τελευταία άρθρα σε τίτλους

όλα βαίνουν ανθηρώς, ή σχεδόν όλα: παραγωγικότητα του κεφαλαίου, τόκος, και (ανα)παραγωγή της εργατικής δύναμης

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 6,524 other followers

Το φιλοσοφείν είναι μιζέρια μόνο από την άποψη της χρηματικής αμοιβής που δίνεται γι’ αυτό, (porca miseria … κοίτα την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας).

Αυτό ισχύει διότι πάντα, όπως ο Χομπς τεκμηριώνει και αποδεικνύει, το κάθε προϊόν της par excellence πνευματικής (: επιστημονικής) εργασίας ίσταται αρκετά χαμηλότερα της αξίας του, επειδή ο εργασιακός χρόνος που αναλώθηκε, προκειμένου να παραχθεί, δεν έχει σχέση με τον εργασιακό χρόνο ο οποίος απαιτήθηκε για την γνήσια (: την ιστορική) παραγωγή του (δηλαδή: με το σύνολο των χρόνων οι οποίοι απαιτήθηκαν μέσα στους αιώνες, ώστε να εντυπωθεί στον ατομικά παρμένο νου η απαιτούμενη γνώση για την παραγωγή του). Για παράδειγμα, σήμερα, οποιοδήποτε παιδί της έκτης τάξης του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου μπορεί να κατανοήσει το πυθαγόρειο θεώρημα σε ένα τέταρτο της ώρας, όμως, προκειμένου να διατυπωθεί το πυθαγόρειο θεώρημα, ο πολιτισμός διήλθε μια βασανιστική διαδρομή ανάπτυξης κι εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης, της τεχνικής, της μηχανικής: αν η συλλογική εργασία μέχρι τότε δεν είχε χτίσει πυραμίδες, κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, Παρθενώνα, φρούρια, αν η ειδικευμένη εργασία δεν είχε γεωγραφήσει, οριοθετήσει χωράφια κλπ., κανείς Πυθαγόρας δεν θα ήταν σε θέση να διατυπώσει το θεώρημα το οποίο φέρει το όνομα του.

Αφήνοντας, όμως, στην άκρη, την αθλιότητα του φιλοσοφείν και το φιλοσοφείν της αθλιότητας, το γεγονός ότι οποιοδήποτε παιδί πχ. της έκτης τάξης στο Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολειό μπορεί να κατανοήσει το πυθαγόρειο θεώρημα ή/και το νόημα πχ. της νουβέλας “H Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων”, απορρέει από την ίδια την παραγωγικότητα του κεφαλαίου.

Η παραγωγικότητα του κεφαλαίου είναι η κεφαλαιακή έκφραση της παραγωγικής δύναμης της κοινωνικής εργασίας, όπως η παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας συνιστά μόνο την εργώδη όψη του κεφαλαίου.

* Όμως, σε κάθε περίπτωση, η παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας δύναται να υπάρξει και υπάρχει εκτός και χωρίς το κεφάλαιο: όπου δηλαδή οι άμεσοι παραγωγοί έχουν επιτύχει να επιβάλλουν τις ανάγκες, τις βουλήσεις και τις επιθυμίες τους επί κάθε αντικειμενικής συνθήκης ύπαρξης: σε κάθε αναπτυγμένο σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό χώρο και χώρα, το κεφάλαιο έχει παύσει να είναι κεφάλαιο, διότι λειτουργεί αποκλειστικά ως διάταξη υλικών πραγμάτων και γνωσιοπληροφοριακών ροών.

Επανερχόμενοι, όμως, μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι, από τα παραπάνω γραφόμενα συνάγεται ότι το κεφάλαιο είναι μια ουσιωδώς αλλότρια σχέση, καθώς παράγεται μέσα στο προτσές της παραγωγής και αναπτύσσεται μέσα σε αυτό, αλλά στο προτσές της κυκλοφορίας, ως υλοποιημένο εμπόρευμα (: υλοποιηθείσα νεκρή εργασία) και ευρύτερα ως μια καθορισμένη και προσδιορισμένη ανταλλακτική αξία (η οποία δύναται να παίρνει και τις μορφές των υπηρεσιών) λειτουργεί ως κάτι άλλο.

Από εδώ βγαίνει ότι το κεφάλαιο καθ’ εαυτό μετασχηματίζει και μεταμορφώνει μερικά (partially) τον τρόπο παραγωγής: αφενός αυτή η αλλαγμένη μορφή του τρόπου παραγωγής, καθώς και μια ιδιαίτερη στάση στην ανάπτυξη των υλικών δυνάμεων της παραγωγής, είναι η βάση και η προϋπόθεση των δικών του σχηματισμών. αφετέρου με αυτόν τον τρόπο η παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας και οι ειδικές μορφές της τώρα εμφανίζονται ως παραγωγικές δυνάμεις και μορφές του κεφαλαίου, αλλά από την σκοπιά της εργατικής κριτικής είναι στην αλήθεια μόνο παραγωγικές δυνάμεις οι οποίες έχουν ενσωματωθεί και συμπυκνωθεί στην υλοποιηθείσα-αντικειμενοποιηθείσα νεκρή εργασία (που αλλοτριώνεται σε κεφάλαιο).

Έπομένως, η κοινωνική εργασία αναπτύσσεται μέσω της ταυτολογικής οντολογίας των παραγωγικών δυνάμεων, ωστόσο το κεφάλαιο, προκειμένου να γίνει κεφάλαιο, δηλαδή να μην εμφανίζεται πλέον ως υλοποιηθείσα-αντικειμενοποιηθείσα νεκρή εργασία, αλλά να λειτουργεί ως μια αλλότρια σχέση –δηλαδή ως ενεργώς πραγματικό κεφάλαιο-, πρέπει να βγει από το stricto sensu παραγωγικό προτσές, μετασχηματισμένο και μεταμορφωμένο, και με αυτόν τον τρόπο μετασχηματίζεται και μεταμορφώνεται και ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής.

Αυτά σημαίνουν: όσο προχωράει το προτσές, τόσο μειώνεται η προβολή του καπιταλιστή ως κατόχου των παραγωγικών δυνάμεων, ως προσωποποίησης του κεφαλαίου, διότι μέσω πραγμοποιητικών διαδικασιών γίνεται κι αυτός τμηματικός, οργανικά εντασσόμενος στον γενικό κεφαλαιακό μηχανισμό, δηλαδή να το πω, όπως το λέει ο Λένιν: ο συγκεκριμένος κόσμος της εκμετάλλευσης (ενσώματα προσδιορισμένος) δεν ζει πια από χαρτιά (χρεόγραφα, αξιόγραφα κλπ), αλλά χάνει τον ύπνο του προσπαθώντας να αφουγκρασθεί τι λένε οι μηχανές και τι σημαίνει η ψηφιακότητα.

Όλα αυτά έχουν να κάνουν με την παραγωγικότητα: είναι τόσης πύρινης ποιότητας αυτή η δύναμη, ώστε στο ξεδίπλωμα της διαλεκτικής της, ακόμα κι οι ορολογικές διακρίσεις της κλασικής πολιτικής οικονομίας χάνουν το νόημά τους: ο μητροπολιτικός εργάτης είναι πιο συνειδητός πολίτης/citoyen/citizen, απ’ ότι ο καπιταλιστής ο οποίος μοιάζει paysan, δηλαδή προβάλλει ως idiot.

Η παραγωγικότητα ξεκινάει αρχικά με τον βαθμό τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Έχει, λοιπόν, έναν συνθλιπτικό χαρακτήρα. Και αυτός ο χαρακτήρας της είναι τέτοιος, επειδή ωθεί άπαντες σε γενικές αλλαγές. Έτσι, η αύξηση, ένταση, έκταση της παραγωγικότητας ωθεί σε προσωποποίηση του πράγματος και σε υλικοποίηση-πραγμοποίηση του προσώπου. Αυτό, όμως, γίνεται μόνο διά της στενής εργαλειακής λογικής του κεφαλαίου, μόνο μέσα στο εργοστασιακό προτσές. Είναι κάτι το οποίο γενικά δεν προσήκει στην ανθρώπινη φύση, ή ακόμα και σε όσα ονειρεύονταν οι φιλόσοφοι.

Αλλά, αυτό το οποίο ισχύει πάντα, είναι ότι, όπως οι εργασιακές συνθήκες τις οποίες επιβάλλει το κεφάλαιο, γίνονται οι ευρύτερες υλικοκοινωνικές συνθήκες ύπαρξης του εργάτη, έτσι και η αυτονομία της εργατικής τάξης επιβάλλει χειροπεδικές συνθήκες ύπαρξης επί του κεφαλαίου, έτσι ώστε το κεφάλαιο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εργασία, ενώ η εργασία μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.

Κατά καιρούς, όμως, η μαχητικότητα της εργατικής τάξης καλείται να υπερνικήσει κάτι χειρότερο από όλη την φαινομενολογία της σχέσης μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας: την ανικανότητα αντίληψης των βασικών προϋποθέσεων της συνολικής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και συνεπακόλουθα της εργατικής τάξης ως κοινωνικοβιολογικού πληθυσμού.

Στον καπιταλισμό, μία από τις κεντρικές υλικές και ευρύτερα οικονομικές προϋποθέσεις αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και συνεπακόλουθα της εργατικής τάξης ως τέτοιου πληθυσμού είναι το Χ-Χ΄ (χρήμα – χρήμα επαυξημένο/περισσότερο).

Είναι γνωστό ότι η μορφολογία των εσόδων (η οποία κάποιες φορές αποκτά χαρακτήρα βυζαντινισμού), καθώς και οι πηγές των εσόδων, είναι η πιο φετιχιστική έκφραση των σχέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής, και τούτο διότι αυτή η μορφολογία έχει διαχωρισθεί από τις κεκαλυμμένες συνδέσεις και τους ενδιάμεσους συνδετικούς κρίκους. Η διαστρεβλωμένη μορφή στην οποία η πραγματική αντιστροφή εκφράζεται, αναπαράγεται στα σημεία θέασης των παραγόντων (που βυζαντινολογούν επί των εσόδων) αυτού του τρόπου παραγωγής. Είναι ένα είδος φιλολογίας άνευ φαντασίας, δηλαδή κάνουν θρησκειοποίηση του χυδαίου (vulgar) στοιχείου, και χυδαιοποίηση του θρησκευτικού. Έτσι, το ολοκληρωμένο τοκοφόρο κεφάλαιο, το οποίο πάντα εμφανίζεται στην πιο απλή φόρμουλα Χ-Χ΄ (παρόλο που το χρήμα γεννάει χρήμα ισχύει μέσα στον φορμαλισμό του και στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς) γίνεται το κυρίαρχο (αντι-)φετίχ. Το αντι-φετιχ, όμως, δεν είναι ταμπού, είναι κάτι διαφορετικό: είναι φθόνος, ζήλεια για αυτό το οποίο κάποιος δεν έχει, για το τελειωμένο φετίχ: το τοκοφόρο κεφάλαιο.

Ο φετιχισμός έγκειται στο ότι ο τόκος εμφανίζεται πάντα στην ίδια φόρμουλα Χ-Χ΄, είτε έχουμε να κάνουμε με κάποια ξεχασμένη πόλη της αρχαίας Περσίας, είτε με μια κεφαλαιακή μητρόπολη. Η πάντα σε αυτήν την φόρμουλα εμφάνιση του τόκου συσκοτίζει την ποιοτική διαφοροποίηση την οποία λαμβάνει ο τόκος στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής: στο ότι (δια)μεσολαβεί και κυκλοφορεί πραγμάτωση πρόσθετης αξίας και υπεραξίας. Στην όλο και περισσότερο ανάπτυξη του προτσές, το τοκοφόρο κεφάλαιο ως αυτοεπεκτεινόμενη αξία, αποκτά αυτοματικό χαρακτήρα: το συνολικό κεφάλαιο πια δεν χρειάζεται τις στερεοτυπικές προσωποποιήσεις του τοκοφόρου κεφαλαίου μέσα από τις επιτελεστικότητες χαρακτήρων όπως πχ. ο Σάιλοκ, των golden boys κλπ., αλλά είναι τα ίδια τα Big Data και η ψηφιακο-αλγοριθμοποίηση οι οποίες συμβάλλουν αρκετά αναφορικά με την διαχείριση και σε ένα εύρος αναφορικά με την διεύθυνση της τοκοφόρας κίνησης.

Έτσι, το κεφάλαιο αποκτά την αυθεντική φετίχ μορφή του στο τοκοφόρο κεφάλαιο, και πράγματι στην άμεση μορφή του τοκοφόρου χρηματικού κεφαλαίου. Άρα, στον καπιταλισμό χωρίς Χ-Ε-Χ΄ δεν θα προκύψει Χ-Χ΄, όπως προκαπιταλιστικά χωρίς Χ-Χ΄ δεν θα παραχθεί Χ-Ε-Χ΄. Έπομένως, λχ. ιδιαίτερα στους 17ο και 18ο αιώνες εργάτης και «τοκογλύφος» ήταν εμπλεγμένοι και συνδεδεμένοι σε μια μακροχρόνια σχέση, ώστε ο ένας δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον άλλον.

Από την στιγμή, όμως, που ο τόκος είναι υλικο-οικονομική προϋπόθεση για την συγκρότηση και αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, σημαίνει ότι τα κάθε είδους κηρύγματα ενάντια στον τόκο, είναι άμεση επίθεση στην ίδια την εργατική τάξη. Αλήθεια, ποιος πιστοχρεώνεται στις τράπεζες, ποιος δίνοντας μια υπόσχεση σε μια τράπεζα δανείζεται λεφτά τα οποία είναι καθ’ εαυτά ποσοτικοποιήσεις του τοκοφόρου χρηματικού κεφαλαίου? Ο μισθωτός εργάτης, ο προλετάριος, οι της γης οι κολασμένοι, ο πληβείος ή κάποιος ο οποίος είναι ήδη (αφ’ ής στιγμή δανείσθηκε με αυτόν τον τρόπο) προϊόν και παράγωγο του τοκοφόρου συστήματος στο οποίο κηρύττει και δημαγωγεί ενάντια?

Το επεισόδιο αυτό είναι η κλασική εμφάνιση της αντίθεσης μεταξύ του κεφαλαίου και των παραδοσιακών γαιοκτητικών στρωμάτων, δηλαδή της αντίφασης η οποία οξύνθηκε τόσο ώστε έλαβε πολεμική-συγκρουσιακή μορφή. Από εδώ προέκυψε και η ανάγκη του κεϋνσιανισμού, ή όπως γράφει ο Νέγκρι, του κράτους-σχεδιαστή (planner state): δηλαδή η μετατόπιση των εμφανών κρατικών μηχανισμών στον ρεαλισμό, ώστε να διευθετούνται αυτές οι εσωτερικές αντιθέσεις.

Αλλά, από κάποιο σημείο και εντεύθεν σε κάθε περίπτωση, ο σχεδιασμός είναι σχέση (κοινωνική, πολιτική, οικονομική, ιδεολογική). Αυτό είναι μια πραγματικότητα την οποία η ίδια η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης είχε επιβάλει. Επομένως, όπως κάθε σχέση μοριοποιείται και διαχέεται, με αυτόν τον τρόπο σχεδόν αντικειμενικά και νομοτελειακά ο εργατικός ανταγωνισμός διεισδύει και εισχωρεί σε όλα τα επίπεδα των κρατικών λειτουργιών και μηχανισμών (κάτι το οποίο εννοιολόγησε και ανέλυσε ο Πουλαντζάς). Πρόκειται για ζήτημα στενά συνδεδεμένο με την ίδια την αναπαραγωγή του εμπορεύματος εργατική δύναμη.

O.N

About furdenkommunismus (701 Articles)
για τον κομμουνισμό

1 Comment on όλα βαίνουν ανθηρώς, ή σχεδόν όλα: παραγωγικότητα του κεφαλαίου, τόκος, και (ανα)παραγωγή της εργατικής δύναμης

  1. στους ζητιάνους, είπες στους ζητιάνους?

    Liked by 1 person

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: