τελευταία άρθρα σε τίτλους

Adriano Sofri – Οργάνωση για την εξουσία των εργαζομένων

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 6,525 other followers

Ένα άρθρο για τον λενινισμό και την πρωτοπορία που γράφτηκε το 1968 για την τοπική ομάδα Potere Operaio της Πίζας. Δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο https://libcom.org/article/organizing-workers-power-adriano-sofri

– Εισαγωγικό σημείωμα του Shades Magazine

Ο Adriano Sofri είναι Ιταλός διανοούμενος, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Πρώην ηγέτης της γνωστής οργάνωσης της Εργατικής Αυτονομίας Lotta Continua (“Συνεχής Αγώνας”) τη δεκαετία του 1960, συνελήφθη το 1988 και καταδικάστηκε σε 22 χρόνια φυλάκισης, αφού κρίθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία στη δολοφονία του αστυνομικού Luigi Calabresi. Ο Sofri, και οι υπόλοιποι σύντροφοι που καταδικάστηκαν μαζί του, διακήρυτταν πάντα την αθωότητά τους. Οι κατηγορίες εναντίον τους στηρίχθηκαν στη μαρτυρία ενός pentito (“συνεργάτη της δικαιοσύνης”), του Leonardo Marino. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, ο Sofri έγραφε για διάφορες εφημερίδες, όπως η Il Foglio, η La Repubblica και η Panorama.

Οι λόγοι που μας ώθησαν για να μεταφραστεί το συγκεκριμένο κείμενο είναι χοντρικά δύο: Ο πρώτος έχει να κάνει με συζητήσεις στο εσωτερικό του εγχειρήματος του Shades σχετικά με το ιστορικό πλαίσιο της ανάπτυξης της δράσης της εργατικής αυτονομίας στην Ιταλία, τη θεωρητική επεξεργασία των διάφορων ομάδων πάνω σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την έννοια της πρωτοπορίας και της οικοδόμησης του κόμματος. Στην εσωτερική συζήτηση μας απασχόλησε το ερώτημα αν ήταν τελικά η Εργατική Αυτονομία ένα ρεύμα άρνησης της λενινιστικής αντίληψης της πρωτοπορίας και του κόμματος ή όχι. Το παρακάτω κείμενο σίγουρα δίνει απαντήσεις. Ο δεύτερος λόγος για την μετάφραση αυτού του κειμένου είναι γιατί στην Ελλάδα υπάρχει ένα κομμάτι φίλων και συντροφισσών που ενδιαφέρονται για αυτή την ιστορική συζήτηση και τις θεωρητικές επεξεργασίας των ρευμάτων της εργατικής αυτονομίας. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές επιλέγουν κείμενα που έχουν επεξεργαστεί ή μεταφράσει οι ελληνικές ομάδες που είτε σφετερίζονται τον όρο «αυτονομία», είτε δεν έχουν καμία σχέση με τα πολιτικά επίδικα του τότε Ιταλικού κινήματος. Η ελληνική αυτονομία σε αντίθεση με το ιστορικό κίνημα της Ιταλίας απορρίπτει οποιαδήποτε συζήτηση για το θέμα της εξουσίας και το ποιος πρέπει να την κατακτήσει, όπως και οποιαδήποτε άλλη συζήτηση όπως μπαίνει και στο κείμενο του Adriano Sofri.

Ύστερα από μια συζήτηση για το θέμα του Κράτους στον Μαρξ και σε άλλα ρεύματα του ιστορικού εργατικού κινήματος που κάναμε στο πρόσφατο παρελθόν, στο μέλλον ίσως ξεκινήσουμε μια ομάδα μελέτης και για το ζήτημα του κόμματος, την έννοια της πρωτοπορίας κοκ.  Οι όποιες υπογραμμίσεις με έντονα γράμματα είναι δικές μας.

Adriano Sofri – Οργάνωση για την εξουσία των εργαζομένων

Γιατί το πρόβλημα του κόμματος -που δεν νοείται απλώς ως η ανάγκη οργάνωσης, αλλά ως η ανάγκη μιας γενικής πολιτικής ηγεσίας- δεν αποτέλεσε μέχρι σήμερα αντικείμενο συστηματικής συζήτησης μεταξύ μας; Στο παρελθόν, το πρόβλημα του κόμματος τέθηκε μόνο από την άποψη της αριθμητικής αύξησης των υποκειμενικά “επαναστατικών” ομάδων. Έχουμε απορρίψει ξεκάθαρα αυτή την προσέγγιση- αντίθετα, έχουμε επιλέξει την άμεση και συνεχή εμπλοκή με την πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Αυτή ήταν μια σωστή και σημαντική επιλογή εκ μέρους μας, η οποία έχει ήδη δώσει κάποια στοιχεία για γόνιμη συζήτηση.

Απορρίπτουμε δύο τύπους αντίληψης για το κόμμα: την πρώτη, αυτή που θεωρεί ότι η συνείδηση της αναγκαιότητας του κόμματος, μιας οργανωμένης πολιτικής ηγεσίας, είναι αρκετή για να δημιουργήσει τις συνθήκες για την ανάπτυξη του κόμματος- τη δεύτερη, αυτή που θεωρεί την επαναστατική πολιτική ηγεσία, το κόμμα, ως τη γραμμική συνέχεια μιας παρελθούσας επαναστατικής παράδοσης (είτε πρόκειται για μαρξισμό, είτε για μαρξισμό-λενινισμό, είτε για μαρξισμό-λενινισμό-μαοϊσμό), η οποία έχει φθαρεί και αναγεννηθεί σε διάφορες στιγμές στο παρελθόν. Σε αυτή την αντίληψη, η επαναστατική στρατηγική θεωρείται πάντα ως η “επιστροφή” στη “σωστή” επαναστατική παράδοση.

Για εμάς, η ορθότητα της επαναστατικής ηγεσίας, στρατηγικής και οργάνωσης δεν απορρέει ούτε από την επαναστατική εμπειρία του παρελθόντος ούτε από τη συνείδηση ότι το κόμμα είναι απαραίτητο. Η ορθότητά τους απορρέει, σε τελική ανάλυση, από τη σχέση τους με τις μάζες και την ικανότητά τους να είναι η συνειδητή και γενική έκφραση των επαναστατικών αναγκών των καταπιεσμένων μαζών…

Αυτό σημαίνει ότι η επαναστατική ηγεσία αναπτύσσεται “αυθόρμητα” από τις μάζες και ότι συμπίπτει με την ανάπτυξη του αγώνα των ίδιων των μαζών; Μήπως αυτό σημαίνει ότι μπορούμε απλά να σβήσουμε τη διάκριση μεταξύ πρωτοπορίας και μαζών και να συμπεράνουμε ότι πρέπει να είναι ένα και το αυτό πράγμα ; Η απάντηση είναι όχι. Αλλά ακριβώς εδώ, στον ορισμό της έννοιας της “πρωτοπορίας” μας, βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος.

Σύμφωνα με τον Λένιν, η επαναστατική συνείδηση παράγεται από τη συνάντηση μεταξύ της “οικονομικής” πάλης της εργατικής τάξης (η οποία κατά τον Λένιν ήταν εγγενώς συνδικαλιστική και άρα πάντα μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα) και των μαρξιστών διανοουμένων που έχουν έρθει σε ρήξη με την αστική ταξική τους προέλευση και έχουν συμμαχήσει με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η συνείδηση “έρχεται” έτσι στην εργατική τάξη “από τα έξω”. Έτσι είναι το κόμμα, η οργάνωση επαναστατών εξοπλισμένων με τα εργαλεία της μαρξιστικής ανάλυσης, που ενσαρκώνει την επαναστατική συνείδηση του προλεταριάτου.

Παρεμπιπτόντως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε το σημείο που ορθώς διατυπώθηκε από την αντιλενινιστική παράδοση : ο “γραφειοκρατικός εκφυλισμός” είναι εγγενής στη λενινιστική αντίληψη για τη σχέση μεταξύ κόμματος και μαζών. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η ιστορία του μπολσεβίκικου κόμματος είναι η ιστορία δεκαετιών ηρωικού, επίμονου, συστηματικού αγώνα για την ανάπτυξη δεσμών με την εργατική τάξη και τις καταπιεσμένες μάζες της τσαρικής Ρωσίας. Η εμπιστοσύνη των Μπολσεβίκων στις μάζες και η ικανότητά τους να συνδεθούν με τις μάζες σε συνθήκες που έκαναν τον αγώνα απείρως σκληρό, δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί από κανέναν που θέλει πραγματικά να κατανοήσει τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Αλλά ο λενινιστικός ορισμός δεν μπορεί να μας δώσει σήμερα λύση στα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε στην προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία. Ο λενινιστικός ορισμός των “αυθόρμητων” εργατικών αγώνων ως εγγενώς συνδικαλιστικών και “οικονομοτεχνικών” οδηγεί στο να τίθεται το ζήτημα της σχέσης των επαναστατών με την εργατική τάξη με όρους ιδεολογικής “κατάκτησης” και “έγχυσης από έξω” “πολιτικής” συνείδησης. Ο αυθόρμητος αγώνας των εργατών δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως συγκεκριμένος, τοπικός, συνδικαλιστικός αγώνας στο εργοστάσιο ενάντια στα αφεντικά τους: Αντίθετα, οι αυθόρμητοι αγώνες της βάσης έχουν φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής αμφισβήτησης του καπιταλιστικού ορθολογισμού. Αυτό είναι πολύ ξεκάθαρο στους μεγάλους εργατικούς αγώνες των τελευταίων ετών στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες (Γαλλία, Μάης του ’68, Ιταλία, από το 1968…). Είναι αδύνατο να αναγάγουμε αυτούς τους αγώνες σε απλά “οικονομοτεχνικά” αιτήματα – όπως έχουν ανακαλύψει τα συνδικάτα, και δεν είναι τυχαίο ότι τα συνδικάτα προσπαθούν τώρα να βάλουν φρένο σε αυτούς τους αγώνες και να τους υποτάξουν στο συνδικαλιστικό πλαίσιο. Όλα αυτά δεν πρέπει να δικαιολογούν ούτε μια μεταφυσική της αυτοοργάνωσης των εργαζομένων, ούτε την αναγωγή της ταξικής συνείδησης στη συνείδηση των σχέσεων παραγωγής στο εργοστάσιο. Αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η συνείδηση δεν είναι “έξω” από τις μάζες.

Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε πλέον να δεχτούμε την εγκυρότητα, στην προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία, του ορισμού του Λένιν για τους διανοούμενους (“οι καλλιεργημένοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων”). Αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί με ακρίβεια στη βαθιά μεταμόρφωση της ταξικής σύνθεσης των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, όπως έδειξε τόσο ξεκάθαρα το φοιτητικό κίνημα (εκτός αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ορίζουμε την πλειοψηφία των φοιτητών ως “αστούς διανοούμενους” που κάνουν την επανάσταση απορρίπτοντας την ίδια τους την τάξη). Είναι αλήθεια ότι “χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα” (Λένιν), αλλά είναι αλήθεια με μια νέα έννοια : Η επαναστατική θεωρία δεν “εισχωρεί” στα μαζικά κινήματα από έξω, αλλά αναπτύσσεται μέσα στους μαζικούς αγώνες, ως συστηματική γνώση των αναγκών των μαζών και ως γενίκευσή τους, σε μια αδιάκοπη διαλεκτική διαδικασία.

Όποιος θέλει να εξετάσει σοβαρά την ιστορική εμπειρία του λενινιστικού μοντέλου πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με το πώς η λενινιστική έννοια της πρωτοπορίας, ενώ μεταφέρθηκε από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους με μια εξαιρετική επαναστατική ένταση, αργότερα δικαιολόγησε την πιο ενδελεχή αυθαιρεσία στη σχέση ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες. Το πρόβλημα σίγουρα δεν εντοπίζεται στην απουσία ενός “θεσμικού”, “καταστατικού” ελέγχου των μαζών πάνω στο κόμμα, αλλά εντοπίζεται στον τύπο της σχέσης μαζών-κόμματος που ενυπάρχει στην ίδια τη λενινιστική αντίληψη.

Η λενινιστική αντίληψη θέτει το πρόβλημα της σχέσης μαζών-κόμματος με τους εξής όρους : εργατικοί αγώνες (εγγενώς “οικονομικοί”- “οικονομική” οργάνωση των εργαζομένων (συνδικάτο)- κόμμα (εξωτερική “επαναστατική” συνείδηση) λειτουργεί μέσα στα συνδικάτα (ο “ιμάντας μετάδοσης” για την εισαγωγή επαναστατικής συνείδησης) και έτσι ελέγχει (ή “εκπροσωπεί”) την εργατική τάξη. Αυτή η αντίληψη μας είναι εντελώς ξένη.

Η μόνη σωστή προοπτική για το χειρισμό της σχέσης μάζας- πρωτοπορίας ξεκινά από την πολιτικοποίηση και οργάνωση των μαζών, ώστε να φτάσουμε στην ανάπτυξη και ενοποίηση μιας μαζικής πρωτοπορίας. Δεν πρόκειται απλώς για μια υποκειμενική αναγκαιότητα για δημοκρατία στη βάση, αλλά για μια αντικειμενική αναγκαιότητα : Η επανάσταση στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες καθίσταται δυνατή ή αναγκαία όχι από την οικονομική κατάρρευση του καπιταλισμού, αλλά από την ωρίμανση της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Αυτό συνεπάγεται τη μετάβαση από την προοπτική της εξέγερσης στην προοπτική του παρατεταμένου (τελικά ένοπλου) αγώνα, ακόμη και στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες…

Ο Μάιος του ’68 στη Γαλλία είναι ένα καλό παράδειγμα. Σπάνια έχουν ακουστεί τόσο ηλίθιες ερμηνείες. Διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Η πρώτη, η οποία σωστά τονίζει τον αυθόρμητο και πολιτικό χαρακτήρα της εργατικής έκρηξης, βγάζει συμπεράσματα που δικαιολογούν τις αυθόρμητες θέσεις (απόρριψη της οργανωτικής δουλειάς και απόρριψη της ανάγκης για πολιτική ηγεσία). Η δεύτερη, που σημειώνει σωστά την αδυναμία του αγώνα να προχωρήσει προς την κατάληψη της εξουσίας, αντλεί το δίδαγμα ότι η απουσία επαναστατικού κόμματος είναι ο βασικός παράγοντας. Η πρώτη ερμηνεία έχει αποδειχθεί λανθασμένη από τα ίδια τα γεγονότα. Η δεύτερη, ενδιαφέρουσα γιατί είναι πιο χαρακτηριστική, υποδηλώνει ότι για να “καταληφθεί η εξουσία”, θα ήταν αρκετό να οδηγηθεί απλώς μια από τις μαζικές διαδηλώσεις των εργαζομένων στο παλάτι του προέδρου. Σε αυτή την άποψη, το κόμμα θεωρείται ως μια εξωτερική ηγεσία, που λειτουργεί σύμφωνα με μια λογική αυτόνομη από τον μαζικό αγώνα, η οποία, σε ένα πλαίσιο οξείας κοινωνικής κρίσης, τοποθετείται “επικεφαλής” ενός αυθόρμητου κινήματος και δείχνει το δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας. Συμπέρασμα : Το μαζικό κίνημα υπάρχει, αλλά δεν έχει κεφάλι- ας χτίσουμε το κόμμα και ας το συνδέσουμε με το “σώμα” των μαζών.

Η δική μας θέση ήταν διαφορετική. Το πρόβλημα στη Γαλλία δεν ήταν η κατάληψη της εξουσίας, αλλά η ίδια η εξουσία. Το πρόβλημα της αστικής εξουσίας τέθηκε από πολύ σημαντικές, αυθόρμητες μαζικές πρωτοπορίες (το φοιτητικό κίνημα, συγκεκριμένα τμήματα της εργατικής τάξης – εργάτες στις βιομηχανίες μαζικής παραγωγής και ορισμένα στρώματα με μεγαλύτερη τεχνική κατάρτιση, όπως οι τεχνικοί), και όχι από μια εξωτερική ηγεσία. Ταυτόχρονα, ο αυθόρμητος, προλεταριακός αγώνας του Μάη του ’68 διέγνωσε την έλλειψη ενοποίησης και τη δική του έλλειψη οργάνωσης, τους ανυπέρβλητους περιορισμούς της πολιτικής και πρακτικής του δύναμης. Σε αυτή τη φάση του αγώνα, λοιπόν, τα καθήκοντα των επαναστατών είναι η οργάνωση και η σύνδεση αυτών των μαζικών πρωτοποριών, η επέκταση και η ανάπτυξη αυτόνομων μαζικών οργανώσεων στη βάση (για παράδειγμα στα εργοστάσια και σε άλλους χώρους εργασίας, στα σχολεία κ.ο.κ.) και η συγκέντρωση, από τα διάφορα μέτωπα του αγώνα, μιας επαναστατικής πολιτικής ηγεσίας που θα καθοδηγήσει και θα ενοποιήσει τον αγώνα. Μόνο έτσι μπορεί να ωριμάσει η γενική πολιτική ηγεσία και μια γενικευμένη ταξική αντιπαράθεση μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση διπλής εξουσίας και στην καταστροφή του αστικού κράτους. Το πρόβλημα για τους επαναστάτες δεν είναι να “‘τοποθετηθούν” επικεφαλής των μαζών, αλλά να γίνουν επικεφαλής των μαζών.

Θέλω να καταθέσω προς συζήτηση μια νέα έννοια που έχει μια αρκετά συγκεκριμένη σημασία για την εμπειρία μας ως αγωνιστές της “Εργατικής Εξουσίας” (κατά την περίοδο που προηγήθηκε του ξεσπάσματος των μαζικών αυθόρμητων εργατικών αγώνων στην Ιταλία): την έννοια της εξωτερικής πρωτοπορίας. Η “Εργατική Εξουσία” είναι το προϊόν της υποκειμενικής πρωτοβουλίας ενός ορισμένου αριθμού ατόμων που, έχοντας συμφωνήσει σε έναν ορισμένο πολιτικό προσανατολισμό, αποφάσισαν, στη βάση αυτή, να κάνουν συνεχή σύνδεση, συγκρότηση και οργανωτική δουλειά με εργάτες και άλλους.

Τότε η “Εργατική Εξουσία” δεν είναι μια “εξωτερική” πρωτοπορία; Στην πραγματικότητα, σε πολλές περιπτώσεις, ναι- αλλά κατ’ αρχήν, η απάντηση είναι όχι, ακριβώς επειδή δεν βλέπουμε τους εαυτούς μας ως το έμβρυο -όσο μικροσκοπικό κι αν είναι- του κόμματος, αλλά μάλλον ως μια ομάδα αγωνιστών που έχει ως στόχο να επιταχύνει τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη της μαζικής επαναστατικής οργάνωσης : μια ομάδα αγωνιστών στην υπηρεσία της ανάπτυξης μορφών συνείδησης, αγώνα και αυτόνομης οργάνωσης.

Η ιστορία του πολιτικού μας έργου -μια ιστορία με πολλές περιπλανήσεις, εξαιτίας των δικών μας υποκειμενικών ανεπαρκειών, καθώς και όσων μόνο η εμπειρία μας θα μπορούσε να μας διδάξει- είναι πλούσια σε διδάγματα, αλλά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να τα επαναλάβουμε. Ωστόσο, υπάρχει ένα κεντρικό σημείο που θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε. Σε ένα ορισμένο σημείο της εξέλιξης του έργου μας, ο προβληματισμός σχετικά με τις μορφές των οργανώσεων βάσης (`επιτροπές βάσης`) έγινε συλλογικός και απέκτησε αποφασιστική σημασία στο έργο μας. Αλλά το πρόβλημα των “εργατικών συμβουλίων” μας τέθηκε με έναν νέο τρόπο, ως επέκταση της εργασίας που διεξήγαγαν οι αγωνιστές της “Εργατικής Εξουσίας” και ως αποτέλεσμα της ανάλυσής μας ορισμένων θεμελιωδών εμπειριών : του φοιτητικού κινήματος, του κινήματος του Μάη στη Γαλλία, των εργατικών αγώνων στην Ιταλία και, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα και των διδαγμάτων της για τους επαναστάτες στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτές οι θεμελιώδεις εμπειρίες ξεκαθάρισαν τις δύο προσεγγίσεις μεταξύ των οποίων ταλαντευόμασταν για μεγάλο χρονικό διάστημα : από τη μια πλευρά, η ταύτιση με το ρόλο της “εξωτερικής” πρωτοπορίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται- από την άλλη, η δυνατότητα να δράσουμε, μέσα από την ανάπτυξη του μαζικού αγώνα, ως η πρώτη μορφή σύνδεσης μεταξύ των μαζικών πρωτοποριών.

Τι σημαίνει αυτή η διάκριση; Σε ποιο βαθμό αυτή η ορολογία αντιστοιχεί σε μια πολιτική πραγματικότητα και όχι απλώς σε ένα παιχνίδι με τις λέξεις;

Έχουμε εδραιώσει μια σχέση με τους εργαζόμενους (εννοώ τη μάζα των εργαζομένων σε συγκεκριμένους αγώνες και όχι μεμονωμένες “επαφές”) που βασίζεται σε δύο στενά συνδεδεμένες αρχές :

– απόρριψη της ανάθεσης εξουσιών στις γραφειοκρατικές εργατικές οργανώσεις (συνδικάτα και Κομμουνιστικό Κόμμα) και πρόταση της εναλλακτικής λύσης των αυτόνομων πρωτοβάθμιων οργανώσεων που ελέγχονται άμεσα από τους εργαζόμενους,

– μια πολιτική γραμμή που ξεκινά από τα καθημερινά προβλήματα της εργατικής τάξης (τόσο εντός όσο και εκτός του χώρου εργασίας) και σταδιακά τοποθετεί τα προβλήματα αυτά στο γενικότερο πλαίσιο του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα κ.ο.κ.

Θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε την “επιτυχία” της δουλειάς μας είτε από την ανάπτυξη της δημιουργικής αυτονομίας των μαζών στον αγώνα από τη μεταβίβαση από τους εργαζόμενους σε εμάς της ανάθεσης εξουσιών που δίνουν τώρα στα συνδικάτα και τη ΓΣ. Στη δεύτερη περίπτωση, θα απολαμβάναμε την εμπιστοσύνη των μαζών, αλλά με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, γιατί θα είχαμε αναπαράγει, με διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο, την ίδια αυταρχική σχέση προς τις μάζες. Στην πραγματικότητα θα είχαμε γίνει “το κόμμα”, αλλά το ίδιο είδος κόμματος που θέλουμε να αντιπαλέψουμε. Αυτός ήταν ο εγγενής κίνδυνος σε αυτό που πολλοί πολλοί εργάτες μας έλεγαν με διάφορους τρόπους : “Ξεκινήστε ένα άλλο συνδικάτο”, “Γιατί δεν καλείτε απεργία;”, “Γιατί δεν ξεκινάτε μια οργάνωση;”.

Μπορεί να είναι αλήθεια ότι οι εργάτες έχουν το “πνεύμα της οργάνωσης”, αλλά θα ήταν φρόνιμο να θυμηθούμε τι είπε η Rosa Luxemburg στον Lenin : “Ο Lenin εξυμνεί την εκπαιδευτική επίδραση του εργοστασίου στο προλεταριάτο, η οποία το καθιστά αμέσως ώριμο για “οργάνωση και πειθαρχία”. Η “πειθαρχία” που είχε στο μυαλό του ο Λένιν εμφυτεύεται στο προλεταριάτο όχι μόνο από το εργοστάσιο, αλλά και από τους στρατώνες και από το σύγχρονο γραφειοκρατισμό – με λίγα λόγια, από ολόκληρο το μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους”. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι κατά τη διάρκεια δεκαετιών αντιδραστικής πρακτικής από τα συνδικάτα και το ΚΚ, η οργάνωση παρουσιάστηκε στο προλεταριάτο μόνο με όρους ψήφου, κάρτας μέλους και τυφλής πίστης στον κομματικό μηχανισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η τάση προς την εξωτερική ηγεσία συνεχίζει να επανεμφανίζεται στο ίδιο το προλεταριάτο. Η απάντηση σε αυτά τα προβλήματα δεν είναι η απόρριψη κάθε οργάνωσης, αλλά η πρόταση ενός νέου τύπου οργάνωσης. Όταν λέμε “Δεν είναι δική μας δουλειά να καλέσουμε απεργία I ” ή “Δεν έχουμε πρόθεση να ιδρύσουμε ένα νέο συνδικάτο I “, δεν περιοριζόμαστε σε μια απλή άρνηση αρχών. Κάνουμε πολύ περισσότερα : Αρνούμαστε να διαιωνίσουμε μια σχέση παθητικότητας- αρνούμαστε να επιτρέψουμε στους εργαζόμενους να εξαρτώνται από εμάς για να αποφασίσουμε κάτι γι’ αυτούς. Αυτή είναι και η απάντησή μας στην πρόταση “Ξεκινήστε ένα νέο κόμμα”.

Αν ορίζαμε τους εαυτούς μας μακροπρόθεσμα ως μια “εξωτερική” πρωτοπορία, τότε το πρόβλημα της συγκρότησης του κόμματος θα γινόταν απλά ένα ζήτημα ποσότητας. Όταν η τοπική “επιρροή” μιας ομάδας είναι επαρκώς ανεπτυγμένη και όταν ένας επαρκής αριθμός πολιτικά ομοιογενών τοπικών ομάδων (επίσης “εξωτερικών” πρωτοποριών) καλύψει ολόκληρη τη χώρα, τότε θα έχουμε το κόμμα. Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε γιατί απορρίψαμε αυτή την προσέγγιση.

Η ανάπτυξη δεσμών με μια ολόκληρη σειρά προλεταριακών ομάδων και η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση του προσωρινού ρόλου της “εξωτερικής” πρωτοπορίας, ο οποίος, αν και αναπόφευκτος σε ένα συγκεκριμένο στάδιο του αγώνα, δεν πρέπει να θεωρείται μόνιμη ανάγκη. Γι’ αυτό η εμπειρία του φοιτητικού κινήματος το 1967-68 υπήρξε καθοριστική για την αποσαφήνιση αυτών των ζητημάτων : Ήταν ο πρώτος μαζικός αγώνας με επαναστατική προοπτική που δεν ελέγχθηκε από τα συνδικάτα και τις οργανώσεις της Αριστεράς. Τι εννοούμε όταν μιλάμε για μαζικό αγώνα 7″ Προφανώς δεν αναφερόμαστε ούτε σε ένα “μαζικό κόμμα” όπως το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ούτε σε “μαζικές οργανώσεις” συνδικαλιστικού τύπου. Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη “μάζα”, δεν είναι το αριθμητικό μέγεθος που μετράει (αν και είναι μια σημαντική πτυχή), αλλά μάλλον η ποιοτική πτυχή του αγώνα : το γεγονός ότι ένας αγώνας αναπτύσσεται μεταξύ ενός ολόκληρου ταξικού στρώματος (στην προκειμένη περίπτωση, των φοιτητών) – που ορίζεται από τη θέση του στις κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – με βάση τις συνθήκες που χαρακτηρίζουν αυτό το ταξικό στρώμα.

Το φοιτητικό κίνημα έδωσε το παράδειγμα μιας αμφισβήτησης που, ξεκινώντας από τις ειδικές συνθήκες ενός προλεταριοποιημένου ταξικού στρώματος, έφτασε να θέσει υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη δομή της αστικής εξουσίας, τοποθετώντας έτσι τον αγώνα του στο έδαφος της επαναστατικής πάλης. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια πρωτοπορία στο φοιτητικό κίνημα, αλλά η λογική της είναι συγκεκριμένη : Πρόκειται για μια μη θεσμοθετημένη πρωτοπορία που είναι εσωτερική στον μαζικό αγώνα. Σε αυτή την προοπτική, μια τέτοια μαζική στο εσωτερικό πρωτοπορία έχει να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα : (1) να αποφύγει να αποσπαστεί από τον μαζικό αγώνα και μάλλον να επιδιώξει να τονώσει την ανάπτυξή του- (2) να ενωθεί με άλλα επαναστατικά ταξικά στρώματα, ιδιαίτερα τους εργάτες, για να αποφύγει την ενδεχόμενη ανικανότητα και ήττα.

Αυτά τα καθήκοντα δεν μπορούν να επιτευχθούν ούτε “αυθόρμητα ούτε με την προσχώρηση σε κάποια “εξωτερική” πρωτοπορία. Αυτά τα καθήκοντα πολιτικής ηγεσίας και οργάνωσης ανήκουν στις πρωτοπορίες του μαζικού αγώνα, οι οποίες είναι μαζικές, εσωτερικές πρωτοπορίες. Αυτές οι πρωτοπορίες παρεμβαίνουν σε αγώνες έξω από το δικό τους ταξικό στρώμα, όχι ως “εξωτερική” ηγεσία, αλλά ως εσωτερική ηγεσία του δικού τους μετώπου πάλης. Αν και αυτή η προοπτική δεν παρέχει έτοιμες λύσεις στα συγκεκριμένα προβλήματα της επαναστατικής ηγεσίας και οργάνωσης, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε για πρώτη φορά στην ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος την επαλήθευση στην πράξη της ορθότητας μιας επαναστατικής γραμμής. Γι’ αυτό και η πολιτική ηγεσία του φοιτητικού κινήματος δεν είναι “το Κόμμα”, νοούμενο ως μια εξωτερική επαναστατική ηγεσία. Το σημερινό καθήκον της επαναστατικής πολιτικής ηγεσίας δεν συνίσταται στην ανάπτυξη μιας γενικής επαναστατικής γραμμής, αλλά στην προώθηση του αγώνα των μαζών και της αυτόνομης αυτοοργάνωσής τους.

Τώρα βλέπουμε τη μαζική ανάπτυξη των αγώνων των εργατών και των αγροτών στην Ιταλία, αλλά είναι αιχμάλωτοι της διαίρεσης και του κατασταλτικού ελέγχου των αντεπαναστατικών κομμάτων και των συνδικάτων όσο και της δικής τους έλλειψης οργάνωσης. Σε αυτές τις συνθήκες, το καθήκον των επαναστατών δεν είναι να παρέχουν ένα διοικητικό σημείο αναφοράς, ένα νέο κόμμα, αλλά μάλλον να τεθούν στην υπηρεσία της αυτόνομης οργάνωσης των μαζών. Ο σχηματισμός μιας γενικής επαναστατικής ηγεσίας και οργάνωσης πρέπει αναγκαστικά να περάσει από αυτή τη φάση …. Μετά από όλες τις θεωρίες για την ενσωμάτωση των εργατών στην προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία, η Γαλλία μας έδωσε μια ιδέα για το τι είναι ικανές να κάνουν οι μάζες, όταν απελευθερωθούν έστω και για λίγο από τον καταπιεστικό ζυγό των “εκπροσώπων” τους. Ταυτόχρονα, ο Μάης του ’68 και τα επακόλουθά του αποτελούν σαφή απόδειξη ότι το αποτύπωμα δεκαετιών παραμορφώσεων στο εργατικό κίνημα δεν μπορεί να εξαλειφθεί από τη μια μέρα στην άλλη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά από την άποψη της οργάνωσης ; Πρώτον, την απόρριψη των οργανωτικών μορφών που διεκδικούν εξαρχής μια γενική πολιτική ηγεσία (είτε αυτοαποκαλούνται κόμμα είτε όχι), και των οποίων ο συγκεντρωτισμός δεν είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής ωρίμανσης ενός μαζικού αγώνα αλλά μάλλον η επιλογή ενός στελεχιακού μηχανισμού. Αν και ο όρος “κεντρική επιτροπή” μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά πλαίσια, δεν μπορεί παρά να σημαίνει μια εντελώς απαράδεκτη αντίληψη πολιτικής ηγεσίας από πάνω προς τα κάτω στο ακριβές πλαίσιο του αγώνα στην Ιταλία σήμερα.

Ποια είναι λοιπόν τα καθήκοντά μας; Εν συντομία, είναι να δημιουργήσουμε τις ευκαιρίες και τα μέσα για δεσμούς και επικοινωνία μεταξύ των εργαζομένων- να ανακαλύψουμε τρόπους για να συμμετέχουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στην ανάλυση των δικών τους αγώνων και στην άντληση διδαγμάτων από αυτούς- να υποστηρίξουμε όσο το δυνατόν περισσότερη ενότητα στον αγώνα- να μεγιστοποιήσουμε την πτυχή της αυτονομίας των εργαζομένων στην επιλογή των οργανωτικών μορφών. Αν συμφωνούμε ότι στόχος μας είναι η ανάπτυξη των μαζικών αγώνων και η πολιτική τους πόλωση, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ενθάρρυνση, αντί να συγκρατούμε, της αυτονομίας και της ποικιλίας των εμπειριών των αγώνων, ενώ ταυτόχρονα προωθούμε την κοινή συζήτηση και λήψη αποφάσεων μεταξύ των μαζών σχετικά με τη σημασία και τις προοπτικές των αγώνων τους.

Η συγκεντροποίηση δεν μπορεί να είναι ένα κάλυμμα που αποτυπώνεται στους αγώνες από έξω, αλλά πρέπει να είναι μάλλον το προοδευτικό αποτέλεσμα του θεωρητικού και πρακτικού συντονισμού τους, ώστε να αποφύγουμε το είδος του φορμαλισμού που καθιστά αδύνατες τις άμεσες σχέσεις (είτε πρόκειται για την ανταλλαγή πληροφοριών είτε για την πολιτική ενότητα) με διαφορετικές ομάδες, τομείς του κινήματος και απομονωμένους συντρόφους. Αυτό που είναι το πιο ουσιαστικό είναι ότι η ανάπτυξη μιας συνολικής επαναστατικής ηγεσίας πρέπει να λαμβάνει χώρα μέσα στον μαζικό αγώνα και όχι σε ένα κόμμα εξωτερικό ή παράλληλο με τον μαζικό αγώνα.

Θέλω να θέσω τώρα δύο σημαντικά ερωτήματα που συνήθως τίθενται σε σχέση με το πρόβλημα της επαναστατικής οργάνωσης. Το πρώτο είναι το πρόβλημα της καταστολής. Μπορεί να τεθεί το ερώτημα : Αν δεν έχουμε μια συγκεντρωτική οργάνωση, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την καταστολή που είναι βέβαιο ότι θα έρθει ; Σε ένα επίπεδο, η απάντηση είναι ότι όσο πιο συγκεντρωτική είναι μια οργάνωση, τόσο περισσότερο είναι εκτεθειμένη στην καταστολή. Μια αποκεντρωμένη οργάνωση, με την έννοια των πιο αυτόνομων ομάδων που αναλαμβάνουν πρωτοβουλία και ευθύνη, είναι η καλύτερη εγγύηση ενάντια σε κάθε ενδεχόμενο. Ωστόσο, σε ένα άλλο επίπεδο, το πρόβλημα του συγκεντρωτισμού αποκτά άλλου είδους σημασία όταν πρόκειται για το ζήτημα του πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον ταξικό εχθρό σε καταστάσεις παράνομων μορφών πάλης και ένοπλης πάλης. Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το επιχείρημα υπέρ των συγκεντρωτικών θέσεων : “Η μαζική γραμμή είναι σωστή, αλλά υπάρχει επίσης το πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας και το πρόβλημα της άμεσης πάλης με τον αστικό κρατικό μηχανισμό και την καταστροφή του”. Είναι σημαντικό να τονιστεί αυτό το επιχείρημα ενάντια σε ορισμένες αντιεξουσιαστικές θέσεις που, παρά την αξία τους, τείνουν συχνά να παραβλέπουν το συγκεκριμένο πρόβλημα της πάλης ενάντια στο αστικό κράτος και το πρόβλημα του κατασταλτικού μηχανισμού της εθνικής και διεθνούς αστικής τάξης. Ωστόσο, κατά την αντιμετώπιση αυτής της πτυχής του προβλήματος, μια γενική αρχή πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε υπόψη: η απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής και σωστής συγκεντρωτικής οργάνωσης είναι ολόκληρη η διαδικασία του μαζικού αγώνα και των δεσμών μεταξύ των μαζικών εσωτερικών πρωτοποριών που περιγράφηκε παραπάνω.

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο ερώτημα. Συχνά ακούμε στις συζητήσεις μας τη θέση ότι το κριτήριο της οργάνωσης είναι η λειτουργικότητά της. Αυτή η θέση είναι η πιο επικίνδυνη απ’ όλες. Η λειτουργικότητα δεν σημαίνει τίποτα ή τα πάντα μέχρι να καταστεί σαφές σε σχέση με το τι είναι λειτουργικό. Για μας, η οργάνωση πρέπει να είναι λειτουργική σε σχέση με την πολιτική ωρίμανση των αγωνιστών, με την ανάπτυξη της συνείδησης και της αυτόνομης οργάνωσης στους μαζικούς αγώνες και με την ιδέα της εργατικής εξουσίας για την οποία αγωνιζόμαστε. Για παράδειγμα, υπάρχουν τουλάχιστον δύο αντιλήψεις που θα μπορούσαμε να έχουμε για τις επιτροπές βάσης : είτε ως μια μορφή αγώνα μέσω της οποίας οι μάζες αναπτύσσουν την ικανότητα να αναπτύσσουν και να ελέγχουν τον δικό τους αγώνα, είτε ως ένα “αποτελεσματικότερο” μέσο μαζικής κινητοποίησης για μια εξωτερική πολιτική ηγεσία. Η έννοια της μαζικής πρωτοπορίας είναι η μόνη προοπτική που αντιμετωπίζει στην πράξη, και όχι μόνο στους κομματικούς κανόνες, τόσο το πρόβλημα της υποκατάστασης των μαζών από το κόμμα όσο και το πρόβλημα του αυθορμητισμού ως επαναστατική στρατηγική αυτοοργάνωσης των μαζών. Πρέπει να “πιστέψουμε στις μάζες”, να πιστέψουμε στο σοσιαλισμό. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η εξουσία δεν καταλαμβάνεται “για λογαριασμό” του προλεταριάτου, αλλά ότι το ίδιο το προλεταριάτο πρέπει να καταλάβει την εξουσία. Ο νέος σοσιαλιστής άντρας και η νέα σοσιαλίστρια δεν θα γεννηθούν αφού η συντριβή του καπιταλισμού δημιουργήσει τις συνθήκες για αυτή τη μεταμόρφωση – θα γεννηθούν κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.

Το καθήκον μας σήμερα είναι να οικοδομήσουμε μέσα στον μαζικό αγώνα μια οργανωμένη πολιτική ηγεσία, όχι να “κερδίσουμε” τις μάζες σε μια προϋπάρχουσα επαναστατική ηγεσία. Το “κόμμα στελεχών”, που νοείται ως μια οργάνωση επαγγελματιών αγωνιστών ιδεολογικά ενωμένων γύρω από ένα πρόγραμμα και μια αυστηρή, καταστατική πειθαρχία, δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει.

About furdenkommunismus (702 Articles)
για τον κομμουνισμό

1 Trackback / Pingback

  1. Potere Operaio – Οι εργατικοί αγώνες στην καπιταλιστική κρίση – Shades online

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: