τελευταία άρθρα σε τίτλους

«Βιβλιοαναγνώσεις #85» «Riot Days» της Μαρίας Αλιόχινα

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 6,525 other followers

Η Μαρία Αλιόχινα και άλλες δύο κοπέλες, η Ναντέζντα Τολοκονίκοβα και η Κατερίνα Σαμούτσεβιτς, ήταν τα μέλη του φεμινιστικού πανκ-ροκ συγκροτήματος Pussy Riot, τα οποία πιάστηκαν από την αστυνομία αρκετές μέρες μετά μία μουσική παρέμβαση-αστραπή του συγκροτήματος στον καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού της Μόσχας, κατά την οποία πρόλαβαν και είπαν μερικούς στίχους από ένα φεμινιστικό τραγούδι που αναφερόταν στην Παναγία των χριστιανών. Η παρέμβαση αυτή θεωρήθηκε ιεροσυλία από τους χριστιανούς και την αυταρχική και αντιδημοκρατική κυβέρνηση του Βλαντιμίρ Πούτιν και, μετά από μέρες ανθρωποκυνηγητού από την αστυνομία, πιάστηκαν οι παραπάνω κοπέλες, τις οποίες η αστυνομία κατάφερε να αναγνωρίσει σαν μερικά από τα μέλη του συγκροτήματος που έκανε την παρέμβαση. Μετά από αρκετούς μήνες προφυλάκισης η Μαρία Αλιόχινα και η Ναντέζντα Τολοκονίκοβα καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια φυλακή για «χουλιγκανισμό εμπνεόμενο από θρησκευτικό μίσος». Η ποινή αυτή, όπως και η πολύμηνη προφυλάκιση ήταν κάτι απρόσμενο τόσο για το συγκρότημα, το οποίο είχε ήδη κάνει μια σειρά από θεαματικές παρεμβάσεις, όσο και για τους φαν του, σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, επειδή δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μια μουσική παρέμβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν έγκλημα που θα επέσυρε τέτοια μεγάλη, σχετικά, ποινή. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι η κυριαρχία της θρησκείας στην Ρωσία θα ήταν τόσο εκτεταμένη και απειλητική μετά από τόσα χρόνια, 73 για την ακρίβεια (1917-1990), που κρατική ιδεολογία ήταν η αθεΐα.

Και όμως, η κυβέρνηση της Ρωσίας αξιοποίησε τις άσχημες μνήμες που είχαν αφήσει στο ευρύ κοινό οι ακρότητες, μέχρι και διωγμοί, κατά των χριστιανών από το 1917 ως το 1990, για να προβάλει τον εαυτό της σαν υπέρμαχο της θρησκευτικής ελευθερίας και της χριστιανικής ηθικής. Και μάλιστα υπερασπίστρια ενός συμβόλου αναβίωσης της χριστιανικής θρησκείας στην Ρωσία, όπως είναι η εκκλησία του Σωτήρος Χριστού, την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα του Στάλιν είχε κατεδαφίσει κατά την δεκαετία του 1930 και ξαναφτιάχτηκε όπως ήταν παλιά, μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Διαβάζοντας το βιβλίο της Αλιόχινα μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί η καταστολή που δέχτηκαν οι κοπέλες αυτές ήταν κάτι απρόσμενο. Κι αυτό γιατί από τις σελίδες του διαπιστώνει κανείς ότι η ρωσική κοινωνία σήμερα έχει εξελιχθεί πολύ και έχει εξευρωπαϊστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, σε σχέση με την εποχή που η Ρωσία ήταν σοβιετική δημοκρατία. Μεγάλο μέρος της νεολαίας της, τουλάχιστον, υιοθετεί και υπερασπίζεται αξίες σαν κι αυτές που υιοθετεί η προοδευτική νεολαία της Δυτικής Ευρώπης. Ακόμα και η μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος Pussy Riot στην Ρωσία, συνηγορεί υπέρ αυτής της διαπίστωσης. Δεν ήταν, λοιπόν, κάτι αναμενόμενο για τις κοπέλες αυτές, το να υποστούν τέτοια καταστολή, εφόσον πίστευαν ότι δεν θα την υφίσταντο στις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης, όπου η νεολαία κινείται λίγο-πολύ στο ίδιο «μήκος κύματος» με αυτές. Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουν ότι και στην Δυτική Ευρώπη, όπως και στη Ρωσία, ένα όλο και αυξανόμενο μέρος της νεολαίας ρέπει προς τον ρατσισμό, την μισαλλοδοξία ακόμα και τον ανοιχτό φασισμό. Σίγουρα δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι όσο θα πέρναγαν τα χρόνια αυτό το αυξανόμενο μέρος της νεολαίας θα αυξάνονταν τόσο πολύ, ώστε η Ρωσία θα μπορούσε, με την υποστήριξή του, να κηρύξει ακόμα και τον πόλεμο στην γειτονική της Ουκρανία και να υποχρεώσει τους νέους να πολεμήσουν σε αυτόν τον πόλεμο.

Και όμως, από τις σελίδες του βιβλίου προκύπτει ότι οι κοπέλες και το κίνημα συμπαράστασής τους, παρά την απρόσμενη και υπερβολική καταστολή, δεν το «έβαλαν κάτω» και ακόμα και μέσα στην φυλακή συνέχισαν τους αγώνες τους για αξιοπρέπεια και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Μαρία Αλιόχινα λίγο-πολύ είχε επίγνωση για το πως ήταν οι φυλακές της Ρωσίας την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης και οι φυλακίσεις πολιτικών κρατουμένων και αντιφρονούντων στην Ρωσία ήταν γνωστές σε αυτήν, γι’ αυτό αμέσως αισθάνθηκε ότι «πήρε από αυτούς την σκυτάλη». Πολύ περισσότερο, ένιωσε έτσι, γιατί διαπίστωσε ότι οι αλλαγές που είχαν γίνει στις φυλακές από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης ήταν επιφανειακές και ότι η κακομεταχείριση των κρατουμένων, όπως και η οικειοποίηση των προμηθειών για τους κρατούμενους από την διεύθυνση των φυλακών και την σωφρονιστική υπηρεσία, συνεχιζόντουσαν κανονικά, σαν να είναι κάτι φυσικό. Μάλιστα, την ταπεινωτική και εξευτελιστική συμπεριφορά των ενστόλων ενάντια στις κρατούμενες δεν χρειάστηκε να μπει στην φυλακή για να την διαπιστώσει. Την διαπίστωσε από την ώρα της σύλληψής της, π.χ. με το ολοκληρωτικό γδύσιμο, το σκύψιμο και το βήξιμο, όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές. Στην φυλακή μάλιστα το ολοκληρωτικό γδύσιμο και η εξέταση σε αυτήν την κατάσταση μπροστά στα μάτια ακόμη και ανδρών φυλάκων ήταν εβδομαδιαίο φαινόμενο. Η συστηματική στέρηση ύπνου, η προσβλητική γλώσσα, η έλλειψη θέρμανσης, η συνεχής παρακολούθηση με κάμερες, το ανεπαρκές και κακής ποιότητας φαγητό, το φοβερό στρίμωγμα κατά την διάρκεια των πολυήμερων, μέχρι και διαρκείας εβδομάδων, μεταγωγών, η εξαντλητική υποχρεωτική δωδεκάωρη δουλειά, οι απεριόριστες απαγορεύσεις στα πράγματα που μπορεί να δεχτεί κάποιος από τους συγγενείς του, οι απίστευτες απαγορεύσεις στην επικοινωνία με τους έξω από την φυλακή, η εχθρική και καχύποπτη συμπεριφορά των ποινικών κρατουμένων, στις οποίες είναι διαδεδομένα τα ναρκωτικά και η ασυδοσία στις ερωτικές σχέσεις και πολλά άλλα, όπως τα έζησε η Αλιόχινα και τα περιγράφει στις σελίδες του βιβλίου της, πείθουν ότι κατά βάση το σωφρονιστικό σύστημα στην Ρωσία παραμένει εξαιρετικά απάνθρωπο, όπως κατά την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, και η νοοτροπία της διεύθυνσης των φυλακών και των δεσμοφυλάκων παραμένουν οι ίδιες, όπως και τότε. Και αν έχουν γίνει κάποιες αλλαγές είναι ποσοτικές και όχι ποιοτικές, π.χ. δεν σιτίζονται πλέον οι κρατούμενες με ένα ζουμί, όπου αραιά και που βρίσκεις ίχνη λαχανικών ή δημητριακών, και δεν είναι σκελετωμένες. Ούτε κάνουν τις ανάγκες τους σε κουβάδες αλλά σε υποτυπώδεις τουαλέτες.

Μπορεί το βιβλίο να είναι γεμάτο με αναφορές στις συνθήκες στις φυλακές, όπως τις έζησε η Αλιόχινα, όμως κατά βάση είναι ένα βιβλίο που εμπνέει αισιοδοξία. Και αυτό γιατί, όπως είπα και πιο πάνω, η Αλιόχινα συνέχισε τον αγώνα ενάντια στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμα και μέσα στις φυλακές, παρά το εξαιρετικό κόστος που έχει αυτός ο αγώνας, όταν γίνεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. Και το κυριότερο; Αυτός ο αγώνες πέτυχε σε απίστευτο βαθμό τους στόχους του. Με την συμπαράσταση πρώην πολιτικών κρατουμένων και ενός ευρύτερου κοινού που από την αρχή τάχθηκε με το μέρος των φυλακισμένων μελών του Pussy Riot, οι διαμαρτυρίες, οι αναφορές και οι καταγγελίες που η Αλιόχινα κατάφερε να κάνει γνωστές προς τα έξω, οδήγησαν σε αξιοσημείωτες αλλαγές στις συνθήκες κράτησης και στην συμπεριφορά της διεύθυνσης της φυλακής και των δεσμοφυλάκων. Γι’ αυτό και αυτό το βιβλίο μπορεί να ιδωθεί και σαν εγχειρίδιο για το πως πρέπει να γίνονται οι αγώνες μέσα στις φυλακές και πως κερδίζονται.

Κατά τα άλλα, είναι ένα βιβλίο όχι μόνο ωραία γραμμένο, με την έννοια ότι έχει ακόμη και λογοτεχνική αξία, αλλά και ευκολοδιάβαστο, γιατί η Αλιόχινα, σαν μια σύγχρονη για την εποχή της ακτιβίστρια, την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που υποχρεώνουν τους ανθρώπους να εκφράζονται με συντομία και με εντυπωσιασμό, δεν παρασύρεται σε εκτεταμένες περιγραφές του εξωτερικού και του εσωτερικού της κόσμου, αλλά καταφέρνει και περιορίζει σε μικρές παραγράφους, με μικρούς αλλά επαρκώς περιγραφικούς τίτλους η κάθε μία, όλα αυτά που θέλει να πει, τόσο για τα γεγονότα που έζησε, όσο και για τις απόψεις της για την πολιτική και κοινωνική ζωή και τους αγώνες της. Κάτι ανάλογο με αυτό που κάνει ο Εβραίος Λεβ Κονσόν, που γνώρισε τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας της Σοβιετικής Ένωσης (γνωστά ως Γκουλάγκ) στο βιβλίο του «Γράμματα από τα Γκουλάγκ». Κατά συνέπεια, το βιβλίο της Αλιόχινα μπορεί να το διαβάσει άνετα και αυτός που δεν έχει συνηθίσει να διαβάζει βιβλία αλλά έχει μάθει να διαβάζει την οθόνη του κινητού του τηλεφώνου.

Τέλος, είναι ένα βιβλίο ολοφάνερα φεμινιστικό, όπου η καταπίεση και η εκμετάλλευση της γυναίκας εξαιτίας της κατώτερης θέσης που έχει στην κοινωνία σε σχέση με τους άντρες, περιγράφεται στην πιο ακραία μορφή της, την καταπίεση και εκμετάλλευση των γυναικών κρατουμένων. Αυτών που στην μεγάλη πλειοψηφία τους είναι βυθισμένες στην μοιρολατρία και δεν έχουν συνείδηση των δικαιωμάτων τους, όπως δεν έχουν ιδέα για τον Σωφρονιστικό Κώδικα και τον κανονισμό της κάθε φυλακής, πέρα από ό,τι τους επιβάλλουν η διεύθυνση και οι δεσμοφυλάκισσες. Η Αλιόχινα απαίτησε και πήρε στα χέρια της τον Κώδικα και τους κανονισμούς, όπως και τους νόμους που την αφορούσαν και σε αυτά στήριξε τους αγώνες της ενάντια στις αυθαιρεσίες και τις κλοπές της σωφρονιστικής υπηρεσίας. Ακόμα και αν η πλειοψηφία των γυναικών κρατουμένων δεν την στήριξε ή στάθηκε εχθρική απέναντί της. Όμως οι γυναίκες κρατούμενες που περιγράφει η Αλιόχινα δεν την εμπόδισαν με την βία να κάνει τον αγώνα της, όπως γινόταν στις ανδρικές φυλακές, τουλάχιστον την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Ομολογεί όμως ότι την έβλεπαν σαν διαφορετική και άξια μεγαλύτερου σεβασμού από αυτές επειδή ήταν πολιτική κρατούμενη. Όσο και να προσπάθησε η κάθε σωφρονιστική υπηρεσία να κρύψει το γεγονός αυτό.

Ακόμα και για όσους στα βιβλία αναζητούν και κάποιο χιούμορ γιατί δυσκολεύονται να πάρουν στα σοβαρά τόση βλακεία και τόσο παραλογισμό που πολλές φορές χαρακτηρίζουν την κρατική εξουσία, το βιβλίο της Αλιόχινα δεν θα τους απογοητεύσει. Πολλές είναι οι φορές που η Αλιόχινα επιστρατεύει το χιούμορ για να περιγράψει τα «κακώς κείμενα». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Ο γραμματέας σταματάει να κρατάει πρακτικά. Η δικαστίνα κατεβάζει το κεφάλι κι αρχίζει να ζωγραφίζει.

«Σεβαστό δικαστήριο, σταματήστε να ζωγραφίζετε κυκλάκια!» φωνάζει ο δικηγόρος.

«Κι εσείς να μην κοιτάτε τα χαρτιά μου», φωνάζει η δικαστίνα.

Δυστυχώς, όση αισιοδοξία και επιμονή να επέδειξε η Μαρία Αλιόχινα, τόσο έξω όσο και μέσα στην φυλακή, φέτος, το 2022, μετά την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αφού η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, αναγκάστηκε να φύγει από την Ρωσία, γιατί, όπως δήλωσε, αν έμενε, θα την ξανακλείνανε στην φυλακή. Μήπως δεν κρατάνε φυλακισμένο τον πιο ισχυρό πολιτικό αντίπαλο του Βλαντιμίρ Πούτιν, τον Αλεξέι Ναβάλνυ, από τότε που ξαναγύρισε στην Ρωσία από το εξωτερικό, και όπως φαίνεται θα αργήσει χρόνια να βγει; Ο Αλεξέι ήταν ένας από τους δύο πιο γνωστούς συμπαραστάτες της Μαρίας Αλιόχινα και της Ναντέζντας Τολοκονίκοβα. Ο άλλος ήταν ο Μπορίς Νεμτσόφ, που δολοφονήθηκε ατιμώρητα μπροστά από την έδρα της κυβέρνησης της Ρωσίας, το γνωστό «Κρεμλίνο», παρά τις κάμερες και τα εξαιρετικά μέτρα ασφαλείας της περιοχής, το 2015.

Το βιβλίο ««Riot Days» της Μαρίας Αλιόχινα εκδόθηκε από τις εκδόσεις red nnoir, στην Αθήνα το 2020, σε μετάφραση από τα Ρωσικά της Νίκης Καραγεώργου και επιμέλεια κειμένου της Ελένης Μπούρου.

Φίλιππας Κυρίτσης

About furdenkommunismus (702 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: