταγωγή του στη σφαίρα της ανταλλαγής, καθιστώντας οπότε ανέφικτη την απόκτηση μιας ακριβούς ιδέας του φαινομένου του «καθαρού προϊόντος». Η έννοια του πλεονάσματος, με αυστηρούς όρους, εισήχθη απ’ τους φυσιοκράτες, κι οι μετέπειτα εξελίξεις σ’ αυτόν τον τομέα απ’ την κλασσική σχολή -ξεκινώντας απ’ τον Σμιθ- είχαν ως αφετηρία τη φυσιοκρατική θεωρία.

Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της κατανομής του πλεονάσματος, η θέση ότι το «καθαρό προϊόν» διαλύεται πλήρως στην ενοικίαση γης είναι χαρακτηριστική της φυσιοκρατικής σκέψης (τουλάχιστον στον Κεναί και τον Μιραμπώ). Έχουμε εδώ ακόμη μια διαφορά μεταξύ των φυσιοκρατών και της μετέπειτα κλασσικής θεωρίας. Σύμφωνα με την κλασσική θεωρία, το «καθαρό προϊόν» εγείρει δύο είδη εισοδήματος, τη γαιοπρόσοδο και το κέρδος· και φαίνεται σίγουρα παράξενο που η φυσιοκρατική υπόθεση της καπιταλιστικής γεωργίας δεν συνοδεύτηκε απ’ την αναγνώριση του κέρδους ως ενός εκ των μεριδίων του πλεονάσματος. Όσον αφορά την μεταποιητική δραστηριότητα, είναι φυσικό ότι απ’ τη σκοπιά των φυσιοκρατών οποιοδήποτε εισόδημα θεωρείται εργατικό εισόδημα. Αυτού έπεται ότι η όποια διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που κερδίζει ο μάστορας και του εισοδήματος που βγάζει ο απλός εργάτης πρέπει να θεωρηθεί ως μια διαφορά που αποδίδεται μόνο στη διαφορετική φύση της εργασίας που εκτελούν και στις διαφορετικές ευθύνες που αναλαμβάνουν στην παραγωγική διαδικασία. Όσον αφορά όμως τη γεωργία, η παραδοχή της ύπαρξης του καπιταλιστή ενοικιαστή θα έπρεπε να συνοδευτεί με την αναγνώριση του κέρδους ως διακριτό εισόδημα, πληρωμένο απ’ το πλεόνασμα και σ’ αντιστοιχία με το κεφάλαιο που επενδύθηκε. Αντ’ αυτού, το εισόδημα του ενοικιαστή θεωρήθηκε ως μέρος των δαπανών της παραγωγής κι έτσι, όταν υπολογίζονταν το είδος της εργασίας που εκτελέστηκε, το εισόδημα του ενοικιαστή ενσωματωνόταν στους μισθούς της γεωργικής εργασίας. Στη σύνδεση αυτή θα ήταν ανούσιο ν’ αναζητήσουμε μεγαλύτερη συνοχή στους φυσιοκράτες απ’ αυτή που συνεπάγεται απ’ τη θέση τους· πρόκειται για μια αναλυτική ανεπάρκεια που μπόρεσε να ξεπεραστεί μόνο από μετέπειτα εξελίξεις της θεωρίας του καπιταλισμού. Αξίζει, ωστόσο, να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι τόσο ο Κεναί όσο κι ο Μιραμπώ αναγνωρίσαν ότι οι καπιταλιστές ενοικιαστές μπορούσαν προσωρινά να λάβουν ένα μερίδιο απ’ το «καθαρό προϊόν», στον βαθμό που καταφέρναν, μέσω βελτιωμένων παραγωγικών μεθόδων, να μειώσουν τις δαπάνες τους κάτω απ’ τα επικρατούντα επίπεδα. Ωστόσο, μια τέτοια επιτυχία θα απέφερε μόνο ένα προσωρινό εισόδημα, καθώς τελικά θ’ απορροφούνταν απ’ τη γαιοπρόσοδο με την πρώτη ανανέωση του μισθωτήριου, κι οπότε το αυξημένο εισόδημα που παίρνουν οι καπιταλιστές ενοικιαστές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κανονικό κέρδος. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Κεναί λαμβάνει υπόψη τον τόκο του επενδυμένου κεφαλαίου, όμως ούτε αυτός ο τόκος αποτελεί μέρος του «καθαρού προϊόντος». Ουσιαστικά ο τόκος γίνεται αντιληπτός ως το κομμάτι εκείνο του συνολικού προϊόντος που εξυπηρετεί στην ανανέωση του πάγιου κεφαλαίου και την κάλυψη των εξόδων συντήρησης, του ρίσκου και της κακοτυχίας.

3.

Αυτή η θεωρία του πλεονάσματος αποτελεί τη βάση επί της οποίας ο Κεναί, ο ιδρυτής της φυσιοκρατικής σχολής, οικοδόμησε το σχέδιό του για τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, τον διάσημο Οικονομικό Πίνακα [Tableau economique][6]. Σ’ αυτό το σχήμα, η κοινωνία διαιρείται σε 3 τάξεις: (1) στην «παραγωγική» τάξη, η οποία αποτελείται απ’ όλους όσους -καπιταλιστές ενοικιαστές και μισθωτοί- εργάζονται στον αγροτικό τομέα, κι η εργασία των οποίων είναι παραγωγική με την φυσιοκρατική έννοια του όρου – δηλαδή, παράγει «καθαρό προϊόν». (2) Στη «στείρα» τάξη, η οποία αποτελείται απ’ όλους όσους εργάζονται εκτός της γεωργίας, κι η εργασία των οποίων είναι μη-παραγωγική. Στην πραγματικότητα, είναι «στείρα» όχι επειδή δεν είναι χρήσιμη, αλλά στον βαθμό που δεν παράγει πλεόνασμα. (3) Η τρίτη τάξη είναι εκείνη των γαιοκτημόνων, οι οποίοι δεν εμπλέκονται σε καμία οικονομική δραστηριότητα κι οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να συλλέξουν γαιοπρόσοδο, ο οποίος συνιστά το σύνολο του «καθαρού προϊόντος». Η τρίτη τάξη στην πραγματικότητα περιλαμβάνει τον ηγεμόνα, την αυλή του, το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων και την εκκλησία. Όλοι τους λαμβάνουν ένα μερίδιο της γαιοπροσόδου, είτε στον βαθμό που είναι οι ίδιοι γαιοκτήμονες -όπως στην περίπτωση του ηγεμόνα ή της εκκλησίας- είτε στον βαθμό που έχουν το δικαίωμα να συλλέγουν φόρους (το δικαίωμα του ηγεμόνα) ή δεκάτες (το δικαίωμα της εκκλησίας).

Ας υποθέσουμε ότι στην αρχή του έτους, η παραγωγική τάξη κατέχει το σύνολο των γεωργικών προϊόντων, κι η στείρα τάξη το σύνολο των μεταποιητικών προϊόντων, του προηγούμενου έτους. Το αγροτικό παρηγμένο προϊόν, ας πούμε, 6 δισ. χρηματικών μονάδων αποτελείται από τρόφιμα αξίας 3 δισ. και πρώτες ύλες αξίας 3 δισ. Ας υποθέσουμε ότι αυτό το παρηγμένο προϊόν είχε παραχθεί μέσω της επένδυσης 3 δισ. ετήσιας προκαταβολής ετησίου κεφαλαίου (2 δισ. για τα μέσα συντήρησης των εργατών -εκ των οποίων, το 1 δισ. για τρόφιμα και το άλλο 1 δισ. για μεταποιητικά προϊόντα- συν 1 δισ. για πρώτες ύλες), μαζί με την επένδυση 10 δισ. αρχικής προκαταβολής ή παγίου κεφαλαίου το οποίο βγάζει ένα ετήσιο «τόκο» της τάξης του 10%, οπότε 1 δισ. Αυτός ο «τόκος» αποτελείται από αγαθά παρηγμένα απ’ τη γεωργία και προορίζεται, όπως προαναφέραμε, για τη συντήρηση και ανανέωση του παγίου κεφαλαίου και για ένα ταμείο κινδύνου. Το «καθαρό προϊόν» είναι η διαφορά μεταξύ των 6 δισ. της γεωργικής παραγωγής και των 4 δισ. των εξόδων της παραγωγής, είναι οπότε 2 δισ. Η μεταποιητική παραγωγή συνίσταται σε αγαθά αξίας 2 δισ., κι υποθέτουμε ότι αυτή η παραγωγή έγινε μέσω ενός ετησίου κεφαλαίου 1 δισ. για πρώτες ύλες και μέσω της κατανάλωσης 1 δισ. μέσων συντήρησης από τους μη-παραγωγικούς εργάτες. Επιπροσθέτως, υποθέτουμε ότι μια ποσότητα χρήματος ίση με 2 δισ. βρίσκεται αρχικά στα χέρια της παραγωγικής τάξης.

Το πρόβλημα του Οικονομικού Πίνακα είναι να προσδιορίσουμε το πως διανέμεται μεταξύ των τριών τάξεων ο συνολικός πλούτος μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε έτσι: (1) το εισόδημα να πληρωθεί στους νόμιμους αποδέκτες του· (2) να δημιουργηθούν όροι τέτοιοι ώστε τόσο η παραγωγική όσο κι η στείρα τάξη να μπορέσουν να επαναλάβουν την παραγωγική διαδικασία στην ίδια κλίμακα.

Το πρώτο βήμα στη διαδικασία διανομής είναι η μεταφορά 2 δισ. απ’ την παραγωγική τάξη στους γαιοκτήμονες για την πληρωμή της γαιοπροσόδου. Οι γαιοκτήμονες, κατέχοντας τώρα αυτό το ποσό, πρώτα απ’ όλα ξοδεύουν 1 δισ. για ν’ αποκτήσουν τρόφιμα απ’ την παραγωγική τάξη, η οποία οπότε παίρνει πίσω τα μισά απ’ τα χρήματα που είχε αρχικά στη διάθεσή της. Το άλλο 1 δισ. της γαιοπροσόδου οι γαιοκτήμονες θα το ξοδέψουν αποκτώντας μεταποιητικά αγαθά απ’ τη στείρα τάξη, η οποία με τη σειρά θα χρησιμοποιήσει αργότερα αυτό το χρηματικό ποσό για ν’ αγοράσει τρόφιμα απ’ την παραγωγική τάξη. Συνεπώς, η παραγωγική τάξη παίρνει πίσω και το άλλο μισό των χρημάτων που κατείχε αρχικά. Δεν το κρατάει όμως, καθώς ξοδεύει 1 δισ. για ν’ αγοράσει απ’ τη στείρα τάξη μεταποιητικά προϊόντα που προορίζονται για τη συντήρηση των παραγωγικών εργατών. Η στείρα τάξη, λαμβάνοντας τώρα αυτό το 1 δισ., το ξοδεύει με τη σειρά της στην παραγωγική τάξη αγοράζοντας απ’ αυτή πρώτες ύλες. Έτσι, όλα τα χρήματα επέστρεψαν τελικά στην παραγωγική τάξη, σηματοδοτώντας τη λήξη της διαδικασίας κυκλοφορίας του πλούτου μεταξύ των τάξεων.

Οπότε, στη διαδικασία αυτή η παραγωγική τάξη έβαλε στην κυκλοφορία 2 δισ. τροφίμων (δίνοντας 1 δισ. στους γαιοκτήμονες και 1 δισ. στη στείρα τάξη) και 1 δισ. πρώτων υλών. Απ’ αυτά τα, συνολικά, 3 δισ. αγαθών που έδωσε, τα 2 δισ. αντιστοιχούν στη γαιοπρόσοδο οπότε είναι χρήματα που έχασε η παραγωγική τάξη, ενώ το υπόλοιπο 1 δισ. που έδωσε στη στείρα τάξη αντισταθμίζεται απ’ την αγορά απ’ τη στείρα τάξη μεταποιητικών προϊόντων αξίας 1 δισ. Επιπροσθέτως, η παραγωγική τάξη κράτησε για τον εαυτό της, απ’ το συνολικό της προϊόν, 1 δισ. τροφίμων (τα οποία, μαζί με τα μεταποιητικά προϊόντα που αγόρασε απ’ τη στείρα τάξη, συνιστούν την κατανάλωση των παραγωγικών εργατών), 1 δισ. πρώτων υλών και προϊόντα αξίας 1 δισ. που αντιστοιχούν στον «τόκο» του πάγιου κεφαλαίου. Έτσι, όσον αφορά την παραγωγική τάξη, έχοντας πληρώσει «τόκο» επί του πάγιου κεφαλαίου (με την ιδιαίτερη φυσιοκρατική έννοια), και έχοντας ανανεώσει το σύνολο του εργαζόμενου κεφαλαίου, έχουν αναπαραχθεί οι όροι για έναν νέο παραγωγικό κύκλο στην ίδια κλίμακα με πριν. Απ’ την άλλη, η στείρα τάξη, έχει δώσει 2 δισ. μεταποιητικών προϊόντων με αντάλλαγμα 1 δισ. τροφίμων και 1 δισ. πρώτων ύλων, και συνεπώς αναπαρήγαγε κι αυτή τους όρους για έναν νέο παραγωγικό κύκλο στην ίδια κλίμακα. Τέλος, η γαιοκτητική τάξη, έχοντας λάβει τρόφιμα αξίας 1 δισ. απ’ την παραγωγική τάξη κι έχοντας χρησιμοποιήσει το άλλο 1 δισ. της γαιοπροσόδου για την αγορά μεταποιητικών προϊόντων απ’ τη στείρα τάξη, ικανοποίησε πλήρως τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα[7].

4

Ο Οικονομικός Πίνακας αποτελεί την πρώτη ανάλυση γενικής ισορροπίας του οικονομικού συστήματος, και για πολύ καιρό παρέμεινε η μοναδική. Οτιδήποτε παρόμοιο εμφανίστηκε περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, στα «μοντέλα» αναπαραγωγής του Μαρξ [βλέπε τον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου]. Ο Οικονομικός Πίνακας, ως αναπαράσταση της πραγματικής οικονομικής διαδικασίας, έχει εμφανώς όλους τους περιορισμούς εγγενείς της φυσιοκρατικής αντίληψης. Αξίζει να τονίσουμε ότι οι περιορισμοί αυτοί φαίνονται πολύ σοβαρότεροι όταν οι αντιλήψεις αυτές εφαρμοστούν, με αμφίβολη αξιοπιστία, σε μια πλήρως ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία, αλλά φαίνονται λιγότερο σοβαροί αν έχουμε κατά νου την οικονομική κατάσταση της προεπαναστατικής Γαλλίας. Έχουμε ήδη σημειώσει ανεπάρκειες στη φυσιοκρατική ανάλυση των οικονομικών τάξεων, κι είναι εύκολο να τις εντοπίσουμε ξανά στον μηχανισμό που περιγράφει ο Οικονομικός Πίνακας. Για τους σκοπούς μας, ωστόσο, είναι χρησιμότερο να δείξουμε το πως ο Κεναί χρησιμοποίησε τον Οικονομικό Πίνακα όχι μόνο για να περιγράψει τις αμοιβαίες σχέσεις και τη γενική αλληλεξάρτηση των οικονομικών φαινομένων, μα επίσης για να διευκρινήσει την πρωτεύουσα σημασία του «καθαρού προϊόντος», επειδή είναι το «καθαρό προϊόν» που καθορίζει το μέγεθος του κύκλου που περιγράφεται στον Οικονομικό Πίνακα. Το «καθαρό προϊόν» καθορίζεται απ’ τη γονιμότητα της γης και την ικανότητα του ανθρώπου να εκμεταλλευτεί πλήρως τις φυσικές δυνάμεις του εδάφους χρησιμοποιώντας πιο προηγμένες, δηλαδή καπιταλιστικές, μεθόδους παραγωγής στη γεωργία. Στην πραγματικότητα, όπως δείχνει ο Οικονομικός Πίνακας, το σύνολο της διαδικασίας κυκλοφορίας του πλούτου μεταξύ των τάξεων τίθεται σε κίνηση απ’ την πληρωμή της γαιοπροσόδου στις γαιοκτητικές τάξεις, κι ο όγκος της ανταλλαγής που λαμβάνει χώρα μεταξύ των τάξεων εξαρτάται απ’ το μέγεθος αυτής της γαιοπροσόδου.

Τώρα, οι φυσιοκράτες δίνουν τουλάχιστον δύο λόγους αναφορικά με το γιατί είναι επιθυμητή μια μεγάλη γαιοπρόσοδος. Αρχικά, μέσω της συντήρησης μιας σημαντικής μεταποιητικής δραστηριότητας, μια παχυλή γαιοπρόσοδος σηματοδοτεί τη δυνατότητα σημαντικής αυξήσεως του επιπέδου της κατανάλωσης, έστω για μια δοσμένη τάξη της κοινωνίας, πάνω απ’ την απλή επιβίωση. Σ’ αυτό το σημείο, υπάρχει σίγουρα ακόμη παρούσα στους φυσιοκράτες η παλιά θετική αντίληψη για την ανωτερότητα της φεουδαρχικής κατανάλωσης. Όμως, συνεπακόλουθα, μια παχυλή γαιοπρόσοδος επιτρέπει μια διεύρυνση της οικονομικής διαδικασίας μέσω της επένδυσης ενός τμήματος της γαιοπροσόδου στη γη (προκαταβολή γης). Η δυνατότητα αυξανόμενης γεωργικής παραγωγής μέσω μιας αύξησης του «εδαφικού» κεφαλαίου εξετάζεται απ’ τους φυσιοκράτες σε δύο περιστάσεις. Πρώτα απ’ όλα, αναφορικά με το τμήμα εκείνο του τόκου επί της αρχικής προκαταβολής το οποίο μπαίνει στην άκρη ως ταμείο κινδύνου: επιβεβαιώνουν ότι η χρησιμοποίηση του ταμείου αυτού δεν χρειάζεται αναγκαία ν’ αναβληθεί μέχρι να έρθουν πράγματι οι συνθήκες εκείνες απ’ τις οποίες ήθελαν να προνοήσουν και να προφυλαχτούν. Μπορεί στην πραγματικότητα να χρησιμοποιείται ετησίως με σκοπό τη διεύρυνση και τη βελτίωση του διαθέσιμου εδαφικού κεφαλαίου. Ωστόσο, ο μείζον πόρος γι’ αυτό το είδος επένδυσης είναι η πραγματική χρησιμοποίηση ενός τμήματος της χωροδεσποτικής γαιοπροσόδου η οποία, αντιθέτως, προκαθορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Γίνεται διαθέσιμη μέσω μειώσεων των πολυτελών δαπανών των γαιοκτημόνων (δαπάνες όπου αγοράζουν απ’ τη στείρα τάξη) κάθε φορά που η γη είναι ατελώς ή ανεπαρκώς καλλιεργημένη, όταν ουσιώδης ή πάγιος εξοπλισμός (κτήρια, δρόμοι, κλπ) υπολείπονται ή είναι ανεπαρκή για την καλλιέργεια.

5

Σ’ αυτή τη τελευταία θέση των φυσιοκρατών βρίσκουμε αναμφίβολα την πρώτη εμφάνιση αυτού που έμελλε να γίνει το κεντρικό πρόβλημα των κλασσικών οικονομικών, το πρόβλημα της ανάπτυξης μέσω συσσώρευσης ή μέσω της χρησιμοποίησης του πλεονάσματος για σχηματισμό κεφαλαίου. Για μια σαφή κατανόηση της φυσιοκρατικής τοποθέτησης και στάσης είναι αναγκαίο να προσθέσουμε ότι η ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής (και συνεπακόλουθα του συνόλου του συστήματος) που επιτυγχάνεται μέσω του μετασχηματισμού της γαιοπροσόδου σε κεφάλαιο δεν είναι, για τους φυσιοκράτες, μια διαδικασία δίχως όρια. Θα έρθει η εποχή που, για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Κεναί, όλη η επικράτεια έχει «καλλιεργηθεί στον μέγιστο βαθμό» και συνεπώς «οι γαιοπρόσοδοι των γαιοκτημόνων δεν μπορούν ν’ αυξηθούν»[8]. Σ’ αυτό το σημείο σταματάει η διαδικασία συσσώρευσης και θα ήταν ανούσιο να μεταφερθεί εισόδημα από καταναλωτικούς σκοπούς. Μπορούμε τώρα να δούμε καθαρά ότι η πιο ευλογοφανή ερμηνεία της έγκρισης του Κεναί του επιπέδου των προκαταβολών γης στον Οικονομικό Πίνακα είναι ότι ο ίδιος ο Οικονομικός Πίνακας σχετίζεται μ’ αυτό το στάδιο οικονομικής ανάπτυξης στο οποίο όλη η γη έχει υποβληθεί στις πιο αποδοτικές μεθόδους παραγωγής και το πλεόνασμα συνεπώς έχει φτάσει τη μέγιστη εφικτή αξία του.

Όμως, σύμφωνα με τους φυσιοκράτες, η επέκταση της καπιταλιστικής ενοικίασης της γης ως τρόπος για την υιοθέτηση των πιο ανεπτυγμένων μεθόδων παραγωγής δεν αποτελεί την μοναδική συνθήκη που απαιτείται για να οδηγηθεί η οικονομία στο μέγιστο επίπεδο παραγωγής. Υπάρχουν τουλάχιστον 3 ακόμη όροι που πρέπει να εκπληρωθούν.

Αρχικά, είναι αναγκαίο καμία πολιτική να μην τείνει να μειώσει τη τιμή των σιτηρών, καθώς αυτό θα παρεμπόδιζε τη γεωργική παραγωγή, οπότε και τον σχηματισμό του «καθαρού προϊόντος». Απ’ αυτή την άποψη, οι φυσιοκράτες ουσιαστικά αναφέρονται στην αναγκαιότητα της κατάργησης των περιορισμών στην εξαγωγή σιτηρών που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στη γαλλική πολιτική οικονομία· περιορισμοί οι οποίοι, δεδομένης της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών στην εγχώρια αγορά.

Δεύτερον, είναι αναγκαίο οι τιμές των μεταποιητικών προϊόντων να βρίσκονται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο συμβατό με το κόστος παραγωγής, ώστε να μεγιστοποιηθεί η πραγματική αξία της γαιοπροσόδου. Γι’ αυτόν τον σκοπό, είναι αναγκαίο ν’ αποφευχθούν όλες οι μονοπωλιακές τάσεις στην μεταποιητική δραστηριότητα, και πάνω απ’ όλα ν’ απομακρυνθούν τα (την εποχή εκείνη πολυάριθμα) εμπόδια που, παρεμποδίζοντας την ελεύθερη κίνηση των αγαθών στο εσωτερικό της χώρας και κατακερματίζοντας συνεπώς την εθνική αγορά, παρακωλύουν την πλήρη ανάπτυξη του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αυτή η οπτική, σε συνδυασμό με την προηγούμενη αναφορικά με το εξωτερικό εμπόριο σιτηρών, σχηματίζει τη φιλελεύθερη στάση που συνοψίστηκε στη φράση laissez-faire, laissez passer [αφήστε να δημιουργηθούν, αφήστε να ρεύσουν, δηλαδή, το κράτος δεν πρέπει να περιορίζει αλλά να προωθεί ενεργά την παραγωγή και το εμπόριο αγαθών], στάση η οποία συνιστά ένα απ’ τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της φυσιοκρατικής σκέψης.

Τέλος, είναι αναγκαίο να υπάρχει ένα είδος φορολογικού συστήματος που δεν επιβαρύνει την παραγωγή, ιδίως να μην παρεμποδίζει την ανανέωση του κυκλοφορούν και πάγιου κεφαλαίου αναγκαίου για τη διατήρηση ενός δοσμένου επιπέδου παραγωγής: απ’ αυτό προέκυψε η φυσιοκρατική θέση του μοναδικού φόρου [impôt unique, ένας φόρος που θα επιβαλλόταν στους γαιοκτήμονες ανάλογα με την αξία της γης τους, και θ’ αποτελούσε τον έναν και μοναδικό φόρο που συλλέγει το κράτος, οπότε και την μοναδική πηγή των κρατικών εσόδων] στη γαιοπρόσοδο, πιθανώς η ριζοσπαστικότερη μεταρρύθμιση που προτείναν οι φυσιοκράτες, καθώς έρχεται σ’ άμεση σύγκρουση με τη διατήρηση του παραδοσιακού φεουδαρχικού δικαιώματος φοροαπαλλαγής που συνήθιζε ν’ απολαμβάνει η γαιοκτητική τάξη.

6

Η κατάσταση που περιγράφει ο Οικονομικός Πίνακας αποτελεί λοιπόν την κατάσταση που αντιστοιχεί στην εκπλήρωση του συνόλου των μεταρρυθμίσεων που προτείναν οι φυσιοκράτες, οι οποίες είναι, για να συνοψίσουμε: επέκταση της καπιταλιστικής γεωργίας στο σύνολο της καλλιεργήσιμης γης· υιοθέτηση, η οποία καθίσταται εφικτή απ’ την καπιταλιστική δομή, των πιο ανεπτυγμένων μεθόδων καλλιέργειας και δημιουργία, για τον σκοπό αυτό, όλων των αναγκαίων εδαφικών επενδύσεων· κατάργηση όλων των περιορισμών στην εξαγωγή σιτηρών ώστε να εγγυηθεί μια καλή τιμή· εξάλειψη όλων των εμποδίων που παρακωλύουν τον σχηματισμό μιας ελεύθερα ανταγωνιζόμενης αγοράς μεταποιητικών προϊόντων· εδραίωση του μοναδικού φόρου στη γαιοπρόσοδο, αντικαθιστώντας όλους τις μορφές φορολογίας που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της παραγωγικής διαδικίας, μειώνουν την αποδοτικότητα ή αυξάνουν το κόστος.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Οικονομικός Πίνακας αποτελεί την περιγραφή της φυσικής τάξης πραγμάτων. Είναι μια περιγραφή της βέλτιστης κατάστασης επειδή το μέγεθος του «καθαρού προϊόντος» έχει μεγιστοποιηθεί, και συνεπώς το ίδιο το εύρος της συνολικής οικονομικής διαδικασίας, κι ως τέτοια αποτελεί το πρότυπο σύμφωνα με το οποίο πρέπει να κριθούν οι πραγματικές συνθήκες. Απ’ αυτή την άποψη, αξίζει να τονίσουμε ότι ο «φυσικός» χαρακτήρας αυτής της τάξης πραγμάτων εξάγεται απ’ το γεγονός ότι η εδραίωσή της θα προκύψει αυτόματα, απ’ τις εγγενείς αρετές του ελεύθερου παιχνιδιού των κοινωνικών δυνάμεων, μόλις οι λαθεμένοι κυβερνητικοί κανόνες πάψουν να μπλοκάρουν τη φυσική ανάπτυξη των δυνάμεων αυτών. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε, με κριτικό τόνο, ότι ενώ η φυσιοκρατική θέση είχε μια ορισμένη προφανή εγκυρότητα αναφορικά με τη συνέπεια μιας καλής τιμής για τα σιτηρά και της ελεύθερα ανταγωνιστικής τιμής των μεταποιητικών προϊόντων, κι ενώ ήταν τουλάχιστον ευλογοφανής αναφορικά με την επίτευξη υψηλότερων επιπέδων παραγωγής υπό το κίνητρο των καπιταλιστικών ενοικιάσεων, δεν ήταν τόσο προφανής αναφορικά με την επέκταση των καπιταλιστικών ενοικιάσεων στο σύνολο της γης. Στην πραγματικότητα, στη Γαλλία της εποχής εκείνης, ήταν πολύ αμφίβολο εάν μια τέτοια επέκταση θα μπορούσε να προκύψει αυθόρμητα. Το γεγονός ότι οι μετεπαναστατικές γαλλικές εξελίξεις προτιμήσαν τη διάδοση της ιδιοκτησίας των χωρικών επιδεικνύει τις δυσκολίας που θ’ αντιμετώπιζαν οι προτάσεις των φυσιοκρατών.

7

Οι αντιφάσεις κι οι δυσκολίες που αποκαλύφθηκαν στο εσωτερικό των φυσιοκρατικών σχημάτων παρουσιάσαν ένα σύμπλεγμα ανεπίλυτων ερωτημάτων που αφέθηκαν, ας πούμε, σαν κληρονομιά στην μετέπειτα επιστημονική έρευνα.

Πρώτον, είδαμε ότι οι φυσιοκράτες δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη θεωρία της αξίας κι ότι τα σχήματα που περιέχονται στον Οικονομικό Πίνακα αναπτύχθηκαν οπότε λεπτομερώς εμπειρικά αποδεχόμενοι τις τιμές που θέτονται στην αγορά. Συνεπώς, το μέγεθος του πλεονάσματος προσδιορίζεται σύμφωνα μ’ αυτές τις τιμές οι οποίες, γινόμενες αποδεκτές ως σύστημα αναφοράς, επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ του συνόλου των αγαθών που συνιστούν το γεωργικό προϊόν και του συνόλου των αγαθών που συνιστούν το ετήσιο κόστος που επιβάλλεται στην παραγωγή του. Είναι τώρα σαφές ότι, αφενός, η αποδοχή των αγοραίων τιμών ως σύστημα αναφοράς συνεπάγεται την εγκατάλειψη μιας θεωρητικής εξήγησης του σχηματισμού του «καθαρού προϊόντος»· όμως, εναλλακτικά, είναι επίσης προφανές ότι οι φυσιοκράτες αναγκάστηκαν ν’ ακολουθήσουν αυτή την πορεία στην ερμηνεία της πραγματικής οικονομίας, λόγω του αδύνατου να υπολογιστεί το «καθαρό προϊόν» με απλώς φυσικούς όρους. Όπως έχουμε ήδη υποδείξει, δεν μπορεί κανείς γενικά να υποθέτει ότι οι εισροές στην παραγωγή αποτελούνται από τα ίδια αγαθά και στην ίδια αναλογία μ’ αυτά των εκροών, καθιστώντας οπότε αναγκαία την καταφυγή στις αξίες ακόμη κι αν η γεωργία ήταν ένας κλειστός κόσμος· κι όχι μόνο αυτό, αλλά όπως δείχνει ο ίδιος ο Οικονομικός Πίνακας, δεν παράγονται όλα τα αγαθά που καταναλώνουν όσοι εργάζονται στην γεωργία απ’ τον ίδιο των αγροτικό τομέα, κι απ’ αυτό προκύπτει η ανάγκη, στον βαθμό που αφορά την επίδειξη του πλεονάσματος, να υπολιστούν οι αναλογίες της ανταλλαγής μεταξύ γεωργικών και μεταποιητικών προϊόντων. Αν όμως ο καθορισμός του πλεονάσματος απαιτεί να καταφύγουμε σε αξίες ακόμη και στη γεωργία, τότε η γεωργία χάνει την πλεονεκτική της θέση ως παραγωγή τέτοιας φύσεως που επιτρέπει τον υπολογισμό του πλεονάσματος με αυστηρά φυσικούς όρους.

Το γεγονός αυτό εγείρει αμφιβολίες για τη θεμιτότητα του περιορισμού της έρευνας για την ύπαρξη του «καθαρού προϊόντος» στη γεωργία. Υπάρχει όμως ένας ακόμη σημαντικότερος λόγος ανησυχίας. Είδαμε ότι τα φυσιοκρατικά σχήματα παραδέχονται ότι η οντότητα του «καθαρού προϊόντος» εξαρτάται απ’ αυτό που θ’ αποκαλέσουμε τώρα ένταση κεφαλαιακής επένδυσης στη γη. Ωστόσο, αν ισχύει αυτό, δεν είναι πλέον δυνατό ν’ αποδίδεται η δύναμη που εγείρει το «καθαρό προϊόν» αποκλειστικά στη γη, στις αρχικές και φυσικές ιδιότητές της· συνεπακόλουθα, εγκαταλείπουμε τον κύριο λόγο περιορισμού του φαινομένου του πλεονάσματος αποκλειστικά στη γεωργία. Τέλος, μόλις αναγνωριστεί η ύπαρξη μιας καπιταλιστικής δομής σ’ έναν δοσμένο τομέα (κι αν αναμένεται η γενική επέκτασή του), η διάλυση του συνόλου του «καθαρού εισοδήματος» στη γαιοπρόσοδο γίνεται δύσκολο να υπερασπιστεί. Μια απ’ τις θέσεις των φυσιοκρατών είναι ότι η εγγύηση της καλής τιμής των σιτηρών είναι ουσιώδη για την εδραίωση ενός επαρκούς πλεονεκτήματος ώστε οι αγροεπιχειρηματίες να κατευθύνουν τις προσπάθειές τους στη γεωργία· κι είναι σαφές ότι το πλεονέκτημα αυτό μετριέται συγκρίνοντας το εισόδημά τους όχι με την εργασία τους αλλά με το κεφάλαιό τους. Συνεπώς, το εισόδημά τους δεν μπορεί να διαλυθεί σε μισθούς, και γίνεται καίριας σημασίας το ερώτημα εάν το εισόδημά τους αποτελεί μέρος του πλεονάσματος.

Η πορεία που ακολούθησε η οικονομική σκέψη αμέσως μετά τους φυσιοκράτες ήταν η διερεύνηση της θεωρίας της αξίας, κάτι που επέτρεψε την ποσοτικοποίηση και γενίκευση οποιασδήποτε δραστηριότητας σχετίζεται με το φαινόμενο του πλεονάσματος. Η έρευνα αυτή οδήγησε σε μια επαναδιατύπωση της έννοιας της «παραγωγικότητας», καθώς και τη συμπερίληψη, εντός του πλεονάσματος, του εισοδήματος που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική οικονομία, ήτοι το κέρδος.

Σημειώσεις:

1. Ο Κεναί είχε σίγουρα μελετήσει τη θεωρία της κυκλοφορίας του αίματος, και πιθανώς επίσης τη νευτώνεια θεωρία της μηχανικής.

2. Το παράθεμα αυτό προέρχεται απ’ το άρθρο «Grains», γραμμένο για την Encyclopedie. Βλέπε François Quesnay et la physiocratie, vol. 2, Textes annotés, εκδόσεις Institute national d’Etudes demographiques, 1958, σελ. 506. Βλέπε επίσης τα δύο μεταφρασμένα [στα αγγλικά] αποσπάσματα στις σελ. 115-135 του παρόντος έργου [Claudio Napoleoni, Smith, Ricardo, Marx, εκδόσεις Halsted Press, 1975].

3. Philosophie Rurale, vol. 1, Άμστερνταμ, 1764, σελ. 117.

4. Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάζει ο Κεναί στο άρθρο «Grains», η καπιταλιστική γεωργία (grand culture, δηλαδή μεγάλες καλλιέργειες), ενώ απασχολούσε μόνο το 1/6 της καλλιεργήσιμης γης, παρήγαγε το 1/4 του συνολικού προϊόντος των σιτηρών (βλέπε François Quesnay et la physiocratie, σελ. 461).

5. Ο όρος αυτός πληρείται αν αναλογιστούμε το οικονομικό σύστημα ως όλον, υπό τον όρο ότι η παραγωγή παρουσιάζεται ως μια «κυκλική διαδικασία» (βλέπε Πιέρο Σράφφα, Παραγωγή Εμπορευμάτων μέσω Εμπορευμάτων, εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, 1985). Ωστόσο, μια τέτοια συλλογιστική μέθοδος ξεπερνούσε το εύρος αντίληψης των φυσιοκρατών.

6. Ο Κεναί επεξεργάστηκε τρεις φορές τον Οικονομικό Πίνακα κατά την περίοδο 1758-1759 (βλέπε François Quesnay et la physiocratie, σελ. 667-682). Ύστερα επανεκδόθηκε επαυξημένος και με περαιτέρω σχολιασμό απ’ τον Μιραμπώ σε συνεργασία με τον Κεναί στο Analyse du Tableau Economique (1766) καθώς κι από άλλους φυσιοκράτες συγγραφείς.

7. Υπάρχουν αρκετά χαρακτηριστικά του σχήματος που πρέπει ν’ αναλογιστούμε: (1) Δεν υπάρχει τόκος στο εργαζόμενο κεφάλαιο, κι είναι εμφανές ότι όσον αφορά το πάγιο κεφάλαιο, ο «τόκος» δεν είναι πραγματικά τοκός αλλά ένας συνδυασμός ταμείου απόσβεσης κι ανανέωσης, μαζί μ’ ένα είδος ασφάλιστρου μια ασφάλισης κινδύνου. (2) Η αξία των μέσων συντήρησης της (μη-παραγωγικής) στείρας τάξης δεν σχηματίζει μέρος καμίας ετήσιας προκαταβολής του εργαζόμενου κεφαλαίου, αλλά αντ’ αυτού θεωρείται ως τρέχουσα δαπάνη. Μολονότι τα μέσα συντήρησης της παραγωγικής τάξης θεωρούνται ως μια προκαταβολή εργαζόμενου κεφαλαίου, αυτό δεν επηρεάζει κάπως την ανάλυση, επειδή το εργαζόμενο κεφάλαιο δεν θεωρείται τοκοφόρο. (3) Ξανά αναφορικά με τη στείρα τάξη, δεν υπάρχει καμία αναφορά επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο, και συνεπώς δεν υπάρχει ταμείο ανανέωσης όπως υπάρχει στην παραγωγική τάξη. Απ’ την άλλη, υποθέτει κανείς ότι το εργαζόμενο κεφάλαιο που δίνεται στη στείρα τάξη αποτελείται πλήρως από πρώτες ύλες κι ότι οι εργάτες καταναλώνουν μόνο τρόφιμα, του οποίου έπεται πως όλα όσα παράγει η στείρα τάξη τα πουλάει και δεν κρατάει τίποτα για τον εαυτό της. Για μερικούς φυσιοκράτες (Baudeau) αυτό δεν φαινόταν ν’ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και παραδέχτηκαν την ύπαρξη ενός εσωτερικού κυκλώματος για τη στείρα τάξη, ανάλογο μ’ αυτό της παραγωγικής τάξης. (4) Η οικονομία που εξετάζει ο Οικονομικός Πίνακας είναι μια κλειστή οικονομία, δηλαδή, χωρίς καμία ανταλλακτική σχέση με κάτι έξω απ’ αυτή. Όπως αναγνώρισε ο Κεναί, από τη στιγμή που «μπορεί κανείς ν’ αγοράζει απ’ το εξωτερικό (μόνο) ακριβώς τόσο όσο πούλησε στο εξωτερικό», η συνολική δαπάνη πρέπει πάντα να ισούται με την εγχώρια παραγωγή, οπότε η εξέταση του εξωτερικού εμπορίου δεν θ’ άλλαζε τον Οικονομικό Πίνακα. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, ακολουθώντας τις προτάσεις άλλων ερμηνευτών, ότι αν αποδεχτούμε να λάβουμε υπόψη το εξωτερικό εμπόριο, τότε γίνεται πιο ξεκάθαρο το πως η στείρα τάξη μπορεί ν’ αποκτήσει τ’ αγαθά που χρειάζεται, είτε για κατανάλωση είτε για παραγωγή, Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι τμήμα των τροφίμων που αγόρασε η στείρα τάξη απ’ την παραγωγική τάξη αγοράστηκε από εμπόρους οι οποίοι θα το πουλήσουν στο εξωτερικό ώστε να εισάγουν μεταποιητικά προϊόντα.

8. Analyse de la formule arithmetique du tableau economique (1766), François Quesnay et la physiocratie, σελ. 803-804.

About furdenkommunismus (486 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: