τελευταία νέα σε τίτλους

κριτική προσέγγιση σε στιγμιαίες θεωρήσεις στην αφηρημένη εργασία. Η υπόθεση του Norbert Trenkle

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 5,706 other followers

Ι. Στον χώρο της κλασικής πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, μέχρι και τον ΠΠΒ΄, η καπιταλιστική κρίση αναλυόταν κυρίαρχα με βάση την εσωτερικότητά της, δηλαδή ως απόρροια και αποτέλεσμα των μηχανισμών, των λειτουργιών, των τάσεων και των νομοτελειών (Gesetze) οι οποίες συγκροτούν και συνέχουν το ίδιο το κεφάλαιο, ιδωμένο γενικά.

Η μπροσούρα του Λένιν περί ιμπεριαλισμού και όλη η εξ αυτής γραμματεία επέβαλε έναν διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης της καπιταλιστικής κρίσης, δηλαδή η καπιταλιστική κρίση σε αυτήν την θεώρηση τελούσε σε σχέση (δια)μεσολάβησης προς τους εθνικούς και κρατικούς ανταγωνισμούς, ενώ μέχρι τότε αυτοί οι ανταγωνισμοί θεωρούνταν εγγενείς στην καπιταλιστική κρίση, και όχι ανεξάρτητες μεταβλητές.

Ο ιταλικός εργατισμός και η εργατική αυτονομία επανέφεραν την κριτική στην καπιταλιστική κρίση μέσα από το εννοιολογικό οπλοστάσιο της εργατικής κριτικής, δείχνοντας ότι οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί στους οποίους βασίζεται ο λεγόμενος (νέο-)λενινισμός, ανήκουν στην ίδια την εσωτερικότητα του κεφαλαίου, και λειτουργούν ως μορφές αναδιάρθρωσής του σε μεγάλες κλίμακες.

Πολλές φορές, πολλοί οι οποίοι επιχειρούν να συνθέσουν τις δύο κριτικές κατευθύνσεις, το κάνουν, μέσω της σχεσιοποίησης των εννοιών της κριτικής. Έτσι, η αφηρημένη εργασία προσδιορίζεται ως σχέση εμπορευματικής μεσολάβησης, που είναι στενά συνδεδεμένη με τον εμπορευματικό φετιχισμό και την λουκατσική πραγμοποίηση.

ΙΙ. Έξοχο δείγμα μιας τέτοιας «συνθετικής» οδού είναι το «η κρίση της αφηρημένης εργασίας είναι η κρίση του καπιταλισμού» (2007), κείμενο γραμμένο στα ισπανικά, που ανακοινώθηκε σε κάποιο συνέδριο στο Μπουένος Άιρες (βλ. https://libcom.org/library/crisis-abstract-labor-crisis-capitalism-norbert-trenkle-krisis-group).

Ο συντάκτης του κειμένου Norbert Trenkle είναι από τους εναπομείναντες στο περιοδικό και στο γκρουπ «Krisis» (βλ. https://www.krisis.org/), μετά την διάσπαση του 2004, και την αποχώρηση των Robert Kruz (βλ. https://theshadesmag.wordpress.com/2017/08/09/oikonomikieuthanasia/comment-page-1/, https://theshadesmag.wordpress.com/2017/07/24/isterikoslaikismos/, https://theshadesmag.wordpress.com/2016/11/29/realisteskaifontamentalistes/), Roswitha Scholz, και αρκετών μελών της σύνταξης.

Κείμενα της “Krisis” έχουν μεταφρασθεί, δημοσιευθεί και εκδοθεί στην Ελλάδα (βλ. https://theshadesmag.wordpress.com/2019/07/05/workout/, https://www.politeianet.gr/books/trenkle-norbert-ekdoseis-ton-xenon-keimena-gia-tin-ergasia-kai-tin-krisi-190663).

ΙΙΙ. Ο κεφαλαιακός τρόπος παραγωγής είναι τέτοιος, επειδή ο πλούτος των καπιταλιστικών κοινωνιών παράγεται με βάση την κεντρικότητα των εμπορευμάτων, και έτσι το απλό εμπόρευμα εμφανίζεται ως στοιχειώδης μορφή αυτού του πλούτου.

Η ουτοπική και άτοπη ονείρωξη της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε μια ανιστορική οπτική είναι η παραγωγή εμπορεύματος χωρίς την ζώσα εργασία: δηλαδή η αυτοπαραγωγή της νεκρής εργασίας: η ύπαρξη της νεκρής εργασίας (δηλαδή του αντικειμενοποιημένου εργασιακού χρόνου που μετατρέπεται σε ανταλλακτική αξία, δηλαδή σε εμπόρευμα) χωρίς την ζώσα. Για αρκετές δεκαετίες οι ρομποτικές μορφές είχαν φετιχοποιηθεί, διότι υποτίθεται ότι θα εκπλήρωναν αυτόν τον στόχο.

Αλλά, όταν οι πολιτικοί και διαχειριστικοί κύκλοι της καπιταλιστικής κυριαρχίας συνειδητοποίησαν ότι αυτός ο στόχος εντείνει στο μέτρο που του αναλογεί, τον νόμο της τάσης το μέσο ποσοστό κέρδους να πέφτει, και ακόμα πιο πολύ όταν συνειδητοποίησαν με έναν σχεδόν μαθηματικό τρόπο ότι αν οι μηχανές παράγουν αξία, τότε η αξία αυτόματα θα μηδενισθεί, οπότε επίσης αυτόματα θα έλθει κοινωνική κατάρρευση, παραιτήθηκαν από αυτήν την ρομποτοειδή δυστοπία.

Έτσι, σε απόκλιση από τα παραπάνω, όταν κάποιος, όπως ο Norbert, γράφει ότι «η αφηρημένη εργασία είναι η κεντρική αρχή της οργάνωσης και κυριαρχίας της καπιταλιστικής κοινωνίας», σημαίνει στην καλύτερη περίπτωση ότι δεν μπορεί να δει το εμπόρευμα ως εμβρυακή μορφή του κεφαλαίου και το κεφάλαιο ως ολοκλήρωση της διαλεκτικής και της οντολογίας του εμπορεύματος, και στην χειρότερη περίπτωση ότι δεν μπορεί να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της εργασίας, δηλαδή ότι μπορεί να υπάρξει εκτός της καπιταλιστικής προσταγής.

Εδώ, όμως, κάποιες κεντρικές και κομβικές έννοιες χρήζουν μιας πολύ ευσύνοπτης διευκρίνησης:

Αφηρημένη εργασία είναι αυτή η οποία παράγει ανταλλακτική αξία (Tauschwert), δηλαδή εμπόρευμα (ware). Έτσι, δεν μπορεί να υπάρξει αφηρημένη εργασία χωρίς το εμπόρευμα, καθ’ όσον βρίσκονται σε σχέση προσδιορισμού. Ο “διπλός” (Zwieschlachtiges) χαρακτήρας του εμπορεύματος (χρηστική αξία, ανταλλακτική αξία) προσδιορίζει τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας (συγκεκριμένη εργασία, αφηρημένη εργασία) η οποία είναι σωματοποιημένη σε αυτό. Αυτό, όμως το οποίο ο εργάτης παρέχει (από την σκοπιά του συμβατικού συγκείμενου), δεν είναι καθ’ εαυτή η εργασία του (δηλαδή η δραστηριότητα υλικής μετάπλασης η οποία μετριέται με τον χρόνο, και έτσι η εργασία καθίσταται προϋπόθεση του χρόνου, ή αν θέλετε, ο χρόνος αποκτά τον χαρακτήρα του εργασιακού προϊόντος,), αλλά η εργατική δύναμή του (Arbeitskraft), η οποία έτσι γίνεται εμπόρευμα. Από την σκοπιά της κλασικής πολιτικής οικονομίας, η αφηρημένη εργασία αναδύεται κάθε φορά που η εργατική δύναμη απελευθερώνεται από τα προσωπικά και νομικά δεσμά (κοινοτιστικά, δουλοκτητικά, φεουδαλικά, προκαπιταλιστικά) και έτσι μισθώνεται και εκμισθώνεται, αγοράζεται και πουλιέται ως ελεύθερο εμπόρευμα.

Από άποψη λογικής επιστήμης, ο φίλος μας Norbert στο κείμενό του κάνει μια λήψη ζητουμένου (petitio principii), κάτι στο οποίο τον οδηγεί η σχετικά ανιστορική αντίληψή του, δηλαδή η εκ μέρους του παράβλεψη του ιστορικού υλισμού. Όλοι οι τρόποι παραγωγής βασίζονται στην εργασία, εδώ, όπως έχει τεκμηριώσει και αποδείξει ο Ένγκελς, η εργασία έπαιξε τον μεγαλύτερο ρόλο στην εξανθρώπιση του πιθήκου.

Γράφει: “Η κοινωνική σύνθεση μέσω του τρόπου της αφηρημένης εργασίας συνιστά το γενικό πλαίσιο της αναφοράς όλων των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό και καθορίζει την ιστορική τροχιά του στο επίπεδο της βασικής δυναμικής του. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι προσδιορίζεται από την λογική της εργασίας και των εμπορευμάτων εν τη στενή έννοια. Ακόμη, αυτή η πραγμοποιημένη μεσολάβηση βασικά συνιστά την μορφή των κοινωνικών σχέσεων της κοινωνικής επιβολής και επίσης προσδιορίζει τα όρια του καπιταλιστικού σύμπαντος, που είναι η παροχή κριτηρίων συμπερίληψης και αποκλεισμού. Αυτό είναι το γιατί η τρέχουσα κρίση της αφηρημένης εργασίας είναι συγκλονιστική της όλης καπιταλιστικής κοινωνίας στα θεμέλιά της. Αυτή η κρίση είναι ουσιωδώς το αποτέλεσμα μια θεμελιώδους αντίφασης, η οποία μπορεί σίγουρα να ερμηνευθεί ως η αντίφαση μεταξύ της αφηρημένης και της συγκεκριμένης εργασίας -αν και σε μια διαφορετική έννοια από τον τρόπο που γίνεται κατανοητή από τον John Holloway. Η κατηγορία της συγκεκριμένης εργασίας, σύμφωνα με την ανάλυσή μου, δεν είναι ζωτική ή παραγωγική δραστηριότητα σε μια διϊστορική έννοια, αλλά η άλλη όψη της αφηρημένης εργασίας, η οποία είναι η ειδική μορφή της παραγωγικής δραστηριότητας κάτω από το καθεστώς της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό σημαίνει, από την μια, ότι όλα τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης εργασίας αντανακλούν την παραγωγή της αξίας, αμφότερα αναφορικά με τα κλιμακωτά και οργανωτικά προτσές (τα οποία κυβερνώνται από το κριτήριο της “επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας”) και τα περιεχόμενά των (συγκεκριμένη εργασία στην αυτοκινητοβιομηχανία, για παράδειγμα). Από την άλλη, αυτό συνεπάγεται ότι πάρα πολλές παραγωγικές, ζωτικές και κοινωνικές δραστηριότητες αποκλείονται από το σύμπαν της εργασίας στον καπιταλισμό και στιγματίζονται ως “κατώτερες”, ιδιαίτερα οι “αναπαραγωγικές” και οικιακές δραστηριότητες και αυτές οι οποίες που συνεπάγονται μια μορφή συναισθηματικής ανατροφής, οι οποίες στην καπιταλιστική κοινωνία έχουν κατηγοριοποιηθεί και αποδοθεί πρωταρχικά σε γυναίκες και προσδιορίζονται ως “εργασία γυναικών”.

Εν πρώτοις, σε αυτό το χωρίο, η κεφαλαιοπραγματικότητα, γίνεται αντιληπτή με ένα κατά βάση εξωοικονομικό κριτήριο αποκλεισμού και συμπερίληψης. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα κριτήριο το οποίο έχει αντληθεί από την ευαγγελική πολιτική θεολογία περί κλειδών παραδείσου και κόλασης. Δηλαδή γίνεται μια αναχρονιστική αναγωγή του 17ου-19ου αιώνων στον πρώτο αιώνα της κοινής εποχής. Εν μέρει ισχύει, ότι πριν τον καπιταλισμό, οι πιο αναπτυγμένες εμπορευματικές κοινωνίες εμφανίσθηκαν στις μητροπόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αλλά, αυτό δεν μας δίνει από μόνο του κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής, διότι η παραγωγική μάζα τότε ήταν οι δούλοι και κυρίαρχη σχέση αυτή της δουλοκτησίας, ενώ για να επικρατήσει ο κεφαλαιακός τρόπος παραγωγής, η βασική προϋπόθεση είναι η εργατική δύναμη να έχει απελευθερωθεί (σε αυτό κυρίαρχα αποκρίνεται το προτσές της πρωταρχικής συσσώρευσης).

Από την άλλη, το κεφάλαιο, και ακόμα πιο πολύ η κυρίαρχη έκφρασή του η αξία, είναι ταυτολογική (εμφανίζεται στην φαινομενικότητά της ως σπινοζική causa sui, και έτσι επιτυγχάνεται ο αυτοπολλαπλασιασμός της). Από εδώ βγαίνει ότι το κεφάλαιο δεν χρειάζεται κάποια ετερογενή αρχή, ένα τρίτο σημείο αναφοράς, ακόμα περισσότερο δεν χρειάζεται ένα κριτήριο που κείται εκτός παραγωγής, σαν αυτό που υιοθετεί ο συντάκτης.

Επιπρόσθετα κάτι λείπει από αυτήν την σχεσιοποίηση των σχέσεων που έχουν ήδη σχεσιοποιηθεί. Κι αυτό είναι η εστίαση στην ανάπτυξη και εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Σε αυτό το σημείο θέασης, η αφηρημένη εργασία είναι η ειδικά προσδιορισμένη κοινωνική μορφή την οποία λαμβάνει η εργατική δύναμη στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής, και δη στο strictο sensu παραγωγικό προτσές.

Υπάρχει κρίση της εργασίας και ακόμη περισσότερο κρίση της αφηρημένης εργασίας, αλλά δεν έχει να κάνει με μια καντιανού ή φορμαλιστικού τύπου αντίφαση της αφηρημένης προς την συγκεκριμένη εργασία γενικά, αλλά με τις ποιοτικές μεταβολές του προτσές της πραγματικής υπαγωγής (ως απόρροιες της αλματώδους εξέλιξης και ανάπτυξης των ανηλεών παραγωγικών δυνάμεων), μέσα από τις οποίες κλονίζονται τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της τυπικής υπαγωγής, επομένως και η ίδια η αφηρημένη εργασία. Άρα αυτό το οποίο πάντα και κάθε φορά σε τελική ανάλυση επιφέρει και επιβάλλει την κρίση (και δεν το λέω αυτό από εργατιστική διάθεση), είναι η εργατική δύναμη, ιδωμένη όχι ουσιολογικά ή αμετάβλητα ανά τις χρονικές μονάδες, αλλά ως έμψυχη (animated)/ανθρωπίνως νοήμων (humanly intelligent) συμπύκνωση και έκφραση και των υπολοίπων παραγωγικών δυνάμεων.

IV. Το κείμενο του Norbert με έναν αφηρημένο τρόπο πραγματεύεται στοιχεία από τις κρίσεις των θεωριών για την επαυξημένη/υπερβάλλουσα αξία (Mehrwert). Αλλά, την ίδια στιγμή που το κάνει αυτό, γίνεται μια ελλιπής θεώρηση για την επαυξημένη/υπερβάλλουσα αξία.

Η αδυναμία έγκειται στο ότι προσεγγίζει τις έννοιες με απομονωτικό τρόπο και έτσι δεν αναδεικνύεται η ολότητα της κεφαλαιοπραγματικότητας, την οποία ερευνά. Ήτοι, αυτές οι «επικουρικές εργασίες» οι οποίες υποτίθεται ότι έχουν αποκλεισθεί, από την σκοπιά του κοινωνικού εργοστασίου, είναι κατεξοχήν αναπαραγωγή του εμπορεύματος εργατική δύναμη, όπως ανέλυσαν οι φεμινίστριες του ιταλικού εργατισμού, με πρώτες την Leopoldina και την Mariarosa.

Δεν είναι λοιπόν κάτι παράταιρο ή παράπλευρο, αλλά κάτι αναγκαίο για το κεφάλαιο, γενικά για τις μεταμορφώσεις και τις περιστροφές των κεφαλαίων, και ακόμα πιο συγκεκριμένα για την αναπαραγωγή και κυκλοφορία των κοινωνικών συνολικών κεφαλαίων (gesellschaftlichen Gesamtkapitals).

Ακόμη πιο βαθιά, αυτές οι «αποκλεισμένες» δραστηριότητες είναι λεπτομερειακές και σχετικά ειδικευμένες εργασιακές δραστηριότητες, δηλαδή δραστηριότητες του λεπτομερειακού εργάτη οι οποίες έχουν υπαχθεί στην δραστηριότητά του συλλογικού εργάτη.

V. Τίθεται επίσης και ένα μεθοδολογικό και επιστημολογικό πρόβλημα το οποίο προφανώς έχει καταστεί γνωσιολογικό:

Η φράση “… τροχιά (του καπιταλισμού) στο επίπεδο της βασικής δυναμικής του” είναι ορολογία ευθέως αντληθείσα από την μηχανική του William Rowan Hamilton. Αλήθεια, ο καπιταλισμός είναι κάτι που ίπταται?

Σε κάθε περίπτωση, εδώ εντοπίζεται το κλασικό σχολικό σφάλμα: η χρήση των ορολογιών των αστικών οικονομικών (που δεν είναι κλασική πολιτική οικονομία) και η μέσω της διολίσθησης τεχνηέντως ταύτισή των με τις έννοιες της εργατικής κριτικής.

Πρόκειται για σκοπιμότητα ποσοτικοποίησης, και έτσι το κείμενο στο οποίο ασκώ κριτική (με όχι διάθεση κριτικής της κριτικής κριτικής), έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την σχεσιακή οπτική που αποτελεί το σημείο εκκίνησής του.

O.N

About furdenkommunismus (450 Articles)
για τον κομμουνισμό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: