τελευταία άρθρα σε τίτλους

Potere Operaio – Οι εργατικοί αγώνες στην καπιταλιστική κρίση

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 6,525 other followers

Εισαγωγικό σημείωμα του Shades

Συνεχίζουμε την δημοσίευση ιστορικών κειμένων από τα διάφορα ρεύματα της Ιταλικής Εργατικής Αυτονομίας για τους λόγους που περιγράψαμε και σε προηγούμενη δημοσίευση που βρίσκεται εδώ . Αν και ξεκινήσαμε να μεταφράζουμε το παρακάτω κείμενο της ομάδας Potere Operaio, αντιληφθήκαμε ότι το κείμενο έχει μεταφραστεί παλιότερα από το ιστολόγιο “Ταξικές Μηχανές”. Έτσι, αντί μιας νέας μετάφρασης το αναδημοσιεύουμε από εκεί. Σε κάθε περίπτωση θα συνεχίσουμε τις δημοσιεύσεις με θέμα το ιστορικό κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας, των διαφόρων ρευμάτων της, των εμπειριών και πολιτικών επεξεργασιών τους.

Potere Operaio-Οι εργατικοί αγώνες στην καπιταλιστική κρίση

Η αναπτυσσόμενη εργατική πάλη η οποία χαρακτήρισε την ιταλική κοινωνία κατά τα τελευταία 6 χρόνια δημιούργησε μία κρίση μεγάλων διαστάσεων για τον ιταλικό καπιταλισμό – την πιο σοβαρή ύφεση από τα χρόνια του Πολέμου. Η κρίση δεν έχει επηρεάσει μόνο τη μέθοδο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής,αλλά έχει επίσης κλονίσει τον πολιτικό έλεγχο του κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη και έχει αποδυναμώσει την ισχύ των θεσμών που διαμεσολαβούν την ταξική πάλη – δηλαδή τα εργατικά συνδικάτα (trade unions).

Επιπλέον,πρόκειται μία κρίση που μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να επιλυθεί,επειδή στη ρίζα της βρίσκεται το βασικό πολιτικό αποτέλεσμα μιας δεκαετίας αγώνων: η γενικευμένη άρνηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας από τους εργάτες. Το «χάος»,όπως ο αστικός τύπος τοποθετεί το ζήτημα,«έχει γίνει ενδημικό χαρακτηριστικό της ιταλικής κοινωνίας. Τα παραδοσιακά εργαλεία της καπιταλιστικής εξουσίας δεν είναι πλέον ικανά να διατηρήσουν την κοινωνική ειρήνη». Είναι στη διάρκεια της κρίσης,λέει ο Μαρξ,που η σχέση μεταξύ των τάξεων αποσαφηνίζεται. Είναι μέσα από την «καθολικότητα του θεάτρου της και την ένταση των δράσεών της» που η κρίση αποκαλύπτει την ανεπίλυτη ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη.

Η ιταλική κρίση είναι πρώτα απ’ όλα μια κρίση των προοδευτικών μεταρρυθμιστικών πολιτικών τις οποίες το κεφάλαιο,από κοινού μαζί με το επίσημο εργατικό κίνημα,ξεκίνησε να εφαρμόζει,αρχίζοντας από την πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού της Κεντρο-Αριστεράς το 1964. Από το 1970,μετά τους αγώνες της περιόδου 1968-69 είχε γίνει εμφανές ότι οι προηγμένες κεϋνσιανές πολιτικές που προωθούνται από τον συνασπισμό της Κεντρο-Αριστεράς (οικονομικός σχεδιασμός,εισοδηματική πολιτική,συνεργασία με τα συνδικάτα) δεν μπορούν να περιορίσουν την επίδραση μίας ενωμένης και πολιτικά ομοιογενούς πάλης της εργατικής τάξης. Για άλλη μια φορά,η απαίτηση της αυτόνομης εργατικής τάξης για περισσότερα χρήματα και λιγότερη δουλειά,για έναν μισθό απεξαρτημένο από την εργασία που δαπανήθηκε,χτύπησε την ικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος να αναποκρίνεται με θετικό τρόπο και να συνεχίσει να παραδίδει αγαθά.

Ενόσω οι αυξήσεις των μισθών που κατακτήθηκαν από τους εργάτες το 1968 και το 1969 εύκολα ξεπέρασαν το ταβάνι της παραγωγικότητας,η πάλη της εργατικής τάξης για μεγαλύτερους μισθούς σταμάτησε να λειτουργεί σαν κίνητρο για την καπιταλιστική ανάπτυξη,και έγινε μια απειλή για την καπιταλιστική παραγωγή. Οι μισθοί δεν μπορούσαν πλέον να λειτουργήσουν ως «εσωτερική ζήτηση»,αγοραστική δύναμη,κεϋνσιανή ώθηση για ανάπτυξη,αλλά,αντιθέτως,αντιπροσωπεύουν πια μία ανανεωμένη επίθεση στην σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Η βασική κεϋνσιανή προϋπόθεση ότι η ταξική σύγκρουση μπορεί να ενσωματωθεί σε μία στρατηγική καπιταλιστικής ανάπτυξης αποκάλυψε για άλλη μία φορά την πολιτική της αδυναμία. Ο καπιταλισμός αποδείχτηκε ανίκανος να ικανοποιήσει τις αυτόνομες και συλλογικές ανάγκες της πολιτικά επαν-ενοποιημένης εργατικής τάξης.

Η οικονομική ανάπτυξη έρχεται δεύτερη σε σχέση με την ανάγκη του καπιταλισμού να ελέγξει πολιτικά τους εργάτες – δηλαδή,να διατηρήσει μια κυρίαρχη σχέση εξουσίας. Σε περίπτωση που αυτός ο έλεγχος πάνω στους εργάτες έχει χαλαρώσει,τότε πρέπει να αποκατασταθεί αμέσως. Οι καπιταλιστές,οι πολιτικοί και τα συνδικαλιστικά στελέχη μάς θυμίζουν καθημερινά ότι δεν θα υπάρξει καμία οικονομική ανάπτυξη μέχρι να υπάρξουν δημιουργηθούν οι «πολιτικές προϋποθέσεις» για κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια,δεν θα υπάρξει καμία οικονομική ανάπτυξη χωρίς την ήττα των εργατών.

Οι φασιστικές βομβιστικές επιθέσεις του Δεκέμβρη 1969 ήταν το πρώτο μεγάλο σημάδι της καταστολής που θα ακολουθούσε. Ήταν μέσα στο 1970,ωστόσο,που η αντι-εργατική επίθεση του κεφαλαίου πήρε συγκεκριμένη μορφή στις ακόλουθες γραμμές:

(1) Οικονομική Κρίση· (2) Θεσμικοί μετασχηματισμοί· και (3) Τεχνολογική αλλαγή και επαναμετατροπή της οικονομίας. Οι ενότητες που ακολουθούν ασχολούνται με αυτά τα τρία επίπεδα με αυτή τη σειρά. Ο ρόλος που το επίσημο εργατικό κίνημα έχει διαδραματίσει στη διάρκεια της κρίσης επίσης εξετάζεται.

1) Η οικονομική κρίση

Στους καπιταλιστές δεν αρέσουν οι κρίσεις. Στη διάρκεια των κρίσεων,η συσσώρευση του κεφαλαίου επιβραδύνεται και σταματά. Η προϋπόθεση και η δικαιολόγηση του καπιταλιστικού πολιτισμού – η οικονομική ανάπτυξη – πρέπει να δώσει τη θέση της στην καταστροφή του κεφαλαίου και του πραγματικού πλούτου. Οι καπιταλιστές δεν θα επέλεγαν την κρίση,αν αυτό εξαρτιόταν από αυτούς τους ίδιους. Οι καιροί των κρίσεων ως προϊόν του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού σε ένα πεδίο μηδενικής εργατικής δραστηριότητας έχουν ξεπεραστεί – αν ποτέ υπήρχαν στην πραγματικότητα.

Η οικονομική κρίση επιβλήθηκε στους καπιταλιστές από την πάλη της εργατικής τάξης. Στη διάρκεια του κύκλου αγώνων της περιόδου 1968-70,οι εργάτες δεν είχαν μόνο προχωρήσει την μαζική πάλη τους ενάντια στην εργασία στο σημείο της παραγωγής μέσα από την αύξηση των απεργιών,την επιβράδυνση της παραγωγής,την απουσία και το σαμποτάζ (όλες οι δραστηριότητες που δεν αναπαράγουν το κεφάλαιο),αλλά είχαν επίσης εκφράσει την αποφασιστικότητά τους να αγωνιστούν ενάντια στο καπιταλιστικό Κράτος. Το κεφάλαιο έμεινε με μία μόνο επιλογή: να αποδεχτεί την κρίση ως το νέο πεδίο μάχης,να προσπαθήσει να το πάρει υπό τον έλεγχό του,και να το στρέψει ενάντια στους εργάτες.

Υπάρχει ένα πράγμα που έχουμε μάθει: ότι η κρίση δεν είναι πλέον η καταστροφική ανάπτυξη της «κοινωνικής αναρχίας» του κεφαλαίου,όπως στη θεωρία κατάρρευσης της Δεύτερης Διεθνούς. Αντίθετα,η κρίση αντιπροσωπεύει την καπιταλιστική προσπάθεια επανάκτησης του ελέγχου επί της δύναμης που έχουν οι εργάτες στον οικονομικό κύκλο.

Κατά τους πρώτους μήνες του 1971,η βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε κατά 3.5% μέσο όρο,με ένα μείον -5.1% στους «ηγετικούς τομείς» – δηλαδή στο χάλυβα,τις εργαλειομηχανές και τις κατασκευές. Για άλλη μια φορά,ο παραδοσιακός ανταγωνισμός ανάμεσα στα επίπεδα των μισθών και τα επίπεδα της ανεργίας έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Οι μαζικές απολύσεις,η αποβολή από το εργατικό δυναμικό των περιθωριοποιημένων κοινωνικών κατηγοριών (γυναίκες,ηλικιωμένοι,και νέοι),η υποαπασχόληση,η μειωμένη κινητικότητα της εργασίας – όλα αυτά τα μέσα χρησιμοποιήθηκαν για να καταστρέψουν την ενότητα της εργατικής τάξης,να στρέψουν ανοιχτά τους εργαζόμενους και τους άνεργους τον έναν ενάντια στον άλλο,να διαχωρίσουν τον αγώνα μέσα στην κοινότητα από την πάλη στο σημείο της παραγωγής,να αποσυνθέσουν και να αποδιοργανώσουν τον εργάτη μάζα.

Παρά τις προσπάθειες αυτές,η πίεση στους μισθούς διατηρήθηκε σε όλο το 1971. Με σχεδόν στάσιμη παραγωγικότητα,οι αυξήσεις στους μισθούς έφτασαν το πολύ το 16.6%,και περιόρισαν βαθιά τα περιθώρια κέρδους. Μέχρι το τέλος του χρόνου,η Τράπεζα της Ιταλίας αποκάλυψε ότι μία αύξηση κατά 670 δισεκ. λίρες στη χρηματική αξία της παραγωγής υπερκεράστηκε από μία αύξηση κατά 1500 δισεκ. λίρες στο συνολικό μισθολογικό κόστος. Το εισόδημα του κεφαλαίου έπεσε κατά 830 δισεκ. λίρες. Δεν υπήρξε καπιταλιστική συσσώρευση στην Ιταλία το 1971.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη εξαρτάται από τα τωρινά κέρδη όπως επίσης και από τις εκτιμήσεις των μελλοντικών κερδών. Όταν οι καπιταλιστές δεν βλέπουν κανένα μέλλον,δεν επενδύουν,ανεξάρτητα από το πόσο «εύκολο» μπορεί να είναι το χρήμα. Πέρα από ένα ορισμένο σημείο το εύκολο χρήμα ως τέτοιο δεν χρησιμεύει για την επανεκκίνηση των επενδύσεων. Παρά την «επεκτατική» δημοσιονομική πολιτική που ακολουθείται από την Τράπεζα της Ιταλίας,οι καθαρές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 17% μέσα στο 1971. Ήταν και είναι μία πολιτική απεργία στις επενδύσεις. Εάν η καπιταλιστική ανάπτυξη αντιπροσωπεύει την βάση για μία εργατική επίθεση,τότε σε ό,τι αφορά τους καπιταλιστές,η μόνη ελπίδα για μια ήττα των εργατών βρίσκεται στην οικονομική κρίση.

2) Τεχνολογική αλλαγή και μετατροπή της οικονομίας

Ο Μαρξ αντιλαμβανόταν την τεχνολογική μεταβολή πολύ καθαρά:

   «Θα μπορούσε να γράψει κανείς μια ολόκληρη ιστορία των εφευρέσεων από το 1830 και ‘δω,που έγιναν απλώς σαν πολεμικά μέσα του κεφαλαίου ενάντια στις ανταρσίες των εργατών». (Κ. Μαρξ,Το Κεφάλαιο,Τόμος Πρώτος,βλ. ελληνική μτφρ. σελ. 452)

Από τον καιρό του Μαρξ,και ιδιαίτερα μετά από την ανάπτυξη της μαζικής παραγωγής και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας,η τεχνολογική μεταβολή (αποκαλείται «πρόοδος») έχει γίνει ένα σημαντικό όπλο στα χέρια της καπιταλιστικής τάξης. Με την πραγματική χειραγώγηση της ταξικής σύνθεσης τεχνολογικά,το κεφάλαιο έμαθε πώς να αντιμετωπίζει άμεσα την υλική ύπαρξη της εργατικής τάξης ως εργασιακής δύναμης,ως απλού εμπορεύματος.

Εντός του πλαισίου της ιταλικής κρίσης,η καπιταλιστική στρατηγική στήριξης της συνολικής πολιτικής επίθεσης πάνω στην «τεχνολογική καταπίεση» της εργατικής τάξης έπρεπε να ικανοποιήσει δύο θεμελιώδεις πολιτικές ανάγκες. Πρώτον,έπρεπε να δυναμώσει την επίθεση στις δουλειές,για τον σκοπό της επιβολής εργασίας στους ανέργους. Δεύτερον,έπρεπε να δημιουργήσει σημαντικά χάσματα στην ομοιογενή υφή μιας εργατικής τάξης που πολιτικά κυριαρχείται από τη συλλογική συμπεριφορά του εργάτη-μάζα· δηλαδή,έπρεπε να αλλάξει την ταξική σύνθεση που λειτούργησε ως βάση για την πολιτική επανενοποίηση της εργατικής τάξης την περίοδο 1968-70.

Τα ακόλουθα μέτρα επιχειρήθηκαν να παρθούν: τεχνολογικές καινοτομίες που μειώνουν τον αριθμό των απασχολούμενων εργατών (τεχνολογική ανεργία)· αποστράτευση ολόκληρων κλάδων παραγωγής (όπως η κλωστοϋφαντουργία) και γεωγραφικών περιοχών (όπως στη La Spezia)· αποκέντρωση των παραγωγικών δομών,ώστε να εξαλειφθεί η μεγάλη συγκέντρωση της εργατικής τάξης· αναδιάρθρωση της εργασιακής διαδικασίας εν όψει δύο σημαντικών προϋποθέσεων: (1) ενός ευρύτερου φάσματος βαθμών δεξιότητας (μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια φιλο-εργασιακή επαγγελματική ιδεολογία σε ένα ποσοστό του εργατικού δυναμικού),και (2) μίας διεύρυνσης των διαφορών μεταξύ των αμοιβών. Για άλλη μια φορά,ο αγώνας των εργατών ανάγκασε το κεφάλαιο να επιχειρήσει ένα τεχνολογικό άλμα.

Μια τέτοια τεχνολογική καταπίεση,ωστόσο,πραγματοποιήθηκε με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικούς τομείς της παραγωγής. Στην πραγματικότητα,οι βιομηχανικοί τομείς επρόκειτο να αναλυθούν με τους όρους των εργαλείων που παρέχουν για την επανάκτηση του ελέγχου πάνω στην εργατική τάξη. Από αυτή την άποψη,κάθε «κλαδικό σχέδιο» αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη στρατηγική,ένα συγκεκριμένο μοντέλο ελέγχου του κεφαλαίου πάνω στην παραγωγή.

Από αυτή την άποψη,ο ηγετικός κλάδος σήμερα είναι η χημική βιομηχανία,η οποία,λόγω της υψηλής κάθετης και οριζόντιας συγκέντρωσης και της ένταξής της στο διεθνές επίπεδο,έχει αρκετά περιθώρια ελέγχου επί του συνολικού κύκλου της παραγωγής. Όχι τόσο για τη βιομηχανία αυτοκινήτων. Η αντικατάσταση της γραμμής συναρμολόγησης στα εργοστάσια αυτοκινήτων είναι στην καθημερινή ατζέντα των καπιταλιστών εδώ και πολύ καιρό,διεθνώς – από τότε που οι αγώνες της περιόδου 1933-37 στις ΗΠΑ αναμφισβήτητα απέδειξαν τη συλλογική δύναμη των εργατών της συναρμολόγησης,των μαζικών εργατών.

Αλλά ο «νέος τρόπος παραγωγής του αυτοκινήτου» δεν είναι ακριβώς «γύρω από την γωνία». Ο Agnelli της FIAT (σ.τ.μ. πρόκειται για το αφεντικό της εταιρείας) έχει αποκλείσει ρητά το ενδεχόμενο τυχόν σημαντικών καινοτομιών πάνω στη,ή αναπληρωματικών μοντέλων για τη,γραμμή συναρμολόγησης,εφόσον αυτό θα απαιτούσε διά μιας τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες,σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους κατά 25%. Ξεκάθαρα,η μεγάλη πολυεθνική FIAT έχει καταστεί ανίκανη να διατυπώσει μια εφαρμόσιμη στρατηγική περιορισμού της ζημιάς. Τουλάχιστον 360.000 αμάξια έχουν «χαθεί» από το 1969.

Η τελική λύση τόσο στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας όσο και στον κλάδο της χημικής βιομηχανίας βρίσκεται στην αναζήτηση ασφαλέστερων πεδίων επένδυσης. Έτσι,ο Ιταλικός Βορράς έφτασε να καταλαμβάνει μια αγαπημένη θέση στα σχέδια του κεφαλαίου. Οι νέοι βόρειοι «πόλοι ανάπτυξης» στο Porto Torres και τη Gela,αληθινοί καθεδρικοί ναοί μέσα σε μια έρημο,μαρτυρούν μια ανανεωμένη προσπάθεια διαίρεσης της εργατικής τάξης σε γεωγραφική βάση.

3) Θεσμικοί μετασχηματισμοί: ο νέος ρόλος του Κράτους

Τα πολιτικά θεσμικά όργανα που απαιτούνται από μια Κυβέρνηση που πρέπει να επιβάλλει μαζική καταπίεση στην εργατική τάξη δεν μπορεί να είναι τα ίδια με αυτά της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης,τα οποία πρόκειται να βασιστούν στην απόπειρα συνεργασίας με την εργατική τάξη. Το Σύνταγμα του 1948,με την επικέντρωσή του στην κοινοβουλευτική ζωή των διαμεσολαβητικών πολιτικών κομμάτων και την έμφασή του στις αποκεντροποιημένες διοικητικές δομές,δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως το θεσμικό πλαίσιο για μια καπιταλιστική χρήση της κρίσης. Η Ιταλική Δημοκρατία βασίστηκε πάνω στην αρχή της ταξικής συνεργασίας στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης. Μια τέτοια συνεργασία παρέμεινε όνειρο. Η οικονομική ανάπτυξη έπαψε να υφίσταται. Κάθε νέα Κυβέρνηση μετά την πτώση της Κυβέρνησης Rumorts (Καλοκαίρι του 1970) δρούσε υπό την πίεση της περάτωσης μιας βαθμιαίας «απελευθέρωσης» του υπουργικού συμβουλίου από τα κοινοβουλευτικά κόμματα και διαδικασίες,την ίδια στιγμή που εφάρμοζε μια γενική στρατηγική για την καταπίεση της εργατικής τάξης.

Οι πρώτοι λίγοι μήνες της κυβέρνησης Colombo (από το καλοκαίρι του 1970 μέχρι τον Ιανουάριο του 1972) μαρτυρούσαν κάποια αβεβαιότητα σχετικά με το ποια στρατηγική θα εφαρμοζόταν. Αρχικά ο Colombo προτίμησε να επιτεθεί στους εργάτες με έμμεσο τρόπο. Η αύξηση της φορολογίας στην αγορά των αντικειμένων μαζικής κατανάλωσης όπως το πετρέλαιο,που εισήχθη το καλοκαίρι του 1970,ήταν η πρώτη κίνηση της κεφαλαιοκρατικής επίθεσης. Παρά το γεγονός ότι ήταν ένα ισχυρό μέτρο,αποκάλυψε ακόμη μια σημαντική αδυναμία στην καπιταλιστική πρωτοβουλία: έναν ορισμένο φόβο σχετικά με την επίθεση στους εργάτες σε άμεσο επίπεδο στο σημείο της παραγωγής,και ένας δισταγμός σχετικά με τη διεξαγωγή μιας ξεκάθαρα πολιτικής αναμέτρησης.

Αλλά οι συνεχείς βιομηχανικοί αγώνες του 1971,και η δραματική πτώση της παραγωγής η οποία ακολούθησε,απέδειξαν ότι από μόνη της η δημοσιονομική πολιτική δεν θα επαρκούσε,και ότι ο μόνος τρόπος νίκης στην κρίση ήταν η άμεση,ανοιχτή καταπίεση.

Η κυβέρνηση της Κέντρο-Αριστεράς του Andeotti από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάιο του 1972 ήταν η πρώτη κυβέρνηση που ανοικτά απέρριψε τις συνταγματικές δεσμεύσεις,και εφάρμοσε στην πράξη συστηματική καταστολή σε ευρεία κλίμακα. Ο εκσυγχρονισμός,ο εξορθολογισμός και η αριθμητική αύξηση των αστυνομικών δυνάμεων· μια ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας,μέσα από τις μαζικές εκστρατείες εναντίον του εγκλήματος (ενάντια τόσο στους «πολιτικούς» όσο και τους «κοινούς» εγκληματίες)· οι πρόωρες εκλογές τον Μάιο (από κοινού υποσχόμενοι με τους Χριστιανοδημοκράτες τη σταθερότητα για τους καπιταλιστές,τον νόμο και την τάξη για τις μεσαίες τάξεις,και την καταστολή για το προλεταριάτο)· η δολοφονία του επαναστάτη εκδότη Feltrinelli και η επακόλουθη αύξηση της Κρατικής τρομοκρατίας ενάντια στις μαζικές πρωτοπορίες και την επαναστατική Αριστερά· οι εκατοντάδες σύντροφοι που βρίσκονται στη φυλακή – όλα αυτά τα μέτρα εκφράζουν το ίδιο πολιτικό πρόγραμμα: την καθυπόταξη των αναγκών για επανέναρξη της παραγωγής και της οικονομικής ανάπτυξης σε μια διαδικασία ολοκληρωτικής αναδιάρθρωσης της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Οι εκλογές τον Μάιο του 1972 αντανακλούσαν την ριζοσπαστικοποίηση της σύγκρουσης με τον μόνο τρόπο που οι εκλογές μπορούν να προσφέρουν: μια κοινοβουλευτική πόλωση και μια ανάπτυξη των ψήφων για τα τρία μεγάλα αντιπολιτευτικά κόμματα – τους Χριστιανοδημοκράτες (DC),το Φασιστικό Κόμμα (MSI) και το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) σε βάρος όλων των υπόλοιπων μικρότερων κομμάτων. Οι λόγοι τακτικής για το ότι οι ψήφοι της εργατικής τάξης πήγαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να είναι ξεκάθαροι στον καθένα: η εκλογική επίδειξη δύναμης της εργατικής τάξης ως συμπαγούς πολιτικού σώματος δεν πρέπει να συγχέεται ως μια επίδειξη υποστήριξης του πολιτικού προγράμματος που έχει το Κόμμα. Στην πραγματικότητα,η κυβέρνηση κατανόησε τα εκλογικά αποτελέσματα ως αυτό το οποίο εκείνα πράγματι ήταν – μία επίδειξη δύναμης,μια απειλή,και μια προεικόνιση – και γρήγορα εντάθηκε η καταστολή μετά τις εκλογές αποβλέποντας στον επόμενο γύρο των διαπραγματεύσεων γύρω από τους μισθούς (Φθινόπωρο 1972). Η νικηφόρα πολιτική πλατφόρμα των Χριστιανοδημοκρατών δεν παρείχε κάποια στρατηγική για την οικονομική ανάπτυξη – παρείχε ένα μοντέλο για τον ελέγχο της εργατικής τάξης. Και αυτό υλοποιήθηκε μέσα από την αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στα συνδικάτα,τα πολιτικά κόμματα,και το Κράτος.

Τα συνδικάτα έμαθαν τώρα ρητά ότι η θεσμική τους λειτουργία είναι να πείθουν τους εργάτες να σταματήσουν να αγωνίζονται – ή διαφορετικά να υποφέρουν το βάρος της συνεχούς ύφεσης. Ένα ανώτατο όριο μισθού τέθηκε ως προϋπόθεση για την οικονομική ανάκαμψη,και η ρύθμιση των απεργιών,αν και όχι τυπικά επικυρωμένη διαδικασία,έγινε αποδεκτή ως πρακτική από τα συνδικάτα,στη μορφή τόσο της «αυτο-πειθάρχησης» όσο και της αναζήτησης για νέες μεθόδους αποφυγής των απεργιών. Όσον αφορά το κοινοβούλιο,τα πολιτικά κόμματα έγιναν όργανα του Κράτους,και η επίτευξη του νόμου και της τάξης μετατράπηκε σε πολιτική προτεραιότητα για όλους ανεξαιρέτως. Αλλά ο μεγάλος μετασχηματισμός επήλθε στον ρόλο του ίδιου του Κράτους.

Ήταν ο ρόλος του Κράτους ως παράγοντα διαμόρφωσης ενός γενικού οικονομικού σχεδίου που έφτασε στο τέλος του με την κρίση. Αρχίζοντας με τον πρώτο κεντο-αριστερό συνασπισμό του 1964,το κεφάλαιο άρχισε να αποδέχεται την ιστορική τάση προς την επαν-ενοποίηση της εργατικής τάξης,και προσπάθησε να χρησιμοποιήσει αυτή την ενότητα της εργατικής τάξης προκειμένου να επαν-εκκινηθεί η οικονομική ανάπτυξη. Μέσα από τον κρατικό σχεδιασμό,το κεφάλαιο προσπάθησε να επιτύχει έναν γενικό ελέγχο επί του συνόλου της εργατικής τάξης,μέσα από τους θεσμούς τού δημοκρατικού Κράτους,τα πολιτικά κόμματα,και τα συνδικάτα. Αλλά όταν η μαζική συναίνεση της εργατικής τάξης δεν μπορούσε πλέον να διασφαλιστεί,η ενότητα της εργατικής τάξης έγινε πλήρως ανατρεπτική στην επίδρασή της. Κατά συνέπεια,ο γενικός σχεδιασμός έγινε αδύνατος,και έπρεπε να αντικατασταθεί από διαφορετικά πλάνα τομέων,συγκεκριμένα σχέδια για διαφορετικούς κλάδους της βιομηχανίας,σε μια προσπάθεια εγκαθίδρυσης σημαντικών κενών στην ομοιογενή υφή συγκρότησης της εργατικής τάξης.

Η αδυνατότητα ενός γενικού σχεδίου και η επακόλουθη κρίση του ρόλου του Κράτους ως γενικού σχεδιαστή σημαίνει ότι η επιχείρηση επανάκτησε την οικονομική πρωτουβουλία και συγκροτήθηκε με τρόπο ώστε να μπορεί να διαχειριστεί την κρίση στο άμεσο επίπεδο και να απαντήσει σε κάθε ταξική κατάσταση με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Το Κράτος έμεινε απλώς στη δέσμευσή του να διατηρήσει την σταθερότητα της καπιταλιστικής εξουσίας. Αυτό σηματοδότησε μια ξεκάθαρη εστίαση στις κατασταλτικές λειτουργίες του Κράτους – στη θεσμική βία,την αστυνομία,τα δικαστήρια,τις μυστικές υπηρεσίες,και τη χρησιμοποίηση του Φασισμού από το δημοκρατικό Κράτος.

Ωστόσο,θα ήταν λάθος να ερμηνεύει κανείς τέτοιες θεσμικές αλλαγές ως απλά μια αναβίωση της Κρατικής μη-παρέμβασης,του laissez-faire,του ανύπαρκτου παρεμβατισμού του 19ου αιώνα. Στην πραγματικότητα,η έμφαση του Κράτους στη μαζική καταστολή και τη θεσμική βία υπήρξε ένα μέσο για μια πολύ ακριβή και προηγμένη μορφή της «Κρατικής παρέμβασης»: τον πολιτικό καθορισμό όλων των αξιών αγοράς (των τιμών,των μισθών,των «εισοδημάτων» ενγένει),προκειμένου να έχουν οικονομικές αξίες που ανταποκρίνονται στις πολιτικές προτεραιότητες. Όπως οι «οικονομικοί νόμοι» σταμάτησαν να λειτουργούν στη διαδικασία σχηματισμού και κατανομής του εισοδήματος,έτσι έπρεπε απλώς να δώσουν τη θέση τους στις ανοιχτές και άμεσες σχέσεις εξουσίας. Όταν οι νόμοι που ρυθμίζουν την τιμή της εργασίας στην αγορά δεν λειτουργούν πλέον,και οι μισθοί ξεπερνούν την παραγωγικότητα (δηλαδή,η τιμή της εργασίας αποσπάται από την δαπανημένη εργασία),τότε η παραδοσιακή σοσιαλιστική ιδεολογία για την «αξία της εργασίας/εργασιακή αξία» αρχίζει να καταρρέει. Η τιμή της εργασίας μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από τις σχέσεις εξουσίας,την ανοιχτή πάλη,και από τη δύναμη της οργάνωσης.

4) Το Κομμουνιστικό Κόμμα και το ζήτημα του Φασισμού

Σε όλη τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης,το ΚΚΙ εντατικοποίησε την εκστρατεία του για συμμετοχή στην Κυβέρνηση μέσω της συγκρότησης κυβερνητικού συνασπισμού (ο περίφημος. «Ιταλικός δρόμος προς τον Σοσιαλισμό») . Ωστόσο,στο βαθμό που ο μεταρρυθμισμός έχει ηττηθεί,αυτά που μπορεί το κεφάλαιο και το Κομμουνιστικό Κόμμα να προσφέρουν ο ένας στον άλλο είναι λίγα. Ο καπιταλισμός δεν έχει περιθώρια για μεταρρυθμίσεις και οικονομική ανάπτυξη,και το Κομμουνιστικό Κόμμα σε καμία περίπτωση δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί τον έλεγχο πάνω στην εργατική συμπεριφορά.

Αλλά τότε τι είναι αυτό που έχει το Κόμμα να προσφέρει στην εργατική τάξη; Μόνο μια αναχρονιστική,ιδεολογική εκ νέου τοποθέτηση του ζητήματος των «μεταρρυθμίσεων» (όπως των δημόσιων δαπανών,και του εξορθολογισμού των «κοινωνικών παροχών») και μια εκστρατεία δημοκρατικής πάλης εναντίον του Φασισμού η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα κόμματα που αποδέχονται τους κοινοβουλευτικούς κανόνες (με τη μοναδική εξαίρεση των ίδιων των φασιστών). Στην ανάλυση του ΚΚ,η απειλή φασιστικής κατάληψης της εξουσίας μπορεί να διαλυθεί από έναν λαϊκομετωπικό συνασπισμό.

Μερικά λόγια επεξηγηματικά: παρά την κινδυνολογία του ΚΚ,η Ιταλία δεν είναι προς το παρόν στα πρόθυρα μιας φασιστικής κατάληψης της εξουσίας. Μετά από την αποτυχία του μεταρρυθμισμού,είναι αλήθεια,η καπιταλιστική στρατηγική βρίσκεται σε πολιτική κρίση,διότι δεν έχει δείξει κάποιον τρόπο αξιοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί η ανάπτυξη και η αυτονομία της εργατικής τάξης. Η φασιστική λύση,ωστόσο,όταν εφαρμόζεται στα προβλήματα που η καπιταλιστική στρατηγική πρέπει σήμερα να αντιμετωπίσει – συγκράτηση και αξιοποίηση των εργατών αγώνων στο υψηλότερο επίπεδο της κοινωνικοποίησης – δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μουσειακό έκθεμα. Ένα λαϊκό μέτωπο στην υπεράσπιση των αστικών πολιτικών ελευθεριών δεν αποτελεί πραγματική λύση: είναι απλά μια λύση για ένα πρόβλημα που δεν υπάρχει.

Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι υπάρχει η πιθανότητα φασιστικής κατάληψης της εξουσίας· [το πρόβλημα είναι] η συλλογική υποστήριξη του Φασισμού από το κεφάλαιο,καθώς και η χρησιμοποίηση του Φασισμού από το δημοκρατικό Κράτος. Τα φασιστικά καθάρματα είναι για το κεφάλαιο εργαλεία άμεσης,φυσικής καταστολής στα συνδικάτα,στις πικετοφορίες,στους δρόμους. Η ύπαρξή τους στην πολιτική αρένα,επιπλέον,επιτρέπει στο Κράτος να παίξει τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ «αντιτιθέμενων εξτρεμισμών» – της επανάστασης και της αντίδρασης.

Αλλά ποιοι είναι οι φασίστες; Δηλαδή,ποιανών τα συμφέροντα αντιπροσωπεύουν σήμερα οι φασίστες; Εκφράζουν τα συμφέροντα των πλέον καθυστερημένων και παρωχημένων μερίδων του κεφαλαίου: τις μικρές επιχειρήσεις – ένα κοινωνικό στρώμα που είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει,στριμωγμένο από το αυξανόμενο κόστος εργασίας,και του οποίου η ύπαρξη προοδευτικά εξαλείφεται από την οξυμένη ταξική πάλη. Η πολιτική ισχύς των φασιστών,ως εκ τούτου,δεν προέρχεται από το στρώμα το οποίο εκείνοι αντιπροσωπεύουν (ένα εύθραυστο στρώμα πράγματι),αλλά από την λειτουργία που καλούνται να εκπληρώσουν σαν όπλο στα χέρια του δημοκρατικού Κράτους στην επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες,το να «καταγγέλεις τον φασισμό» και την ίδια στιγμή να «υπερασπίζεσαι τους δημοκρατικούς θεσμούς»,όπως κάνει η αντιφασιστική εκστρατεία του ΚΚ,δεν είναι απλώς πολιτική τύφλωση· είναι ανοιχτή συμπαιγνία με το κεφάλαιο στην προσπάθεια αφοπλισμού της εργατικής τάξης.

5) Τα εργατικά συνδικάτα απέναντι στους αγώνες της εργατικής τάξης

Η κρίση του μεταρρυθμισμού έχει επηρεάσει βαθιά τον ρόλο που παίζουν τα συνδικάτα στο καπιταλιστικό σχέδιο. Χρόνια ανοιχτής,αυτόνομης πάλης έχουν καταστήσει σαφές ότι τα συνδικάτα δεν μπορούν να εγγυηθούν την συνεργασία της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα,η επίσημη υπογραφή των συμβάσεων εργασίας σπανίως έχει θέσει τέλος στους βιομηχανικούς εργατικούς αγώνες. Το κεφάλαιο έχει φτάσει να συνειδητοποιήσει ότι η συνεργασία με τα συνδικάτα έχει λίγο νόημα όταν αυτό δεν διασφαλίζει τη συνεργασία της εργατικής τάξης. Επιπλέον,σε ορισμένες περιπτώσεις στη διάρκεια των πρώιμων χρόνων του κύκλου,τα συνδικάτα,πέρα από το να ασκούν έλεγχο,έχουν χρησιμοποιηθεί από τους εργάτες σαν ένα από τα μέσα συντονισμού του αγώνα τους. Ξεκάθαρα τα συνδικάτα στο «κεϋνσιανό Κράτος» της δεκαετίας του 1960 μπορούσαν να εκπληρώσουν την πολιτική τους λειτουργία της διαμεσολάβησης και της συγκράτησης μόνο υπό την συνθήκη ότι «αντιπροσώπευαν» αποτελεσματικά την εργατική τάξη – δηλαδή,υπό τη συνθήκη ότι αποδεχόντουσαν (και διαμεσολαβούσαν) τους αυθόρμητους αγώνες της. Ως εκ τούτου,γίναμε μάρτυρες μιας «ριζοσπαστικοποίησης» της επίσημης πλατφόρμας των αιτημάτων των συνδικάτων στο 1968-69,όπως επίσης και την ανάδυση μιας αριστερής πτέρυγας εντός του συνδικαλιστικού κινήματος.

Τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά μετά το 1972. Στον γύρο διαπραγματεύσεων του 1972-73 δεν υπήρξαν περιθώρια για παραχωρήσεις. Ο μεταρρυθμισμός απέτυχε,και η οικονομική ανάπτυξη είχε έρθει σε στασιμότητα. Υπήρχε μόνο μία λειτουργία που έμενε να εκπληρώσουν τα συνδικάτα: ανοιχτή συνεργασία με το κεφάλαιο στην καταστολή της εργατικής τάξης – δηλαδή,την «υπευθυνότητα» την οποία οι συνδικαλιστικές ηγεσίες επέδειξαν στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Με τα λόγια ενός αφεντικού κάποιου συνδικάτου: «Το Θερμό Φθινόπωρο δεν πρέπει να επαναληφθεί. Οι συμβάσεις του 1972 πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε πολύ ήπιους τόνους».

Η στρατηγική των συδικάτων επικεντρώθηκε σε έναν σημαντικό στόχο: τον περιορισμό των εργατικών αγώνων μέσα από το παράδοξο επιχείρημα ότι οι εργάτες πρέπει να σταματήσουν να απεργούν προκειμένου να αποφευχθεί η νομοθεσία ενάντια στις απεργίες. Αλλά η ιστορία των τελευταίων αρκετών μηνών έχει διαλύσει κάθε ψευδαίσθηση όσον αφορά τη δυνατότητα του ελέγχου των συνδικάτων πάνω στην εργατική τάξη.

Για μια ακόμη φορά ήταν ο αγώνες των μεταλλεργατών και των εργατών στις βιομηχανίες αυτοκινήτων που λειτούργησε ως αφορμή για τη νέα μεγάλη επίθεση της εργατικής τάξης την άνοιξη του 1973. Για άλλη μια φορά,η κατάσταση στη FIAT συνοψίζει τα πολιτικά χαρακτηριστικά ενός ολόκληρου κύκλου αγώνων.

Από την γενική απεργία στο Τορίνο τον Σεμπτέμβρη του 1972,ο αγώνας βγήκε εκτός ελέγχου όσον αφορά τόσο τη βία όσο και τη γενίκευση. Σε όλη τη διάρκεια του φθινοπώρου,οι εργάτες της FIAT ενίσχυσαν τον αγώνα τους στο εσωτερικό των κτιρίων (μαχητικές πορείες εντός του εργοστασίου οι οποίες προχωρούν από παράρτημα σε παράρτημα,κλείνοντας τις πόρτες και τις θύρες και διώχοντας μακριά τους επιστάτες,τους απεργοσπάστες και τους φύλακες). Στις 22 του Ιανουαρίου,οι εργάτες των αυτοκινήτων της Lancia ξεκίνησαν καθιστική διαμαρτυρία,και αναμετρήθηκαν με την αστυνομία όταν εκείνη προσπάθησε να εισέλθει στο εργοστάσιο (ένας εργάτης δολοφονήθηκε από την αστυνομία). Στις 26 του Ιανουαρίου,οι καταληψίες φοιτητές ενώθηκαν με τις πικετοφορίες και τις εργατικές πορείες στο Μιλάνο (ένας σπουδαστής χτυπήθηκε σοβαρά από την αστυνομία). Στις 2 του Φεβρουαρίου,περίπου 20.000 εργάτες της FIAT διοργάνωσαν μία μονοήμερη κατάληψη του εργοστασίου FIAT-Mirafiori,από την οποία ξεκίνησε ένα κύμα καταλήψεων στα εργοστάσια τους μήνες που ακολουθούσαν. Aπό τις 9 Φεβρουαρίου,περίπου μισό εκατομμύριο εργάτες συγκεντρώθηκαν στη Ρώμη στη μεγαλύτερη εργατική διαδήλωση που έχει συμβεί ποτέ από τον καιρό του 2ου Π.Π. Τα συνθήματά τους ήταν «Εξουσία στους εργάτες» και «Εργοστάσιο,Σχολείο,και Κοινότητα – η πάλη μας γίνεται για την εξουσία».

Μαζί με τις πορείες στο εσωτερικό των εργοστασιακών εγκαταστάσεων (cortei interni),οι μαζικές απουσίες (κοπάνες) έγιναν μία νέα σημαντική μορφή αγώνα. Και πάλι,οι εργάτες της FIAT υπήρξαν πρωτοπόροι με ένα ποσοστό αποχής 28%. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ημέρα 30.000 εργάτες της FIAT δεν πήγαιναν στα καπιταλιστικά εργοστάσια για να τους εκμεταλλευτούν· ότι η μέση πραγματική εργάσιμη εβδομάδα στη FIAT αυτο-μειώθηκε από τους εργάτες λίγο πάνω από τις 3ο ώρες. Μέσα από την αποχή τους και τις αναρρωτικές άδειες,οι 100.000 εργάτες της FIAT στο Τορίνου κατάφεραν να επαν-ιδιοποιηθούν 45 δισεκ. λίρες (πάνω από £3.000.000) – εννέα φορές τα καθαρά κέρδη που η FIAT κατέγραψε για το 1972 – χωρίς εργασία. Και οι κοπάνες,μακριά από το υποκαθιστούν άλλες μορφές αγώνα,αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα με άλλες μορφές εργατικής εξέγερσης – απεργίες,πικετοφορίες,καταλήψεις εργοστασίων και μαζικές διαδηλώσεις.

6) Ο αποκλεισμός της FIAT-Mirafiori

Την Πέμπτη 29 Μαρτίου,η FIAT-Mirafiori κατελήφθη εκ νέου. Νωρίς το πρωί,ένα πλήθος 10.000 πικετοφόρων μπλοκάρει όλες τις εισόδους. Στο σύνθημα των εργατών «Κατάληψη της FIAT – Κανένας Συμβιβασμός»,τα συνδικάτα απάντησαν με το δικό τους: «Απεργία για 2 ώρες». Εντός του κατειλημμένου εργοστάσιου οι εργάτες έστησαν μόνιμες πολιτικές συνελεύσεις. Η πρώτη κίνηση της FIAT ήταν να απειλήσει ότι δεν θα δώσει τις αμοιβές της εβδομάδας,και ότι θα καλέσει την αστυνομία. Την Παρασκευή το πρωί,ωστόσο,τα πακέτα των μισθών ήταν έτοιμα ως συνήθως – αλλά μόνο για τους απεργούς. Τα «Εργατικά Δικαστήρια» έκριναν ότι δεν θα επιτρεπόταν στους απεργοσπάστες να πάρουν τους μισθούς τους. Στο σώμα του εργοστασίου,οι εργάτες πραγματοποίησαν μια μαζική δίκη των επιστατών και των απεργοσπαστών. Από το απόγευμα της Παρασκευής,η πλειοψηφία των εργοστασίων του Τορίνου ήταν στα χέρια των εργατών: πορείες,συνελεύσεις και καταλήψεις ξεκίνησαν στα εργοστάσια Lingotto, Bertone, Pininfarina, Spa Stura, Ricambi, Lancia, Carello, Spa Centro, Ferriere, Grandi Motori,και άλλα.

Την Δευτέρα 2 Απρίλη ο αποκλεισμός της Mirafiori συνέχισε να υφίσταται. Δεν επρόκειτο για μια κατάληψη εργοστασίου με την παραδοσιακή έννοια. Οι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο,όχι για να το υπερασπιστούν,ή να το δουλέψουν,αλλά για να το χρησιμοποιήσουν ως μια τεράστια πηγή πολιτικής ισχύος. Με τα λόγια ενός απεργού:

«Εάν η αστυνομία ερχόταν στις πύλες,εμείς δεν θα τους είχαμε επιτεθεί σε αυτό το σημείο. Θα τους είχαμε τραβήξει στο εσωτερικό του εργοστασίου,στο δικό μας έδαφος,όπου δεν υπάρχει καμία ειδκή οργάνωση,αλλά όπου είμαστε πάντοτε έτοιμοι να απαντήσουμε στη βία με τους όρους που εμείς κατανοούμε…. Αν η αστυνομία είχε έρθει στη Mirafiori,το μέρος θα ήταν εκτός λειτουργίας για τουλάχιστον τρία χρόνια.»

Οι πικετοφορίες σε εκατοντάδες εργοστάσια γύρω από την περιοχή του Τορίνου εξασφάλισαν πως σε περίπτωση που η σύγκρουση έφτανε σε σημείο έκρηξης,δεν θα επηρέαζε μόνο το Corso Traiano,όπως το 1969,αλλά θα ανατίναζε ολόκληρη την πόλη. Η αποφυγή μιας αναμέτρησης ήταν μεγάλη αναγκαιότητα εξίσου για τους καπιταλιστές,τα συνδικάτα και την κυβέρνηση. Το απόγευμα της Δευτέρας έγινε γνωστό πως τα αφεντικά και τα συνδικάτα υπέγραψαν την νέα σύμβαση εργασίας.

Η νέα εθνική σύμβαση δεν συνιστούσε καμία νίκη για τους εργάτες,για δύο λόγους: Πρώτον,περιείχε ελάχιστα από τα υλικά αιτήματα των ίδιων των εργατών. Δεύτερον,και πιο σημαντικό,ως αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης μεταξύ των καπιταλιστών και των συνδικάτων,η σύμβαση δεν έκφρασε και δεν μπορούσε να αντικατοπτρίσει την πολιτική δύναμη και μαχητικότητα την οποία η εργατική τάξη εξέφρασε στη διάρκεια της κρίσης. Η δυσαναλογία ανάμεσα στην πολιτική ισχύ των εργατών και τα αποτελέσματα που η δύναμή τους μπορεί να διευθύνει στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης είναι εμφανής.

Το πρωί της Τρίτης τα συνδικάτα πίεσαν για να δωθεί τέλος στο μπλοκάρισμα. Προϊστάμενοι και συνδικαλιστές από κοινού προέτρεψαν τους εργάτες να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους,και κατάφεραν να βάλουν μερικά τμήματα να δουλέψουν. Αλλά στο συνολικό επίπεδο,η παραγωγή δεν επανήλθε. Η πρώτη μέρα πίσω-στη-δουλειά ήταν πάλι μια μέρα μηδενικής παραγωγής. Στη Mirafiori,το 60% του εργατικού δυναμικού ήταν «απών». Εκατοντάδες εργάτες συνέχισαν τις πικετοφορίες και μπλοκάρισαν την παραγωγή. Στη Rivalta,η εργατική συνέλευση έκφρασε τη θέληση συνέχισης του αγώνα τους μέχρις ότου να επανα-προσληφθούν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που απολύθηκαν κατά τη διάρκεια της απεργίας.

Αυτό το αίτημα για την επανα-πρόσληψη όλων αυτών που απολύθηκαν μπορεί να πυροδοτήσει μια νέα εργατική επίθεση (μετά την υπογραφή της σύμβασης) στους επόμενους μήνες. Κάθως γράφουμε [σ.τ.μ. Mάρτιος-Απρίλιος 1973],η κατάσταση παραμένει ασταθής και ανοιχτή.

Ποιο είναι,τότε,το κύριο πολιτικό χαρακτηριστικό αυτού του κύματος αγώνων; Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι εργάτες χρησιμοποίησαν τον αγώνα γύρω από το συμβόλαιο σαν μια στιγμή απλώς της γενικής αντιπαράθεσης μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης. Εδώ πρέπει να μάθουμε ένα μάθημα για την εργατική στρατηγική: σε ολόκληρο τον αγώνα οι εργάτες άφησαν όλες τις διαπραγματεύσεις στα χέρια των συνδικάτων,και έδειξαν μικρό ενδιαφέρον στην επίσημη πλατφόρμα,συνειδητοποιώντας το γεγονός πως καμία συνδικαλιστική πλατφόρμα δεν μπορεί να υπερασπιστεί τους εργάτες από την καπιταλιστική επίθεση. Συγκεντρώθηκαν στην πάλη ενάντια στους καπιταλιστές σε ένα πιο προηγμένο επίπεδο – δηλαδή,παλεύοντάς τους γύρω από τα ίδια τα αιτήματά τους [των καπιταλιστών].

Στην πραγματικότητα,οι καπιταλιστές της αυτοκινητοβιομηχανίας και της βιομηχανίας μετάλλου,με τον Agnelli να δείχνει τον δρόμο,έφτασαν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τα δικά τους ρητά αιτήματα: ένα τέλος στη «διαρκή σύγκρουση»· ρύθμιση στις κοπάνες· καμία μείωση στην εργάσιμη εβδομάδα·πλήρης αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας. Ακριβώς αυτά τα αιτήματα απορρίφθηκαν στον αγώνα στη FIAT. Μετά την υπογραφή των συμβάσεων,η «μόνιμη σύγκρουση» δεν υποχώρησε,οι κοπάνες δεν μειώθηκαν,η πειθαρχία με δυσκολία αποκαταστάθηκε,και η παραγωγή συνεχίστηκε μόνο με μεγάλη δυσκολία. Η υπογραφή της σύμβασης δεν έθεσε ένα τέλος στους αγώνες,γιατί η πάλη των εργατών τοποθετούνταν εξ’ αρχής πέρα από τις συμβάσεις.

Εκατοντάδες μαζικές πικετοφορίες,κόκκινες σημαίες και εργατικά δικαστήρια σε όλες τις πύλες,μπλάρισμα των τελειωμένων προϊόντων,«φυλάκιση» των διευθυντών,καλά οργανωμένη διευθέτηση των λογαριασμών με τους επιστάτες και τους φύλακες – όλα αυτά σηματοδοτούν ένα νέο άλμα στην πάλη του προλεταριάτου: η «κατάληψη της εξουσίας» στη FIAT,και σε όλο το Τορίνο,περιέχει έναν ρητό υπαινιγμό στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και στο επαναστατικό πρόγραμμα κατάργησης της μισθωτής εργασίας.

Λέει ένας εργάτης από την FIAT-Mirafiori:

«Αυτή η κατάληψη είναι διαφορετική από εκείνη που έκαναν οι εργάτες το 1920. Το 192ο είπαν ας κάνουμε κατάληψη,αλλά ας δουλέψουμε ταυτόχρονα. Ας δείξουμε σε όλους ότι μπορούμε να τρέξουμε εμείς οι ίδιοι την παραγωγή. Τα πράγματα είναι διαφορετικά σήμερα. Στη δική μας κατάληψη,το εργοστάσιο είναι το αρχικό σημείο για την επαναστατική οργάνωση των εργατών – όχι ένα μέρος για να δουλέψεις!»

About furdenkommunismus (702 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: